Ο Δεύτερος Μεσσηνιακός Πόλεμος (Β’ Μέρος)

δείτε το Α’ μέρος ΕΔΩ

του Μανώλη Χατζημανώλη,

Κατά το τρίτο έτος του σκληρού πολέμου με την Σπάρτη ο Αριστομένης και οι Μεσσήνιοί του, έχοντας ήδη καταφέρει πολλά πλήγματα μέσα στην ίδια την Λακωνία, είναι έτοιμοι για την αποφασιστική μάχη με τους μισητούς Λακεδαιμόνιους. Μαζί του βρίσκονται οι άρχοντες της Υαμίας Ανδροκλής και Φίντας, ο ολυμπιονίκης Φάνης που έχει νικήσει στον μακρύ αγώνα δρόμου στην Ολυμπία και το σύνολο των Αρκάδων υπό τον βασιλιά τους Αριστοκράτη. Το ηθικό των Μεσσηνίων είναι υψηλότατο λόγω των προηγούμενων επιτυχιών τους και φιλοδοξούν να γίνουν κύριοι της ίδιας της Σπάρτης. Οι δύο στρατοί συναντιούνται στην θέση Μεγάλη Τάφρος, πιθανότατα στα σύνορα της Μεσσηνίας με την Λακωνία. Ο Αριστομένης με τους άντρες του τάσσονται στο δεξί κέρας, ενώ ο Αριστοκράτης με τους Αρκάδες του κατέχουν το κέντρο και το αριστερό της παράταξης. Τότε, κι ενώ οι Λακεδαιμόνιοι έχουν πλησιάσει σε απόσταση πλήγματος, ο Αριστοκράτης, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το ότι οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί για την επικείμενη μάχη, αποσύρει αιφνιδιαστικά τους πολεμιστές του αφήνοντας το μεσσηνιακό κέντρο και αριστερό κενά. Η κατάσταση γίνεται χειρότερη δε, όταν οι Αρκάδες υποχωρούν δια μέσου των μεσσηνιακών γραμμών μάχης προκαλώντας σύγχυση.

Με τους Αρκάδες να έχουν αποσυρθεί, οι Λακεδαιμόνιοι περικυκλώνουν εύκολα τους Μεσσηνίους, οι οποίοι κυριολεκτικά κατακρεουργούνται. Οι πολέμαρχοι Ανδροκλής, Φίντας και Φάνης πέφτουν μαχόμενοι, ενώ ο Αριστομένης και οι ελάχιστοι επιζώντες καταφέρνουν να σπάσουν τον κλοιό και να διαφύγουν προς την Μεσσηνία. Η κατάσταση φαίνεται πλέον ζοφερή, καθώς το άνθος του μεσσηνιακού στρατού έχει καταστραφεί. Όμως ο Αριστομένης καταφέρνει και πείθει τους συμπατριώτες του να εγκαταλείψουν μαζικά τις κοινότητές τους και να εγκατασταθούν στο όρος Είρα, στην δυτική χώρα νοτίως του ποταμού Νέδα, για να συνεχίσουν την αντίσταση από εκεί. Σύντομα οι Λακεδαιμόνιοι, αφού ανακαταλαμβάνουν την μεσσηνιακή πεδιάδα μετατρέποντας τους εναπομείναντες κατοίκους σε δουλοπάροικους είλωτες, ξεκινούν την πολιορκία των επιζώντων στην Είρα πιστεύοντας πως η υποταγή τους είναι απλά θέμα χρόνου.

Έχοντας εγκατασταθεί στο ορεινό οχυρό τους και αποκομμένοι από την υπόλοιπη Μεσσηνία, ο Αριστομένης και οι Μεσσήνιοί του σπάνε σε τακτική βάση τον σπαρτιατικό κλοιό και λεηλατούν τόσο την Λακωνία, όσο και την ίδια την μεσσηνιακή πεδιάδα αντιμετωπίζοντάς την πλέον ως εχθρική γη. Σύντομα, και καθώς η αντίσταση των Μεσσηνίων στην Είρα παρατείνεται, όλο και περισσότεροι Μεσσήνιοι νέοι καταφεύγουν στο πλευρό του μεγάλου στρατηλάτη τους, ο οποίος πλέον έχει σχηματίσει γύρω του έναν σκληρό πυρήνα τριακοσίων επιλέκτων νέων έτοιμων για όλα. Σιτηρά, κοπάδια και κρασί καταναλώνονται επί τόπου ή μεταφέρονται με υποζύγια στην Είρα μαζί με τους συλληφθέντες αιχμαλώτους και πωλούνται στις ελεύθερες ακόμα Πύλο και Μεθώνη στις ακτές. Η πεδιάδα του Παμίσου και οι συνοριακές περιοχές της Λακωνίας σύντομα ερημώνονται, καθώς οι Λακεδαιμόνιοι αδυνατούν λόγω των συνεχών επιδρομών να καλλιεργήσουν την γη. Έτσι ο πόλεμος που φαινόταν να έχει τελειώσει, συνεχίζεται για ακόμα έντεκα χρόνια μετά την μεσσηνιακή συντριβή στην Μεγάλη Τάφρο.

