Ο Δεύτερος Μεσσηνιακός Πόλεμος (Γ’ Μέρος)

δείτε το Β’ μέρος ΕΔΩ

του Μανώλη Χατζημανώλη,

Καθώς οι φήμες για την πτώση της Είρας φτάνουν στην Αρκαδία, οι Αρκάδες απαιτούν από τον βασιλιά τους Αριστοκράτη να τους οδηγήσει άμεσα στην Μεσσηνία για να διασώσουν τους υπερασπιστές της. Αυτός όμως αρνείται, καθώς υποστηρίζει πως το μεσσηνιακό οχυρό έχει ήδη πέσει και δεν υπάρχουν επιζώντες. Όταν όμως τα νέα για την ύπαρξη Μεσσηνίων που έχουν διαφύγει σώοι επιβεβαιώνονται, η πλειοψηφία των Αρκάδων σπεύδει να υποδεχτεί τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες στο όρος Λυκαίο, έχοντας έτοιμα τρόφιμα και ρουχισμό. Οι κάτοικοι της Αρκαδίας δέχονται πράγματι τους Μεσσηνίους με μεγάλη φιλανθρωπία και τους προσφέρουν μια νέα πατρίδα στην χώρα τους, προτείνοντας την εγκατάστασή τους στις διάφορες πόλεις τους και την παραχώρηση γης σε κάθε οικογένεια ώστε να μπορεί να βγάζει τα προς το ζειν.

Η έκταση του σπαρτιατικού κράτους κατά την αυγή του 7ου αιώνα π.Χ.

Όμως για τον Αριστομένη κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με παραδοχή ήττας και, αφού διαλέγει πεντακόσιους από τους γενναιότερους πολεμιστές του, τους ρωτάει μπροστά στον Αριστοκράτη και τους Αρκάδες του αν είναι έτοιμοι να πεθάνουν μαζί του για να εκδικηθούν τους Λακεδαιμονίους. Όταν αυτοί κραυγάζουν πως είναι έτοιμοι για όλα, τους αποκαλύπτει το παράτολμο σχέδιό του: Καθώς η πλειοψηφία των Λακεδαιμονίων είναι στην Μεσσηνία, με άλλους να βρίσκονται ακόμα στην Είρα και άλλους να λεηλατούν την χώρα, αυτός και οι πεντακόσιοι άνδρες του θα εισβάλουν το ίδιο βράδυ στην Λακωνία και θα καταλάβουν την απροστάτευτη Σπάρτη!

Αν καταλάβουμε την Σπάρτη”, συνεχίζει ο Αριστομένης, “μπορούμε να δώσουμε πίσω στους Λακεδαιμόνιους αυτό που τους ανήκει και να λάβουμε αυτό μας πήραν. Αν αποτύχουμε θα πεθάνουμε μαζί, έχοντας κάνει ένα κατόρθωμα για το οποίο θα μας θυμούνται“.

Όταν τα λέει αυτά, τριακόσιοι διψασμένοι για δόξα Αρκάδες που τους έχει συνεπάρει ο λόγος του προσφέρονται να τον ακολουθήσουν. Οι θυσίες για την επιχείρηση όμως δεν είναι ευνοϊκές και έτσι ο Αριστομένης και οι καταδρομείς του ετοιμάζονται για αναχώρηση το επόμενο βράδυ. Στο μεταξύ όμως ένας αγγελιαφόρος από την Σπάρτη συλλαμβάνεται από κάποιους Αρκάδες και μεταφέρεται δέσμιος μπροστά στην συνέλευση των Αρκάδων. Εκεί αποκαλύπτεται πως ο άνδρας είναι δούλος του βασιλιά Αριστοκράτη και πως οι Λακεδαιμόνιοι έχουν πληροφορηθεί για το σχέδιο του Αριστομένη και είναι έτοιμοι για μάχη. Ο άνδρας τους παραδίδει και μια επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας πραγματικά παγώνει τους πάντες:

“Ο βασιλέας των Λακεδαιμονίων Ανάξανδρος προς τον βασιλέα της Αρκαδίας Αριστοκράτη, χαίρε!

