Ο Απόστολος Παύλος, η Ορθόδοξη Διδασκαλία και το ζήτημα της Ειρήνης σήμερα

Γράφει ο Παναγιώτης Παπαδάς*

Στις μέρες μας, θα έλεγε κανείς -και ειδικά λόγω της επικαιρότητος- ότι όσο προχωρά η Ανθρωπότητα, θα έπρεπε να εκλείπουν οι πόλεμοι, τα μίση και καθετί διαταράσσει την Ειρήνη, την Ευημερία και την Πρόοδο. Η ιστορική εμπειρία όμως έχει αποδείξει, ότι η ανθρώπινη Φύση δεν είναι τέλεια, όχι μόνο λόγω του βιολογικού γήρατος και της φθοράς, αλλά και λόγω του γεγονότος, ότι αν ήταν τέλεια, δεν θα είχε συναισθηματικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις, πάθη και βλαπτικά συναισθήματα, όπως φθόνο, μίσος, εκδίκηση και γενικά κάθε κακία -τα οποία αποτελούν άλογες, επικίνδυνες και βλαβερές εκδηλώσεις του ανθρωπίνου ψυχισμού σε ερεθίσματα του ευρύτερου περιβάλλοντος- αλλά θα ήταν απαθής και ευτυχής, πράγμα, που θα βοηθούσε και στην προσήλωση στην πνευματική βελτίωση του ανθρώπου και θα σήμαινε εν τέλει και την ηθική τελείωση της ψυχής του.

Ήδη από τα αρχαία χρόνια αρκετοί στοχαστές είχαν παρατηρήσει, ότι οι συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ των ομάδων που αυτοί συγκροτούν συμβαίνουν κυρίως λόγω συμφεροντολογικής επιθυμίας για τα υλικά αγαθά, αλλά και από εγωισμό· πολλώ δε μάλλον σήμερα, που όλος ο ανθρώπινος βίος στρέφεται κατά την παραπάνω λογική γύρω από αυτά. Επομένως, η επιθυμία της Ύλης, η έμφυτη στον άνθρωπο συναισθηματική μεταβλητότητα/αστάθεια και συγκεκριμένες αρνητικές ψυχολογικές καταστάσεις, οι οποίες απορρέουν από αυτήν, όπως είναι ο φθόνος και το μίσος, αποτελούν τα γενεσιουργά αίτια των συγκρούσεων και των πολέμων!

Πολλοί δε κατά το παρελθόν είχαν διακηρύξει πολεμικά την ματαιότητα της Ύλης μπροστά στην Συνείδηση και στο Πνεύμα, ενός όμως το έργο ταυτίστηκε, όσο κανενός άλλου, με αυτές τις διακηρύξεις και αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός! Αυτός κήρυττε περί της προετοιμασίας για την Αγιότητα-Τελειότητα (Βλ. Παραβολή των Δέκα Παρθένων, Κατά Ματθαίον 25, 1-13) όπως και περί της Ειρήνης, τις οποίες όχι απλώς πρέπει να επιδιώκει ο άνθρωπος ως τα ύψιστα Αγαθά αντίθετα στην Ύλη, αλλά και να προσπαθεί να τις διατηρεί, ενώ παράλληλα βάλλεται από τους πειρασμούς, οι οποίοι συνεχώς θα προσπαθούν να τον αποσπάσουν από αυτόν τον στόχο και να τον παρασύρουν στο να μη πράττει το κατά Θεό σωστό, για να κατακτήσει την ηθική τελείωση της Ψυχής του με αποτέλεσμα εν τέλει να χαθεί όλος ο κόπος του!

