Ο βίος και το έργο του πολυμαθούς μοναχού Μάξιμου Πλανούδη

Του Χαράλαμπου Ευάγγελου Ανδριανόπουλου, φοιτητή Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Ο λόγιος, φιλόλογος, μαθηματικός, αστρονόμος και μοναχός Μανουήλ Πλανούδης γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας περί το 1255, αλλά σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πλανούδης θεωρείται από τους σπουδαιότερους λογίους της εποχής του και πρόδροµος της αναγέννησης των κλασικών ελληνικών σπουδών στη Δύση. Το 1285, όταν έγινε μοναχός, άλλαξε το όνομά του από Μανουήλ σε Μάξιμος και με αυτό έμεινε γνωστός.

Η υπογραφή του

Ο Πλανούδης δίδασκε, ήδη από το 1280, στις σχολές της Μονής της Χώρας και της Μονής του Ακαταλήπτου Χριστού στην Κωνσταντινούπολη.[1] Υπήρξε ένας πολυμαθής μοναχός και παραγωγικός θεολόγος και φιλόλογος με έντονα φιλοσοφικά και επιστημονικά ενδιαφέροντα, ιδιαίτερα για τα μαθηματικά. Έδρασε στην Κωνσταντινούπολη υποστηρίζοντας αρχικά την φιλενωτική πολιτική του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιλόγου, αυτοκράτορας της Nίκαιας, ο οποίος ανέκτησε την Kωνσταντινούπολη και ιδρύει τη ∆υναστεία των Παλαιολόγων (1261-1453), που θα διαµορφώσει τη λεγόµενη «Παλαιολόγεια Aναγέννηση», την τρίτη χρυσή εποχή του Bυζαντίου, µετά τον Ιουστινιανό και τη Μακεδονική δυναστεία. Η περίοδος των Παλαιολόγων, παρά τα σηµάδια της επερχόµενης παρακµής, διακρίνεται για την άνθιση των γραµµάτων, των τεχνών, των επιστηµών και το ενδιαφέρον για την Aρχαία Eλλάδα.

O Πλανούδης θεωρείται επίσης από τους κυριότερους εκπροσώπους της Ανατολικής Eκκλησίας που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του διαλόγου µεταξύ Aνατολής και ∆ύσης. O Πλανούδης ήταν από τους λίγους Βυζαντινούς λόγιους που γνώριζε άριστα τα λατινικά (στάλθηκε πρεσβευτής της Κωνσταντινούπολης στη Bενετία το 1296, όπου και χειροτονήθηκε)[2] µετέφρασε Kάτωνα, Oβίδιο, Kικέρωνα και παράλληλα µε το θεολογικό και διδακτικό του έργο, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τα µαθηµατικά, σχολιάζοντας τα δύο πρώτα βιβλία της ∆ιοφαντικής αριθµητικής. Eισήγαγε στο Bυζάντιο τους αραβικούς αριθµούς και την αριθµητική ορολογία («εκβολή» η αφαίρεση, «µερισµός» η διαίρεση, «τετραγωνική πλευρά» η τετραγωνική ρίζα, για τον υπολογισµό της οποίας δίνει µια δικιά του µέθοδο) µε το σύγγραµµα Ψηφοφορία κατ’ ινδούς η λεγοµένη µεγάλη, στην οποία αναφέρεται για πρώτη φορά το ψηφίο “µηδέν” (τζίφρα).

Προώθησε, επίσης, την αστρονοµία και γεωγραφία, µεταφράζοντας τον Άρρατο και συγκεντρώνοντας χειρόγραφα του Στράβωνα, που συντήρησε και αποκατέστησε, όπως το αντίγραφο χειρόγραφο της Γεωγραφίας του (9ος αιώνας) που βρίσκεται σήµερα στο Παρίσι, στην Eθνική Bιβλιοθήκη. Σε αντίθεση µε όσα αναφέρονται από τους Κυδώνη και Βησσαρίωνα ότι ο Πλανούδης ανήκε, δήθεν, στο δυτικό δόγµα (έχουν αποκρουστεί πλήρως από τον M. Treu στο έργο του Maximi Planudis epistolae, Breslau 1890) αυτός, παρ’ όλη τη στενή επαφή του µε τα δυτικά πνευµατικά επιτεύγµατα, όχι µόνο παρέµεινε πάντα µακριά από τα φιλοενωτικά ρεύµατα της εποχής του, αλλά και πολεµήθηκε µε σφοδρότητα από τους ενωτικούς για τη µελέτη του σχετικά µε την Ένωση των Εκκλησιών.[3]

