Ο Γ. Σεφέρης και οι παλινωδίες της κριτικής (Α’ Μέρος)

Γράφει ο Σπύρος Κουτρούλης

«Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς

ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.»

Γ.Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά-Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’


Τις τελευταίες δεκαετίες  ο Γ.Σεφέρης και η γενιά του ’30 γίνονται αντικείμενο  της αποδομητικής κριτικής και τοποθετούνται στο ζύγι ενός παράδοξου «αριστερόμετρου».  Επιχειρείται να  αξιολογηθεί  η αισθητική αξία  και σημασία του δοκιμιακού τους λόγου με τα ιδεολογικά κριτήρια μιας υποτιθέμενης πολιτικής ορθοδοξίας.

          Παραδόξως η «γενιά του ‘30» θεωρείται  μύθος ή μυθολογία παρότι όσοι συμμετείχαν σε αυτή και υπαρκτά πρόσωπα υπήρξαν και έργο δημοφιλές όσο και σημαντικό παρουσίασαν. Ένα δεύτερο επιχείρημα που εγείρεται εναντίον τους είναι η επιρροή   που δέχθηκε όχι μόνο από τον μοντερνισμό αλλά και από τον τόπο που έζησαν και την παράδοση του. Βεβαίως το τελευταίο λαμβάνει ως πραγματικότητα ότι ζούμε σε ένα αεθνικό κόσμο, όπου οι ποιητές θα πρέπει να λειτουργούν ως αποξενωμένα άτομα που δεν θα θρέφονται και από τις εμπειρίες του τόπου τους και της παράδοσης του.

          Ο Σεφέρης όπως και οι περισσότεροι στοχαστές της γενιάς του ’30 ήταν βενιζελικοί ή βενιζελογενείς ή δραστήριοι στην συνέχεια κεντρώοι όπως ο Γ.Θεοτοκάς[1]. Στα πρώτα χρόνια της εμφάνισης τους μπήκαν στο ζύγι του «πατριδόμετρου» και κατηγορήθηκαν από άλλους συγγραφείς όπως ο Τάκης Παπατσώνης για ξενομανία, ανεπαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Μάλιστα προέτρεπαν να ληφθούν κατασταλτικά μέτρα εναντίον τους όπως συνέβαινε στην τότε φασιστική Ιταλία. Ο Τίμος Μαλάνος, μετά την ρήξη του με τον Σεφέρη σε επιστολή του από την Αλεξάνδρεια, στις 27.2.1950, προς τον Γ.Κατσίμπαλη, τον κατηγορεί γιατί θεωρείται ως ο «Έλιοτ της Ελλάδας», γεγονός που δείχνει την ασφυχτική ξένη επίδραση που τον αποτρέπει να «είναι ένας σπουδαίος ποιητής της Ελλάδας»[2]. Στο περίφημο διάλογο Σεφέρη-Τσάτσου, ο δεύτερος επικρίνει την μοντέρνα ποίηση αφενός με το ίδιο επιχείρημα   της αποξένωσης από τον ελληνισμό και αφετέρου για σχετικισμό. Ο Κ.Τσάτσος από το πρώτα βήματα του διαλόγου, στο δοκίμιο «Πριν από το ξεκίνημα» (περιοδικό Προπύλαια, Απρίλης 1938) θα συμπεράνει πως «στης πρωτοποριακής κίνησης τα έργα μόλις διακρίνεται η σφραγίδα της ελληνικότητας. Το δούλεμα του γλωσσικού οργάνου, αντί να συνεχίζεται, οπισθοδρομεί. Η αγάπη και η γνώση της γλώσσας αμβλύνεται, και χωρίς αντίρρηση ανακατεύεται η καθαρεύουσα με τη δημοτική, έτσι που η γλώσσα των πρωτοπόρων ποιητών, με αυτό το τυχαίο και άχαρο μίγμα, κατάντησε να είναι λιγώτερο ελληνική από τη γλώσσα των παλαιότερων. Θαρρώ και πως οι εκφραστικές μορφές τους έχουν μια πολύ αμφίβολη σχέση με το πνεύμα και τη ζωή μας»[3].  Το οξύμωρο είναι πως όσοι έγραψαν τόμους για να καταδικάσουν τον υποτιθέμενο ελληνοκεντρισμό του Γ.Σεφέρη, δεν έγραψαν αντίστοιχο έργο για να εναντιωθούν στον πράγματι ελληνοκεντρικό Κ.Τσάτσο.

