Ο Γεώργιος-Γεννάδιος Σχολάριος και το Ελληνικό Έθνος (Β’ Μέρος)

Γράφει ο Γεώργιος Κεκαυμένος

περιοδικό Νέος Ερμής ο Λόγιος τ. 11, Χειμώνας 2015

(συνέχεια από το Α’ Μέρος)

Σύμφωνα με τους αναθεωρητές ιστορικούς, «για την Εκκλησία το σύστημα της κατάκτησης και η κραταιά βασιλεία του Σουλτάνου αντιπροσώπευε την εκ Θεού προνενοημένη τάξη του κόσμου»[61], γι’ αυτό και «αναγνώριζεμεαπόλυτηνομιμοφροσύνη την κυριαρχία του»[62], κηρύττοντας «την αποδοχή του Οθωμανικού κράτους»[63]Και όμως. Σε πανηγυρική του ομιλία που εκφώνησε ανήμερα των αγίων αποστόλων, ο Σχολάριος ανέφερε τα εξής σχετικά με την δυνατότητα των Ελλήνων να αποχτήσουν και πάλι την ελευθερία τους:

«Ἢ καὶ νῦν ἔτι νομίζετε τὸν Θεὸν μνησικακήσειν ἡμῖν, […] ἂν ἐπιστραφῶσι μὲν πρὸς τὴν θείαν ἀγάπην, καὶ πατρικήν, οἱ δικαίως παιδευθέντες υἱοί, ἀλλ’ οὐκ αὐτίκα γενόμενον ἵλεων τὸν τῆς ἐλευθερίας μόσχον θύσειν ἡμῖν καὶ ταῖς στολαῖς κοσμήσειν ταῖς πρώταις; ἢ ἡ μὲν δουλεία τῶν ἔξωθεν πολεμίων ἐπηκολούθη δικαίως τῷ γενέσθαι καθάπαξ δούλους τῆς ἁμαρτίας ἡμᾶς, ἀποσεισάμενοι πάλιν ζυγὸν τοῖς θείοις νόμοις ὑποταγῶμεν, τῷ ζυγῷ τῆς τῶν ἀθέων βαρβάρων ἐγκαταλειφθησόμεθα δουλείας, ὃ πόρρω τῆς θείας ἀγαθότητος ὅμου καὶ δικαιοσύνης προδήλως ἂν εἴη;»[64].

Ο Γεννάδιος εδώ αναφέρει στους απελπισμένους από την σκλαβιά χριστιανούς πως η υποδούλωσή τους στον τουρκικό ζυγό ήταν αποτέλεσμα της απομάκρυνσής τους από τον νόμο και τις εντολές του Θεού. Αν όμως επέστρεφαν πίσω στο Θεό και εφάρμοζαν και πάλι το θέλημά του, τότε και η αγάπη του Θεού θα τους απάλλασσε από τον «ζυγό των άθεων βαρβάρων» και θα τους πρόσφερε πάλι τον «μόσχο» της ελευθερίας. Γι’ αυτό και στην ίδια ομιλία του διαβεβαίωνε το ποίμνιό του ότι «νῦν ὁσημέραι βοῶμεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ γένους πρὸς τὸν διδόναι δυνάμενον»[65]. Ο Σχολάριος προσεύχονταν κάθε μέρα προς τον Θεό για την «ελευθερία του γένους». Αυτή ήταν η ελπίδα και ο πόθος του: Ότι κάποτε ο Θεός θα λυπόταν το σκλαβωμένο γένος, και θα του χάριζε και πάλι την ελευθερία του.

Όπως διαπιστώνουμε, η Εκκλησία δεν έπαυσε ούτε στιγμή να καλλιεργεί στην συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων τον πόθο και την ελπίδα για την απελευθέρωση. Μ’ αυτόν τον τρόπο διασώθηκε ο Ελληνισμός. Διότι «ο Ελληνισμός επέζησε, διατράφηκε από την Εκκλησία, επειδή οι Έλληνες συνεχώς ήλπιζαν και προετοιμάζονταν για την ημέρα που θα ανακτούσαν την ελευθερία τους»[66]Γι’ αυτό και οι Τούρκοι ήταν «άθεοι βάρβαροι» και η κυριαρχία τους «ζυγός». «Ο Σχολάριος αποκαλούσε με συστηματικό τρόπο την κατάσταση των χριστιανών υπό την οθωμανική κατοχή ως καθεστώς “δουλείας”, ένας όρος που έρχεται σε άμεση αντίθεση με εκείνους που δηλώνουν την ελευθερία (ἐλεύθερος, ἐλευθέρως). […] Παρόμοια, η μορφή του Τούρκου είναι ταυτόσημη με εκείνη του βάρβαρου»[67]. Και είναι φυσικό. Η δουλεία των συγχρόνων του ήταν για τον Σχολάριο «δουλεία των Ελλήνων». Γι’ αυτό και εκείνοι που τους είχαν υποδουλώσει δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, παρά βάρβαροι:

«Οἴμοι! τί πρῶτον ὀδύρωμαι; τὴν ἐν τοῖς σώμασι δουλείαν Ἑλλήνων, ἢ τὴν ἐν ταῖς ψυχαῖς φθορὰν καὶ ταῖς ἔτι τετηρῆσθαι δοκούσαις; τὴν παντελῆ τῶν παρ’ ἡμῖν σεβασμίων ἀπώλειαν, ἢ τῶν ἔτι μενόντων τὴν ἀτιμίαν; τὰς κατὰ τῆς πίστεως ὕβρεις τῶν βαρβάρων, ἢ τὰ ταῖς ψυχαῖς τῶν πιστῶν ἐμβασιλεύσαντα σκάνδαλα;»[68].

