Ο Ελληνισμός της Ρουμανίας

Γράφει ο Φάνης Μαλκίδης, στο Περιοδικό Ελλοπία, τ. 55, Ιούνιος-Αύγουστος 2001, σελ. 42-45.

Εισαγωγή

Η παρουσία των Ελλήνων στη σημερινή Ρουμανία χρονολογείται από την αρχαιότητα. Οι Μιλήσιοι ίδρυσαν τον 7ο αιώνα π.Χ. στις εκβολές του ποταμού Ίστρου (σημερινού Δούναβη) την πρώτη αποικία, με το όνομα Ίστρια, όπου ανευρέθησαν ερείπια ναών του Διός, του Απόλλωνος, του Ποσειδώνος, του Ερμή, της Δήμητρας κι άλλων αρχαίων ελληνικών θεοτήτων. Οι Μιλήσιοι ίδρυσαν και την πόλη Τόμις, τη σημερινή Κωνστάντζα, όπου βρέθηκαν νομίσματα που απεικόνιζαν μορφές αρχαίων θεών. Τον 6ο π.Χ. αιώνα πάλι οι Μιλήσιοι ίδρυσαν την πόλη Κάλλατις, τη σημερινή Μανγκάλια, της οποίας οι κάτοικοι είχαν την κοινή πανελλήνια θρησκεία1. Άλλες δύο σημαντικές αποικίες ήσαν η Αιγισσός, σημερινή Τούλτσεα, και η Αξιούπολη, σημερινή Τσερναβόντα, που μαζί με τις προηγούμενες τρεις απετέλεσαν μια συμμαχία, το «Κοινόν των Ελλήνων», με έδρα την Τόμι.

Συνεχώς τα ελληνικά πλοία προσέγγιζαν τις παράκτιες πόλεις, και ως συνέπεια υπήρξε η εγκατάσταση Ελλήνων, καταρχήν σε μικρό αριθμό, αλλά μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως η ροή προς τα βόρεια άρχισε να μεγαλώνει κυρίως κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες, όταν η Υψηλή Πύλη εγκαινίασε την τοποθέτηση Ελλήνων από το Φανάρι ως ηγεμόνων στη Μολδοβλαχία, η οποία τελούσε υπό καθεστώς ημιανεξαρτησίας απέναντι στο Οθωμανικό Κράτος2.

Βυζάντιο

Στη διαμόρφωση του θρησκευτικού και πολιτικού βίου των ηγεμόνων3 κεντρικό ρόλο διεδραμάτισε η ίδρυση της Μητρόπολης Ουγγροβλαχίας το έτος 1359, όπου πρώτος Αρχιερεύς τοποθετήθηκε ο Έλληνας Υάκινθος Κριτόπουλος από τον ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρο Μπασαράμπ. Το 1500 ο ηγεμόνας Ράντου ο Μέγας προσκάλεσε στη Βλαχία τον Έλληνα Μητροπολίτη Νήφωνα, για να αναδιοργανώσει τη βλάχικη Εκκλησία και να χειροτονήσει επισκόπους. Μεγάλη εισροή Ελλήνων κληρικών σημειώνεται και κατά την ηγεμονία του Νεά-γκοε Μπασαράμπ στα 1514. Στη Μολδοβλαχία ιδρύθηκε από τον Ιάκωβο Βασιλικό, ο οποίος έγινε ηγεμόνας της Μολδαβίας (1561-1564), το πρώτο σχολείο στο οποίο η διδασκαλία γινόταν στην ελληνική και λατινική. Στα μέσα του 17ου αιώνα ιδρύθηκε σχολή στην Τυρκοβίτσε από τους Παΐσιο Λιγαρίδη και Ιγνάτιο Πετρίτση. Ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Βασίλε Λούπου ίδρυσε το 1640 περίπου στο Ιάσιο την ελληνική Ακαδημία και διέταξε να γίνονται δεκτοί στα μοναστήρια Έλληνες μοναχοί, για να διδάσκουν τα τέκνα των βογιάρων την ελληνική γλώσσα και πολιτισμό.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1670 ο Έλληνας θεολόγος Μητροπολίτης Νύσσης Γερμανός Αιτωλός ή Λοκρός, μαθητής του μεγάλου φιλοσόφου Θεοφίλου Κορυδαλλέως (1574-1646) δίδαξε στο Βουκουρέστι για πρώτη φορά νεοαριστοτελισμό, κατά την ίδρυση της Ακαδημίας της πόλης αυτής, της οποίας η γλώσσα διδασκαλίας ήταν η κλασσική ελληνική. Την Ακαδημία αυτή αναδιοργάνωσε μερικές δεκαετίες μετά, προσκεκλημένος από τον τότε ηγεμόνα της Βλαχίας, ο Έλληνας λόγιος και συγγραφέας Σεβαστός Κυμινίτης, στον οποίο ανετέθη και η διεύθυνση του εκεί σχολαρχείου, το οποίο μαζί με τις σχολές της Κωνσταντινουπόλεως αποτελούσαν τα δύο σημαντικότερα κέντρα ανώτερης παιδείας για τους ορθοδόξους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Μητροπολίτης Νύσσης μετέφρασε την Αγία Γραφή στη ρουμανική γλώσσα το 1688, κατόπιν αναθέσεως από τον ηγεμόνα της Βλαχίας Σερμπάν Καντακουζηνό, ο οποίος ίδρυσε ελληνικά τυπογραφεία.

