Ο Αριστοτέλης και η ανδρεία ως πολιτική πράξη

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Διερευνώντας την έννοια της ανδρείας, ως διαχείρισης του φόβου απέναντι στις καταστάσεις που τον προκαλούν, ο Αριστοτέλης θεωρεί απαραίτητο να ξεκαθαρίσει επακριβώς ποιες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες πράγματι καταδεικνύεται η ανδρεία και να τις διαχωρίσει από άλλες που από στρέβλωση (ή κεκτημένη ταχύτητα) ο περισσότερος κόσμος εκλαμβάνει (εσφαλμένα) ως ανδρεία: «Άραγε, αν κάποιος φοβάται μήπως χάσει την περιουσία του είναι δειλός, ενώ όποιος επ’ αυτού έχει θάρρος είναι ανδρείος; Μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ομοίως, αν κάποιος φοβάται την αρρώστια ή κάποιος άλλος την αντιμετωπίζει με θάρρος, ούτε δειλό πρέπει να πούμε τον πρώτο ούτε ανδρείο το δεύτερο. Συμπέρασμα: δεν είναι αυτού του είδους οι περιπτώσεις φόβου και θάρρους που έχουν να κάνουν με την ανδρεία» (1190b 20.1).

Οι λόγοι που η καταπολέμηση του φόβου είτε για τη στέρηση της περιουσίας είτε για την αρρώστια δεν καταδεικνύουν τον αληθινά ανδρείο δεν ξεκαθαρίζονται από τον Αριστοτέλη. Αυτό που τονίζεται είναι ότι η αναζήτηση της ανδρείας πρέπει να οριοθετηθεί αυστηρά μέσα στα ανθρώπινα μέτρα κι ότι οι περιπτώσεις που τα ξεπερνούν δεν ενδείκνυνται για εξαγωγή συμπερασμάτων περί γενναίας ή δειλής πράξης: «Επίσης –και είναι βέβαιο αυτό– ούτε οι ακόλουθες περιπτώσεις έχουν να κάνουν με την ανδρεία: αν κάποιος δε φοβάται τις βροντές ή τις αστραπές ή οτιδήποτε τρομακτικό ξεπερνάει τον άνθρωπο, αυτός δεν είναι ανδρείος αλλά τρόπον τινά τρελός. Άρα, η ανδρεία έχει να κάνει με τις περιπτώσεις φόβου και θάρρους που ορίζονται στα ανθρώπινα μέτρα» (1190b 20.2).

Το ότι η ανδρεία τοποθετείται μέσα στα ανθρώπινα μέτρα δεν αφορά μόνο την πάγια ανθρωποκεντρική προσέγγιση του Αριστοτέλη σε όλα τα ζητήματα της ηθικής φιλοσοφίας (φιλοσοφία που δεν αφορά τους ανθρώπους δεν υπάρχει – κι αν υπάρχει κρίνεται αδιάφορη), αλλά και την κατάδειξη του φόβου, ως αισθήματος απολύτως φυσιολογικού, αλληλένδετου με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ως ένα βαθμό ο φόβος είναι θεμιτός, αφού μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά διασφαλίζοντας τη ζωή (ή τη σωματική ακεραιότητα) από κινδύνους.

Μαρμάρινο άγαλμα κοιμώμενης Mαινάδας από την Αθήνα. Εποχής Αδριανού (117-138 μ.Χ.) Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
Μαρμάρινο άγαλμα κοιμώμενης Mαινάδας από την Αθήνα. Εποχής Αδριανού (117-138 μ.Χ.) Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Ο φόβος είναι ταυτισμένος με την αυτοσυντήρηση ως αμυντικός μηχανισμός σε καταστάσεις απειλητικές. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει άνθρωπος που δε νιώθει φόβο. Η έννοια του ατρόμητου αντίκειται στην ανθρώπινη φύση κι ένας τέτοιος άνθρωπος –κατά τον Αριστοτέλη– δεν είναι άνθρωπος.