[Αλλοίμονο! τι να πρωτοθρηνήσω; Την σωματική δουλεία των Ελλήνων, ή την ψυχική φθορά των ψυχών που νομίζουν πως ακόμη ζουν; Την παντελή εξαφάνιση όλων των ιερών μας, ή την ατίμωση κι εκείνων που έχουν απομείνει; Τις ύβρεις των βάρβαρων ενάντια στην πίστη μας, ή τα σκάνδαλα μέσα στων πιστών τις ψυχές;]

Για πολλοστή φορά ο Σχολάριος διακηρύττει πως όλοι οι βυζαντινοί ήταν Έλληνες. Αλλά εφόσον ο Σχολάριος είχε αναπτύξει, κι από τόσο νωρίς, μια πλήρως συγκροτημένη ελληνική εθνική συνείδηση, πώς εξηγείται η δήλωσή του ότι δεν είναι «έλληνας»; Από το γεγονός ότι η λέξη «έλληνας» την εποχή του Σχολάριου είχε δυο εντελώς αντίθετες μεταξύ τους σημασίες. Μία εθνική και μία θρησκευτική. Και ενώ η εθνική της σημασία δήλωνε τους Έλληνες, η θρησκευτική δήλωνε τους ειδωλολάτρες. Γι’ αυτό και ο Σχολάριος, χωρίς να παθαίνει κανέναν διχασμό προσωπικότητας, χρησιμοποιούσε την λέξη και με τις δύο σημασίες της, διότι ήταν μεταξύ τους εντελώς ασύμπτωτες. Γι’ αυτό και όταν αρνείται ότι είναι έλληνας, μετά δεν διακηρύττει ότι είναι Ρωμαίος, αλλά χριστιανός. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό να το σημειώσουμε, διότι δεν το κάνει τυχαία, αλλά επειδή εκείνη την στιγμή χρησιμοποιεί την λέξη αποκλειστικά και μόνον με την θρησκευτική της σημασία. Ενώ όποτε την χρησιμοποιούσε με την εθνική της σημασία δήλωνε πάντοτε, με περισσή υπερηφάνεια,  «Έλληνας».

Ο Σχολάριος πίστευε πως για να υπάρχει ένα έθνος έπρεπε να έχει τα κύρια γνωρίσματα που είχε καθορίσει ο Ηρόδοτος: Κοινή καταγωγή (ὅμαιμον) / κοινή γλώσσα (ὁμόγλωσσον) / κοινή θρησκεία (ὁμόθρησκον).

Για την ελληνική καταγωγή και γλώσσα όλων των συγχρόνων του, είδαμε με πόσο σαφή τρόπο έχει εκφρασθεί επανειλημμένα ο Σχολάριος. Σχετικά με το ὁμόθρησκον, δεν αγνοούσε πως οι αρχαίοι πρόγονοι του ήταν πολυθεϊστές. Όμως, το έθνος είχε κάνει κάποτε μια κοσμοϊστορική επιλογή: Εγκατέλειψε την πατρώα θρησκεία του και με πρωτοστάτες τους πιο σοφούς Έλληνες που ζούσαν την εποχή των αποστόλων εγκολπώθηκε την χριστιανική πίστη:

«Οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφώτεροι ἐν τῷ καιρῷ τοῦ ἀποστολικοῦ, μᾶλλον δὲ οὐρανίου κηρύγματος, αὐτοὶ πρῶτοι τὴν πλάνην κατανενοηκότες τῆς συντρόφου αὐτοῖς δόξης ἐν τῷ φωτὶ τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας χριστιανοὶ γεγόνασι»[69].

[Οι σοφώτεροι των Ελλήνων την εποχή που κήρυτταν οι απόστολοι του Χριστού, αυτοί ήταν που αντιλήφθηκαν πρώτοι, χάρις στο φως της χριστιανικής αλήθειας, την πλάνη όλων όσων πίστευαν μέχρι τότε και έγιναν χριστιανοί.]

Από την στιγμή εκείνη και μετά, κανείς Έλληνας που ήθελε να παραμένει Έλληνας στην καταγωγή δεν δικαιούνταν να είναι έλληνας στην θρησκεία. Άλλωστε, ο Σχολάριος γνώριζε πολύ καλά πως οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήσαν καθόλου ανεξίθρησκοι. Η κατηγορία που είχε οδηγήσει τον Σωκράτη στον θάνατο ήταν ότι δεν πίστευε στους θεούς και στους μύθους της πατρώας θρησκείας και ότι εισήγαγε στην πόλη καινούργιους θεούς[70]. Κι επειδή ο Σχολάριος είχε για το θέμα αυτό περισσότερο ελληνική, παρά χριστιανική σκέψη, δεν ανεχόταν ένας Έλληνας να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από χριστιανός, που ήταν πλέον η θρησκεία του έθνους.