         Βεβαίως η ιστορία επεφύλασσε πολλές εκπλήξεις. Ο Κ.Τσάτσος θα συλληφθεί και θα εξοριστεί από την δικτατορία Μεταξά, ενώ αν και ελληνοκεντρικός θα είναι από τους πολιτικούς που θα επιδιώξουν και θα επιτύχουν την ένταξη της χώρας μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ο Σεφέρης, ως πρέσβης στο Λονδίνο θα διαφωνήσει με την Συμφωνία της Ζυρίχης και θα συγκρουστεί με τον πολιτικό του προϊστάμενο Ε.Αβέρωφ. Όταν μερικά χρόνια αργότερα θα γυρίσει στην Αθήνα με το πρώτο ελληνικό Nobel  στις αποσκευές του στο αεροδρόμιο δεν θα τον περιμένει κανείς για να τον τιμήσει.

          Επιγραμματικά το κατόρθωμα του Γ.Σεφέρη και της γενιάς του ’30  είναι ότι με τον μοντερνισμό ανανέωσαν ριζικά την ελληνική ποίηση και συγχρόνως ανέδειξαν πλευρές του ελληνισμού που δεν είχαν αναδειχθεί επαρκώς ή είχαν αποσιωπηθεί όπως ο Μακρυγιάννης και ο Θεόφιλος. Όμως η αναγνώριση τους δεν θα περιοριστεί στη χώρα μας, αλλά ούτε κυρίως σε αυτή. Οι πολλαπλές μεταφράσεις, οι πολλές σημαντικές μελέτες όπως του Ο.Μερλιέ, του Ε.Κήλυ και του Μ.Βίττι  αποδεικνύουν την διεθνή διάσταση και απήχηση του έργου του Σεφέρη. Ειδικά  ο τελευταίος θα αποφανθεί πως η σεφερική συλλογή «Μυθιστόρημα», «αποτελεί ένα ζωντανό οργανισμό πλήρη και αυτοτελή, μια συνειδητοποίηση της ζωής και της τέχνης από τις πιο γενναίες που γνώρισε ο δυτικός πολιτισμός ανάμεσα στους δύο μεγάλους πολέμους».[4]

          Η πρώτη εμφάνιση, παρά την άρτια κριτική παρουσίαση του νεαρού τότε Ανδρέα Καραντώνη, και την θετική σύσταση του Κ.Παλαμά, ούτε εύκολη ήταν , ούτε βάδισε έναν δρόμο ανέφελο και απαλλαγμένο δυσκολιών, αφού αντιμετωπίστηκε σε αρκετές περιπτώσεις με περίσκεψη ή και με αρνητισμό ή και με ειρωνεία και επιθετικότητα όπως έγινε με την εμφάνιση της ποίησης του Α.Εμπειρίκου και του Ν.Εγγονόπουλου. Όμως  θα επηρεάσουν αναμφίβολα την πρώτη μεταπολεμική γενιά πολλοί εκ της οποίας προέρχονται από την αριστερά.