Η σύγχρονη εποχή της -συλλήβδην και άνευ διακρίσεως- αμφισβητήσεως του παραδοσιακού τρόπου ζωής και της συγκρουσιακής αντιπαραθέσεως των ανθρώπων χαρακτηρίζεται από δύο βασικά γνωρίσματα· το ένα είναι το αναφερθέν από τον σπουδαίο Έλληνα ιστορικό, Θουκυδίδη, ως συμβαινόμενο κατά τις συγκρούσεις, δηλαδή η διαστρέβλωση των νοημάτων των λέξεων και της ίδιας της Αλήθειας· όπως συγκεκριμένα αναφέρει, ότι συνέβαινε στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπως βλέπουμε όμως να συμβαίνει και σήμερα με την πολεμική κατά του Χριστιανισμού! Το δεύτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας αποτελεί συνέπεια του πρώτου και είναι η σύγχυση, η οποία έχει προκληθεί στον Νου και την Ψυχή των ανθρώπων λόγω της προαναφερθείσης διαστροφής των νοημάτων. Αποτέλεσμα είναι, να χρειάζεται να εξηγηθούν εξ αρχής τα βασικά της Ορθοδόξου Διδασκαλίας, για να αντιμετωπιστούν τα δυο προαναφερθέντα κακώς κείμενα. Αιτίες δε των συγκεκριμένων αυτών χαρακτηριστικών της εποχής μας θα μπορούσαν να θεωρηθούν η σκοπιμότητα, αλλά σε κάποιο βαθμό και ο φανατισμός κατά των παραδόσεων, η οικοφοβία με τις προεκτάσεις της, η μισαλλοδοξία, η προοδοπληξία, η ημιμάθεια, σε κάποιο βαθμό και η άγνοια, αλλά η τελευταία περίπτωση ίσως δικαιολογείται σε κάποιο βαθμό κατά το σωκρατικό «Ουδείς εκών κακός» (=«κανείς δεν είναι κακός με την θέλησή του»)!Δεν είναι όμως τόσο της παρούσης, να διερευνήσουμε τα ίδια τα αίτια του φαινομένου της παραποίησης της Αλήθειας, όσο να μελετήσουμε την ίδια την διαστρέβλωσή της.

Αφού λοιπόν πρέπει πάντα να μιλάμε με λογική, επιχειρήματα και απτά δεδομένα, είναι δέον να θυμηθούμε τις πράξεις του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος από βίαιος διώκτης της Εκκλησίας έγινε Απόστολος και από εχθρός του Χριστού έγινε κήρυκας του Ευαγγελίου Του! Οι πράξεις του είναι το κεντρικό σημείο του κειμένου ως το τρανότερο παράδειγμα μετάνοιας και αγώνος κήρυξης του Ευαγγελίου, καθώς αυτές άλλαξαν ριζικά την εξέλιξη της παγκόσμιας Ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα το διδακτικό έργο του -ως μέρος της χριστιανικής διδασκαλίας- αποτελεί κατά την Ορθοδοξία και οδό προς την Ειρήνη, προς το διαχρονικό αίτημα της Ανθρωπότητος και πραγματευόμενο ζήτημα του κειμένου!

Ο Παύλος, γεννημένος -ως Σαούλ- περί τα 15 μ.Χ. στην Ταρσό της Κιλικίας, ήταν άνθρωπος μορφωμένος, από πιστή ιουδαϊκή οικογένεια, η οποία του ενεφύσησε το πάθος της πίστεως και το καθήκον υπεράσπισής του Θεού από οποιονδήποτε προσπαθεί να Τον προσβάλλει και να Τον υπονομεύσει· τα οποία όμως αυτός τα εξέφρασε με φανατισμό σε σημείο μάλιστα διωγμού του Χριστιανισμού, ο οποίος αποτελούσε εκείνη την εποχή το αντίπαλο δέος στον Ιουδαϊσμό! Ο Παύλος όμως μετανόησε ύστερα από ένα συγκλονιστικό για τον ίδιο γεγονός, όταν άκουσε δηλαδή την φωνή του Θεού να του λέει· «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;». Τρομοκρατημένος τότε ρώτησε· «Ποιος είσαι Κύριε;» και έλαβε ως απάντηση· «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίο εσύ καταδιώκεις» (Πράξεις 9, 4-6). Αμέσως μόλις αντελήφθη το μέγεθος του σφάλματός του, μετανόησε -όπως επιτάσσει άλλωστε ο Χριστιανισμός για την αμαρτία- και αφιερώθηκε κυριολεκτικά ψυχή τε και σώματι στο Ευαγγέλιο του Χριστού, φτάνοντας δε και στο σημείο να δώσει γι’ Αυτόν την ίδια του την ζωή, όπως και οι άλλοι Απόστολοι, περί τα 66-68 μ.Χ. στην Ρώμη.