Έτσι, γράφοντας σε έναν τοπικό ηγεμόνα της Πελοποννήσου, τον Μανουήλ Ραούλ Οισή, αφού τον επαινεί θερμά που εξόντωσε με σκληρό θάνατο τον πολυθεϊστή Ιουβενάλιο, τον προτρέπει να κάνει το ίδιο και σε όποιον άλλον είχε τις ίδιες απόψεις και τολμούσε να διαδίδει την πίστη στην αρχαία ελληνική θρησκεία:

«Εἰ δέ τινα ἄλλον φωράσεις ἀληθῶς ὁμολογουμένως τὰ αὐτὰ τῷ Ἰουβεναλίῳ νοσοῦντα καὶ τῆς μὲν ἀληθοῦς πίστεως ἀφιστῶντα τοὺς χρωμένους αὐτῷ, ἐπὶ δὲ τὴν τῶν δαιμόνων ἀπάτην […] ἕλκοντα, μετὰ δευτέραν καὶ τρίτην παραίνεσιν ῥάβδιζε, εἷργε, εἶτα γλῶσσαν ἀφαίρει, εἶτα χεῖρα ἀπότεμνε, κἂν καὶ οὕτω μένῃ κακός, θαλάττης πέμπε βυθῷ»[71].

[Κι αν συλλάβεις και κανέναν άλλον που φανερά και στ’ αλήθεια πάσχει απ’ την ίδια νόσο με τον Ιουβενάλιο, απομακρύνοντας από την αληθινή πίστη αυτούς με τους οποίους σχετίζεται, οδηγώντας τους στην απάτη των δαιμόνων, τότε, μετά από την δεύτερη και την τρίτη παραίνεση, ράβδισέ τον, φυλάκισ’ τον, και μετά κόψτ’ του την γλώσσα, μετά το χέρι, κι αν παραμένει κακός, πέταξ’ τον στον βυθό της θάλασσας.]

Προτείνοντας τις παραπάνω ποινές για όσους Έλληνες είχαν διαφορετική θρησκευτική πίστη από την χριστιανική, ο Σχολάριος απλώς αντιγράφει πιστά τα κλασσικά του πρότυπα. Πιο συγκεκριμένα, ακολουθεί κατά πόδας τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, όπου ο Στρεψιάδης καίει ζωντανό τον Σωκράτη και τους μαθητές του βάζοντας φωτιά στην σχολή του, ενώ είναι έτοιμος να σκοτώσει με την αξίνα του όποιον τυχόν θα κατάφερνε να διαφύγει απ’ το φλεγόμενο κτήριο[72]. Και όλα αυτά διότι εκείνοι προσέβαλλαν τους θεούς και γύρευαν να βρουν την βάση της Σελήνης[73]. Και η κωμωδία κλείνει με την φοβερή προσταγή του Στρεψιάδη σε όσους είναι κοντά του να αποτελειώσουν τους μαθητές του Σωκράτη που ήταν ακόμη ζωντανοί, διότι έβλαπταν τους θεούς, όπως πολύ καλά όλοι τους γνώριζαν:

1508                    Δίωκεπαῖεβάλλε, πολλῶν οὕνεκα,

                            μάλιστα δ’ εἰδὼς τοὺς θεοὺς ὡς ἠδίκουν.

Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, αυτές οι άγριες κραυγές του Στρεψιάδη απηχούν ένα γεγονός που είχε συμβεί λίγες δεκαετίες πριν το 423, οπότε και παίχτηκαν οι Νεφέλες. Αυτό ήταν η επίθεση εναντίον των πυθαγορείων στον Κρότωνα, όταν οι κάτοικοι του Κρότωνα, αφού επαναστάτησαν ενάντια στην πολιτική εξουσία των πυθαγορείων, παγίδεψαν τους ηγέτες της ομάδας σε ένα σπίτι, το οποίο και αποτέφρωσαν μαζί τους πυθαγόρειους ηγέτες. Ήταν ένα περιστατικό που μαθεύτηκε αμέσως παντού, ενώ στη συνέχεια έγινε θρύλος[74].

Όπως λοιπόν ο Αριστοφάνης, έτσι κι ο Σχολάριος, με τον ίδιο ρυθμό στον λόγο του, ζητάει από τον χριστιανό ηγεμόνα να εξαφανίσει μια για πάντα όσους τολμούσαν να «αδικούν» την χριστιανική θρησκεία, την οποία οι Έλληνες είχαν πλέον επιλέξει ως εθνική τους θρησκεία. Με αυτόν τον τρόπο ήταν βέβαιος πως εξασφάλιζε την τρίτη προϋπόθεση της ομοεθνίας, το «ὁμόθρησκον», η οποία ήταν απολύτως αναγκαία για να διαφυλαχτεί η εθνική καθαρότητα των Ελλήνων.

