Ο Α’ Πελοποννησιακός Πόλεμος (459-446 π.Χ) – Οι Αθηναίοι επιστρέφουν στην Κύπρο (Μέρος Ε’)

του Μανώλη Χατζημανώλη,

από την ομάδα Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

H πενταετής ειρήνη που συμφωνήθηκε το 451 π.Χ μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων με την διαμεσολάβηση του Κίμωνα έδωσε τέρμα στον διμέτωπο αγώνα της Αθήνας σε ανατολική Μεσόγειο και Ελλάδα και επέτρεψε στην πόλη της Παλλάδας να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της και να επικεντρωθεί στον πόλεμο με τον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Α’. Έτσι την άνοιξη του 450 π.Χ μια δύναμη διακοσίων τριήρεων αποπλέει για την Κύπρο με αρχηγό τον στρατηγό Κίμωνα.

Τμήμα του στόλου αποτελούμενο από εξήντα πλοία στέλνεται στην Αίγυπτο για να ενισχύσει τον “βασιλέα των ελών” Αμυρταίο [Θουκυδίδης], ενώ ο υπόλοιπος στόλος συνεχίζει την πορεία προς την Κύπρο, όπου οι πόλεις-κράτη του νησιού μετά από επτά χρόνια αθηναϊκής απουσίας από την περιοχή έχουν υποταχθεί στους Πέρσες. Σύμφωνα με την διήγηση του Διόδωρου Σικελιώτη η πόλη Μάριον καταλαμβάνεται με έφοδο, ενώ η πόλη Κίτιον τίθεται υπό πολιορκία. Την ίδια περίοδο οι Πέρσες ανασυγκροτούν τις δικές τους δυνάμεις στην περιοχή: Τριακόσιες τριήρεις από την Κιλικία και την Φοινίκη ετοιμάζονται για να επέμβουν στην νήσο υπό τον Αρτάβαζο, ενώ στρατός 300.000 ανδρών υπό τον Μεγάβυζο συγκεντρώνεται στην Κιλικία [Διόδωρος Σικελιώτης].

Αν και οι πληροφορίες που μας παρέχει ο Θουκυδίδης είναι πραγματικά πενιχρές, ο Αθηναίος ιστορικός συμφωνεί με τον Πλούταρχο πως κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Κιτίου ο Κίμωνας, ο μεγαλύτερος ίσως στρατηγός που έβγαλε ποτέ η Αθήνα, πεθαίνει είτε από ασθένεια είτε κατά άλλους από τραύμα. Γνωρίζοντας τις πιθανές επιπτώσεις στο ηθικό του στρατεύματος, ο Κίμωνας προστάζει τους επιτελείς του να κρατήσουν τον θάνατό του κρυφό. Παράλληλα ο περσικός στόλος αγκυροβολεί στο νησί[Διόδωρος] και, άγνωστο αν οφείλεται σε δραστηριότητα των Περσών στρατηγών ή όχι, οι Αθηναίοι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ανεφοδιασμού[Θουκυδίδης]. Σύντομα ενσκήπτει λιμός στο στράτευμα και η λύση της πολιορκίας του Κιτίου γίνεται πλέον μονόδρομος. Οι Αθηναίοι, που ακόμα νομίζουν πως ο αρχιστράτηγός τους ζει και τους καθοδηγεί, κατευθύνονται προς την κυπριακή Σαλαμίνα, όπου τους περιμένει ο περσικός στόλος, επανδρωμένος με Φοίνικες, Κυπρίους και Κίλικες [Θουκυδίδης]. Στην διπλή μάχη που συνάπτεται τόσο στη θάλασσα, όσο κατόπιν και στην ξηρά, οι περσικές δυνάμεις συντρίβονται και διασκορπίζονται. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, που η αφήγησή του διαφέρει σε αρκετά σημεία από αυτές των Θουκυδίδη και Πλουτάρχου, οι Αθηναίοι αιχμαλωτίζουν εκατό περσικά πλοία με τα πληρώματά τους, ενώ καταδιώκουν τα εναπομείναντα ως τις συριακές ακτές όπου αναζητούν καταφύγιο στο στρατόπεδο των πεζικών δυνάμεων του Μεγάβυζου.