  1. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Α. ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ – ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ – ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

O Mιχαήλ Η’ βασιλεύει µέχρι το 1282. Τον διαδέχεται ο Aνδρόνικος B’ Παλαιολόγος, ο οποίος εντυπωσιάζεται από τους χάρτες που του επέδειξε ο µοναχός Πλανούδης και αποφασίζει την προώθηση της κατασκευής χαρτών βασισµένων στη Γεωγραφία του Πτολεµαίου. O Πλανούδης είναι χωρίς αµφιβολία ο πρώτος που αντιλαµβάνεται την κρίσιµη, για την εποχή και τις ιδέες της, σπουδαιότητα της Πτολεµαϊκής Γεωγραφίας για την αναγέννηση και προώθηση της επιστήµης αυτής και του ρόλου που θα έπαιζε στην ανακάλυψη των Νέων Κόσµων. O Aνδρόνικος B’ ζητά από τον πρώην Πατριάρχη Aλεξανδρείας Aθανάσιο, που ζούσε στην Kωνσταντινούπολη (1293-1308), να του ετοιµάσει ένα αντίγραφο της Γεωγραφίας συµπεριλαµβάνοντας σ’ αυτόν χάρτες. Tο γεγονός ότι ο Aθανάσιος, µε την προφανή βοήθεια του Πλανούδη, έφερε σε πέρας ένα από τα κορυφαία έργα της Xαρτογραφίας αποδεικνύει ότι στην Kωνσταντινούπολη υπήρχε η απαιτούµενη τεχνογνωσία και οι επιστηµονικές και τεχνικές εκείνες δεξιότητες που επέτρεπαν την ερµηνεία και εφαρµογή των επιστηµονικών οδηγιών του Πτολεµαίου, για την σύνταξη των χαρτών. Eίναι βέβαιο ότι, αυτό το πλούσια εικονογραφηµένο Eλληνικό αντίγραφο χειρόγραφο, διαστάσεων 57 Χ 41.5 εκατοστών, από τα αριστουργήµατα στην Iστορία της Xαρτογραφίας, είναι το Vaticanus Urbinas Graecus 82, που έφθασε στο Bατικανό το 1657 από το Oυρµπίνο. Eίναι το ακριβέστερο και πληρέστερο χειρόγραφο, µε σηµαντικές χαρτογραφικές λεπτοµέρειες ως προς τα σύµβολα που χρησιµοποιούνται για διάφορους σηµεια- κούς προσδιορισµούς. Tα άλλα δύο Eλληνικά χειρόγραφα του 13ου αιώνα το Fabricianus 23 και το Seragliensis 57 µάλλον πρέπει να ήταν αντίγραφα που κράτησαν ο Aθανάσιος και ο Πλανούδης. Ένα από τα σηµαντικότατα έργα του ήταν η διάδοση της Πτολεµαϊκής Γεωγραφίας καθώς και η συµβολή του στην σύνταξη, απ’ αυτήν, του περίφηµου χάρτη.


Χάρτης του 14ου αιώνα που απεικονίζει την Βρετανία, ο Πλανούδης δημιούργησε τον χάρτη αυτό βασιζόμενος σε παλαιότερο του Κλαύδιου Πτολεμαίου.

