Ο δεύτερος βενετο-οθωμανικός πόλεμος (1499-1502)

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 36-37.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Ο θάνατος του Τζεμ αποδέσμευσε την εξωτερική πολιτική του Βαγιαζήτ Β΄, γεγονός το οποίο εκφράστηκε με ένα νέο βενετο-οθωμανικό πόλεμο. Το αίτημα για πόλεμο κατά της σχετικά αδύναμης Βενετίας προωθούνταν από τους στρατιωτικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης, και ταυτόχρονα εξέτρεπε την προσοχή πολιτικών ομάδων δυσαρεστημένων με τον Βαγιαζήτ. Ήδη από την επόμενη της είδησης του θανάτου του Τζεμ οι Οθωμανοί προχώρησαν σε σειρά προκλητικών ενεργειών με σκοπό να δημιουργήσουν τις συνθήκες και να βρεθούν οι αφορμές για σύρραξη με τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βαγιαζίτ β

Παράλληλα, πιέσεις στην Πύλη εναντίον της Βενετίας ασκήθηκαν από τον δούκα του Μιλάνου Lodovico il Moro, εχθρικά διακείμενο προς τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία. Είναι η πρώτη φορά που η απειλή της οθωμανικής επέμβασης χρησιμοποιήθηκε σε ζητήματα ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων, τακτική που στο μέλλον θα επαναληφθεί αρκετές φορές από Δυτικές δυνάμεις. Οι Οθωμανοί στην προσπάθειά τους να προκαλέσουν πόλεμο απαγόρευσαν την εξαγωγή σίτου προς τη Βενετία, κατέλαβαν το προστατευόμενο από τη Βενετία Μαυροβούνιο, συνέλαβαν βενετικό πλοίο με προσκυνητές για τους Άγιους Τόπους, άρχισαν να κατασκευάζουν νέο οθωμανικό στόλο στα ναυπηγεία της Κωνσταντινούπολης, και κουρσάρικα πλοία τους επέδραμαν στις βενετικές κτήσεις στη Δαλματία. Τελικά, το καλοκαίρι του 1499 οι Οθωμανοί κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Βενετίας. Οι Βενετοί είχαν ειδοποιηθεί από τον πρέσβη τους στην Κωνσταντινούπολη για τις οθωμανικές προθέσεις και είχαν ήδη λάβει κάποια μέτρα˙ αρχιναύαρχος διορίστηκε ο Αντόνιο Γκριμάνι (Antonio Grimani), τα πελοποννησιακά κάστρα ενισχύθηκαν και ξεκίνησαν επαφές για σύναψη συμμαχιών με τον πάπα, το βασίλειο της Νεάπολης και τη Γαλλία.


Ο πόλεμος είχε πολλά κοινά γνωρίσματα με την προηγούμενη βενετο-οθωμανική ένοπλη σύγκρουση. Οι επιχειρήσεις έλαβαν χώρα σε τρία μέτωπα, την Αλβανία, την Πελοπόννησο και το Αιγαίο, και είχαν το χαρακτήρα επιδρομών και πολιορκιών πόλεων. Στα δυτικά Βαλκάνια οι Οθωμανοί, ορμώμενοι από τη Βοσνία, εξαπέλυσαν καταστροφικές επιδρομές σε Κροατία και Δαλματία και τον Αύγουστο του 1501 κατέλαβαν το Δυρράχιο.

Οι Οθωμανοί έδωσαν μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέτωπο της Πελοποννήσου από ό,τι στην προηγούμενη αναμέτρηση. Αυτό φαίνεται και από τη μετακίνηση του οθωμανικού στόλου στις πελοποννησιακές θάλασσες με σκοπό τη στήριξη των χερσαίων επιχειρήσεων. Εκεί συνάντησαν το βενετικό στόλο που επίσης ναυλοχούσε κοντά στην Πελοπόννησο για να εξασφαλίσει ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς ανεφοδιασμού των βενετικών κτήσεων. Έτσι, ο πόλεμος στο πελοποννησιακό μέτωπο αρχικά πήρε τη μορφή αγώνα ανάμεσα στους δύο αντίπαλους στόλους.