Ο συνεχιζόμενος πόλεμος και οι ελλείψεις λόγω των επιδρομών που καταστρέφουν την αγροτική παραγωγή προκαλούν πολιτική αναταραχή στην Σπάρτη, καθώς οι πολίτες που έχουν κτήματα στις πληγείσες περιοχές υποφέρουν ιδιαίτερα. Η παράλυση στην πόλη είναι τόση, ώστε ο Αριστομένης με τους τριακοσίους επιλέκτους του καταφέρνουν να φτάσουν κάποια νύχτα αθέατοι ως τις Αμύκλες, μία από τις πέντε κώμες που συνιστούν την πολιτεία της Σπάρτης, και να τις καταλάβουν. Οι Αμύκλες λεηλατούνται άγρια και οι Μεσσήνιοι εξαφανίζονται σαν φαντάσματα προτού φτάσουν οι ενισχύσεις από την Σπάρτη.
Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πόλη φέρνουν κοινωνικές αλλαγές, αφού η αριστοκρατία αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της την κατάσταση. Στο σώμα των Ομοίων, των Σπαρτιατών που έχουν πολιτικά δικαιώματα, εντάσσονται πλέον και οι αγρότες-οπλίτες, οι οποίοι ενώ επωμίζονταν ως τότε τα βάρη του πολέμου ήταν εκτοπισμένοι από την πολιτική ζωή. Ταυτόχρονα παίρνει την τελική μορφή της και η Μεγάλη Ρήτρα, το πολιτικό πλαίσιο που είχε θεσπίσει ο ημιμυθικός Λυκούργος, και με βάση αυτήν ρυθμίζονται και επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις του δήμου με τα διάφορα πολιτειακά όργανα της πόλης, δηλαδή τους βασιλείς, την Γερουσία, την Απέλλα και τους Εφόρους. Στους καινούριους πολίτες κατανέμεται γη στις κατακτημένες περιοχές, ενώ η παραδοσιακή πολιτική οργάνωση με βάση τις δωρικές φυλές (Υλλείς, Δυμάνες, Πάμφυλοι) καθίσταται σταδιακά παρωχημένη καθώς οι πολίτες κατανέμονται σε νέες πολιτικοστρατιωτικές περιφέρειες, τις ωβές. Η ολοκλήρωση κατ’αυτόν τρόπο της πολιτειακής και κοινωνικής δομής της Σπάρτης, εξασφαλίζει στην πόλη του Ευρώτα κοινωνική συνοχή και πολιτική σταθερότητα. Η Σπάρτη σε αντίθεση με άλλες μεγάλες πόλεις της εποχής δεν θα ζήσει τυραννίες, ούτε μεγάλες στάσεις μέχρι τον 5ο αιώνα, ενώ διαθέτει πλέον έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς οπλιτών της εποχής (άνω των 6.000 Ομοίων συν πολλαπλάσιο αριθμό περιοίκων που επιστρατεύονται ως οπλίτες).

Ενώ η Σπάρτη εξελίσσεται πολιτικοκοινωνικά μέσα από την φωτιά και το σίδερο, ο πόλεμος με τους Μεσσηνίους συνεχίζεται, με τον Αριστομένη να συνεχίζει τις επιδρομές στην Λακωνία. Σε κάποια από τις συμπλοκές όμως η τύχη του τον εγκαταλείπει. Καθώς καταδιώκονται από μεγάλο μέρος του σπαρτιατικού στρατού με τους δύο βασιλείς επικεφαλής, ο Αριστομένης και οι άνδρες του τελικά εγκλωβίζονται και στην άγρια μάχη που ακολουθεί ο Μεσσήνιος ήρωας πέφτει αναίσθητος όταν δέχεται μια πέτρα στο κεφάλι. Ο Αριστομένης και πενήντα από τους άνδρες του συλλαμβανονται αιχμάλωτοι και αφού μεταφέρονται δέσμιοι στην Σπάρτη, καταδικάζονται να γκρεμιστούν ως κοινοί εγκληματίες από τον Καιάδα.