Η Εκκλησία, αναγνωρίζοντας την σημαντικότητα και την οικουμενικότητα του έργο του, τον ονόμασε «Απόστολο των Εθνών», λόγω της απόψεώς του, ότι πρέπει να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο σε όλους τους λαούς της Γης. Η δε Εκκλησία της Ελλάδος έχει αυτόν και τους μαθητές τους ως ιδρυτές, ενώ οι Επιστολές του προς τις πρώτο-χριστιανικές κοινότητες, τόσο της Ελλάδος, όσο και γενικά του κόσμου, διαπαιδαγωγούν την απανταχού Εκκλησία μέχρι και σήμερα. Αυτές οι Επιστολές εγράφησαν, για να ρυθμίσουν εσωτερικά ζητήματα των ιδρυμένων από αυτόν χριστιανικών κοινοτήτων και για να καθοδηγήσουν γενικά την ζωή των πρώτων χριστιανών. Επομένως και σήμερα, όσοι δηλώνουν χριστιανοί, οφείλουν να μελετούν την Χριστιανική Διδασκαλία -μέρος της οποίας αποτελεί εν προκειμένω και η Παύλεια- γιατί αυτή μπορεί να δώσει ακόμα και σήμερα λύση σε πλήθος προβλημάτων και ειδικά στο προαναφερθέν μείζον και επίκαιρο ζήτημα της Ειρήνης! Επομένως, σκοπός του κειμένου αυτού είναι, να προσπαθήσει συνοπτικώς να αποκαταστήσει και να αναδείξει κατά το δυνατόν την σημαντικότητα αυτής της διδασκαλίας στην σημερινή εποχή υπό την πεποίθηση, ότι η ορθόδοξος διδασκαλία αποτελεί διαχρονική πηγή στοχασμού, αλλά και ότι αυτή μπορεί να συμβάλλει στην επίλυση ζητημάτων σε οποιεσδήποτε χώρο-χρονικές συνθήκες!

Εδώ όμως πρέπει οπωσδήποτε να διευκρινισθεί, ότι ο υποφαινόμενος δεν είναι θεολόγος· αποπειράται απλώς να σχολιάσει κάποια βασικά και σημαντικά σημεία της Επιστολικής Διδασκαλίας του Αποστόλου Παύλου κυρίως υπό κοινωνιολογικό πρίσμα, κινούμενος από ευαισθησία και ειλικρινές ενδιαφέρον, τόσο προς την κοινωνική και παγκόσμια Ειρήνη, όσο και για την σημερινή πορεία της Εκκλησίας και το κακό τρόπο, με τον οποίο την αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες κακόβουλες ομάδες ατόμων. Οι παρακάτω σκέψεις λοιπόν απευθύνονται σε κάθε ”ευήκοον ους”, σε κάθε ειλικρινώς σκεπτόμενο και καλοπροαίρετο άνθρωπο, πιστό ή μη!

Ας εισαχθούμε λοιπόν στο κυρίως θέμα, δηλαδή στα βασικότερα σημεία διδασκαλίας του Παύλου, τα οποία αποτελούν παράλληλα  και προϋποθέσεις υπάρξεως της Ειρήνης! Το σημαντικότερο και ομορφότερο δίδαγμα του Αποστόλου Παύλου θα μπορούσε να θεωρηθεί «Ο Ύμνος της Αγάπης», επειδή ταυτίζεται με τα λεγόμενα του Χριστού, ο οποίος ερωτηθείς κάποτε από κακόβουλους Φαρισαίους· «Ποιά είναι η κυριότερη Εντολή;», απήντησε ότι πρώτη είναι το «Αγάπα τον Κύριο, τον Θεό σου, με όλη την καρδιά και την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου και με όλη σου την δύναμη»· και η δεύτερη είναι το«Αγάπα τον διπλανό σου όπως τον εαυτό σου» (Κατά Ματθαίον 22, 34-40). Κατά τον Απόστολο Παύλο η Αγάπη είναι η σημαντικότερη αρετή στον βίο του Ανθρώπου και λογίζεται ως αυθεντική, μόνον όταν είναι ανιδιοτελής, αλλιώς κάθε πράξη και κάθε κήρυγμα είναι ανόσιο, ανούσιο και κενή ηθικολογία! Όποια πράξη και να κάνει κάποιος και όποιο χάρισμα και αν κατέχει, αν ο ίδιος δεν κινείται από αυθεντική και ειλικρινή Αγάπη, τότε το έργο του δεν έχει καμμία αξία! Συγκεκριμένα γράφει: «Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν καυχιέται, δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δεν ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δεν σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δεν χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει» (Προς Κορινθίους Α’ 13, 1-13)