Όπως γνωρίζεις, η αποχώρησή σου από την Μεγάλη Τάφρο δεν έμεινε χωρίς ανταμοιβή από τους Λακεδαιμόνιους. Την επιπλέον αμοιβή σου για την πληροφορία που μας στέλνεις τώρα θα την παραλάβεις σύντομα.”
Αν και υποπτεύονταν εξαρχής τον βασιλιά τους για την φιλολακωνική στάση του, οι Αρκάδες νιώθουν τέτοιον αποτροπιασμό για την προδοσία του Αριστοκράτη που αρχίζουν να τον λιθοβολούν επί τόπου, ενώ καλούν και τους Μεσσηνίους να τους ακολουθήσουν. Αυτοί αμήχανοι παρακολουθούν τον Αρκάδα βασιλιά να λιθοβολείται μέχρι θανάτου από τους ίδιους τους υπηκόους του, ενώ ο Αριστομένης, νικημένος όχι από τους εχθρούς του αλλά από την ανθρώπινη απληστία, κλαίει απαρηγόρητος… Οι Αρκάδες πετούν το τσακισμένο πτώμα του Αριστοκράτη εκτός συνόρων της Αρκαδίας βορά στους σκύλους και τα όρνεα, και εναποθέτουν στο ιερό του Λυκαίου Δία την εξής επιγραφή:

“Πράγματι, ο χρόνος έφερε την τιμωρία σε έναν άδικο βασιλιά που με την βοήθεια του Δία αποκαλύφθηκε ως ο προδότης της Μεσσηνίας. Γιατί είναι δύσκολο για έναν άνδρα να κρυφτεί από τον θεό. Χαίρε βασιλέα Δία και κράτα ασφαλή την Αρκαδία.”

Έλληνας οπλίτης του 7ου αιώνα π.Χ.

Αν και η γενιά του θα συνεχίσει να κυβερνάει στον αρκαδικό Ορχομενό τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αριστοκράτης φέρεται να είναι ο τελευταίος βασιλιάς μιας ενωμένης Αρκαδίας. Αναζητώντας την αλήθεια πίσω από τον μύθο, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως η κοινωνική άνοδος της αριστοκρατίας που καθιστά αυτή την εποχή τον θεσμό της ομηρικού τύπου βασιλείας παρωχημένο και η ταυτόχρονη ανάπτυξη αρκαδικών οικιστικών κέντρων ανταγωνιστικών προς τον Ορχομενό που αντιλαμβάνονται διαφορετικά την απειλή που συνιστά η ραγδαία αναπτυσσόμενη σπαρτιατική ισχύς, συντελούν στην τελική κυριαρχία των διαλυτικών τάσεων εντός αυτού του πρώιμου αρκαδικού “κοινού”. Ένα τέτοιο κέντρο που όντως θα μπει στους κατακτητικούς στόχους της Σπάρτης κατά τις επόμενες δεκαετίες θα είναι η Τεγέα, η αριστοκρατική τάξη της οποίας, νιώθοντας κυριολεκτικά στο σβέρκο της την καυτή ανάσα της Σπάρτης, σίγουρα βλέπει αυτήν την περίοδο με εξαιρετική καχυποψία τις καλές σχέσεις του βασιλικού οίκου του Ορχομενού με την δίδυμη σπαρτιατική βασιλεία. Η Αρκαδία δεν θα ξαναενωθεί ως ενιαίο κράτος παρά μόνο για ένα σύντομο διάστημα κατά τον 4ο αιώνα π.Χ, με τις φυγόκεντρες τάσεις να κυριαρχούν εν τέλει ξανά.