Η ανδρεία, ως ανθρώπινη αρετή, δεν αφορά την εκμηδένιση του φόβου, αλλά την ψυχική δύναμη του μετριασμού του σε καταστάσεις που τον προκαλούν. Ο ανδρείος είναι ο εκφραστής του μέσου, καθώς μπορεί να ελέγχει το φόβο προβαίνοντας σε ενάρετες πράξεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι επιθυμεί ή –πολύ περισσότερο– προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις από αγάπη για τον κίνδυνο. Ανδρείος είναι αυτός που μπαίνει στη φωτιά για να σώσει έναν συνάνθρωπό του κι όχι αυτός που ορμάει στις φλόγες χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος, μόνο και μόνο για τη χαρά του κινδύνου ή της επίδειξης προς τους άλλους.

Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν αποτελεί δείγμα δειλίας ή θάρρους ο φόβος των ανθρώπων απέναντι στην αρρώστια ή τη στέρηση της περιουσίας. Είναι εύλογο να νιώσει κανείς φόβο σε αυτές τις περιστάσεις. Αυτός που θα ισχυριστεί ότι δεν τρομάζει, ουσιαστικά προτάσσει ως πρότυπο την αφοβία, δηλαδή την υπερβολή που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα.

Το ζήτημα είναι πώς θα ενεργήσει κανείς. Ο πραγματικά ανδρείος θα καταφέρει να επιβληθεί στο φόβο αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια όλες τις καταστάσεις, ενώ ο δειλός θα παρασυρθεί σε συμπεριφορές που θα τον καταστήσουν αξιολύπητο.

Κι αν πρόκειται για το ζήτημα της περιουσίας, ενδεχομένως ο δειλός να προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Ίσως, αν του δοθεί η ευκαιρία, να ενδώσει ακόμη και σε πράξεις επαίσχυντες. Να γίνει συνεργός σε εγκλήματα ή να συνδράμει τυράννους. Να αγνοήσει όλες τις επιταγές της αρετής επικαλούμενος τις κοινωνικές συνθήκες ή το πνεύμα των καιρών. Να προβεί σε ενέργειες που θα βλάψουν την κοινωνία ή το πολίτευμα υποκύπτοντας στις επιθυμίες των ισχυρών μόνο και μόνο για να μη χάσει αυτά που έχει.

Η ανδρεία, ως στάση αξιοπρέπειας κι όχι ως αφοβία, παίρνει ξεκάθαρα πολιτικές διαστάσεις, αφού μόνο ο ανδρείος είναι σε θέση να σταθεί στο ύψος τέτοιων περιστάσεων για χάρη του συνόλου της πόλης. Η πόλη που αποτελείται από τέτοιους πολίτες δεν έχει να φοβηθεί και πολλά. Κι αυτό γιατί έχει πολίτες που δαμάζουν το φόβο, όποτε αυτό χρειαστεί.

Ο Ναός του Απόλλωνα στα Δίδυμα της σημερινής Τουρκίας. The Temple of Apollo at Didyma in modern-day Turkey
Ο Ναός του Απόλλωνα στα Δίδυμα της σημερινής Τουρκίας. The Temple of Apollo at Didyma in modern-day Turkey

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση του ανδρείου ο Αριστοτέλης θα παραθέσει ότι είναι αδύνατο να θεωρηθεί ανδρείος εκείνος που βασίζει το θάρρος στην εμπειρία του: «Κατ’ αρχήν κάποιοι είναι ανδρείοι λόγω εμπειρίας, π.χ. οι στρατιώτες· διότι οι στρατιώτες γνωρίζουν εμπειρικά ότι σε συγκεκριμένο σημείο ή σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή σε συγκεκριμένες συνθήκες αποκλείεται να πάθουν οτιδήποτε. Ένας όμως που τα γνωρίζει αυτά και ως εκ τούτου περιμένει άφοβα τους εχθρούς, αυτός δε θεωρείται ανδρείος· διότι σε περίπτωση που δεν υφίστανται οι εγγυήσεις ασφαλείας, αυτός δε θα περιμένει άφοβα τον εχθρό. Με το σκεπτικό αυτό, δεν πρέπει να ονομάζονται ανδρείοι οι βασιζόμενοι στην εμπειρία τους» (1190b 20.3-20.4).

