Ο Α’ Πελοποννησιακός Πόλεμος (459-446 π.Χ) και η σύντομη ηγεμονία των Αθηνών στην κεντρική Ελλάδα (Β’ Μέρος)

του Μανώλη Χατζημανώλη,

από την ομάδα Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

δείτε το Α’ μέρος εδώ:

Την ίδια εποχή που οι Αθηναίοι θεμελίωναν την κυριαρχία τους στις ζωτικές γι’αυτούς περιοχές του Ισθμού και του Σαρωνικού (459-457 π.Χ), στην κεντρική Στερεά οι Φωκείς εισέβαλλαν στην ορεινή Δωρίδα και καταλάμβαναν έναν οικισμό των Δωριέων στους πρόποδες του Παρνασσού, ενώ είχε ήδη λήξει και ο πόλεμος των Σπαρτιατών με τους Μεσσήνιους είλωτες (459 π.Χ). Έχοντας λύσει λοιπόν τα εσωτερικά τους προβλήματα και θεωρώντας πως είχε έρθει η ώρα να επανέλθουν δυναμικά ως η ηγεμονική δύναμη της χώρας μετά από χρόνια εσωστρέφειας, οι Λακεδαιμόνιοι κινητοποίησαν το μεγαλύτερο στράτευμα από την εποχή των Μηδικών: Με πρόσχημα την παροχή βοήθειας στους Δωριείς, τους οποίους θεωρούσαν συγγενείς τους, χίλιοι πεντακόσιοι Λακεδαιμόνιοι οπλίτες και δέκα χιλιάδες Πελοποννήσιοι υπό τον επίτροπο του ανήλικου βασιλιά Πλειστοάνακτα Νικομήδη πέρασαν τον Κορινθιακό με πλοία και, αφού νίκησαν τους Φωκείς, τους ανάγκασαν να συνάψουν συνθήκη ειρήνης σύμφωνα με την οποία θα αποχωρούσαν από τις κτήσεις τους στην Δωρίδα.

Θορυβημένοι από την παρουσία μιας τόσο ισχυρής πελοποννησιακής δύναμης βορείως του Ισθμού και καθώς ακόμα τα Μακρά Τείχη τους δεν είχαν ολοκληρωθεί, οι Αθηναίοι αποφάσισαν αντίστοιχα να κινητοποιήσουν το σύνολο των δυνάμεών τους: Ένας στόλος 50 τριήρεων στάλθηκε στο μεγαρικό λιμάνι των Πηγών στις ακτές του Κορινθιακού για να επιτηρεί τον θαλάσσιο δρόμο, ενώ δεκατέσσερις χιλιάδες Αθηναίοι και σύμμαχοι, μεταξύ των οποίων ένας στρατός Αργείων οπλιτών και Θεσσαλοί ιππείς, στάλθηκαν στα περάσματα της Γερανείας για να αποκλείσουν την χερσαία οδό προς την Πελοπόννησο. Κατά το ίδιο διάστημα, οι Πελοποννήσιοι βρίσκονταν στην Βοιωτία, όπου ανδιοργάνωναν την περιοχή για να αποτέλεσει αντίβαρο στην αθηναϊκή ισχύ. Η Θήβα, διπλωματικά απομονωμένη μετά την στάση της κατά τα Μηδικά, σύναψε συμμαχία με τους Λακεδαιμόνιους που απέκτησαν έτσι έναν ισχυρό σύμμαχο λίγα χιλιόμετρα μόλις από την Αθήνα· ως συνέπεια της μεταξύ τους συνθήκης, τα τείχη της αρχαίας πόλης επεκτάθηκαν με πελοποννησιακή βοήθεια, ενώ οι υπόλοιπες βοιωτικές πόλεις εξαναγκάστηκαν να υποταχθούν σε αυτήν επανιδρύοντας το Βοιωτικό Κοινό που είχε διαλυθεί μετά την μάχη των Πλαταιών. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με πληροφορία που μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης που ήταν σύγχρονος με τα γεγονότα, Αθηναίοι ολιγαρχικοί καλούσαν κρυφά τους Πελοποννησίους να εισβάλουν και στην Αττική με την ελπίδα “να θέσουν τέρμα εις το δημοκρατικόν πολίτευμα και εις την ανοικοδόμησιν των Μακρών Τειχών”. Πράγματι, και καθώς μάλιστα η οδός διαμέσου των περασμάτων της Γερανείας ήταν κλειστή, οι Πελοποννήσιοι, πιθανότατα και με δύναμη Βοιωτών μαζί τους, αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον βόρειο δρόμο που περνούσε από την Τανάγρα.