Σε τρεις αλλεπάλληλες αμφίρροπες ναυμαχίες στις δυτικές ακτές της χερσονήσου, η πρώτη στο Ναβαρίνο και οι άλλες δύο στον Άραξο (12, 20 και 25 Αυγούστου 1499 αντίστοιχα) οι Βενετοί απέτυχαν να εξουδετερώσουν τον οθωμανικό στόλο. Ως αποτέλεσμα της ναυτικής αδυναμίας των Βενετών, ένας ογκώδης οθωμανικός στρατός επικεφαλής του οποίου ήταν ο ίδιος ο Βαγιαζήτ, πολιόρκησε το φρούριο της Ναυπάκτου, το οποίο παραδόθηκε με συνθήκη στις 29 Αυγούστου 1499. Μετά την κατάληψη του κάστρου, οι Οθωμανοί εδραίωσαν την κυριαρχία τους στον Κορινθιακό κόλπο χτίζοντας τα κάστρα του Ρίου και Αντιρρίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μεθώνη Κάστρο β βενετοτουρκικός


Τον επόμενο χρόνο οι Οθωμανοί εκστράτευσαν εναντίον της Μεθώνης, η οποία καθώς ήταν οχυρωμένη και επανδρωμένη με πολυάριθμη και αξιόμαχη φρουρά 7.000 ανδρών δύσκολα θα καταλαμβανόταν. Όμως η κακή φύλαξη των τειχών και ο ενθουσιασμός που προκάλεσαν τέσσερα βενετικά πλοία τα οποία σπάζοντας τον οθωμανικό ναυτικό κλοιό μπήκαν στο λιμάνι στις 9 Αυγούστου επέτρεψαν αρχικά σε λίγους και στη συνέχεια στο σύνολο των Οθωμανών να μπουν στην πόλη και να την καταλάβουν. Ακολούθησε γενική σφαγή των κατοίκων, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στο ηθικό των κατοίκων και των φρουρών των δύο γειτονικών κάστρων Ναβαρίνου και Κορώνης, τα οποία παραδόθηκαν αμαχητί. Αντιθέτως, η φρουρά του Ναυπλίου αντιστάθηκε γενναία και διέλυσε την οθωμανική πολιορκία. Η μόνη επιτυχία των Βενετών, σε συνεργασία με τον ισπανικό στόλο, ήταν η κατάληψη της Κεφαλονιάς τον Οκτώβριο του 1500. Οι Βενετοί ανακατέλαβαν ακόμη το Ναβαρίνο, αλλά το επόμενο έτος το απώλεσαν ξανά, ενώ στις 30 Αυγούστου 1502 κυρίευσαν το κάστρο της Αγίας Μαύρας, το οποίο όμως επέστρεψαν με βάση τη συνθήκη ειρήνης του επόμενου έτους. Στο μέτωπο του Αιγαίου έδρασε, όχι ιδιαίτερα αποτελεσματικά, ένας μικρός σταυροφορικός στόλος οργανωμένος από τον πάπα Αλέξανδρο Στ΄.