Ενώ συμβαίνουν αυτά στην Αρκαδία, και ύστερα από την εξόντωση και μιας πολεμικής ομάδας των Μεσσηνίων υπό τον γαμπρό του Αριστομένη Ευεργετίδα που εκτελεί επίθεση αυτοκτονίας στο στρατόπεδό τους στην Είρα ενώ ακόμα πανηγυρίζουν την νίκη τους, οι Λακεδαιμόνιοι ολοκληρώνουν επιτέλους την υποταγή της Μεσσηνίας (το 668 π.Χ κατά τον Παυσανία). Οι Μεσσήνιοι που δεν εγκαταλείπουν τους οικισμούς τους μετατρέπονται σε δουλοπάροικους των νέων Λακεδαιμονίων Ομοίων που λαμβάνουν κλήρους γης στην κατακτημένη χώρα. Οι παραλιακές πόλεις Πύλος και Μεθώνη εγκαταλείπονται από τους κατοίκους τους που καταφεύγουν στο επίνειο των Ηλείων Κυλλήνη. Στην θέση των παλαιών κατοίκων της Μεθώνης δε θα εγκατασταθούν Ναυπλιείς σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων που έχουν εκδιωχθεί πρόσφατα από την πατρίδα τους από τους κατακτητές Αργείους.

Όσο για τους Μεσσηνίους του Λυκαίου όρους, σύντομα δέχονται αγγελιαφόρους από τους συμπατριώτες τους που βρίσκονται στην Κυλλήνη, οι οποίοι ζητούν από τον Αριστομένη να τους οδηγήσει στην ίδρυση μιας νέας αποικίας στην Δύση.

Ο Αριστομένης αρνείται, καθώς έχει ορκιστεί να πολεμάει τους Λακεδαιμόνιους όσο ζει. Όμως στέλνει στην Κυλλήνη όσους Μεσσηνίους θέλουν να εγκαταλείψουν την Πελοπόννησο μαζί με τον Γόργο και τον Μάντικλο ως επικεφαλής τους. Αφού περνάνε τον χειμώνα στην Κυλλήνη, την επόμενη άνοιξη οι Μεσσήνιοι αρχηγοί αρχίζουν να συζητούν για το πού είναι καλύτερα να χτίσουν την νέα τους πατρίδα. Ο Γόργος, επηρεασμένος προφανώς από το όραμα για ανένδοτο αγώνα του πατέρα του, προτείνει την εγκατάστασή τους στην Ζάκυνθο, κτήση των Κεφαλλήνων, από όπου θα μπορούσαν να επιδράμουν στις ακτές της Λακωνίας με τα πλοία τους. Ο Μάντικλος του Θεοκλή από την άλλη ζητάει από τους Μεσσήνιους να ξεχάσουν την Πελοπόννησο και το μίσος κατά των Λακεδαιμονίων και να πάνε δυτικά στην Σαρδηνία, νησί μεγάλο και εύφορο.
Τότε σύμφωνα με τον Παυσανία, κι ενώ οι Μεσσήνιοι ακόμα διαφωνούν, φθάνει στην Κυλλήνη αγγελιαφόρος του τυράννου του Ρηγίου Αναξίλα, υιού του Αλκιδαμίδα από την Μεσσηνία που είχε εγκατασταθεί στο Ρήγιο μετά την άλωση της Ιθώμης κατά τον πρώτο πόλεμο με την Σπάρτη. Ο Ρηγίνος τύραννος τούς καλεί στην Ιταλία και τους προσφέρει για εγκατάσταση την σικελική πόλη Ζάγκλη, στο στενό μεταξύ της Ιταλίας και της Σικελίας, όπου βρίσκονται εγκατεστημένοι Σάμιοι και Χαλκιδείς πειρατές. Πράγματι, ο Αναξίλας νικάει τους Ζάγκλειους στην θάλασσα, ενώ οι Μεσσήνιοι υπό τον Γόργο και τον Μάντικλο διασχίζουν το στενό και τους πολιορκούν από την ξηρά. Σύντομα οι οχυρώσεις της Ζάγκλης πέφτουν και οι κάτοικοί της καταφεύγουν στους ναούς ως ικέτες. Ο Αναξίλας συμβουλεύει τότε τους Μεσσηνίους να εξοντώσουν τους Ζάγκλειους και να υποδουλώσουν τα γυναικόπαιδά τους. Όμως οι Μεσσήνιοι, θύματα και οι ίδιοι των Λακεδαιμονίων, αρνούνται να διαπράξουν μια τέτοια ιεροσυλία. Έτσι, αφού ανταλλάζουν εγγυήσεις και όρκους με τους παλιούς κατοίκους, εγκαθίστανται μαζί τους στην πόλη, την οποία σε ανάμνηση της πατρίδας τους πίσω στην Ελλάδα μετονομάζουν σε Μεσσήνη (664 π.Χ).