O Πλανούδης, αφιέρωσε µεγάλο µέρος της δραστηριότητάς του για να ανακαλύψει χειρόγραφα της Πτολεµαϊκής Γεωγραφίας. Tο πρώτο που βρήκε το 1295 τον απογοήτευσε γιατί δεν περιείχε χάρτες. Αυτό το χωρίς χάρτες χειρόγραφο του τέλους του 13ου αιώνα βρίσκεται στο Bατικανό (κώδικας 177) και φέρει την απόδειξη ότι κτήτορας ήταν ο Πλανούδης. H µόνη αναφορά περί ύπαρξης χαρτών, στο χειρόγραφο αντίγραφο αυτό, είναι µια σχετική σηµείωση του Aγαθοδαίµονα. Σήµερα, στην παγκόσµια βιβλιογραφία περί την Ιστορία της Χαρτογραφίας, στο Μάξιµο Πλανούδη αποδίδεται η “επαναφορά” της Πτολεµαϊκής Γεωγραφίας, µετά από “απουσία” περίπου 10 αιώνων, στην ιστορία του επιστηµονικού γεωγραφικού και χαρτογραφικού πολιτισµού. Από το έργο του Πλανούδη, διαδόθηκε στη ∆ύση η Πτολεµαϊκή Γεωγραφία, που µαζί µε την ανακάλυψη της Τυπογραφίας και τις Μεγάλες Ανακαλύψεις των Νέων Κόσµων, θεωρούνται ως τα γεγονότα που προετοίµασαν τον Πολιτισµό της Αναγέννησης.[4]

  ∆υστυχώς πέθανε νωρίς, σε ηλικία µόλις πενήντα ετών, περί το 1310 στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να ολοκληρώσει το γεωγραφικό του έργο, που παραµένει σχετικά άγνωστο.

Ο κώδικας «Γεωγραφία Κλαύδιου Πτολεμαίου» της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου είναι ένα από τα σπανιότερα χειρόγραφα παγκοσμίως. Ο κώδικας αποτελείται από 297 περγαμηνά φύλλα, εμπροσθόφυλλο και οπισθόφυλλο, ενώ περιλαμβάνει μονόστηλο κείμενο, ολοσέλιδες μικρογραφίες και διακοσμητικά μοτίβα Χρονολογείται στα τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αιώνα και περιλαμβάνει τις ενότητες «Η Γεωγραφική Υφήγησις» του Κλαύδιου Πτολεμαίου, η «Χρηστομάθεια εκ των Γεωγραφικών του Στράβωνα» και τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα.

Ο Πλανούδης ήταν γνωστός στη Δύση για τις συλλογές ή εκδόσεις ιστορικών, γεωγράφων, αστρονόμων, μαθηματικών και άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Kείμενα από αυτά τα έργα του, κατά τους πρώτους χρόνους του Ουμανισμού, χρησιμοποιούνταν για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στη Δύση.[5]

Σχετικά με τα μαθηματικά έγραψε βιβλίο αριθμητικής κατά τη μέθοδο των Ινδών, την Ψηφοφορία κατ’ Ινδούς την λεγομένην μεγάλην, όπου για πρώτη φορά στο Βυζάντιο εμφανίζεται το μηδέν.[6] Ο Πλανούδης στα αριθμητικά έργα του ονομάζει την αφαίρεση «εκβολή», τη διαίρεση «μερισμόν», ενώ την τετραγωνική ρίζα την καλεί «τετραγωνική πλευρά».Όσον αφορά την εξαγωγή της τετραγωνικής ρίζας έδωσε μια -δικής του επινοήσεως- μέθοδο, η οποία παρείχε αποτελέσματα με καλύτερη προσέγγιση. Τη μέθοδο αυτή την περιγράφει ο M. Cantor[7]. Ταυτόχρονα γράφει ότι υπάρχει και άλλη μέθοδος, που προέρχεται από μείξη της αντίστοιχης του Θέωνος του Αλεξανδρέως,της ινδικής και της δικής του: ετέρα μέθοδος μείγμα ούσα της τε ινδικής και του Θέωνος και της ημετέρας. 

Η σπουδαιότητα όμως του συγκεκριμένου βιβλίου αριθμητικής έγκειται στο ότι χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τα εξ Ανατολής ινδοαραβικά ψηφία. Για τη συγγραφή του στηρίχθηκε σε ένα βιβλίο αριθμητικής του 1252 (Αρχή της μεγάλης και ινδικής ψηφοφορίας) που χρησιμοποιούσε τα δυτικά αραβικά ψηφία γκομπάρ.