Οι πενήντα σύντροφοι του Αριστομένη σκοτώνονται κατά την πτώση, όμως ο Αριστομένης καταφέρνει να επιβιώσει. Σύμφωνα με τον θρύλο, ένας μεγαλόσωμος αετός πετάει κάτω από τον Μεσσήνιο ήρωα και τον συγκρατεί κατά την πτώση, προσγειώνοντάς τον σώο στο έδαφος. Δυο μέρες αργότερα, κι ενώ ο Αριστομένης κείται μόνος στο σκοτάδι τυλιγμένος με τον μανδύα του και περιμένει τον θάνατο από την ασιτία και την έκθεση στα στοιχεία της φύσης, αντιλαμβάνεται μια αλεπού η οποία τρέφεται με τα πτώματα των νεκρών. Κατανοώντας πως το ζώο έφτασε εκεί δια μέσου κάποιου περάσματος και αφού καταφέρνει να την κάνει να τον πλησιάσει παριστάνοντας τον νεκρό, ο Αριστομένης αρπάζει την ουρά της. Τότε η αλεπού πανικόβλητη προσπαθεί να απομακρυνθεί προς την φωλιά της και μαζί της σέρνει και τον Αριστομένη. Πράγματι, μετά από κάποια ώρα φτάνουν σε μια τρύπα από όπου διακρίνεται φως. Αφού ελευθερώνει το ζώο, ο Μεσσήνιος ήρωας ανοίγει την τρύπα περισσότερο σκάβοντας με τα χέρια του και καταφέρνει να αναρριχηθεί σώος στην επιφάνεια. Η υποδοχή του από τους ενθουσιασμένους Μεσσήνιους που τον έχουν για νεκρό είναι πανηγυρική, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι αντιμετωπίζουν τις σχετικές αναφορές με δυσπιστία. Το λάθος τους όμως το αντιλαμβάνονται σύντομα.

Θορυβημένοι από την καθυστέρηση ενός σώματος Κορινθίων συμμάχων τους που θα τους ενίσχυε στην σχεδιαζόμενη έφοδο κατά της Είρας, οι Σπαρτιάτες στέλνουν ένα σώμα ανιχνευτών για να τους αναζητήσει. Οι ανιχνευτές ανακαλύπτουν πράγματι το κορινθιακό στρατόπεδο, όμως το θέαμα που αντικρίζουν εντός του είναι οικτρό: Το σύνολο της κορινθιακής δύναμης, πλην ελάχιστων κατατρομαγμένων επιζώντων, έχει εξοντωθεί κατά την διάρκεια της νύχτας από κάποιον άγνωστο εχθρό. Οι στρατηγοί Υπερμενίδης, Αχλαδαίος, Λυσίστρατος και Σίδεκτος ανακαλύπτονται νεκροί, ενώ εντός της λεηλατημένης σκηνής τους οι τρομοκρατημένοι ανιχνευτές βρίσκουν μήνυμα του Αριστομένη του ίδιου ότι επέστρεψε από τους νεκρούς για να τους φέρει την καταστροφή…

Παρά τις επιτυχίες του ο Αριστομένης δεν παύει να είναι παράτολμος και να φλερτάρει με τον θάνατο. Ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εορτάζουν στην Σπάρτη τα Υακίνθια και έχουν συνάψει ανακωχή σαράντα ημερών με τους πολιορκημένους Μεσσηνίους, ο Αριστομένης περιφέρεται χωρίς την σωματοφυλακή του έξω από το οχυρό της Είρας και πέφτει πάνω σε επτά Κρήτες μισθοφόρους των Σπαρτιατών, οι οποίοι τον συλλαμβάνουν αιχμάλωτο. Όμως η Τύχη εξακολουθεί να βρίσκεται στο πλευρό του Μεσσηνίου ήρωα. Καθώς οι Κρήτες τον μεταφέρουν δέσμιο στην Σπάρτη, κάνουν στάση για διανυκτέρευση στο σπίτι μιας Μεσσήνιας χήρας. Αναγνωρίζοντας ποιός είναι ο αιχμάλωτος που έχουν φέρει στο σπιτικό τους, η κόρη της χήρας μεθάει με κρασί τους Κρήτες και, όταν αυτοί αποκοιμούνται, κόβει με ένα στιλέτο τα δεσμά του Αριστομένη. Ελεύθερος πλέον, ο Μεσσήνιος ήρωας πέφτει σαν λέοντας πάνω στους κοιμισμένους μισθοφόρους και τους εξοντώνει. Θέλοντας να ανταμείψει την γενναία νεαρή, ο Αριστομένης την αρραβωνιάζει με τον υιό του Γόργο.