          Στο τιμητικό τόμο για τα τριάντα χρόνια της «Στροφής» που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1961, δεν θα γράψει επαινετικά μόνο ο παλιός οξύς επικριτής του ο Τ.Παπατσώνης[5] ή ο Ζήσιμος Λορεντζάτος με το εμβληματικό δοκίμιο «Αναζητώντας το χαμένο κέντρο», αλλά και ευάριθμοι που προέρχονται από την αριστερά: ο Μ.Αυγέρης, ο Ν.Βρεττάκος, η Ν.Αναγνωστάκη, ο Σ.Τσίρκας, ο Α.Αργυρίου, ο Γ.Δάλλας, ο Τ.Σινόπουλος,ο Γ.Παυλόπουλος. Το συλλογικό αυτό εγχείρημα αποτελεί, δίχως αμφιβολία, σταθμός στην κριτική του σεφερικού έργου, όχι μόνο του ποιητικού αλλά και των δοκιμίων τού αλλά και των «Μερών» που είναι εξίσου πολύτιμες για την κατανόησή του. Ο Τ.Παπατζώνης  γράφει πως αυτός και ο Γ.Σεφέρης είναι «δύο φίλοι, που ανάλωσαν το  πέρασμα της ζωής τους ποιώντας «ανάγλυφα μιάς τέχνης ταπεινής» και που το έργο τους το οποιοδήποτε ήταν και μένει ο Συνέκδημος αυτού του περάσματος»[6].  Ο Ν.Γ.Πεντζίκης  επισημαίνει «κατανοώ όλα τα συμφραζόμενα της ποιήσεως του σαν κινήσεις χορευτικές. Ο ποιητής Σεφέρης χορεύει, όπως καταλαβαίνουμε ότι άλλεται η καρδιά, μελετώντας ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα»[7]. Στην ίδια κατεύθυνση ο Νάσος Βαγενάς το 1979 θα εκδώσει την εμβληματική του μελέτη «Ο ποιητής και ο χορευτής-μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη»(εκδόσεις Κέδρος), η οποία θα αποτελέσει σταθμός στην κριτική του σεφερικού έργου. Ο M.Vitti στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της μονογραφίας  του για τον Σεφέρη επισημαίνει «πριν ακόμα κλείσει χρόνος από την κυκλοφορία του δικού μου βιβλίου , ήρθε Ο ποιητής και ο χορευτής του Νάσου Βαγενά. Αυτή η μονογραφία σημειώνει ένα από τα πιο θετικά αποτελέσματα στο χώρο της ελληνικής κριτικής, κυρίως χάρη σε μια ευτυχή σύμπραξη: οι τυπικές προδιαγραφές των ξένων πανεπιστημίων βρήκαν εδώ πλήρη ανταπόκριση στις ατομικές ικανότητες του ερευνητή για ένα θέμα σύγχρονης ποίησης⸱ η εργασία είναι πλούσια και η επίδειξη ερευνητικού ζήλου πειθαρχημένη»[8]. Στην ίδια κατεύθυνση ο Edmund Keeley συμπεραίνει ότι η μελέτη του Νάσου Βαγενά  «φαίνεται πως είναι η καλύτερη διερεύνηση του έργου του ποιητή, εκτάσεως βιβλίου που εμφανίστηκε στην Ελλάδα. Τη χαρακτηρίζει ιδιαίτερη οξυδέρκεια στην κατάδειξη της φύσεως των σχέσεων του ποιητή με τη γαλλική λογοτεχνία και με τους σχετικούς ποιητές της σύγχρονης ελληνικής παράδοσης»[9].

          Ο Μ.Αυγέρης, επιστρέφοντας στο αφιέρωμα της «Στροφής», επισημαίνει πως το «έργο του Γιώργου Σεφέρη είναι από τα κορυφαία μέσα στη νέα μας ποίηση. Από τους πρώτους  ακόμα νεανικούς στίχους του έκαμε εντύπωση η πρωτοτυπία και η πυκνότητα της έκφρασής του κ’ ήταν φανερή η τάση του ν’ ανοίξει νέους δρόμους. Σε λίγο θα δικαιολογούσε περισσότερο αυτή την πρώτη εντύπωση, γιατί απότομα παράτησε την παραδομένη ποιητική μορφή κ’ εγκαινίασε πρώτος αυτός στον τόπο μας το νέο είδος της πολυρρυθμικής ποίησης, που δε χρησιμοποιεί τα μέτρα και τ’ άλλα καθιερωμένα μουσικά στοιχεία της παλιάς ποίησης. Το νέο αυτό ποιητικό είδος, που είχε πλατειά διάδοση στη δυτική ποίηση από κάμποσα χρόνια πρωτήτερα, γενικεύτηκε γρήγορα και στον τόπο μας κάτω από την ισχυρή επίδραση της ποίησης του Σεφέρη»[10]. Ο ξεριζωμός του Σεφέρη θα διαμορφώσει την απαισιόδοξη και μελαγχολική τάση του: «απάνω στην πρώτη του νεότητα γνώρισε μια καταστροφή, που ξερίζωσε ένα λαό από τον τόπο όπου ζούσε τρείς χιλιάδες χρόνια και ξερίζωσε και το Σεφέρη με το σπίτι του. Ξαφνικά είδε τους πατριώτες του να πέφτουν στην άκρα δυστυχία, ν’ αλλάζει ριζικά κ’ η δική του τύχη και γίνεται κι αυτός φερέοικος. Ο Σεφέρης είναι ένας εξόριστος απ’ ό,τι ήταν δικό του και οικείο, απ’ ό,τι  σημαντικό γι’ αυτόν και για την πατρίδα του: έχασε τα «τιμιώτατα», ό,τι αποτελούσε τον κόσμο του. Από τότε, και μόλις πήρε συνείδηση του χώρου όπου στο εξής θα ήταν αναγκασμένος να ζει, έγινε μελετητής ερειπίων»[11]. Τελικά, ο Μ. Αυγέρης συμπεραίνει «στο βάθος αυτής της ποίησης που μιλάει μ’ απελπισμένα λόγια, υπάρχει ένας πονεμένος πατριώτης, που όλες οι έγνοιες κ’ οι ανησυχίες του είναι για την τύχη της χώρας του⸱βλέπει τον κόσμο που την κυβερνά χωρίς ψευδαίσθηση. Η ποίηση του είναι μια απελπισμένη πατριωτική ποίηση στην πλατύτερη σημασία αυτής της έννοιας⸱ μόνο που περιορίζεται στη μελέτη, στους απόμονους στοχασμούς και στη θεώρηση»[12].