Επομένως, κατά τον Παύλο η αληθινή Αγάπη είναι πρωτίστως θετική κατάσταση της Ψυχής, αντίθετη προς τα προαναφερθέντα αισθήματα-γενεσιουργά αίτια των συγκρούσεων, όπως είναι το μίσος, η ζήλια και ο εγωισμός, διότι χαρακτηρίζεται από κατανόηση, σεβασμό, δικαιοσύνη, ειλικρίνεια, συνεργατικότητα, ενδιαφέρον και υπομονή. Δεύτερον, αυτή δεν αφορά μόνο στον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά στην σχέση του με τους συνανθρώπους του! Αφού λοιπόν αφορά στις μεταξύ ανθρώπων σχέσεις, δεν μπορεί είναι ατομική και εγωιστική η Αγάπη, αλλά συλλογική. Τρίτον, όπως φαίνεται από τα παραπάνω, είναι επίσης μάχη κατά των παθών, των βλαβερών προς τον συνάνθρωπο συναισθημάτων και επιθυμιών, των αδυναμιών και είναι συνεχής θυσία ανιδιοτέλειας· δεν είναι εύκολο έργο, καθώς ”εκμηδενίζει” το ”Εγώ” και εξωθεί τον άνθρωπο να δρα συνεργαζόμενος με τους άλλους, ως ένα σώμα και μια ψυχή! Τέλος, κατά τον Απόστολο Παύλο, το να αγαπά κάποιος τους συνανθρώπους του αποδεικνύει επίσης την δύναμη της ψυχής να υπομένει και να παλεύει, για να πράττει το καθήκον της κατά τις εντολές του Θεού. Άρα η αυθεντική Αγάπη δεν είναι ούτε ψευδό-ανθρωπισμός, ούτε αγαπολογία και ψευδό-ευαισθησία, όπως είναι στην ουσία τους οι σημερινές ιδεολογικές και συμφεροντολογικές διακηρύξεις, αλλά κοπιώδης δράση κινούμενη από ειλικρινές ενδιαφέρον! Επομένως, θα μπορούσε ευλόγως από τα παραπάνω να θεωρηθεί ο παύλειος ορισμός της Αγάπης ως ο ακριβέστερος!

Το δεύτερο σημαντικό και ταυτόχρονα ριζοσπαστικό δίδαγμα, όχι μόνο στην εποχή του Παύλου, αλλά μέχρι και σήμερα, είναι η καθολική Ισότητα! Ο Χριστός δίδασκε την επερχόμενη βασιλεία της Θείας Δικαιοσύνης μέσα σε μια κοινωνία δομημένη βάσει διακρίσεων ως προς την καταγωγή, το φύλο, την κοινωνική τάξη, την κοινωνικό-πολιτική θέση και την μόρφωση. Αυτά δεν τα κήρυττε ως κοινωνικός επαναστάτης ή πρόδρομος κάποιας αρχαίας ή σύγχρονής μας ιδεολογίας -όπως εσφαλμένα διατείνονται και πιστεύουν κάποιοι σήμερα- αλλά ως ο Υιός του Θεού, όπως διδάσκει η Ορθοδοξία και όπως θα δούμε παρακάτω, φανερώνοντας έτσι στους ανθρώπους μια τεράστια Οντολογική Αλήθεια, την οποία αποδεικνύει και η σημερινή Επιστήμη· ότι το ανθρώπινο γένος είναι ένα! Επίσης, ο Χριστός δεν κήρυξε μια νέα θρησκεία -όπως πάλι εσφαλμένα υποστηρίζουν κάποιοι- αλλά ένα νέο τρόπο ζωής, βασισμένο όπως ελέχθη στην ειλικρινή αγάπη για τον συνάνθρωπο και στην καθολική ισότητα! Γι’ αυτό και ο Χριστιανισμός δεν αποτελεί θρησκεία, αλλά Εκκλησία· είναι δηλαδή συνέλευση και συγκέντρωση των ακολούθων της Διδασκαλίας του Χριστού, όπως φαίνεται και από την ονομασία, την οποία υιοθέτησε· της Εκκλησίας, δηλαδή των συνελεύσεων των πολιτών των ελληνικών πόλεων εκείνης της εποχής. Είναι δηλαδή κοινωνία(=συνύπαρξη) των ανθρώπων μεταξύ τους, αλλά μέσω των Ιερών Μυστηρίων και με τον ίδιο τον Θεό!