Με δεδομένο ότι η εμπειρία εξασφαλίζει την ασφάλεια, ο εξ εμπειρίας ανδρείος δεν είναι παρά ο εκ του ασφαλούς ανδρείος, δηλαδή ο ανδρείος που εν τέλει δε διακινδυνεύει τίποτε. Η ανδρεία αυτού του είδους, όμως, δεν αφορά τη γενναιότητα της ψυχής, αλλά τη βεβαιότητα της γνώσης, γεγονός που αναιρεί την ίδια την έννοιά της. Σε τελική ανάλυση, ανδρεία χωρίς κίνδυνο δεν υφίσταται.

Κατόπιν αυτών είναι σαφές ότι η αντίληψη του Σωκράτη για την ανδρεία είναι λανθασμένη: «Και βέβαια, ούτε ο Σωκράτης είχε δίκιο που έλεγε ότι η ανδρεία είναι επιστήμη. Διότι η επιστήμη γίνεται επιστήμη μέσω της εμπειρικής γνώσης επαναλαμβανόμενων περιπτώσεων· αλλά αυτούς που περιμένουν άφοβα τον εχθρό βασισμένοι στην εμπειρία τους δεν τους θεωρούμε ανδρείους ούτε και πρόκειται ποτέ να τους αποκαλέσει κανείς έτσι. Άρα η ανδρεία δεν μπορεί να είναι επιστήμη» (1190b 20.4).

Όσο για την περίπτωση του έμπειρου στα πολεμικά, ο οποίος εκ του ασφαλούς προκαλεί τους άλλους γνωρίζοντας εκ των προτέρων την υπεροχή του, όχι μόνο δεν είναι ανδρείος, αλλά εκπροσωπεί την απεχθή κατηγορία των ανθρώπων του θράσους, που παρασταίνουν τους ανδρείους μόνο εκεί που ξέρουν ότι μπορούν. Κατά κανόνα αυτού του είδους οι άνθρωποι, όταν αντιλαμβάνονται ότι μειονεκτούν, γίνονται ιδιαίτερα φιλικοί. Η θρασύτητα που επιδεικνύουν πηγάζει από τη δειλία που θέλουν να συγκαλύψουν. Ο όρος θρασύδειλος είναι εξόχως ενδεικτικός.

Ο θρασύδειλος κινείται ανάμεσα στη σκληρότητα και την υποτακτικότητα, ανάλογα με τον άνθρωπο που έχει απέναντί του. Οι ανθρώπινες σχέσεις υφίστανται γι’ αυτόν μόνο μέσα από το πλέγμα της λανθάνουσας εξουσίας. Με προθυμία μπορεί να υπηρετήσει ανθρώπους πιο ισχυρούς δυναστεύοντας αυτούς που θεωρεί αδύναμους.

Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν εύκολα να γίνουν υποχείρια του τυράννου, όχι όμως τύραννοι οι ίδιοι. Δεν έχουν την αυτοπεποίθηση για κάτι τέτοιο. Χρειάζονται κάποιον που θεωρούν ανώτερο για να νιώθουν ασφάλεια. Η πόλη που εκτρέφει τέτοιους πολίτες βρίσκεται σε κίνδυνο. Οποιαδήποτε πολιτική αστάθεια μπορεί να τους δώσει ρόλο. Να τους ενεργοποιήσει. Τα πολιτεύματα που τους δίνουν πεδίο δράσης είναι από θέση αρχής στρεβλά. Σε περιόδους πολιτικής σταθερότητας, που είναι αχρείαστοι, αρκούνται στο ρόλο του νταή της γειτονιάς.