Πρέπει όμως εδώ να σημειώσουμε πως ο Σχολάριος δεν ήταν ο μόνος που τιμωρούσε με την ποινή του θανάτου όσους διαφωνούσαν με τις απόψεις του. Το ίδιο όριζε στους Νόμους του και ο Πλήθωνας. Πράγματι, «ο Πλήθων, όπως και ο Σχολάριος, ήταν επίσης πρόθυμος να καταφεύγει στην λογοκρισία και την καταστολή, ενώ υποστήριζε πως πρέπει οι διαφωνούντες να καίγονται ζωντανοί»[75]:

«Καὶ σοφιστῶν, ἤν τις παρὰ τὰς ἡμετέρας δόξας σοφιζόμενος ἁλῷ, ζῶν καὶ οὗτος κεκαύσεται»[76].

[Κι αν κάποιος διανοούμενος συλληφθεί να σκέφτεται διαφορετικά από τις δικές μας απόψεις, και αυτός να καεί ζωντανός.]

Έτσι ο Πλήθωνας «εγκαθ[ίδρυσε] ένα πολίτευμα που είναι θεοκρατικό και μοιάζει απολυταρχικό και πολύ πιο σκληρό σε αρκετές νομοθετικές ρυθμίσεις του»[77].

Όπως λοιπόν διαπιστώνουμε, το εθνικό όνομα Έλληνες όχι μόνον δεν ήταν απαγορευμένο από την Εκκλησία και τους εκπροσώπους της, αλλά ήταν ένα από τα τρία ονόματα με τα οποία ίδια χαρακτήριζε και προσφωνούσε τους Έλληνες ορθόδοξους χριστιανούς[78]. Τα άλλα δύο ήταν το Γραικός και το Ρωμ(α)ίος. Η λέξη Ρωμαίος ενώ στην αρχή ήταν πολιτικό και θρησκευτικό όνομα, αργότερα έγινε και εθνικό, καθώς ήδη από τον 14ο αιώνα η έννοια της Ρωμιοσύνης γίνεται ταυτόσημη με εκείνην της Ελληνικότητας, καθώς «δεν υπάρχει πια ασυμβατότητα ή, καλύτερα, αντίθεση ανάμεσα στις ονομασίες Ρωμαίος και Έλλην. Πρόκειται για ένα φαινόμενο ώσμωσης μεταξύ των δύο εννοιών, της οποίας η πιο γνωστή και διαυγής έκφραση βρίσκεται στα γραπτά του Γεώργιου Γεμιστού-Πλήθωνα»[79].

Εκείνος ο οποίος όρισε το θεωρητικό πλαίσιο για να ταυτισθεί η «Ελληνικότητα» με την «Ρωμιοσύνη» ήταν ο ίδιος ο Πλήθωνας. Σ’ ένα από τα τελευταία κείμενά του χαρακτηρίζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως «βασιλέα των Ρωμαίων»[80] και τους πολίτες της αυτοκρατορίας ως Ρωμαίους: «Τοῦ ἡμετέρου τούτου τοῦ Ῥωμαίων γένους»[81]. «Στο έργο του Συμβουλευτικὸς πρὸς τὸν Δεσπότην Θεόδωρον συνάγεται επίσης η συνέχεια της Βυζαντινής με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, καθώς ο Πλήθωνας λέει τα εξής»[82]:

«Ὁρῶμεν γὰρ ὅτι ἡμῖν ἐκ τῆς μεγίστης Ῥωμαίων ἡγεμονίας κεχώρηκε τὰ πράγματα, οἷς, ἁπάντων οἰχομένων, δύο πόλεε μόνω ἐπὶ Θρᾴκης περιλέλειπται, καὶ Πελοπόννησος, οὐδὲ ξύμπασα αὔτη γε, καὶ εἰ δή τι ἔτι νησίδιον σῶν ἐστι»[83].

[Διότι βλέπουμε ότι έχει πια φύγει από εμάς η μεγίστη ηγεμονία των Ρωμαίων, από την οποία, ενώ πια έχουν όλα χαθεί, μόνο δυο πόλεις στην Θράκη έχουν απομείνει και η Πελοπόννησος, κι αυτή όχι ολόκληρη, και κανένα νησάκι, αν είναι ακόμη δικό σου.]

«Έτσι, στην ιστορική προοπτική του Γεμιστού […] μπορεί να εντοπισθεί ένας εθνικός δεσμός ανάμεσα Έλληνες και τους Ρωμαίους. Η Ρώμη θεμελιώθηκε από τους Τρώες, οι οποίοι μετά την πτώση της Τροίας μετακινήθηκαν, υπό την ηγεσία του Αινεία, από την Φρυγία στην Ιταλία. Εκεί συνενώθηκαν με τους Σαβίνους, οι οποίοι ήταν Λακεδαιμόνιοι και είχαν έρθει από την Πελοπόννησο. Και ενωμένα αυτά τα δύο έθνη θεμελίωσαν εκείνη την πόλη, που έμελε να δημιουργήσει “την μεγαλύτερη και ταυτόχρονα την καλλίτερη αυτοκρατορία απ’ όσες έμειναν αξιομνημόνευτες”»[84]. Δηλαδή ο Πλήθωνας «εκλαμβάνει τον Ρωμαϊσμόν ως παραφυάδα του Ελληνισμού»[85].