Η εκδοχή αυτή του Παυσανία έρχεται σε αντίθεση με την διήγηση του Ηροδότου και ελέγχεται για την ακρίβειά της. Ο τελευταίος τοποθετεί την τυραννία του Αναξίλα κατά τα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αιώνα π.Χ και σύμφωνα με την εκδοχή του, μετά το τέλος της Ιωνικής Επανάστασης το 494 π.Χ, την Ζάγκλη καταλαμβάνουν Σάμιοι και λοιποί Ίωνες πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τις πόλεις τους για να αποφύγουν τα περσικά αντίποινα. Λίγο μετά την άλωση της πόλης, ο Αναξίλας εκδιώκει από αυτήν τους Ίωνες και, αφού εγκαθιστά σε αυτήν νέους εποίκους, την μετονομάζει σε Μεσσήνη σε ανάμνηση της πατρίδας των προγόνων του.

Όποια κι αν είναι η αλήθεια, το μόνο σίγουρο είναι η αποχώρηση της πλειοψηφίας των Μεσσηνίων από την Πελοπόννησο και η εγκατάσταση πολλών από αυτούς στο Ρήγιο και στην Ζάγκλη/Μεσσήνη. Από την γραμμή αίματος αυτών ένας ή δύο τύραννοι με το όνομα Αναξίλας θα κυβερνήσουν το Ρήγιο, με αυτόν του 5ου αιώνα να εξαπλώνει την κυριαρχία του στην απέναντι σικελική ακτή και να συνάπτει συμμαχία με τον τύραννο της Ιμέρας Τήριλλο. Η σύγκρουσή τους μάλιστα με τους τυράννους Θήρωνα του Ακράγαντα και Γέλωνα των Συρακουσών θα εμπλέξει στα πολιτικά πράγματα της Σικελίας την ισχυρή Καρχηδόνα και θα οδηγήσει στα γεγονότα της κομβικής για την ιστορία της νήσου μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ).

Όσο για τον Αριστομένη, μετά την άρνησή του να οδηγήσει τους Μεσσήνιους στην Δύση εγκαθίσταται στην αυλή του βασιλιά Δαμάγητου της Ιαλυσού, στην νήσο Ρόδο. Σύμφωνα με την ιστορία του Παυσανία, την ίδια εποχή που ο Αριστομένης βρίσκεται για δικούς του λόγους στο Μαντείο των Δελφών, ο Ρόδιος βασιλιάς βρίσκεται επίσης εκεί για να λάβει χρησμό σχετικά με το ποιανού ηγεμόνα την κόρη πρέπει να λάβει ως σύζυγο. Η απάντηση που λαμβάνει από την Πυθία είναι “να νυμφευτεί την κόρη του γενναιότερου από τους Έλληνες”. Καθώς η φήμη για την ανδρεία του Αριστομένη έχει ξεπεράσει τα όρια της Πελοποννήσου, ο Δαμάγητος νυμφεύεται την τρίτη του κόρη, καθώς θεωρεί τον Μεσσήνιο πολέμαρχο μακράν τον πιο γενναίο από τους Έλληνες της εποχής του. Μετά από σύντομο διάστημα παραμονής στην Ρόδο, ο Αριστομένης που ποτέ δεν ξεχνάει την χαμένη πατρίδα του, σκοπεύει να επισκεφτεί τον βασιλιά της Λυδίας Άρδυ και των Μήδων Φραόρτη, ίσως με σκοπό να αποσπάσει χρηματική ή άλλη βοήθεια κατά των μισητών Λακεδαιμονίων. Τον προλαβαίνει όμως ο θάνατος από κάποια ασθένεια κι έτσι η Σπάρτη απαλλάσσεται από έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της Ιστορίας της. Εις μνήμην του ένδοξου πεθερού του, ο Δαμάγητος θα χτίσει λαμπρό τάφο στον οποίο έκτοτε θα αποτίονται από τους Ρόδιους τιμές ήρωα…