Όμως, αποδεχόμενοι ότι η ασφάλεια της εμπειρίας δεν αναδεικνύει τον ανδρείο, με τον ίδιο τρόπο γίνεται σαφές ότι ο ανδρείος δε σχετίζεται με την απειρία που σηματοδοτεί την άγνοια του κινδύνου: «Κάποιοι φαίνονται άντρες, και η αιτία τούτου είναι η αντίθετη από αυτήν εμπειρία· διότι όσοι δεν έχουν πείρα για το τι μπορεί να τους συμβεί, φαίνονται άφοβοι ακριβώς λόγω της απειρίας τους. Φυσικά, ούτε αυτούς πρέπει να τους λέμε ανδρείους» (1190b 20.5).

Η ανδρεία δεν μπορεί παρά να πηγάζει από τη συνείδηση. Η άγνοια δε γεννά την ανδρεία αλλά τη μωρία, αφού ένα μωρό επιδίδεται σε ριψοκίνδυνα πράγματα ακριβώς επειδή δεν το γνωρίζει. Η συνείδηση επισφραγίζει την επίγνωση και η επίγνωση θα καταδείξει τον ανδρείο, δηλαδή εκείνον που θα νιώσει το φόβο και θα καταφέρει να τον υποτάξει ακολουθώντας αυτά που ορίζει η αρετή.

Για τον Αριστοτέλη ανδρείοι δεν μπορούν να ονομαστούν ούτε οι ερωτευμένοι ούτε οι δέσμιοι κάποιου πάθους που τους οδηγεί δε γενναίες συμπεριφορές: «Θωρούνται, τώρα, κάποιοι άλλοι ανδρείοι λόγω των παθών· παράδειγμα, οι ερωτευμένοι ή οι θεόληπτοι. Και βέβαια, ούτε για τούτους πρέπει να λέμε ότι είναι ανδρείοι· ο λόγος: αν πάψει να υφίσταται το πάθος τους, παύουν να είναι ανδρείοι· αλλά ο ανδρείος οφείλει πάντοτε να είναι ανδρείος. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί κανείς να πει και τα θηρία, π.χ. τα αγριογούρουνα, ανδρεία, όταν αυτά αμύνονται πληγωμένα και πονεμένα. Έτσι και όποιος λόγω του πάθους του φαίνεται άντρας, δεν είναι και ανδρείος» (1190b 20.6 και 1191a 20.6-7).

Με τον ίδιο τρόπο δεν είναι ανδρείος αυτός που επιδίδεται σε ανδρείες ενέργειες επιδιώκοντας την κοινωνική αποδοχή: «Άλλη περίπτωση: υπάρχει μια μορφή ανδρείας θεωρούμενη κοινωνική ανδρεία· παράδειγμα: αν κάποιος, από ντροπή για τους συμπολίτες του, υπομένει τους κινδύνους και φαίνεται πως είναι ανδρείος. Ιδού μια μαρτυρία: ο Όμηρος έβαλε τον Έκτορα να λέει: “πρώτος –το ξέρω– ο Πολυδάμαντας θα βγει να με ντροπιάσει” και γι’ αυτό νομίζει ότι πρέπει να πολεμήσει. Ούτε και σε τούτη την περίπτωση είναι σωστό να μιλήσουμε για ανδρεία. Και η εξήγηση που το αποκλείει θα είναι ακριβώς η ίδια που ήταν και στις προηγούμενες περιπτώσεις: αν κάτι υπήρχε σε έναν άνθρωπο, και με την απουσία του αναιρείται και η ανδρεία αυτού του ανθρώπου, τότε δεν μπορεί αυτός να θεωρηθεί ανδρείος. Έτσι και αφαιρέσω την ντροπή που τον έκανε ανδρείο, θα πάψει να είναι ανδρείος» (1191a 20.8).