Η μεταβυζαντινή περίοδος

Η βυζαντινή κληρονομιά υπήρξε μεγάλη στη διοίκηση, νομοθεσία, θρησκεία, κοινωνία, πνευματική ζωή, γλώσσα και τέχνη. Τη βυζαντινή κληρονομιά πολλοί επιστήμονες την αναζητούσαν, κατά την τουρκική κατοχή, στη Μολδοβλαχία, ως χώρα εμποτισμένη από τη βυζαντινή παράδοση και στραμμένη προς τον Ελληνισμό με ομόδοξους ηγεμόνες, αλλά και λόγω δυσπιστίας προς τη Δύση4.

Οι Έλληνες είχαν στα χέρια τους την Εκκλησία, συμβάλλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στην εδραίωση της Ορθοδοξίας, την εκπαίδευση, το εμπόριο, τα επαγγέλματα και κάθε άλλη δραστηριότητα η οποία θα ήταν φορέας πολιτισμού. Οι Έλληνες είναι οι κύριοι φορείς νέων ιδεών, νέων αναγκών, νέων εμπορευμάτων, και όντας κατά κύριο λόγο αστοί και αυτοί, απετέλεσαν την αστική τάξη της Ρουμανίας5.

Στις παραδουνάβιες, κυρίως, πόλεις Βράιλα, Γαλάτσι, Τουλτσέα, Σουλίνα και Κωνστάντζα, οι Έλληνες διακρίνονται μεταξύ όλων των κατοίκων των πόλεων αυτών, γιατί διατηρούσαν τα μεγαλύτερα ναυτιλιακά γραφεία, εμπορικά καταστήματα, ζυθεστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, ξενοδοχεία, καθώς και εργοστάσια κεραμουργίας, αλευροποιίας, υποδημάτων, μεταλλουργίας, κ.ά. Στη Δοβρουτσά υπήρχαν το 1880 3200 Έλληνες έμποροι6.

Στα περίχωρα του Βουκουρεστίου ο Έλληνας Μαλάξας ανήγειρε μία από τις δύο μεγαλύτερες βιομηχανικές μονάδες που υπήρχαν προπολεμικά στη Ρουμανία και που παρήγαγε, μεταξύ των άλλων, ατμομηχανές για τους σιδηροδρόμους. Ακόμη, στα χέρια των Ελλήνων ήταν και το μεγαλύτερο εισαγωγικό κι εξαγωγικό εμπόριο, με εισαγωγή από την Ελλάδα κυρίως εσπεριδοειδών, ελαιολάδου και ελαιών, και με εξαγωγή ζώων και ξυλείας. Η κυριαρχία των Ελλήνων ήταν τόσο εμφανής, ώστε στις συναλλαγές είχε επιβληθεί η ελληνική γλώσσα7.

Τα πρώτα παγοθραυστικά στον Κάτω Δούναβη τα είχαν φέρει Έλληνες, όπου κυριαρχούσαν τα ελληνικά σλέπια με Κεφαλλήνιους κυρίως καπετάνιους και ναύτες. Κατά τη β’ δεκαετία του 20ού αιώνα, από τους 88 πλοιάρχους – πλοηγούς ρυμουλκών οι 73 ήσαν Έλληνες8. Τα σλέπια έφθαναν στη Βιέννη, αφού προσήγγιζαν στα διάφορα λιμάνια της ρουμανοβουλγαρικής μεθορίου, της Γιουγκοσλαβίας και της Βουδαπέστης.

Κοινοτιομός – Η επαναστατική περίοδος

Οι σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων και των γηγενών ήσαν τόσο στενές, ώστε οδήγησαν σε πάρα πολλούς γάμους ανάμεσά τους, από τους οποίους γεννήθηκαν μεγάλες προσωπικότητες της Ρουμανίας: η μία ήταν ο Μιχαήλ ο Γενναίος, ηγεμόνας της Βλαχίας, που πρώτος ένωσε το 1600 τα ρουμανικά πριγκιπάτα και του οποίου η μητέρα ήταν Ελληνίδα, ονόματι Θεοδώρα, και η άλλη ήταν ο Νι-κολάε Γιόργκα, που με καύχημα έλεγε πως η καταγωγή του ανάγεται στη βυζαντινή οικογένεια Αργυροπούλου.