Η πτώση τελικά της Είρας θα ερχόταν όχι σαν αποτέλεσμα της πολιορκητικής τέχνης των Λακεδαιμονίων, ούτε της έλλειψης αυταπάρνησης των υπερασπιστών, αλλά μάλλον άδοξα, ως το αποτέλεσμα της μοιχείας μιας Μεσσήνιας. Ένας βοσκός, δούλος του Λακεδαιμόνιου Εμπέραμου που είχε δραπετεύσει από τον αφέντη του, συνήθιζε να βόσκει τα κοπάδια του στις όχθες του ποταμού Νέδα. Εκεί γνωρίζει την γυναίκα ενός Μεσσήνιου που έχει το σπιτικό της στους πρόποδες του όρους όχι μακριά από τον ποταμό και συνάπτει σχέση μαζί της. Προκειμένου να βρίσκεται μαζί της, έχει μάθει τις ώρες που ο άντρας της ανεβαίνει στο οχυρό για να εκτελέσει καθήκοντα φρουρού. Έτσι όταν η γυναίκα μένει μόνη στο σπίτι, αυτός πηγαίνει και συνευρίσκεται μαζί της.

Ένα βροχερό βράδυ λοιπόν που ο βοσκός έχει πάει κατά τα συνηθισμένα στο σπίτι της γυναίκας, αυτή αντιλαμβάνεται τον άνδρα της να επιστρέφει και κρύβει τον βοσκό μέσα στο σπίτι. Ανύποπτος ο απατημένος σύζυγος, στην ερώτησή της πώς και έχει γυρίσει νωρίτερα από το οχυρό, της εξηγεί πως λόγω της δυνατής βροχής οι φρουροί έχουν εγκαταλείψει τις επάλξεις, ενώ ο Αριστομένης λόγω ενός τραυματισμού κατά την διάρκεια μιας αψιμαχίας είναι κλινήρης και αδυνατεί να επιβλέψει τα πόστα, όπως συνήθιζε. Άλλωστε η νύχτα είναι ασέληνη και μια επίθεση εκ μέρους των Λακεδαιμονίων υπό αυτές τις συνθήκες φαίνεται απίθανη.

Ο βοσκός όταν τα ακούει αυτά σπεύδει στο στρατόπεδο των Λακεδαιμονίων και βρίσκει τον Εμπέραμο που τυχαίνει να εκτελεί καθήκοντα διοικητή της πολιορκίας. Αφού ζητάει συγχώρεση για την αυτομόλησή του, του αναφέρει όσα έχει μάθει από τον Μεσσήνιο. Ο Εμπέραμος θεωρεί την ευκαιρία πολύ καλή για να την αφήσει να πάει χαμένη και αμέσως κινητοποιεί τον στρατό. Μετά από δύσκολη πορεία μέσα στο σκοτάδι και την καταιγίδα που μαίνεται, οι Σπαρτιάτες φτάνουν στην μεσσηνιακή ακρόπολη και στήνουν σκάλες στα τείχη. Αναρριχούνται στις επάλξεις και εισέρχονται στο οχυρό με όποιον τρόπο μπορούν. Όταν οι Μεσσήνιοι παίρνουν είδηση τι συμβαίνει είναι ήδη πολύ αργά.

Οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται τους εισβολείς είναι ο Γόργος, ο Αριστομένης, ο ιερέας Θεοκλής και ο γιος του ο Μάντικλος, και μαζί με αυτούς ο Ευεργετίδας, άντρας με μεγάλη φήμη μεταξύ των Μεσσηνίων που έχει νυμφευτεί την αδελφή του Αριστομένη. Εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στους ήρωές τους, οι υπόλοιποι Μεσσήνιοι συνασπίζονται γύρω τους.