Διδάσκει λοιπόν ο Παύλος τα παραπάνω, ότι δηλαδή στο πλαίσιο της Εκκλησίας(=συγκέντρωσης των πιστών) του Χριστού δεν υπάρχει καμμία διάκριση των ανθρώπων βάσει έθνους, κοινωνικό-οικονομικής τάξεως ή φύλου, γιατί είναι όλοι Ένα, ως μετέχοντες του ανθρωπίνου γένους, δηλαδή ως παιδιά-δημιουργήματα του Θεού, αλλά και μέσω της πίστεώς τους στον Χριστό (Προς Γαλάτας 3, 26-29). Τα παραπάνω περί της συνειδητής αποδοχής της ισότητας από τους πιστούς, τα έχει αποδείξει και η ιστορική εμπειρία, ότι δηλαδή συνυπήρχαν και συνυπάρχουν οι άνθρωποι ειρηνικά εντός της Εκκλησίας! Ο πλούσιος -ειδικά στις παραδοσιακές κοινωνίες του παρελθόντος- ένιωθε υποχρέωση να βοηθήσει τον φτωχό συνάνθρωπό του, επειδή το ζητούσε ο Θεός δια στόματος, τόσο του Παύλου και των άλλων Αποστόλων, όσο και δια των διαφόρων άλλων χριστιανών διδασκάλων και ρητόρων! Άνδρες και γυναίκες· ελεύθεροι πολίτες, δούλοι και βασιλείς· Έλληνες, Ισραηλίτες και γενικά αλλοεθνείς· πολλές φορές ίσως ακόμα και αντίθετοι μεταξύ τους άνθρωποι, συνυπήρχαν αρμονικά εντός της Εκκλησίας εξασφαλίζοντας έτσι την Ειρήνη στον κόσμο, σαν ένα σώμα με κεφαλή τον ίδιο τον Χριστό! Είναι αναμφισβήτητο δε, ότι η χριστιανική διδασκαλία περί Αγάπης και εν προκειμένω περί Ισότητος βελτίωσε την θέση των γυναικών, των δούλων, των παιδιών και άλλων ομάδων, οι οποίες υφίσταντο δυσκολίες, ώστε σήμερα να δυνάμεθα να ομιλούμε περί Δυτικού Πολιτισμού, Δικαιωμάτων και Δημοκρατίας! Είναι δε τουλάχιστον παράλογη η μη αναγνώριση της παραπάνω συνεισφοράς του Χριστιανισμού από κάποιους προκατειλημμένους και μισαλλόδοξους, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν και δεν είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο εκτός του Χριστιανισμού και της Ελληνικής Παιδείας! Γι’ αυτό κανένα -φαιδρό- σημερινό ιδεολόγημα δεν μπορεί να ξεπεράσει την διαχρονική πνευματική ανωτερότητα και την ριζοσπαστικότητα του Χριστιανισμού, στον οποίον οφείλονται σε κοινωνικό επίπεδο σχεδόν τα πάντα! Η εξ αιτίας του Χριστιανισμού προκύψασα συνείδηση περί κοινής Ανθρώπινης Φύσεως, επί της οποίας βασίζεται και η συνείδηση της μεταξύ ανθρώπων Ισότητος, αλλά και η συνειδητή ανιδιοτελής Αγάπη προς τον πλησίον, αποτελούν αναμφισβήτητα και επιβεβαιωμένα τις προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της Ειρήνης σε κάθε πεδίο και επίπεδο του ανθρωπίνου βίου!