Με την εισβολή στην Αττική επικείμενη, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την Γερανεία και έσπευσαν να συναντήσουν τους Πελοποννησίους στην Τανάγρα. Σύμφωνα με την περιγραφή της μάχης που μας διασώζει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, οι Αθηναίοι και οι Αργείοι κατάφεραν κατά την πρώτη μέρα να αναχαιτίσουν επιτυχώς τους Λακεδαιμόνιους και τους συμμάχους τους. Το ίδιο βράδυ όμως, οι Θεσσαλοί ιππείς αυτομόλησαν προς την πλευρά των Πελοποννησίων και κατέστρεψαν μια εφοδιοπομπή που ερχόταν από την Αθήνα φονεύοντας πολλούς από τους ένοπλους συνοδούς της. Παρά την προκληθείσα σύγχυση, που επιδεινώθηκε από μια νυχτερινή επίθεση των Πελοποννησίων που έσπευσαν σε βοήθεια των Θεσσαλών, οι Αθηναίοι κατάφεραν συγκρατήσουν τις θέσεις τους με επιτυχία. Όμως, αν και κατά τον Διόδωρο η μάχη έληξε ισόπαλη και οι δύο αντίπαλοι διεκδίκησαν την νίκη για την δική τους πλευρά, οι απώλειες* και η έλλειψη εφοδίων ανάγκασαν τους Αθηναίους να συνάψουν τετράμηνη ανακωχή και να επιστρέψουν στην πόλη τους. Παρομοίως και οι Πελοποννήσιοι, παρόλο που εγκατέλειψαν κι αυτοί το σχέδιο εισβολής την Αττική, αφού επέδραμαν και δενδροτόμησαν κατά τον Θουκυδίδη την Μεγαρίδα, επέστρεψαν στην Πελοπόννησο δια μέσου της Γερανείας.

Αν και κατά το τέλος του έτους φαινόταν πως οι Λακεδαιμόνιοι είχαν ρυθμίσει επιτυχώς τα πράγματα στην κεντρική Ελλάδα κατά τα συμφέροντά τους, μόλις 62 μέρες μετά την μάχη της Τανάγρας, ο Αθηναίος στρατηγός Μυρωνίδης εισέβαλε επικεφαλής επίλεκτων ανδρών αιφνιδιαστικά στην Βοιωτία (πιθανότατα κατά τον χειμώνα του 457/456). Aφού νίκησε με τέχνασμα τους Βοιωτούς κοντά στα Οινόφυτα, οι Μυρωνίδης κατέλαβε την Τανάγρα και κατεδάφισε τις οχυρώσεις της και, αφού περιδιάβηκε όλη την Βοιωτία, υπέταξε το σύνολο των βοιωτικών πόλεων πλην της οχυρωμένης με τα νέα ενισχυμένα τείχη Θήβας.

Συνεχίζοντας την προέλασή τους, οι Αθηναίοι υπέταξαν τους Οπουντίους Λοκρούς, λαμβάνοντας ως ομήρους εκατό από τους πλουσιώτερους προύχοντές τους, και στην συνέχεια εισέβαλαν στην Παρνασία, όπου κατά τον ίδιο τρόπο υπέταξαν και τους Φωκείς. Την ίδια χρονιά (457 π.Χ) εξάλλου ολοκληρώθηκε και η κατασκευή των αθηναϊκών Μακρών Τειχών, ενώ και οι Αιγινήτες, απομονωμένοι πλήρως, εξαναγκάστηκαν σε συνθηκολόγηση. Οι ηττημένοι νησιώτες μετατράπηκαν σε υποτελείς συμμάχους των Αθηνών, αναγκάστηκαν να κατεδαφίσουν τα τείχη της πόλης και να παραδώσουν τον στόλο τους, ενώ ανέλαβαν και την καταβολή “εισφοράς” για το μέλλον.

Με την “κεραυνοβόλο” εκστρατεία του Μυρωνίδη στην κεντρική Ελλάδα το “ιοστεφές άστυ” είχε καταφέρει να ανατρέψει την εύθραυστη σπαρτιατική ηγεμονία στην περιοχή, ενώ η υποταγή των Αγινητών είχε εξασφαλίσει την ναυτική υπεροχή στο Αιγαίο. Με τα αθηναϊκά νώτα εξασφαλισμένα και με τους θαλάσσιους δρόμους πλέον ανοικτούς, η Σπάρτη και οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοί της σύντομα θα βρίσκονταν ενώπιον μιας άνευ προηγουμένου αντεπίθεσης μέσα στο ίδιο τους το έδαφος…

*Σύμφωνα με την βιογραφία του Πλουτάρχου για τον Κίμωνα, εκατό εκ των συντρόφων του εξόριστου στρατηγού υπό τον Εύθιππο που είχαν κατηγορηθεί στην Αθήνα ως λακωνίζοντες έπεσαν κατά την διάρκεια της μάχης αρνούμενοι να υποχωρήσουν προκειμένου να ξεπλύνουν το άγος των κατηγοριών που τους είχαν προσάψει οι συμπολίτες τους.

τέλος Β’ μέρους

, , , ,

1 thought on “Ο Α’ Πελοποννησιακός Πόλεμος (459-446 π.Χ) και η σύντομη ηγεμονία των Αθηνών στην κεντρική Ελλάδα (Β’ Μέρος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.