Με το ξημέρωμα ο Αριστομένης παρά τον τραυματισμό του και με τον ιερέα Θεοκλή δίπλα του, προσπαθεί να συνεγείρει τους Μεσσηνίους να δώσουν τον ύστατο αγώνα εναντίον του μισητού εχθρού και τους αναφέρει ως παράδειγμα την γενναιότητα των ανδρών της Σμύρνης και το πώς αυτοί εκδίωξαν τον Γύγη και τους βάρβαρους Λυδούς του όταν αυτοί εισέβαλαν στην πόλη τους. Οι Μεσσήνιοι με το κουράγιο που δίνει η απελπισία επιτίθενται εναντίον των Σπαρτιατών που έχουν καταλάβει θέσεις μέσα στο οχυρό της Είρας. Ακόμα και οι γυναίκες τους έχουν πάρει θέσεις στις στέγες των σπιτιών και εκσφεντονίζουν κεραμίδια και ό,τι άλλο μπορούν εναντίον των εχθρών. Όμως η δυνατή βροχή εμποδίζει την ορατότητα και καθιστά την παραμονή τους στις γλιστερές στέγες επικίνδυνη. Έτσι παίρνουν κι αυτές τα όπλα και μάχονται δίπλα στους άνδρες τους, οι οποίοι βλέποντάς τις να προτιμούν τον θάνατο από την ατίμωση, επιτίθενται με ακόμα μεγαλύτερη ορμή στους Σπαρτιάτες.

Οι Λακεδαιμόνιοι από την άλλη έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και την τύχη η θυελλώδης κακοκαιρία να πλήττει τους αντιπάλους στα πρόσωπά τους. Την ίδια στιγμή ο ιερέας Εκάς ερμηνεύει έναν κεραυνό που πέφτει στα δεξιά τους ως θετικό οιωνό και αναπτερώνει το ηθικό τους, αφού τους κάνει να πιστεύουν ότι ο θεός Ζευς είναι στο πλευρό τους.

Ο Εκάς, που φαίνεται ότι διαθέτει και κάποιο στρατιωτικό αξίωμα, αντιλαμβάνεται ότι λόγω της στενότητας του χώρου που δίνεται η μάχη, οι Λακεδαιμόνιοι δεν μπορούν αξιοποιήσουν το αριθμητικό πλεονέκτημα που διαθέτουν. Έτσι διατάζει τους άντρες των μονάδων των μετόπισθεν να αποσυρθούν στο στρατόπεδό τους, να γευματίσουν και να αναπαυθούν για να επιστρέψουν ξεκούραστοι το απόγευμα και να αντικαταστήσουν τις μονάδες που μάχονται στην εμπροσθοφυλακή.

Έτσι οι Λακεδαιμόνιοι είναι σε θέση να μάχονται με συνεχώς ξεκούραστους στρατιώτες, ενώ οι Μεσσήνιοι, υστερώντας σε αριθμούς, αρχίζουν να υποκύπτουν από την κούραση και την πείνα, καθώς μάχονται ακατάπαυστα μέσα στην κακοκαιρία επί τρία μερόνυχτα. Την αυγή της τέταρτης ημέρας κάθε οργανωμένη αντίσταση είναι πλέον στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο Θεοκλής ο ιερέας πέφτει μαχόμενος έχοντας εξοντώσει πολλούς εχθρούς, ενώ ο Αριστομένης, αφού οργανώνει μια τελευταία γραμμή άμυνας, καλεί τους υπόλοιπους Μεσσήνιους σε υποχώρηση. Έχοντας αφήσει τον υιό του Γόργο και τον Μάντικλο να ηγούνται της οπισθοφυλακής, ο ίδιος νεύοντας με το κεφάλι και κραδαίνοντας το δόρυ του καθοδηγεί τους επιζώντες στρατιώτες και τα γυναικόπαιδα διαμέσου της σπαρτιατικής γραμμής, σε μια μεγάλη ηρωϊκή Έξοδο. Βλέποντας την απελπισία τους και μην θέλοντας να αντιμετωπίσει ανθρώπους που έχουν φτάσει στα όρια της πολεμικής τρέλας, ο Εμπέραμος συνετά και με την συγκατάθεση του Εκάδα, αφήνει ασφαλές πέρασμα για τους φυγάδες Μεσσηνίους.

Μετά από έντεκα χρόνια πολιορκίας η Είρα, το τρομερό μεσσηνιακό οχυρό έχει πέσει. Ο Αριστομένης όμως ζει και είναι αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα ως το τέλος. Και καθώς έχει ορκιστεί να μην αφήσει σε ησυχία τους δυνάστες της πατρίδας του όσο είναι ζωντανός, είναι διατεθειμένος να φτάσει ως τις άκρες του γνωστού κόσμου για να εκδικηθεί…

(συνεχίζεται)

Πηγή: Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.