Ο Ελληνισμός της Ρουμανίας συνέβαλε ποικιλοτρόπως και στους απελευθερωτικούς αγώνες. Υπάρχει κατάλογος Φιλικών με ονόματα Ελλήνων από διάφορες παροικίες, όπως του Βουκουρεστίου, Ιασίου, Γαλατσίου, Ισμαηλίας κλπ., που έδειχναν ζωηρό ενδιαφέρον για τον επικείμενο αγώνα και βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με τους διοργανωτές και πρωταγωνιστές της Επαναστάσεως, όπως τους I. Φαρμάκη και Γεωργάκη Ολύμπιο. Όταν ο Αλ. Υψηλάντης παρέμεινε για λίγες μέρες στο Ιάσιο, στα τέλη Φεβρουαρίου 1821, συγκέντρωσε από τους εκεί ομογενείς χρήματα, άλογα, τροφές, όπλα, πολεμοφόδια, και στρατολόγησε εθελοντές. Είναι γνωστός ο ηρωισμός του Ιερού Λόχου, που συγκροτήθηκε στο Φοξάνι της Μολδαβίας από Έλληνες νέους, που θυσιάσθηκαν σχεδόν όλοι, 500 τον αριθμό, στη μάχη του Δραγατσανίου στις 8 Ιουνίου 1821. Με εθελοντές όμως και εράνους οι κοινότητες έλαβαν μέρος και σε όλους τους άλλους εθνικούς αγώνες, δηλ. στο Μακεδονικό, στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρά Ασία. Προσέφεραν, επί πλέον, στέγη και τροφή στους πρόσφυγες, και κατέφθαναν από τα διάφορα μέτωπα στις παροικίες.

Ο ρόλος της Εκκλησίας

Αρχικό μέλημα των Ελλήνων μεταναστών, που συρρέουν από τον 18ο αιώνα, ήταν να οργανωθούν σε κοινότητες μόλις συγκέντρωναν έναν ικανό αριθμό ατόμων, και να ιδρύσουν εκκλησίες και σχολεία, που πάντα κρατούσαν καθοριστικό ρόλο9.

Έτσι, άρχισαν να οργανώνονται κοινότητες σε πολλές πόλεις, όπως Βουκουρέστι, Κωνστάντζα, Βράιλα, Γαλάτσι, Σουλίνα, Τούλτσεα, Ισμαηλία, Πλοέστι, Μπρασόβ, Τυργκόβιστε, Ιάσιο, Πιάτρα Νεάμτς, Πράχοβα, Πιτέστι, Καλαράσι, Κραϊόβα, Οράντεα, Κλουζ, Καλαφάτ, Μανγκάλια, Τζιούρτζιου, Μπαζαρτζίκ και αλλού. Πολλές απ’ αυτές αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα με πρωτόκολλα που υπογράφτηκαν στις 19 Δεκεμβρίου 1900 και στις 11 Αυγούστου 1931, όπου αναφέρονται οι εκκλησίες, τα σχολεία και οι περιουσίες που τους ανήκουν. Όλα αυτά όμως δημεύθηκαν από το καθεστώς που επιβλήθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και δεν έχουν ακόμη αποδοθεί στις κατά τόπους κοινότητες, όπως συνέβη με τα περιουσιακά στοιχεία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Οι εκκλησίες αυτές και τα σχολεία κτίσθηκαν από δωρεές των ομογενών. Η εκκλησία Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Βράιλας κτίσθηκε στα τέλη του περασμένου αιώνος, το 1890 περίπου, και είναι η μεγαλύτερη των Βαλκανίων μετά την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Είναι εκκλησία γοτθικού ρυθμού, και είχε πάρα πολλά πλούσια αναθήματα, ανεκτίμητες φορητές εικόνες, ιερά άμφια και βιβλία.

Η εκκλησία της Κωνστάντζας, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αποπερατώθηκε το 1868 και ήταν ο πρώτος χριστιανικός ναός που ανεγέρθη στην πόλη αυτή. Η πρώτη ρουμανική εκκλησία εγκαινιάσθηκε 27 ολόκληρα χρόνια μετά, το 1895, γι’ αυτό όλοι οι χριστιανοί εκκλησιάζονταν στην ελληνική. Στην ελληνική εκκλησία ετελέσθη η πρώτη επίσημη δοξολογία της απελευθερώσεως της Δοβρουτσάς, το 1878, στην οποία παρέστη και ο τότε βασιλιάς Κάρολος ο Α’ μαζί με τον διάδοχο της Αυτοκρατορικής Ρωσίας. Και μέχρι το 1900 εκεί ετελούντο όλες οι επίσημες δοξολογίες της πόλης. Ο ρυθμός της είναι βασιλική και είναι τρίκλιτη.