Αποτέλεσμα εικόνας για second othoman venetian war


Ο πόλεμος έληξε και πάλι επειδή η Βενετία αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στο κόστος συντήρησης των μισθοφορικών στρατευμάτων, η δε διαιώνισή του όχι μόνο δεν απέφερε κανένα εδαφικό όφελος αλλά κόστιζε ακόμη περισσότερο στη βενετική οικονομία λόγω της νέκρωσης του ανατολικού εμπορίου. Έτσι, στις 14 Δεκεμβρίου 1502 υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης σύμφωνα με την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε όλες τις νέες κατακτήσεις της σε Αλβανία και Πελοπόννησο, ενώ παράλληλα επικυρώνονταν τα προϋπάρχοντα εμπορικά προνόμια των Βενετών στην οθωμανική Ανατολή. Στην πράξη, η συνθήκη επικύρωνε ακόμη μία υποχώρηση του βενετικού κράτους από την ανατολική Μεσόγειο, καθώς η Γαληνοτάτη Δημοκρατία έχανε τα σημαντικότατα πελοποννησιακά λιμάνια της Μεθώνης και Κορώνης, τη Ναύπακτο στη Ρούμελη, και το Δυρράχιο στην Αλβανία. Από την άλλη, ο πόλεμος εδραίωσε τον ενεργό ρόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο ευρωπαϊκό consortium δυνάμεων, κυρίως ως φόβητρο και απειλή χρησιμοποιούμενη από τις εμπλεκόμενες χώρες στους Ιταλικούς Πολέμους. Τέλος, η σύγκρουση κατέδειξε την ανερχόμενη ναυτική αξία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς για πρώτη φορά ναυτικές δυνάμεις της αντιμετώπισαν ισότιμα τον ισχυρότερο βενετικό στόλο.


Στις αρχές του νέου αιώνα το οθωμανικό κράτος κλονίστηκε από μια μαζική και εξαιρετικά επικίνδυνη εξέγερση αντιφρονούντων στοιχείων στη Μικρά Ασία, τα οποία περιλάμβαναν μεγαλογαιοκτήμονες, άκληρους σπαχήδες, και κυρίως τα εχθρικά διακείμενα στις συγκεντρωτικές πολιτικές της Υψηλής Πύλης τουρκομανικά νομαδικά φύλα της κεντρικής μικρασιατικής στέπας. Πρόκειται για την εξέγερση των κιζιλμπάσηδων (kızılbaş), η οποία σύντομα πήρε θρησκευτικό χαρακτήρα, καθώς οι Τουρκομάνοι επαναστάτες ήταν ετερόδοξοι μουσουλμάνοι. Υποκινητής της εξέγερσης ήταν ο σάχης της Περσίας Ισμαήλ Σαφαββή, ιδρυτής της δυναστείας των Σαφαββιδών, δημιουργός ενός εκτεταμένου κράτους στην κεντρική Μέση Ανατολή και ηγέτης ετερόδοξων θρησκευτικών ταγμάτων με μεγάλη επιρροή στους Τουρκομάνους του οθωμανικού κράτους. Η επανάσταση ξέσπασε το 1511, όταν ο Ισμαήλ έστειλε στη Μικρά Ασία εκατοντάδες ιεροκήρυκες καλώντας τους ντόπιους σε εξέγερση κατά της σουνιτικής κεντρικής εξουσίας. Η εξέγερση επεκτάθηκε γρήγορα και σχεδόν ολόκληρη η Μικρά Ασία πέρασε στην εξουσία των σιιτών επαναστατών, ενώ τα στρατεύματα που στάλθηκαν από την Κωνσταντινούπολη για την καταστολή του κινήματος προσχώρησαν στους επαναστάτες. Η κατάσταση τέθηκε με μεγάλη δυσκολία υπό μερικό έλεγχο μετά από στρατιωτική επέμβαση των γενιτσάρων˙ οι κιζιλμπάσηδες υποχώρησαν στο Ιράν χωρίς όμως να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους για απελευθέρωση της Μικράς Ασίας από την οθωμανική κυριαρχία.


Ο Βαγιαζήτ ηλικιωμένος και άρρωστος αναγκάστηκε πιεζόμενος από τους γενιτσάρους να παραιτηθεί υπέρ του Σελήμ Α΄, του νεώτερου από τους τρεις γιους του. Για μία ακόμη φορά επιβεβαιώθηκε η κρίσιμη συμβολή του γενιτσαρικού σώματος στη διαδοχή του θρόνου και η ανάγκη εξασφάλισης της υποστήριξής του εκ μέρους του υποψήφιου διαδόχου.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.