          Ο Ν.Βρεττάκος  επίσης τονίζει «το βλέμμα του Σεφέρη, καθαρά ελληνικό, αποχτά μιάν ευρωπαϊκή ευρύτητα. Είναι ένας Έλληνας του κόσμου…Η συμβολή του Σεφέρη στη νεοελληνική γραμματολογία είναι διπλή: αυτό που είπε και ο τρόπος που βρήκε να το ειπεί. Χρειάστηκε να μεταφέρει και να ανακατασκευάσει με τα δικά μας παραδοσιακά δεδομένα μια καινούργια ποιητική. Τόσο αξιοθαύμαστα νομίζω πως κανείς άλλος δε θα τα κατάφερνε»[13].

          Η Ν.Αναγνωστάκη εξηγεί «αυτό που ζητούσαμε λοιπόν είταν μια φωνή θάμοιαζε με κείνη που πνίγαμε όλη μέρα και την ξαναβρίσκαμε όταν μέναμε μόνοι στα σκοτεινά, παραδομένοι στην πίκρα, στο παράπονο, στην αγανάκτηση και στον τρόμο. Ίσως γι’ αυτό η δική μας γενιά αγάπησε περισσότερο τους «μη ηρωϊκούς» μας ποιητές: τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Βάρναλη, τον Σεφέρη, που ήξεραν να πειθαρχούν σκληρά, χωρίς κανένα γλυκασμό, στη φυσική κάμψη της ραχοκοκκαλιάς, δίχως να χάνουν την περηφάνια του ανθρώπου»[14].

          Ο Σ.Τσίρκας, που από μια αρχική θεωρητική διαφωνία έγινε στην συνέχεια επιστήθιος φίλος του Γ.Σεφέρη ξεχωρίζει τίς  ομιλίες για τον Κ. Παλαμά και τον στρατηγό Μακρυγιάννη που έδωσε στο Κάιρο  κατά την διάρκεια του β’ παγκοσμίου πολέμου, μπροστά, όπως γράφει, σε χιλιάδες στρατευμένους και αστράτευτους Έλληνες, «που συνδυάζουν το βαθύ κριτικό κοίταγμα, με το κήρυγμα για περισσότερη ευθύνη, περισσότερη αρετή, περισσότερη αγάπη και φιλοπατρία»[15]. Τελικά συμπεραίνει «ποίηση ενός μεγάλου αγώνα, που είναι και μεγάλος πόνος συνάμα». Μ’ αυτή την έννοια, ο Σεφέρης μας έπεισε από καιρό, πως ο Καβάφης είναι όχι μόνο μεγάλος, αλλά κι εθνικός ποιητής. Μ’ αυτή την έννοια –πιστεύω από καιρό- κι ο Σεφέρης βρίσκεται στην ίδια κορυφή με τον Καβάφη»[16].

          Σε όλους  αυτούς τους στοχαστές της αριστεράς, η φιλοπατρία δεν είναι ψόγος, ούτε η σημασία του εθνική ποιητή είναι αφορμή για επίκριση ή προβληματισμό ή στοιχείο που μπορεί να ενεργοποιήσει αρνητικά τα πολιτικά και αισθητικά αντανακλαστικά.