Η ανδρεία είναι αδύνατο να υποκινείται από παράγοντες εξωτερικούς, αλλά υφίσταται μονάχα ως δύναμη που πηγάζει μέσα από την ψυχή και που ενεργοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις με τρόπο σταθερό και αμετάβλητο. Οι εξωτερικοί παράγοντες επιφέρουν ανδρείες συμπεριφορές παροδικού (ίσως και στιγμιαίου) χαρακτήρα, που διαρκούν όσο και τα ερεθίσματα που τις εμπνέουν. Η ανδρεία, ως αρετή που επισφραγίζεται από τη μεσότητα απέναντι στους κινδύνους είναι αδύνατο να οριστεί ως κάτι παροδικό, κάτι που έρχεται και παρέρχεται. Η ανδρεία επέρχεται από τον εθισμό που ολοκληρώνεται μονάχα όταν συνδεθεί με τα συναισθήματα.

Με άλλα λόγια, ο ανδρείος συμπεριφέρεται ανδρεία όχι για να μην κατηγορηθεί από τους άλλους ούτε για να προστατεύσει το πρόσωπο που έχει ερωτευτεί, αλλά γιατί μόνο έτσι αντλεί χαρά ο ίδιος. Γι’ αυτό ο ανδρείος συμπεριφέρεται με γενναιότητα σε όλες τις περιπτώσεις. Γιατί αδυνατεί να πράξει διαφορετικά, καθώς η πράξη δειλίας θα αποτελεί ματαίωση του εαυτού του.

Ο Αριστοτέλης συνοψίζει: «… πρέπει να ψάξουμε ποια είναι η ιδιότητα του ανδρείου, ποιος είναι πράγματι ο ανδρείος. Για να το πούμε με ένα λόγο: αυτός που αποδεικνύεται ανδρείος, όχι όμως επειδή ισχύει κάποιος από τους προαναφερθέντες λόγους, αλλά επειδή ο ίδιος πιστεύει ότι το να είναι ανδρείος συνιστά κάτι καλό, και αποδεικνύεται κάθε φορά ανδρείος, είτε υπάρχει κάποιος που τον βλέπει είτε όχι» (1191a 20.10).

Κεφαλή της Αφροδίτης 1ος π.Χ. - 2ος μ.Χ. Musèe de l'Arles Antique in Arles, France.
Κεφαλή της Αφροδίτης 1ος π.Χ. – 2ος μ.Χ. Musèe de l’Arles Antique in Arles, France.

Ασφαλώς, το ότι η ανδρεία δεν πρέπει να ταυτίζεται με το πάθος του έρωτα ή οποιουδήποτε άλλου εξωτερικού παράγοντα που εγείρει πάθη κινητοποιώντας την ψυχή δε σημαίνει ότι πρέπει να εκληφθεί ως αρετή αποκομμένη από το πάθος ή την ορμή της ψυχής η οποία ενεργεί. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Οπωσδήποτε, δεν μπορεί κάποιος να αναπτύξει την αρετή της ανδρείας χωρίς ταυτόχρονα να βιώνει σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό ένα πάθος ή μια ορμή. Αλλά η ορμή αυτή πρέπει να προκύπτει έλλογη αποβλέποντας στο καλό» (1191a 20.10).

Με άλλα λόγια, το πάθος που επιφέρει την ανδρεία οφείλει να εδράζεται στη λογική και τη γενικότερη επιθυμία της επίτευξης του καλού. Τα πάθη που οδηγούν σε παράτολμες πράξεις χωρίς τη συνδρομή της λογικής αποτελούν παρόρμηση κι όχι συνειδητή πράξη. Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούν να εκληφθούν ως πραγμάτωση της ανδρείας: «… αυτός που έχει την έλλογη ορμή και με αυτήν, για χάρη του καλού ρίχνεται στον κίνδυνο χωρίς να φοβάται τίποτε, αυτός ακριβώς είναι ανδρείος, και η ανδρεία με τέτοιες περιπτώσεις έχει να κάνει» (1191a 20.10).