Σημειώνουμε ότι ο Πλανούδης, όπως αναφέρει ο καθηγητής Φαίδων Κουκουλές[8], καλεί την αριθμητική Ψηφοφορίαν ή Ψηφιφορίαν. Επίσης είναι γνωστά από τον Kώδικα 157 sup. της Αμβροσιανής Βιβλιοθήκης του Μιλάνου τα σχόλια του Πλανούδη στο δεύτερο και στο τρίτο βιβλίο του μαθηματικού Διόφαντου: Σχόλια αριθμητικής Διοφάντου, του Πλανούδη κυρού Μαξίμου.

Ο Μάξιμος Πλανούδης, περιγράφοντας το αραβικό αριθμητικό σύστημα και αφού πρώτα παρουσιάζει τους αριθμούς από το ένα έως το εννιά, γράφει για το μηδέν τα εξής: Τιθέασι δε και έτερόν τι σχήμα ο καλούσιν τζίφραν, κατ’ Ινδούς σημαίνον ουδέν. Και τα εννέα δε σχήματα και αυτά ινδικά έστι. Η δε τζίφρα γράφεται ούτως: 0. 

Όσον αφορά το ζήτημα της εισαγωγής των αραβικών ψηφίων στο Βυζάντιο, τόσο ο καθηγητής Μιχαήλ Στεφανίδης[9] όσο και ο M. Cantor[10]  θεωρούν ότι αυτή γίνεται για πρώτη φορά από τον Πλανούδη. Όμως ο Paul Tannery, όπως αναφέρει ο καθηγητής Δημήτριος Κωτσάκης, υποστηρίζει: Η γνώσις του αραβικού συστήματος θα έπρεπε να έχη εξαπλωθεί μεταξύ των Ελλήνων πάρα πολύ χρόνον προτού ο Πλανούδης δημοσιεύση (περί το 1303) τα μαθήματά του. Εν τούτοις, τον 12ον αιώνα, το σύστημα τούτο δεν ήτο ακόμη εις ευρείαν χρήσιν[11].

Ο Αυστριακός καθηγητής Ηerbert Hunger για το ίδιο θέμα τονίζει: Αυτό το σύστημα ψηφίων απαντάται στο Βυζάντιο ήδη στον περίφημο κώδικα του Ευκλείδη του έτους 888 και κατόπιν π.χ. στον μοναχό Νεόφυτο (προγενέστερος του Πλανούδη). Ο Νεόφυτος γνώριζε το σύμβολο του μηδενός[12]. Σημειώνει ωστόσο ότι το μηδέν δεν χρησιμοποιούνταν όπως σήμερα ώστε να δείχνει την τάξη μεγέθους του αριθμού. Αυτό το κάνει ο Πλανούδης για να γίνει εφικτή η παράσταση οσωνδήποτε μεγάλων μεγεθών, τα οποία είναι τόσο απαραίτητα στην αστρονομία.

Πάντως, όπως και αν έγινε, η χρήση των εύχρηστων ινδοαραβικών αριθμητικών ψηφίων βοήθησε πάρα πολύ την ανάπτυξη και την εξέλιξη της επιστήμης των αριθμών, αφού παραμερίστηκαν τα πολύπλοκα και δύσχρηστα ελληνικά και λατινικά συστήματα αρίθμησης. 

Σημειώνουμε ότι η αλληλογραφία του Μάξιμου Πλανούδη με τον σπουδαίο μαθηματικό και αστρονόμο Μανουήλ Βρυέννιο ανέδειξε την ευρύτητα των αστρονομικών του γνώσεων. Μάλιστα, από τον Μανουήλ Βρυέννιο ζήτησε να του στείλει έναν κώδικα του Διόφαντου για αντιπαραβολή, επειδή προετοίμαζε τα Σχόλια αριθμητικής Διοφάντου, του Πλανούδη κυρού Μαξίμου, όπως τιτλοφόρησε το σχετικό βιβλίο του.[13]

Η αλληλογραφία του με τον αστρονόμο Μανουήλ Βρυέννιο, ανέδειξε την ευρύτητα των αστρονομικών του γνώσεων. Αναφέρεται ότι ο Χριστόφορος Κολόμβος, χρησιμοποίησε δικό του χάρτη για τα υπερπόντια ταξίδια του.