          Την ίδια θετική κατεύθυνση ακολούθησαν οι μεταγενέστεροι κριτικοί: ο Δ.Μαρωνίτης, ο Ε.Καψωμένος, ο Μ.Μερακλής, ο Ν.Βαγενάς, o Μ.Αλεξανδρόπουλος, ο Μ.Δημάκης, ο Γ.Κιουρτσάκης, ο Δ.Καψάλης, ο Σ.Παύλου[17]. Ο Μ.Θεοδωράκης θα μεταμορφώσει την ποίηση του Σεφέρη  και του Ελύτη  σε τραγούδι και θα την κάνει γνωστή και προσιτή σε ένα κόσμο που διαφορετικά θα του ήταν άγνωστη. Λίγο πριν πεθάνει ο Σεφέρης έκανε την δήλωση κατά της στρατιωτικής δικτατορίας με την οποία προφήτεψε την κυπριακή τραγωδία. Οι έγκλειστοι στις φυλακές νέοι του «Ρήγα Φεραίου», δηλαδή της νεολαίας του ΚΚΕ εσωτ., που κάποιοι όπως ο Ν.Γιανναδάκης και ο Λ.Προγκίδης διακρίθηκαν στα επόμενα χρόνια ως συγγραφείς, εκδώσαν κάτω από τραγικές συνθήκες ένα μικρό τόμο αφιερωμένο στο Γ.Σεφέρη.

          Ο Νάσος Βαγενάς εύστοχα επισημαίνει: «κοινό σημείο συνάντησης –και, ως ένα βαθμό συρροής- αυτών των δύο ρευμάτων, της Θεωρίας και της «αριστερής» προσέγγισης, είναι η αξιολόγηση του έργου του Σεφέρη κυρίως με όρους ορθοπολιτικούς, ιδιαίτερα με το κριτήριο της συμμόρφωσης ή μη προς την απότιση φόρου τιμής στην έννοια της ετερότητας. Το έργο του Σεφέρη, σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, είναι ελληνοκεντρικό, δηλαδή εθνικιστικό, συνεπώς δεν ανταποκρίνεται στα ποιητικά –και φυσικά, όχι μόνο σε αυτά- αιτούμενα της εποχής μας, και ως εθνικιστικό είναι ουσιοκρατικό, τουτέστιν πολιτικά αντιδραστικό. (Η παλαιότερη «αριστερή» κριτική, πολιτικώς ορθή και εκείνη, βάσιζε την αρνητική κρίση της στη διάγνωση ακριβώς του αντιθέτου: ότι το έργο του Σεφέρη ήταν κοσμοπολιτικό, χωρίς καμμιά σύνδεση με τους πόθους του έθνους του και του λαού του). Κοινό, επίσης, χαρακτηριστικό αυτών των δύο ρευμάτων είναι η θεωρητικολογία, λιγότερο εκτεταμένη στην περίπτωση της «αριστερής» κριτικής και περισσότερο σ’ εκείνη της μεταμοντέρνας που πάσχει από θεωρητική διάρροια. Και στις δύο περιπτώσεις η θεωρητικολογία αυτή προκαλεί ένα είδος κριτικού γλαυκώματος, με αποτέλεσμα ο κριτικός να βλέπει στα κείμενα του Σεφέρη πράγματα που δεν υπάρχουν και να μη βλέπει πράγματα που υπάρχουν»[18].

          Ο Ε.Κήλυ συμπεραίνει πως  τα ελληνικά στοιχεία όχι μόνο να υπάρχουν στο έργο του Σεφέρη αλλά και  το καθορίζουν με θετικό τρόπο: «Ταυτόχρονα, ο Σεφέρης παρέμεινε Έλληνας ως το κόκκαλο. Συνέχισε να παράγει από την προσωπική του εμπειρία μεταφορές χρήσιμες για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα του έθνους του⸱ και συνέχισε να αποδίδει το πλατύ του όραμα μέσα από τα πιο αντιπροσωπευτικά στοιχεία της Ελλάδας: τα τοπία της, τους θρύλους της, τη δημοτική λογοτεχνική της παράδοση, το μυθικό και ιστορικό της παρελθόν. Τούτο αληθεύει, ως ένα σημείο, ακόμη για την πιο προσωπική του συλλογή, η οποία χαρακτηριστικά τιτλοφορείται Τρία κρυφά ποίηματα, όπου η φωνή είναι κάπως πιο σκοτεινή κι ακαθόριστη απ’ ό,τι έχουμε δει, κι όπου οι αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα είναι αυστηρά καλυμμένες»[19].

ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1] Ο Γ.Σεφέρης στην αρχή της διαδρομής, στις 20 Αυγούστου 1932, από το Λονδίνο γράφει στον Γ.Θεοτοκά με έναν τρόπο που τοποθετείται πέραν της αριστεράς και της δεξιάς: «Εκείνο που χρειάζεται σήμερα και από κάμποσο καιρό είναι δύο τρείς άνθρωποι που ανάμεσα στους σαλτιμπάγκους της αριστεράς ή της δεξιάς, ανάμεσα στις ρητορείες και στα κούφια λόγια, να ξεχωρίσουν τη σαπίλα και να ιδούν πως έχουμε τα υλικά για ν’ αντιμετωπίσουμε  ή να γονιμοποιήσουμε καθετί που μας προσφέρει η σύγχρονη ζωή. Για έναν άνθρωπο που έχει μέσα στη μοίρα του να ζήσει στην Ελλάδα (πνευματικά και σωματικά), για έναν άνθρωπο ορισμένου βαθμού εννοώ, οι καιρικές συνθήκες του τόπου δεν του προσφέρουν τίποτε (κοινό, δόξα, επιτυχία, χρήματα)⸱από τις αιώνιες υπάρχει μία, η ελληνική ιδέα διαρκής και πολύμορφη. Αν δε θέλει να πέσει στις κοσμικότητες ή στις δημοσιογραφίες, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος να ζήσει σε συνάρτηση μ’ αυτή την ιδέα»(Γ.Θεοτοκάς-Γ.Σεφέρης,  Αλληλογραφία 1930-1966, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1981, σελ.117,118).    

[2] Γ.Κ.Κατσίμπαλης-Γ.Σεφέρης, «Αγαπητή μου Γιώργο» – Αλληλογραφία (1924-1970),δεύτερος τόμος (1946-1970), επιμέλεια επιστολών- σχόλια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2009, σελ.199. Ο Γ.Κατσίμπαλης θα του απαντήσει με την επιστολή 4.3.1950, που αφού παραδεχθεί ότι ο Σεφέρης  έχει διδαχθεί πολλά από τον Έλιοτ, αλλά «μιμητής νέτα σκέτα» είναι «απαράδεκτη κατηγορία». Γιατί είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, όχι μόνο για την έντονη δέσμευση του Έλιοτ στη θρησκεία αλλά γιατί ο Σεφέρης στην ποίηση του περνά τα υποκειμενικά του στοιχεία όσο και της Ελλάδας, ώστε ο Warner στον πρόλογο της έκδοσης των ποιημάτων «θέτει αμέσως εξαρχής το ζήτημα στην πραγματική του θέση, για να δεις πόσο αυτοί ένιωσαν και ξεχώρισαν τη βαθιά ελλαδική υπόσταση και μυθολογία του Σεφέρη»(ό. π. σελ.200).

[3] Γ.Σεφέρης-Κ.Τσάτσος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμέλεια Λουκάς Κούσουλας, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1975, σελ.12,13.

[4] M.Vitti, Η γενιά του τριάντα, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 2012, σελ.163.