Ακόμα, επειδή σκοπός του κειμένου είναι η απόδειξη της ανωτερότητος της Ορθοδοξίας ως μέσου Σωτηρίας, αλλά και της Εκκλησίας ως του μόνου ορθού τρόπου ζην και μόνου τρόπου εξασφαλίζοντος την πραγματευόμενη Ειρήνη, οφείλουμε να αναφέρουμε τα εξής επιχειρήματα! Οι αντίπαλοι του Χριστιανισμού θα ρωτούσαν, πού βασίζονται τα παραπάνω και από πού αντλούν νομιμοποίηση. Πρώτα απ’ όλα καθ’ ημάς, τους ορθοδόξους, ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού, άρα τα λόγια του θεία και ιερά και η Εκκλησία Του Θείο Καθίδρυμα! Για να αποδειχθεί η ιστορικότητά Του, μπορούμε να λάβουμε υπ’ όψιν και το επιχείρημα του μεγάλου διδασκάλου της οικουμένης, Ιωάννου του Χρυσοστόμου (PG, J. P. Migne, τ. 48, σελ. 813: ‘’Προς τε Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις, ότι εστί Θεός ο Χριστός, εκ των παρά τοις προφήταις πολλαχού περί αυτού ειρημένων’’). Απόδειξη πρωτίστως, ότι υπήρξε ο Χριστός, είμαστε εμείς, η Εκκλησία Του, διότι δεν εμφανιστήκαμε από το πουθενά, αλλά είμαστε τα μέλη των κοινοτήτων, τις οποίες ίδρυσαν οι Απόστολοι και οι μαθητές τους, άρα δι’ αυτών και εξ αιτίας αυτών αποτελούμε μαθητές και του ίδιου του Χριστού! Από την άλλη, η απόδειξη της Θεότητος του Χριστού φαίνεται από την προαναφερθείσα μεταστροφή ενός -αρχικά- διώκτη της Εκκλησίας σε Απόστολο από τον μέχρι πρότινος διωκόμενο από τον ίδιο Θεό! Αυτό είναι όχι μόνον απόδειξη της Δύναμης και της Αγάπης του Θεού, ο οποίος δεν αφήνει τα παιδιά του να καταστραφούν ηθικό-πνευματικά χάνοντας τις ψυχές τους, αλλά αποδεικνύει και την δύναμη της εθελούσιας Μετάνοιας. 

Ακόμα, αφού απεδείχθη η ιστορικότητα του Χριστού και των Αποστόλων -μεταξύ των οποίων και του Παύλου- πρέπει να αναφερθεί, ότι αυτοί υπέστησαν εκουσίως τα μαρτύρια και εν τέλει το ίδιο τον θάνατο· πράγμα, το οποίο σημαίνει, ότι πίστευαν ως αληθινή την Ανάσταση του Χριστού και το Ευαγγελίου Του, για να οδηγηθούν έως εκεί. Όπως άλλωστε ο ίδιος ο Παύλος είχε γράψει· «Εάν από όλους μας κηρύσσεται, ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί· πώς μερικοί αντιλέγοντας στο κήρυγμα των Αποστόλων ισχυρίζονται, ότι δεν υπάρχει Ανάσταση νεκρών; Εάν όμως δεν υπάρχει Ανάσταση νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί! Εάν δε ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε είναι κενό το κήρυγμα μας, κενή και η δίκη σας πιστή! Επιπλέον, παρουσιαζόμαστε εμείς οι Απόστολοι, και σαν ψευδομάρτυρες κατά του Θεού, διότι δώσαμε ψευδή μαρτυρία για τον Θεό, ότι δηλαδή ανέστησε τον Χριστό, τον οποίον όμως δεν ανέστησε! Και βέβαια δεν θα τον έχει αναστήσει, εάν υποτεθεί, ότι οι νεκροί δεν ανασταίνονται! Διότι εάν οι νεκροί δεν ανασταίνονται, ούτε ο Χριστός αναστήθηκε! Εάν δε ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί -όπως λέγουν μερικοί πλανεμένοι- τότε είναι χωρίς περιεχόμενο και εντελώς ανωφελής η πιστή σας! Είστε ακόμη βυθισμένοι στις αμαρτίες σας. Επομένως, και εκείνοι που έχουν πεθάνει με την πίστη στον Χριστό χάθηκαν! Εάν σε αυτήν την ζωή έχουμε ελπίσει για την σωτηρία μας αποκλειστικά και μόνον στον Χριστό, τότε είμαστε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους ταλαίπωροι και αξιοδάκρυτοι, αλλά εν τέλει δεν είμαστε, διότι ο Χριστός όντως έχει αναστηθεί από τους νεκρούς! Αναστήθηκε πρώτος από όλους και έγινε η αρχή της αναστάσεως όλων των κεκοιμημένων!» (Προς Κορινθίους Α’ 15, 12-20). Αξίζει από το παραπάνω να αναρωτηθούμε το εξής· θα έφτανε τόσο εύκολα κάποιος για ένα ψευδές κήρυγμα έως το μαρτύριο και εν τέλει στον ίδιο τον θάνατο;