Β. ΘΕΟΛΟΓΙΑ – ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ – ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Ο Πλανούδης άφησε ένα πολύ σημαντικό έργο με τα σχόλια και τις συλλογές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Με την πλούσια συγγραφική του παρουσία και την εργατικότητά του ανέδειξε την ευρύτητα του περιεχομένου της βυζαντινής παιδείας κατά τους παλαιολόγειους χρόνους. Έγραψε επίσης -εκτός από τις μεταφράσεις λατινικών έργων- και θεολογικές πραγματείες, ενώ τα έργα του είναι γεμάτα από ιστορικά και γεωγραφικά αποσπάσματα. 

Αρχικά ήταν υποστηρικτής της ένωσης των Εκκλησιών στο πλευρό του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Μετά όμως τον θάνατο του τελευταίου, ο νέος αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ακολούθησε ανθενωτική πολιτική και ο Μάξιμος Πλανούδης άλλαξε κι αυτός παράταξη. Έγραψε: «Κατά Λατίνων συλλογισμοί περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», όπου χρησιμοποιεί και επεκτείνει τους «Συλλογισμούς» του Φωτίου, κ.α. Ακολουθώντας το κλίμα της εποχής μετά τη Σύνοδο της Λυών (1274), επιδόθηκε στη μετάφραση έργων της λατινικής θεολογίας και φιλολογίας και έτσι είναι ο πρώτος και κύριος Βυζαντινός λόγιος που προώθησε την επικοινωνία με τη δυτικά Εκκλησία και τη λατινική πολιτιστική παράδοση. Άγνωστο το πώς έγινε άριστος λατινιστής, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μετάφραση του De Trinitate  του Αυγουστίνου, επειδή η ψυχολογική τριαδική διδασκαλία του γίνεται έτσι προσιτή στους Βυζαντινούς θεολόγους, αποδεκτή μάλιστα αργότερα από τον Γρηγόριο Παλαμά.[14]

Μέσω αυτών των μεταφράσεων έγινε ο πρώτος Βυζαντινός λόγιος ο οποίος έκανε γνωστή στην Ανατολή τη δυτική λατινική πολιτιστική παράδοση, προωθώντας συνεχώς την επικοινωνία της Ανατολής με τη Δύση. Μετέφρασε τα Αποφθέγματα του Κάτωνος, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, το Ενύπνιον του Σκιπίωνος, τους Γαλατικούς Πολέμους του Ιούλιου Καίσαρα, το Περί Τριάδος του ιερού Αυγουστίνου και άλλα. Σημαντικότερο και πλουσιότερο ήταν το έργο του στα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες, που θα το γνωρίσουμε αναλυτικά παρακάτω.

Η καλύτερη μετάφραση του Πλανούδη είναι του «De consolation philosophiae» του Boethius. Του ίδιου μετέφρασε και τα έργα «De differentiis topicis» (Dialectica) και «De syllogismο hypothetico». Μετέφρασε ακόμη έργα του Κικέρωνος, Κάτωνος, Ιούλιου Καίσαρα, Οβιδίου, Ψευδο-Αυγουστίνου και Θωμά Ακινάτη. Την επίδοση του Πλανούδη στα μαθηματικά αντιπροσωπεύουν τα σχόλια στα πρώτα βιβλία των «Αριθμητικών» του Διοφάντου και το πρωτότυπο έργο του «Ψηφοφορία κατ’ Ινδούς η λεγόμενη μεγάλη», με το οποίο χάρη και στις νέες γνώσεις του των ινδικών μαθηματικών εισάγει νέες αριθμητικές μεθόδους στο Βυζάντιο, τη χρήση του 0 (μηδέν) και την εξαγωγή της τετραγωνικής ρίζας με μεγαλύτερη προσέγγιση.[15]

Η θεολογική του συμβολή συνίσταται σε ειδική πραγματεία εναντίον της προσθήκης του Filioque από τους Λατίνους, σε ένα λόγο περί πίστεως, σε ύμνους, κανόνες, εγκώμια αγίων κ.ά. σημαντικότερη υπήρξε η συμβολή του στην φιλολογία. Έγραψε Περί γραμματικής και Περί συντάξεως, επιγράμματα και σχόλια σε έργα της ελληνικής γραμματείας.