Όπως διαπιστώσαμε, ο Σχολάριος κατανοούσε την Βυζαντινή αυτοκρατορία ως ένα αμιγές ελληνικό κράτος με συγκεκριμένη επικράτεια, ανάλογη πολιτική κυριαρχία και με ομοιογενείς εθνικά πολίτες. Όλα αυτά συνέθεταν το εθνικό του όραμα, που δεν ήταν άλλο παρά ο Πανελληνισμός, τον οποίον είχε προσλάβει κατευθείαν από τα κλασσικά του πρότυπα, κυρίως από τον Ισοκράτη και τον Πλάτωνα.

Η προσφιλής έκφραση του Σχολάριου «οἱ νῦν Ἑλληνες», μια σπάνια εκφορά της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, είναι παρμένη από τον πλατωνικό Γοργία[86]. Κλασσική προέλευση έχει και ο χαρακτηρισμός του «γένος Ελλήνων», με τον οποίον οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν το έθνος τους. Αλλά τον χαρακτηρισμό «τὸ γένος ἅπαν Ἑλλήνων» τον προσλαμβάνει αμέσως από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη, όπου ο μεγάλος ρήτορας περιγράφει πώς επιτέθηκαν στην ανίσχυρη ακόμη «Ελλάδα» οι Θράκες και οι Σκύθες, «μισοῦντες ἅπαν τὸ τῶν Ἑλλήνων γένος»[87].

Ο Ισοκράτης σε μια άλλη αποστροφή του Πανηγυρικού του, όπου επαινεί την γενιά των Ελλήνων που έζησε πριν τα περσικά, αναφέρει πως εκείνοι οι Έλληνες θεωρούσαν ο καθένας την πόλη του ως την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά ως κοινή πατρίδα τους όλοι αναγνώριζαν την Ελλάδα: «Ἴδια μὲν ἄστη τὰς αὑτῶν πόλεις ἡγούμενοι, κοινὴν δὲ πατρίδα τὴν Ἑλλάδα νομίζοντες εἶναι»[88]. Έτσι ο Ισοκράτης, αιώνες πολλούς πριν την νεωτερικώτητα, χτίζει την ενότητα της ελληνικής εθνικής συνείδησης και του κοινού ελληνικού χώρου, που παρά τον πολιτειακό πολυκερματισμό του, δεν έπαυε ποτέ να είναι η κοινή πατρίδα όλων των Ελλήνων.

Αυτήν την αντίληψη της «κοινής πατρίδας» αναπαράγει πιστά και ο Σχολάριος. Τώρα όμως κοινή πατρίδα όλων των Ελλήνων είναι μία και μόνον πόλη, η Πόλη, το εθνικό κέντρο και το σημείο αναφοράς όλου του έθνους. Για τον Ισοκράτη, η πόλη του καθενός ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του και η Ελλάδα η κοινή πατρίδα όλων των Ελλήνων. Για τον Σχολάριο, κοινή πατρίδα του ελληνικού γένους ήταν η «καλλίστη τῶν ἐν τῇ γῇ πόλεων», καθώς έδινε σε όλους τους Έλληνες το αίσθημα της εθνικής ενότητας, ακυρώνοντας τις φυγόκεντρες τοπικιστικές τάσεις. Ταυτόχρονα όμως, ο πατριάρχης δεν ξεχνούσε ποτέ πως «ἀρχαία πατρὶς ἡμῶν» είναι πάντοτε η «Ἑλλάς»[89].

 Τέλος, όταν ο Σχολάριος γράφει πως ο δεσπότης Θεόδωρος έζησε «ζημιώσας τῶν συγγενῶν Ἑλλήνων οὐδένα»[90], παραπέμπει ευθέως στην πλατωνική Πολιτεία, σ’ εκείνη την ενότητα όπου προβάλλεται το ίδιο με τον Ισοκράτη ιδεώδες του Πανελληνισμού[91]: «Φημὶ γὰρ τὸ μὲν ἑλληνικὸν γένος αὐτὸ αὑτῷ οἰκεῖον εἶναι καὶ συγγενές, τῷ δὲ βαρβαρικῷ ὀθνεῖόν τε καὶ ἀλλότριον»[92]. Για τον Πλάτωνα, το «ελληνικό γένος» έχει μεταξύ του οικειότητα και συγγένεια, ενώ κάθε βάρβαρο γένος του είναι αλλοδαπό και ξένο. Αυτό πίστευε και ο Σχολάριος για τους Έλληνες της εποχής του.