Σε μια εποχή αλλαγών όπου ο ελληνικός κόσμος διαμόρφωνε τον κλασικό του χαρακτήρα, ο Β’ Μεσσηνιακός Πόλεμος αποτέλεσε το μεταίχμιο μεταξύ του απερχόμενου κόσμου των ηρώων και του νέου των πόλεων-κρατών, με τον ήρωα Αριστομένη να είναι χωρίς αμφιβολία η δεσπόζουσα φυσιογνωμία του. Παράτολμος, αρειμάνιος και αλύγιστος αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους υποδουλωμένους Μεσσήνιους και όχι μόνο. Στους αιώνες που θα ακολουθούσαν, το επιφανές ροδιακό γένος των Διαγοριδών θα διεκδικούσε τον θρυλικό Μεσσήνιο ως πρόγονό του, υποστηρίζοντας την καταγωγή του από τον Διαγόρα, δισέγγονο του Δαμάγητου από την ένωσή του με την θυγατέρα του Αριστομένη. Οι ίδιοι οι Μεσσήνιοι θα επαναστατούσαν για ακόμα μια φορά το 464 π.Χ μετά από έναν μεγάλο σεισμό που θα ισοπέδωνε την Σπάρτη, ενώ ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας θα δήλωνε υπερήφανος το 370 π.Χ ως ο άνδρας που απελευθέρωσε την χώρα μετά από αιώνες σπαρτιατικής κυριαρχίας.
Όσο για την ίδια την Σπάρτη, αν και η ηγετική της τάξη επέδειξε την απαραίτητη πολιτική ευελιξία και αποφασιστικότητα ώστε να αναταπεξέλθει στην τεράστια δοκιμασία των Μεσσηνιακών Πολέμων, θα έπεφτε τελικά θύμα της ίδιας της της επιτυχίας. Έχοντας εξασφαλίσει την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα στην πόλη για τουλάχιστον δύο αιώνες και την ηγεμονία του σπαρτιατικού κράτους, ενός από τα μεγαλύτερα έκταση και πληθυσμό στον ελλαδικό χώρο, σε μεγάλο μέρος του ελληνικού κόσμου, η τάξη των Ομοίων θα περιχαρακωνόταν τελικά γύρω από τα προνόμιά της αρνούμενη πεισματικά να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που άλλαζε. Ο σταδιακός δε εκφυλισμός τους κατά τον 5ο αιώνα σε μια κλειστή πλουτοκρατική κοινωνία που διαρκώς συρρικνωνόταν θα είχε τραγικές συνέπειες για την πόλη του Ευρώτα, που από παράγοντας πολιτικής πρώτου μεγέθους στον ελληνικό κόσμο κατά τους 6ο και 5ο αιώνες θα υποβαθμιζόταν μετά και τον ακρωτηριασμό της πλούσιας Μεσσηνίας σε μια περιορισμένης σημασίας τοπική δύναμη της οποίας οι άλλοτε υπερήφανοι πολίτες θα αναγκάζονταν λόγω της φτώχειας τους να σταδιοδρομούν ως μισθοφόροι στους στρατούς των ανερχόμενων ελληνιστικών βασιλέων…

Τέλος.

Πηγές:
-Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις
-Ηρόδοτος, Ιστορίαι
-Σπάρτη: Οι Μεσσηνιακοί Πόλεμοι, εκδόσεις Στρατίκη
-Η Ιστορία των Ελλήνων, εkδόσεις Δομή
-Λήμματα στην wikipedia

Πηγή: Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.