Επομένως, στις μέρες μας οι πλάνοι και οι πεπλανημένοι, καταδικάζουν κάτι, το οποίο ουσιαστικά δεν έχουν καν καταλάβει και χωρίς μάλιστα να αντιλαμβάνονται το ηθικό έγκλημα, το οποίο διαπράττουν με τα έργα τους προς τον εαυτό τους και προς τον ίδιο τον Θεό! Το ίδιο ακριβώς έπραττε και επί της βασιλείας του ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Ιουλιανός, όταν διεξήγαγε ξανά διωγμούς κατά των Χριστιανών, ενώ παράλληλα διατεινόταν με θράσος ότι «διάβασε, κατάλαβε και καταδίκασε» την διδασκαλία του Χριστού· με τον Μέγα Βασίλειο να απαντά στον τότε θρασύ και πλανεμένο άρχοντα του κόσμου με θαυμαστό και περισσό θάρρος και με ένα λόγο επίκαιρο μέχρι τις μέρες μας· «Ἄνέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως, εἰ γὰρ ἔγνως, οὔκ ἀν κατέγνως», δηλαδή «Διάβασες, αλλά δεν κατάλαβες, γιατί αν είχες καταλάβει, δεν θα καταδίκαζες». Έγινε ακριβώς, όπως λέει το Ευαγγέλιο, ότι «οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι» (Κατά Ματθαίον 19, 30), ο Παύλος δηλαδή με την μεταστροφή του έμεινε στην Ιστορία ως ένδοξο πρότυπο μετάνοιας και προσπάθειας για την αλλαγή της τότε άδικης ρωμαίο-κρατούμενης κοινωνίας, ενώ ο Ιουλιανός -όπως διαχρονικά και οι άλλοι διώκτες- από κοσμοκράτορας έμεινε στην Ιστορία ως «Παραβάτης», «Αποστάτης» και παράδειγμα προς αποφυγήν λόγω της ύβρεώς του! Τότε τα κίνητρα των διωγμών ήσαν θρησκευτικά και πολιτικά· σήμερα εν ονόματι μιας αμφιβόλου ποιότητος και ασαφούς νοηματικά ”προόδου” πολλοί άνθρωποι, ενώ διακηρύττουν υπέρ της ελευθερίας του λόγου, υπέρ της ελευθερίας της ανάπτυξης προσωπικότητος, υπέρ της ανεκτικότητος, υπέρ του σεβασμού και της ανεξιθρησκίας, στρέφονται μανιωδώς -κατά κόρον- κατά του Χριστού και της Εκκλησίας Του.