Από τα παραπάνω καθίσταται νομίζω σαφές πως ο Σχολάριος αντιλαμβάνονταν και προσδιόριζε την έννοια του έθνους όπως την συνέλαβε και την καθόρισε η εποχή της νεωτερικώτητας. Αλλά εδώ θα προβληθεί η ένσταση ότι, ακόμη κι έτσι, δεν μπορούμε να αναφερόμαστε σε έθνος ή σε εθνική συνείδηση, μιας και «δεν αρκεί ο φιλολογικός εντοπισμός ιδεών περί έθνους σε μέλη της ελίτ προνεωτερικών κοινωνιών για να […] υπάρχει το έθνος […] με την σύγχρονή του κοινωνική και ιστορική σημασία. Αυτό που βαρύνει είναι οι ιδέες περί έθνους να αφορούν δυνάμει ολόκληρο τον πληθυσμό»[93], αφού «το έθνος δεν είναι υπόθεση της ταυτότητας των ελίτ, αλλά υπόθεση των μαζών»[94].

Αυτό ακριβώς ισχύει και στην περίπτωση του Σχολάριου, ο οποίος δεν εκφράζει την προσωπική του άποψη, ή έστω την άποψη μιας μικρής ομάδας ομοϊδεατών προς αυτόν λογίων, αλλά χαράσσει την ιδεολογική και πολιτική «πλατφόρμα» ενός ολόκληρου θεσμού, της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. Η διάσωση του Ελληνισμού και της ελληνικής εθνικής συνείδησης των ραγιάδων αποτέλεσε ένα από τα βασικά γνωρίσματα της πολιτικής του Σχολάριου ως πατριάρχη, πολιτική που ακολούθησαν πιστά οι διάδοχοί του στον οικουμενικό θρόνο και όλοι γενικά οι ηγέτες της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας κατά την τουρκοκρατία.

Αξιωματούχοι της Εκκλησίας όπως ο αρχιγραμματέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Θεοδόσιος Ζυγομαλάς[95], ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς[96], ο μητροπολίτης Μυρέων Ματθαίος[97], ο οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης[98], ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Ματθαίος Κριτόπουλος[99], ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος[100], ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος[101], ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μήτρος[102], ο επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης[103], ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος[104], ο μητροπολίτης Φιλαδελφίας Γεώργιος Φατζέας[105], ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Εφραίμ Β΄ ο Αθηναίος[106], ο οικουμενικός πατριάρχης Σαμουήλ Χαντζερής[107], ο επίσκοπος Μετρών και Αθύρων Γεράσιμος[108], δεν έπαυαν στιγμή να μιλούν για «Έλληνες», για «απογόνους των Ελλήνων», για το «γένος των Ελλήνων», για το «κλεινό γένος των Ελλήνων», για «το μέγα ποτέ και επιφανές γένος των Ελλήνων», για την «πατρική του γη» την «Ελλάδα», για την «εράσμια φωνή, την ελληνική», ακόμη και για το «των Ελλήνων ενδοξότατον έθνος».

Και όλα αυτά τα είχαν εκφράσει είτε σε ιδιωτικά και προσωπικά τους κείμενα (σημειώματα, επιστολές κ.τ.λ.) και σε αμέτρητα κηρύγματά τους, είτε σε βιβλία με τεράστια απήχηση και επιρροή, που για αιώνες κυκλοφορούσαν σε πολλές χιλιάδες αντίτυπα, όπως η Ιστορία του Ματθαίου Μυρέων[109] και οι Διδαχές του Ηλία Μηνιάτη[110]. Και πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως οι παραπάνω αναφορές είναι ένα μικρό δείγμα από το σύνολο των αναφορών της Εκκλησίας στους Έλληνες και στο «ελληνικό γένος» καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας. Απλοί μοναχοί και ιερείς, μικρότεροι, μεγαλύτεροι και κορυφαίοι ηγέτες της Εκκλησίας δεν έπαυαν να υπενθυμίζουν στους Έλληνες ραγιάδες του σουλτάνου την εθνική τους καταγωγή μέσα από τα θρησκευτικά έντυπα που κατά χιλιάδες εξέδιδαν. Ακόμη και οι πρόλογοι των βιβλίων που χρησιμοποιούνταν στην λατρεία της Εκκλησίας απευθύνονταν προς το «ελληνικόν γένος».

Γι’ αυτό και όπως σημειώνει η σύγχρονη ιστορική επιστημονική έρευνα, «με την οθωμανική κατάκτηση, οι Έλληνες μπορούσαν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους μόνο παραμένοντας ακλόνητα πιστοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία»[111], αφού «παρ’ όλες τις αντιξοότητές της, η Εκκλησία ήταν αποφασισμένη να διαφυλάξει στο ποίμνιό της την συνείδηση της ελληνικής κληρονομιάς. […] Ήταν η Ορθοδοξία που διατήρησε τον Ελληνισμό μέσα στους σκοτεινούς αιώνες»[112]. «Πράγματι, η Εκκλησία υπήρξε ο κύριος προστάτης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στα σχεδόν 400 χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας»[113], ενώ «έπαιξε έναν θεμελιώδη ρόλο στη διάσωση της ελληνικής γλώσσας»[114]. Πράγματι, «η Εκκλησία […] διδάσκοντας στις χριστιανικές κοινότητες τις χριστιανικές τελετές, την Βίβλο και τους βίους των αγίων δίδασκε την Ελληνική, που ανήκε σε ένα έθνος, σε μια εκλεκτή φυλή, τα πάθη της οποίας μια μέρα θα λάμβαναν τέλος, και η οποία, όταν θα ήθελε ο Θεός, θα μπορούσε να ξανακερδίσει τον πλήρη έλεγχο της αγίας Πόλης, της Κωνσταντινούπολης»[115]. Με αυτόν τον τρόπο «η Ορθόδοξη Εκκλησία διέσωσε τον ελληνικό πολιτισμό όσο ήταν κάτω από τον έλεγχο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και, ως εκ τούτου, έγινε κιβωτός της ελληνικής ταυτότητας»[116]. Έτσι, «το Πατριαρχείο στερέωσε και διατήρησε τον Ελληνισμό»[117].