Η Ανθολογία του Πλανούδη ή Πλανούδεια Ανθολογία, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία και ως Anthologia Planudea ή σπανιότερα Ανθολογία διαφόρων επιγραμμάτων, τυπωμένη από το 1494 έως το 1822 με την ονομασία Anthologia Graeca, ονομάζεται η ανθολογία ελληνικής ποίησης και επιγραμμάτων που κατέγραψε ο Μάξιμος Πλανούδης το 1299, Βυζαντινός λόγιος μοναχός, συγγραφέας, βασιζόμενος στην Ανθολογία του Κεφαλά. Περιλαμβάνει 2.400 επιγράμματα.

Η Ανθολογία του Πλανούδη επιγράφεται: «Ανθολογία διαφόρων επιγραμμάτων, συντεθειμένων σοφοίς, επί διαφόροις υποθέσεσιν, ερμηνείας εχόντων επίδειξιν και πραγμάτων ή γενομένων ή ως γενομένων αφήγησιν» και αποτελείται από επτά βιβλία.

Σώζεται σε χειρόγραφο του ίδιου του Πλανούδη στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη (codex Marcianus gr. 481) στη Βενετία (με ημερομηνία 1299) αλλά και σε δυο μεταγενέστερα χειρόγραφα, το ένα σε ημιτελή έκδοση (στο Λονδίνο, BM Add. 16409) και το άλλο στην τελική έκδοση της ανθολογίας (που σώζεται όμως σε αποσπασματική μορφή, στο Παρίσι, Codex Parisinus B.N. gr. 2744), καθώς και σε μετέπειτα τυπωμένες εκδόσεις.

Η Ανθολογία του Πλανούδη ήταν η μόνη γνωστή ανθολογία ελληνικών επιγραμμάτων και ποιημάτων μέχρι το 1606 που βρέθηκε το χειρόγραφο της Παλατινής Ανθολογίας και είχε εκτυπωθεί σε αρκετά αντίγραφα και ήταν λοιπόν γνωστή με το όνομα Ελληνική Ανθολογία (Anthologia Graeca ή Anthologia Graeca Planudea). Αποτελεί μέρος της γνωστής σήμερα ως Ελληνικής ανθολογίας. Τα 397 επιγράμματα που δεν υπάρχουν στην Παλατινή Ανθολογία (αναφέρονται και ως 395 αλλά και συχνά 388), περιλαμβάνονται σε εκδόσεις της Ελληνικής ανθολογίας (όπως Epigrammatum Anthologia Palatina cum Planudeis et appendice nova του Dübner, 1864-1890, The Greek anthology with an English translation του Patton, 1918, Anthologia Graeca του Beckby, 1957 και Anthologie Grecque, R. Aubreton, F. Buffière, Les Belles Lettres, 1980) και χαρακτηρίζονται ως Πλανούδειο Παράρτημα (Appendix Planudea) ή ακόμη και με τον σύντομο τίτλο «Ανθολογία του Πλανούδη».

Περιλαμβάνει 2.400 επιγράμματα.


Η πρώτη σελίδα της ανθολογίας του Πλανούδη από χειρόγραφο του 1300

Η πρώτη σελίδα της ανθολογίας του Πλανούδη από χειρόγραφο του 1300

2. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συνοπτικά, το φιλολογικό του έργο αποτελούνταν, μεταξύ άλλων από:

  • Περί γραμματικής
  • Περί συντάξεως
  • Ανθολογία διαφόρων επιγραμμάτων (αποκαλούμενη τώρα Ανθολογία του Πλανούδη ή Anthologia Planudea, μια συλλογή 2.400 επιγραμμάτων σε 15.000 στίχους, βασισμένη σε αντίγραφα της Ανθολογίας του Κεφαλά, γνωστή μετά την πρώτη έντυπη έκδοσή της το 1494 ως Anthologia Graeca
  • σχόλια σε έργα της κλασσικής ελληνικής γραμματείας (του Ησίοδου, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη, του Θουκυδίδη κ.α.)
  • Ψηφοφορία κατ’ Ινδούς με το οποίο εισήγαγε στο Βυζάντιο για πρώτη φορά τα αραβικά αριθμητικά ψηφία.