Κι αμέσως ο Αριστοτέλης αισθάνεται ότι η φράση «χωρίς να φοβάται τίποτε» πρέπει να διευκρινιστεί: «Κι όταν λέμε “άφοβος” δεν εννοούμε την περίπτωση που συμπέσει να είναι ο ανδρείος γενικώς και απολύτως άφοβος. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι ανδρείος, ούτε και η ανδρεία σημαίνει “δε φοβάμαι τίποτα”· μ’ αυτή τη λογική, και η πέτρα και τα άλλα άψυχα θα ήταν όλα τους ανδρεία· ανδρείος δεν είναι αυτός που δεν έχει φόβο, αλλά αυτός που αντέχει το φόβο· γιατί το αντίθετο, να δέχεται δηλαδή τον κίνδυνο χωρίς να φοβάται, δεν είναι του ανδρείου» (1191a 20.11).

Αυτή ακριβώς είναι η πολιτική διάσταση της ανδρείας που τίθεται πάντα στην υπηρεσία του καλού με βάση τη μεσότητα που ορίζεται από τη λογική. Ο πολίτης που εκπληρώνει την αρετή της ανδρείας, όπως ο Αριστοτέλης την εννοεί, δεν μπορεί παρά να υπηρετεί το σύνολο της πόλης αγωνιζόμενος για την ευημερία της. Η πόλη που έχει στους κόλπους της τέτοιους πολίτες δεν έχει να φοβάται ούτε τυράννους ούτε εξωτερικούς εχθρούς. Η δυνατότητα του πολίτη να εντοπίζει επακριβώς το σημείο της ανδρείας διαχωρίζοντάς το από τη θρασύτητα δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει τη φρόνηση. Ο άφρων δεν μπορεί να είναι ανδρείος.

Η φρόνηση που θα επιδείξει το σθένος της ψυχής απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να απειλήσει την πόλη είναι η πολιτική πράξη του ενάρετου ανθρώπου που αντιλαμβάνεται ότι η προσωπική του ευτυχία είναι συνυφασμένη με εκείνη των συμπολιτών του. Τελικά, η ανδρεία δεν μπορεί παρά να τεθεί στην υπηρεσία της συνύπαρξης. Η ανδρεία που υπονομεύει τη συνύπαρξη δεν είναι ανδρεία. Είναι θράσος. Η σύγχυση των εννοιών είναι το παιχνίδι του θρασύ που θέλει να παραστήσει το γενναίο. Κι όταν στην πόλη το πρότυπο του θράσους περνιέται για ανδρεία, τότε και οι σχέσεις των ανθρώπων γίνονται ανάλογες.

Αυτό που μένει είναι το τελικό συμπλήρωμα του Αριστοτέλη: «Και ακόμη, η ανδρεία έχει να κάνει με τη χρονική στιγμή: δε συνδέεται η οποιαδήποτε χρονική στιγμή με την ανδρεία, παρά μόνο οι φόβοι και οι κίνδυνοι οι χρονικά κοντινοί· διότι αν κάποιος φαίνεται άφοβος για έναν κίνδυνο που θα συστήσει απειλή ύστερα από δέκα χρόνια, δεν έχει ακόμα κερδίσει το χαρακτηρισμό του ανδρείου· με άλλα λόγια, πολλοί είναι αυτοί που δείχνουν θαρραλέοι απέναντι σε ένα κίνδυνο μακρινό, όμως όταν έρθουν κοντά σ’ αυτόν πεθαίνουν από φόβο» (1191a 20.12).

Αριστοτέλης: «Ηθικά Μεγάλα», βιβλίο πρώτο, μετάφραση Βασίλειος Μπετσάκος, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2010.

eranistis.net

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.