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[61]. N. Θεοτοκάς, «Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία και το “Σατανικόν Φρόνημα” του 1821», εφ. Η Αυγή, 23-3-2001.

[62]. Π.Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμόςό.π., σ. 26.

[63]. Γ. Γιαννουλόπουλος, «Ο Κοραής, το Έθνος και η Γλώσσα», The Athens Review of Books τχ. 44 (Οκτώβριος 2013), σ. 52.

[64]Σχολαρίου Ἅπαντα, τ. 1, Παρίσι 1928, σ. 179.

[65]Σχολαρίου Ἅπαντα, τ. 1, Παρίσι 1928, σ. 182.

[66]. S. Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 2003 [1968], σ. viii· ελλ. μετάφραση, S. Runciman, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, Γκοβόστης, Αθήνα 2010, σ. 11.

[67]. M.-H. Blanchet, GeorgesGennadiosScholarios (vers 1400-vers 1472)ArchivesdelOrientChrétien 20, Institut Français d’Études Byzantines, Παρίσι 2008, σ. 109.

[68]Γενναδίου Θρῆνος…, Σχολαρίου Ἅπαντα, τ. 1, Παρίσι 1928, σσ. 285-286.

[69]Περὶ τῆς μονῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν σωτηρίανΣχολαρίου Ἅπαντα, τ. 3, Παρίσι 1930, σ. 452.

[70]. Πλάτων, Εὐθύφρων, 3b, 6a-c· Ἀπολογία Σωκράτους, 26b.

[71]Σχολαρίου Ἅπαντα, τ. 4, Παρίσι 1935, σ. 488.

[72]. Αριστοφάνης, Νεφέλαι, στ. 1497-1502.

[73]. Αριστοφάνης, Νεφέλαι, στ. 1506-7.

[74]. E.C. Kopff, «Nubes 1493ff: Was Socrates murdered?», Greek, Roman, and Byzantine Studies 18 (1977), σ. 116· M. Straus, «Aristophanes’ Clouds in its Ritual Setting», Leeds International Classical Studies 10,1 (2011), σ. 2, σημ. 11.

[75]. C. Livanos, «The Conflict between Scholarios and Plethon: Religion and Communal Identity in Early Modern Greece», στο G. Nagy, A. Stavrakopoulou (εκδ.), Modern Greek Literature: Critical Essays, Routledge, Νέα Υόρκη 2003, σ. 26.

[76]ΝόμωνΓ΄λα΄Περὶδικῶν, Patrologia Graeca, 967B· C. Alexandre, ΠλήθωνοςΝόμωνΣυγγραφήτὰΣῳζόμενα, Παρίσι 1858, σ. 126· Δ.Κ. Χατζημιχαήλ, ΓεώργιοςΓεμιστόςΠλήθωνΝόμωνΣυγγραφή, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 212.

[77]. Γ. Ζωγραφίδης, «Ο Παντοκράτωρ Ζευς του Πλήθωνος, Ενολογία, Μοναρχία, Πολυθεϊσμός», Αριάδνη, Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τ. 10, σ. 123.

[78]. Για την χρήση του ονόματος «Έλλην» με εθνική σημασία, ήδη από τον 7ο αιώνα, σε βυζαντινά εκκλησιαστικά κείμενα βλ. Δ. Τσουγκαράκης, «Η Συνείδηση της Ταυτότητας των Κοινοτήτων της Κρήτης στη Βυζαντινή Εποχή και στην Πρώιμη Βενετοκρατία», στο Πεπραγμένα Θ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, (Ελούντα, 1-6 Οκτωβρίου 2001), Κεντρικές Εισηγήσεις, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 2006, σσ. 31-32.

[79]. Λ. Μαυρομμάτης, «Ρωμαϊκή Ταυτότητα, Ελληνική Ταυτότητα (ΙΓ΄-ΙΕ΄ αἰ.)», Σύμμεικτα 7 (1987), σ. 190.

[80]Ἐπιτάφιος ἐπὶ τῇ βασιλίσσῃ Ἑλένῃ τῇ Παλαιολογίνῃ, Patrologia Graeca, τ. 160, 953D.

[81]. Patrologia Graeca, τ. 160, 953Α.

[82]. V. Hladký, The Philosophy of Gemistos Plethon. Platonism in Late Byzantium, between Hellenism and Orthodoxy, Ashgate, Φάρναμ-Μπέρλιγκτον 2014, σ. 14.

[83]. Patrologia Graeca, τ. 160, 860Α.

[84]. V. Hladký, The Philosophy of Gemistos Plethon…, ό.π., σ. 14.

