Ο Α’ Πελοποννησιακός Πόλεμος (459-446 π.Χ) και η σύντομη ηγεμονία των Αθηνών στην κεντρική Ελλάδα (Γ’ μέρος)

του Μανώλη Χατζημανώλη,

από την ομάδα Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

Έχοντας σταθερή την κατοχή των περασμάτων της Μεγαρίδας προς την Πελοπόννησο και τα νώτα τους εξασφαλισμένα μετά την νίκη τους στα Οινόφυτα και την επιτυχή εκστρατεία του Μυρωνίδη στην κεντρική Ελλάδα (457 π.Χ), οι Αθηναίοι ήταν έτοιμοι πλέον να χτυπήσουν τον εχθρό τους μέσα στην ίδια του την έδρα. Καθώς κανείς δεν είχε εισβάλλει ως τότε στην Λακωνία, ο ναύαρχος Τολμίδης του Τολμαίου, που κατά τον Διόδωρο ζήλευε τον Μυρωνίδη για την ανδρεία του και την φήμη που είχε αποκτήσει, έπεισε τους Αθηναίους να αναλάβουν το εγχείρημα να λεηλατήσουν την γη των Σπαρτιατών και να διαλύσουν τη γενική πεποίθηση που υπήρχε στην Ελλάδα για το αήττητό τους. Έτσι το 456 π.Χ, αφού πέτυχε να του επιτραπεί η στρατολόγηση 1.000 οπλιτών για την εκστρατεία του, κατάφερε με υποσχέσεις και απειλές να προσελκύσει άλλους 3.000 εθελοντές και, έχοντας πλέον στην διάθεσή του 50 τριήρεις (με περίπου 10.000 άνδρες ως πληρώματα) και 4.000 οπλίτες, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι για την Λακωνία.

Αφού περιέπλευσε ανενόχλητη την Πελοπόννησο, η αθηναϊκή δύναμη αγκυροβόλησε στην Μεθώνη, πόλη περιοίκων στην Μεσσηνία, και την κατέλαβε με έφοδο. Όταν δε έφτασε εκεί άρον-άρον ο στρατός των Λακεδαιμονίων για να αναχαιτίσει τους εισβολείς, οι Αθηναίοι είχαν αποσυρθεί ήδη στα πλοία τους και παραπλέοντας την ακτή προς τα ανατολικά επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στο Γύθειο, όπου βρισκόταν ο ναύσταθμος των Σπαρτιατών. Εκεί, αφού λεηλάτησαν ανενόχλητοι την γύρω ύπαιθρο, έκαψαν την πόλη και τις ναυτικές εγκαταστάσεις. Παίζοντας πλέον ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο, εισήλθαν στο Ιόνιο και έπλευσαν στην Ζάκυνθο, που ήταν κτήση των Κεφαλονιτών. Αφού κατέλαβαν το νησί και υπέταξαν τις πόλεις της Κεφαλονιάς, έπλευσαν στην απέναντι ακτή και κατέλαβαν με έφοδο την Ναύπακτο. Αντιλαμβανόμενοι την κομβική θέση της πόλης για την επικοινωνία μεταξύ του Ιονίου και του Κορινθιακού κόλπου, εγκατέστησαν εκεί Μεσσήνιους πρόσφυγες του Γ’ Μεσσηνιακού Πολέμου ως έποικους ώστε να την μετατρέψουν σε αθηναϊκό προπύργιο και στη συνέχεια κατέλαβαν την κορινθιακή αποικία Χαλκίδα στις αιτωλικές ακτές (Θουκυδίδης, Σ.Ι Τεύχος 91) και ενήργησαν απόβαση στην επικράτεια των Σικυωνίων. Αφού νίκησαν τους Σικυώνιους σε κατά παραταξη μάχη και λεηλάτησαν την χώρα, επέστρεψαν θριαμβευτές και φορτωμένοι λάφυρα στο λιμάνι των Πηγών. Την ίδια χρονιά πιθανότατα, και ως συνέπεια αυτών των επιτυχιών, συμμάχησαν με τους Αθηναίους και οι κάτοικοι της Αχαϊας.

Οι στόχοι της εκστρατείας του Τολμίδη είχαν επιτευχθεί και με το παραπάνω: Το σπαρτιατικό γόητρο είχε πληγεί ανεπανόρθωτα, ενώ οι Αθηναίοι είχαν αποκτήσει τα πρώτα τους ερείσματα στην δυτική Ελλάδα, απειλώντας άμεσα την κυριαρχία της Κορίνθου στο Ιόνιο. Πλέον οι Αθηναίοι χάρη στη ναυτική τους υπεροχή και το πλέγμα οχυρώσεων και συμμαχιών που προστάτευαν την Αττική μπορούσαν να χτυπούν παντού αιφνιδιαστικα και ατιμώρητα διαμορφώνοντας μια νέα δυσμενή κατάσταση για τους Λακεδαιμόνιους και τους συμμάχους τους.
Έτσι τον επόμενο χρόνο (455 π.Χ) ο Περικλής του Ξάνθιππου με χίλιους Αθηναίους οπλίτες και τα 50 πλοία που ναυλοχούσαν στις Πηγές έπλευσε κατά μήκος της βόρειας πελοποννησιακής ακτής προς την επικράτεια της Σικυώνας με σκοπό να υποτάξει την πόλη. Αφού νίκησε τους Σικυώνιους σε κατά παράταξη μάχη στη Νεμέα, έστησε τρόπαιο νίκης και, αφού λεηλάτησε σε μεγάλο βάθος την επικράτειά τους, άρχισε την πολιορκία της πόλης. Σύντομα όμως έφτασαν ενισχύσεις από τους Λακεδαιμόνιους κι έτσι, αφού έλυσε την πολιορκία της Σικυώνας, έπλευσε προς την φιλική Αχαϊα. Από εκεί κατευθύνθηκε μαζί με Αχαιούς συμμαχους στην Ακαρνανία και αναπλέοντας τον Αχελώο, υπέταξε όλες τις ακαρνανικές κοινότητες και πολιόρκησε τις Οινιάδες. Αν και η πόλη άντεξε τελικά την πολιορκία, ο κλοιός γύρω από την Πελοπόννησο έσφιγγε συνεχώς.

Την ίδια περίοδο οι Αθηναίοι υπό τον Μυρωνίδη (κατά τον Διόδωρο) εκστράτευσαν μαζί με Βοιωτούς και Φωκείς συμμάχους εναντίον της Φαρσάλου στην Θεσσαλία προκειμένου να αποκαταστήσουν στην εξουσία τον Ορέστη, εξόριστο γιο του βασιλιά των Θεσσαλών Εχεκρατίδα. Αφού επικράτησαν στην ύπαιθρο, ξεκίνησαν την πολιορκία της πόλης. Καθώς όμως η Φάρσαλος άντεχε και το θεσσαλικό ιππικό τους παρενοχλούσε, αναγκάστηκαν τελικά να επιστρέψουν άπρακτοι στην Αθήνα, ακολουθούμενοι και από τον Ορέστη.

Παρά τις αναποδιές, η Αθήνα φαινόταν πλέον παντοδύναμη, με την ισχύ της να έχει φτάσει στο μέγιστο σημείο της ιστορίας της και τους αντίπαλούς της στην Ελλάδα κυριολεκτικά στο κανναβάτσο. Σύντομα όμως μια δυσμενής εξέλιξη αρκετά μακριά από τα πεδία μάχης της Ελλάδας θα ανέτρεπε εκ νέου τους συσχετισμούς..

τέλος γ’ μέρους

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.