[5] Ο Τ.Παπατσώνης στην «Καθημερινή» της 13 Μαρτίου 1932 θα γράψει ένα ασυνήθιστα σκληρό, κι όχι απλά επικριτικό άρθρο, κατά της ποίησης του Γ.Σεφέρη και του κριτικού Α.Καραντώνη το οποίο μερικές δεκαετίες αργότερα θα αναθεωρήσει. Μεταξύ άλλων γράφει: «αυτή ήταν η κατάσταση, όταν βγήκε ο τόμος των ποιημάτων του κ.Γιώργη Σεφέρη «Στροφή», που προκάλεσε πολύν θόρυβο. Τα ποιήματα αυτά ακολούθησε ένας τριπλάσιος σε έκταση τόμος κριτικής του κ. Καραντώνη, αναλυτικός μέχρι ενδοσκοπήσεως. Και την κριτική ακολούθησε μία κριτική της κριτικής εγκωμιαστική στο «Ελεύθερο Βήμα». Βρισκόμαστε δηλαδή προ μιας Ιερής Συμμαχίας, τριπλής και αδιαίρετης. Αν ήμουνα ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής κι ήταν στο χέρι μου θα τους έκαιγα ζωντανούς και τους  τρεις, αφού πρώτα αποδείκνυα το έγκλημα. Δυστυχώς δεν είμαι. Πέρασαν οι ωραίοι εκείνοι καιροί….Όχι πως δεν έχει στίχους σπουδαίους και αξιοπρόσεχτους και στοχασμούς βαθειούς και ποιητικούς. Αλλά γιατί έχει δύο σπουδαία ελαττώματα: α) Είναι μίμηση μέχρι κλοπής ενός ξένου τρόπου, χωρίς την παραμικρότερη παραλλαγή και β) είναι κακή μίμηση. Το διανοητικό, το  συλλογιστικό μέρος είναι απόλυτα  και πανομοιότυπα απομιμημένο απάνω στα ξένα καλούπια του Μαλλαρμέ, του Βαλερύ, του Λέον Πώλ Φάργκ. Το γλωσσικό μέρος είναι απόλυτα αποτυχημένο στη μίμηση, είναι εξάμβλωμα…Αλλά ειδικά οι νέοι αυτοί σαν τον κ.Σεφέρη, για να έχουν τέτοιαν αναισθησία της ακοής και της γλωσσικής ωραιότητας, για ό,τι αφορά τη γλώσσα  μας, υποπτεύομαι για μόνη εξήγηση, πως ξέρουν πολύ καλά γαλλικά, αλλά δεν ξέρουν διόλου καλά τα ελληνικά τους. Ακόμη και τούτο, εγώ δεν βλέπω την αξία της ποίησης, όταν πρόκειται να μιμηθούμε τυφλά έναν ξένον τρόπο…Τελειώνω, παραθέτοντας, όσο για τη μίμηση των ξένων, απόσπασμα προκηρύξεως του Ιταλού Υπουργού της Παιδείας και των Καλών Τεχνών του 1926: «Οι Καλλιτέχναι πρέπει να προετοιμασθούν στη νέα δεσποτική λειτουργία που προορίζεται στην εθνική μας τέχνη. Περισσότερο από κάθε άλλο οφείλουμε κατηγορηματικά να επιβάλουμε μιαν αρχή ιταλικότητος. Όποιος αντιγράφει ξένον είναι ένοχος προσβολής του έθνους, ακριβώς καθώς ένας κατάσκοπος μπάζει τον εχθρό από κρυφές εισόδους μέσα στα εδάφη της Επικράτειας». Μήπως έχει μαζί του μέρος δικαίου;»(περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας,15 Οκτωβρίου 1972, τεύχος 1087, σελ.1567,1568).   

[6] Για τον Σεφέρη-Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1989, σελ.24.

[7] Ό. π. σελ.153.

[8] Mario Vitti, Φθορά και λόγος-εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2011, σελ.13.

[9] Έντουντ Κήλυ, Μύθος και φωνή στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, μετάφραση Σπύρος Τσακνιάς, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1987, σελ.136,137.

[10] Για τον Σεφέρη-Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1989, σελ. 36.

[11] Ό. π. σελ.36.

[12] Ό. π. σελ.50.

[13] Ό. π. σελ.55.

[14] Ό. π. σελ. 232.

[15] Ό. π. σελ. 248.

[16] Ό. π. σελ. 249.

[17] Σ.Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, Λευκωσία 2005, σελ.533.

[18] Νάσος Βαγενάς, Ο Μαρωνίτης κριτικός του Σεφέρη, περιλαμβάνεται στο Ν.Βαγενάς, Κινούμενος στόχος-κριτικά κείμενα, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 168,169.

[19] Έντουντ Κήλυ, Μύθος και φωνή στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, μετάφραση Σπύρος Τσακνιάς, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1987, σελ.160.

, , , , , ,

1 thought on “Ο Γ. Σεφέρης και οι παλινωδίες της κριτικής (Α’ Μέρος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.