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να επισημανθεί, ότι ο όρος ‘’Εκκλησία’’ δεν αφορά μόνο στον ιερό κλήρο -όπως σκόπιμα έχει επικρατήσει η λανθασμένη άποψη σήμερα- αλλά στο σύνολο των πιστών, δηλαδή στον κλήρο και στον λαό! Επομένως, η όποια επίθεση κατά της Εκκλησίας, είτε γίνεται λόγω σκοπιμότητας, είτε λόγω αγνοίας, είτε λόγω ημιμάθειας, αποτελεί επίθεση, όχι μόνο κατά του κλήρου, αλλά και καθ’ ημών, των πιστών, του τρόπου ζωής μας, κατά όσων αρχών και αξιών αποδεχόμαστε και όσων η Εκκλησία πρεσβεύει, κατά της ευημερίας μέσω του διχασμού, τον οποίο προκαλείται στην κοινωνία, κατά της Αγάπης, κατά της άνευ διακρίσεων Ισότητας, και εν τέλει δι’ αυτών κατά και της ίδιας της Ειρήνης! Όταν υπάρχει δε και σκοπιμότητα στις επιθέσεις, τότε πίσω από το πρόσχημα του “διαφωτισμού” των πιστών και του δήθεν “αντικληρικαλισμού” κρύβεται κατ’ ουσίαν μίσος και εχθρότητα κατά των προαναφερθεισών Αρχών, οι οποίες κατά τους πολεμίους της Εκκλησίας πρέπει να εκλείψουν, για να αντικατασταθούν από άλλες αρχές· ανεφάρμοστες, κοσμικότερες, και κυρίως ουτοπικότερες, για να έρθει η πολυπόθητη κατ’ αυτούς ”Ειρήνη”… Το παρακάτω στην καλύτερη ίσως να θεωρηθεί κάπως υπερβολικό, αν όχι αιρετικό· ο αγώνας, που δίνει σήμερα κάποιος υπερασπιζόμενος τον Χριστιανισμό, θυμίζει τον αγώνα των πρώτων Χριστιανών απέναντι στους διώκτες τους!

Η Εκκλησία επομένως -βάσει των ανωτέρω- είναι το μόνο σωστό και ηθικό απέναντι στον Θεό, καθώς αυτή διατηρεί την Ειρήνη και βοηθά να γίνει το θέλημά Του, επειδή ιδρύθηκε από τον Αυτόν, για να μάς φανερώσει τον δρόμο της Σωτηρίας των ψυχών μας δια τρόπου ζωής, τον οποίο διδάσκει! Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει, ούτε Ειρήνη στον κόσμο, ούτε Σωτηρία! Ο Χριστιανισμός δεν είναι απλώς το ορθό και το ηθικό, αλλά το μόνο Ορθό και Ηθικό! Όποιος πολεμά τον Χριστό και την Διδασκαλία Του, πολεμά το ίδιο το Δίκαιο! Η Ειρήνη -βάσει των παραπάνω- μπορεί να έρθει στον κόσμο μόνο μέσω της Εκκλησίας, η οποία διδάσκει και την ύψιστη Ελευθερία, την Ηθική Ελευθερία! Όποιος πολεμά την Εκκλησία των πιστών, μαζί με τα παραπάνω σπέρνει και το μίσος, διχάζει, κάνει διακρίσεις εις βάρος των συνανθρώπων του και καταστρέφει, όσα καλά και αγαθά εξασφαλίζονται από Αυτήν! Η Ιστορία έχει αποδείξει δε, ότι κανένας γραπτός νόμος, σε όποιο καλό και αν αποβλέπει, δεν έχει τέτοια ισχύ στην συνείδηση, στην καρδιά και στον νου του Ανθρώπου, όσο ο Νόμος του Θεού! Γιατί μόνο λόγω του Θεού οι άνθρωποι παλεύουν να μην βλάψουν τον διπλανό τους και προσπαθούν να πράττουν το σωστό και το Δίκαιο! Όπου λείπει ο Θεός, εκεί καραδοκεί και το κακό, και όσο παλιομοδίτικο, μη νεωτερικό και μη κοσμικό και αν ακούγεται· μόνο έτσι θα προοδεύσουν οι κοινωνίες μας και θα υπάρξει ευημερία και Ειρήνη σε αυτές, δηλαδή μέσω της πίστεως στον Θεό! Γι’ αυτό προστατεύστε την Εκκλησία και την Ειρήνη που Αυτή μάς εξασφαλίζει!

”Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται”

*Ο Παναγιώτης Παπαδάς είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

hecgraeca.blogspot.com

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.