Σύμφωνα πάντα με τον Σικελιώτη ιστορικό οι Αθηναίοι, σε μια επανάληψη της μάχης στον ποταμό Ευρυμέδοντα, αποβιβάζονται και, αν και χάνουν τον στρατηγό τους Αναξικράτη, νικούν κατά κράτος το περσικό στράτευμα και το διασκορπίζουν. Έχοντας νικήσει σε στεριά και θάλασσα, η αθηναϊκή εκστρατευτική δύναμη ενώνεται και με την μοίρα που επιστρέφει από την Αίγυπτο και αποπλέει ασφαλής για την Αθήνα “υπό την ηγεσία του Κίμωνα που ήταν νεκρός επί τριάντα μέρες”[Πλούταρχος], χωρίς όμως να έχει καταφέρει κάτι καθοριστικό στην ανατολική Μεσόγειο.

Με τις δυνάμεις του να έχουν ηττηθεί σε στεριά και θάλασσα και με μια νέα εξέγερση να ξεσπάει στη Συρία υπό τον Μεγάβυζο[Κτησίας],ο Αρταξέρξης Α’ αποφασίζει να κλείσει το μέτωπο με τους Αθηναίους και στέλνει πρέσβεις για την σύναψη ειρήνης. Η νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί επιτρέπει στους Αθηναίους που έχουν κουραστεί και αυτοί από τον πόλεμο να διαπραγματευτούν από σχετική θέση ισχύος και έτσι στέλνουν στα Σούσα τον Καλλία του Ιππόνικου, ανιψιό του Αριστείδη του Δίκαιου και γαμπρό του Κίμωνα (449/448 π.Χ). Σύμφωνα με τους όρους που συμφωνούνται, ο βασιλιάς της Περσίας αναγνωρίζει την αυτονομία των ελληνικών πόλεων της δυτικής Μικράς Ασίας και οι Πέρσες σατράπες δεσμεύονται να παραμένουν μακριά από τις ακτές σε απόσταση πορείας τριών ημερών με άλογο. Αντιστοίχως τα περσικά πλοία δεν θα ξεπερνούν προς την δύση τις Χελιδόνιες νήσους και τη Φάσηλι στην Λυκία και τις Κυανέες στην είσοδο του Βοσπόρου. Σε ανταπόδοση οι Αθηναίοι δεσμεύονται να μην εκστρατεύουν στις χώρες του Μεγάλου Βασιλιά, ενώ η Κιλικία, η Αίγυπτος και η Κύπρος περνούν ξανά στην περσική κυριαρχία.

Αν και η ιστορικότητα της ειρήνης αυτής έχει αμφισβητηθεί από κάποιους αρχαίους και σύγχρονους ιστορικούς, γεγονός είναι πως κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα η Αθήνα έχει εμπορικές σχέσεις με την Φοινίκη, την Κύπρο και την Αίγυπτο, ενώ ο Πειραιάς μετατρέπεται σε διεθνές ναυτιλιακό κέντρο, όπου ακούει κανείς να μιλούν περσικά και αραμαϊκά. Η Αθήνα απερίσπαστη από τον πόλεμο στην Ανατολή ενισχύει την Ηγεμονία της στην κεντρική Ελλάδα, αποκαθιστώντας το 448 π.Χ τους Φωκείς στο μαντείο των Δελφών (που είχαν χάσει μετά από παρέμβαση της Σπάρτης), ενώ Αθηναίοι κληρούχοι στέλνονται στην θρακική Χερσόνησο, στην Άνδρο και στην Νάξο στα πλαίσια καταστολής αποστασιών. Οι σύμμαχοι της Αθήνας έχουν πλέον μετατραπεί σε φόρου υποτελείς της πόλης, η οποία με τις εισφορές που εισπράττει ενισχύει τον στόλο της και συντηρεί σε μόνιμη βάση εξήντα τριήρεις επί οχτώ μήνες τον χρόνο με επαγγελματικά πληρώματα από την τάξη των θητών που αποκτούν έτσι μεγάλη εμπειρία στα ναυτικά[Πλούταρχος].

Σύντομα όμως η καταπιεστική πολιτική της Αθήνας μετατρέπει την Ελλάδα σε πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Και η σπίθα που θα πυροδοτήσει αυτή την έκρηξη θα έρθει από την πάντα προβληματική Βοιωτία…

τέλος Ε’ μέρους

, , , , ,

1 thought on “Ο Α’ Πελοποννησιακός Πόλεμος (459-446 π.Χ) – Οι Αθηναίοι επιστρέφουν στην Κύπρο (Μέρος Ε’)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.