Επίσης μετέφρασε από τα λατινικά έργα του Κάτωνα, του Οβίδιου, του Κικέρωνα κ.α. καθώς και το έργο του Αυγουστίνου Περί της Αγίας Τριάδος (De Trinitate) που προκάλεσε πολλές θεολογικές συζητήσεις.

Με την φιλομάθεια και την οξύνοιά του, ο Πλανούδης συνέβαλλε στην περαιτέρω αύξηση υστεροβυζαντινής πνευματικότητας, καθώς και υποβοήθησε αναντίρρητα τις μετεγενέστερες κοσμοϊστορικές εξελίξης της Αναγέννησης και της ανακάλυψης του Νέου Κόσμου. 


Ψηφοφορία κατ’ Ινδούς
  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., Τόμος 22ος, Βυζαντινός Ελληνισμός-Μεσοβυζαντινοί και Υστεροβυζαντινοί χρόνοι (Β), εκδ. Παραπολιτικά, Αθήνα 2015
  • Λιβιεράτος Ευάγγελος, Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις: 25 αιώνες από τους Ίωνες στον Πτολεµαίο και στον Ρήγα, εκδ. Εθνική Χαρτοθήκη, 1998
  • Hunger Herbert, Βυζαντινή Λογοτεχνία, Τόμος 2ος, Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών – ιστοριογραφία, φιλολογία, ποίηση, εκδ. ΜΙΕΤ, 2009
  • Κουκουλές Φαίδων, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, Τόμος Α΄, Ι, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1948

[1] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., Τόμος 22ος, Βυζαντινός Ελληνισμός-Μεσοβυζαντινοί και Υστεροβυζαντινοί χρόνοι (Β), εκδ. Παραπολιτικά, Αθήνα 2015, σελ. 120

[2] Ευάγγελος Λιβιεράτος, Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις: 25 αιώνες από τους Ίωνες στον Πτολεµαίο και στον Ρήγα, Εθνική Χαρτοθήκη 1998, σελ. 187

[3] Ευάγγελος Λιβιεράτος, Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις: 25 αιώνες από τους Ίωνες στον Πτολεµαίο και στον Ρήγα, Εθνική Χαρτοθήκη 1998, σελ. 189

[4] Ευάγγελος Λιβιεράτος, Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις: 25 αιώνες από τους Ίωνες στον Πτολεµαίο και στον Ρήγα, Εθνική Χαρτοθήκη 1998, σελ. 188

[5] A. A. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, 1971, σελ. 882

[6] Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1948, τόμος Α΄ Ι, σελ. 61

[7] Vorlesungen über Geschichte der Mathematik, 1907, 512-513

[8] Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1948, τόμος Α΄, Ι, σελ. 128

[9] Εισαγωγή εις την Ιστορίαν των Φυσικών Επιστημών, 1938, σελ. 217

[10] Vorlesungen über Geschichte der Mathematik, 1907, σελ. 511

[11] Δ. Κωτσάκη, Αι επιστήμαι κατά τους τρεις τελευταίους αιώνας του Βυζαντίου, 1956, σελ. 10

[12] Ηerbert Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, 1991, σελ. 49

[13] H. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, 1992, τόμος Β΄, 50

[14] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., Τόμος 22ος, Βυζαντινός Ελληνισμός-Μεσοβυζαντινοί και Υστεροβυζαντινοί χρόνοι (Β), εκδ. Παραπολιτικά, Αθήνα 2015, σελ. 121

[15] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., Τόμος 22ος, Βυζαντινός Ελληνισμός-Μεσοβυζαντινοί και Υστεροβυζαντινοί χρόνοι (Β), εκδ. Παραπολιτικά, Αθήνα 2015, σελ. 121

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.