[85]. Θ.Στ. Νικολάου, Αι περί Πολιτείας καὶ Δικαίου Ιδέαι του Γ. Πλήθωνος ΓεμιστούΒυζαντινά Κείμενα και Μελέται 13, Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 101.

[86]. Πλάτων, Γοργίας, 527a-527b.

[87]. Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, 68.

[88]. Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, 81.

[89]ΣχολαρίουἍπαντα, τ. 1, Παρίσι 1928, σ. 225.

[90]ΣχολαρίουἍπαντα, τ. 1, Παρίσι 1928, σ. 261.

[91]. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Πλάτων Πολιτεία, Πόλις, Αθήνα 2002, σσ. 845-846.

[92]. Πλάτων, Πολιτεία Ε΄, 470c.

[93]. Ν. Δεμερτζής, Ο Λόγος του Εθνικισμού, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1996, σ. 130.

[94]. Α. Λιάκος, «Καιρός να φτιάξουμε τους Έλληνες;», εφ. Το Βήμα, 3-4-2005.

[95]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό, Το Χρονικό μιας ΙστορίαςΑτροπός 11, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2012, σσ. 54-55.

[96]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σσ. 62-63.

[97]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 72.

[98]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 77.

[99]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 81.

[100]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σσ. 115-117.

[101]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σσ. 118-120.

[102]. Στην ομιλία που εκφώνησε το 1681-1682, όταν χειροτονήθηκε ιερέας στη Βενετία από τον περίφημο μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γεράσιμο Βλάχο, τον οποίον είχε χαρακτηρίσει ως «φῶς διαυγέστατον ὅλης τῆς Ἑλλάδος», «φωστήρα λαμπρότατο τῆς ἐσχάτης Ἑλλάδος μας» και «καύχημα ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ γένους»: Κ.Ι. Δυοβουνιώτης, «Μελετίου Μητροπολίτου Αθηνών Ομιλία περί Ιερωσύνης», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 14 (1938), σ. 156.

[103]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 131.

[104]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σσ. 88-89.

[105]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 133.

[106]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σσ. 88-89.

[107]. Σε ομιλία του, το 1767, προς το απλό και εν πολλοίς αγράμματο εκκλησίασμα του πατριαρχικού ναού, σε άκρως δημώδη γλώσσα, οπού τους διαφώτιζε ότι εκείνοι ήταν το μεγάλο και σπουδαίο γένος των Ελλήνων: «Καὶ ἡμεῖς, τὸ μέγα ποτὲ καὶ ἐπιφανὲς τῶν Ἑλλήνων γένος, τὸ ἀπὸ τοῦ Εὐξείνου Πόντου ἕως τοῦ Ἀδριατικοῦ κόλπου καὶ Σικελίας ξεχειλισμένον, κινδυνεύει εἰς ὀλίγον καιρὸν νὰ σβήσει, να ἐξαλειφθεὶ καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν εὐρυχωροτάτην πατρικὴν του γῆν, τὴν Ἑλλάδα»: [Σαμουήλ Χαντζερής], Διαταγαί Γάμων, χ.τ. 1767, σ. ν΄· Γ. Βαλέτα, Λόγοι Πατριωτικοί Απλοσύνθετοι, Έκδ. Βιβλία Πηγής, Αθήνα 1948, σσ. 55-56.

[108]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 93.

[109]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σ. 71.

[110]. Βλ. σχ. Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό…, σσ. 130-131.

[111]. S. Runciman, LostCapitalofByzantiumTheHistoryofMistraandthePeloponnese, Harvard University Press, Κέιμπριτζ, Μασ. 2009 [1980], σσ. 102-103· ελλ. μετάφραση, S. Runciman, Μυστράς, Ινστιτούτο του Βιβλίου Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2003, σ. 133.

[112]. Runciman, The Great Church in Captivityό.π., σ. 410· ελλ. μετάφραση S. Runciman, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσίαό.π., σ. 476.

[113]. D. Brewer, The Flame of Freedom, The Greek War of Independence, 1821-1833, John Murray, Λονδίνο 2001, σ. 3· ελλ. μετάφραση, D. Brewer, Η Φλόγα της Ελευθερίας, Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία1821-1833, Ενάλιος, Αθήνα 2004, σ. 26.

[114]. D. Halikiopoulou, Patterns of Secularization: ChurchState and Nation in Greece and the Republic of Ireland, Ashgate, Φάρναμ-Μπέρλιγκτον 2011, σ. 47.

[115]. D. Dakin, «The Formation of the Greek State, 1821-33», στο R. Clogg (εκδ.), The Struggle for Greek independence, Essays to Mark the 150th Anniversary of the Greek War of Independence, Macmillan, Λονδίνο 1973, σ. 157.

[116]. P.W. Barker, Religious Nationalism in Modern Europe, If God be for usRoutledge Studies in Nationalism and Ethnicity, Routledge, Άμπιγκτον-Νέα Υόρκη 2009, σ. 140.

[117]. Ε.Α. Ζαχαριάδου, Δέκα Τουρκικά Έγγραφα…, ό.π., σ. 24.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.