Η εκκλησία του Βουκουρεστίου, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, είναι ένα κομψοτέχνημα ιωνικού ρυθμού και θυμίζει πολύ το Θησείο.

Στο Γαλάτσι υπάρχει η εκκλησία της Μεταμορφώσεως και στο Σουλινά η εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Σχολεία

Τα σημερινά σχολεία που υπάρχουν και που αντικατέστησαν προηγούμενα μικρότερα, κτίσθηκαν άλλα τον περασμένο αιώνα (1867 στην Κωνστάντζα) και άλλα προπολεμικά (1928 στο Βουκουρέστι), αποτελούσαν δε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των ελληνικών κοινοτήτων10. Τα τέσσερα από αυτά, του Βουκουρεστίου, της Κωνστάντζας, της Βράιλας και του Γαλατσίου, ήταν μεγάλων δυνατοτήτων. Συμπεριλάμβαναν νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο, και λειτουργούσαν σύμφωνα με το πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας, στην ελληνική γλώσσα, με τα βιβλία που επρομηθεύοντο κάθε χρόνο από την Ελλάδα και με Έλληνες δασκάλους και καθηγητές. Επί πλέον εδιδάσκοντο και τη ρουμανική γλώσσα, όπως κι άλλες ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), καθώς και κάποιο όργανο (πιάνο, μανδολίνο, βιολί). Εκτός από αίθουσες διδασκαλίας υπήρχαν και δωμάτια για οικοτρόφους, στα οποία στεγάζονταν ελληνόπουλα από άλλες μικρότερες πόλεις που είχαν μόνο δημοτικό σχολείο. Για τον λόγο αυτό υπήρχαν σ’ αυτά μαγειρεία και αίθουσες συσσιτίου. Ακόμη, τα σχολεία διέθεταν βιβλιοθήκη, αίθουσα με τα απαραίτητα εποπτικά μέσα διδασκαλίας, και ξεχωριστή μεγάλη αίθουσα με όργανα γυμναστικής, γιατί ο χειμώνας είναι βαρύς και μακρύς σ’ αυτή τη χώρα, οπότε δεν ήταν δυνατό τα παιδιά να γυμνάζονται στο ύπαιθρο.

Τα σχολεία ήταν πάντοτε μικτά. Οι δαπάνες καλύπτονταν από τα δίδακτρα ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του καθενός, οι δε άποροι, ελάχιστοι στον αριθμό, φοιτούσαν εντελώς δωρεάν. Το ταμείο συμπληρωνόταν από τα χρήματα που μάζευαν οι μαθητές κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν με την επίβλεψη των δασκάλων και των καθηγητών περιήρχοντο τα σπίτια των ομογενών ψάλλοντας τα κάλαντα. Ένα άλλο έσοδο ήταν οι εισπράξεις από τους χορούς που οργάνωναν μερικές φορές το χρόνο με διάφορες ευκαιρίες, όπως εθνικές γιορτές, κλείσιμο του μαθητικού έτους, καρναβάλια κλπ., στις μεγάλες αίθουσες τελετών που διέθεταν στα σχολεία ή στους ιδιόκτητους συλλόγους. Ακόμη, σημαντικά ποσά προήρχοντο από εράνους, από δωρεές ομογενών κι από ενοικιάσεις των ιδιόκτητων κτιρίων.

Σύλλογοι

Οι νεολαίες των μεγάλων κοινοτήτων ήταν οργανωμένες σε συλλόγους που είχαν διάφορα παραρτήματα, όπως αθλητικά, θεατρικά, φιλολογικά, μουσικά. Ο πιο αξιόλογος ήταν ο σύλλογος «Ελπίς» της Κωνστάντζας, που συνεστήθη το 1890 και από το 1898 απέκτησε ιδιόκτητο κτίριο, που έχει μεγάλη αίθουσα τελετών με μεγάλους καθρέπτες, καλύπτοντας τους πλαϊνούς τοίχους, με εξώστη, βεστιάριο, κυλικείο και βιβλιοθήκη. Η αίθουσα ενοικιαζόταν για θεατρικές παραστάσεις, χορούς, γάμους κλπ. Στη σκηνή αυτή παρουσιάσθηκαν το 1902 η παλαιά μεγάλη τραγωδός Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, το 1910 οι Ο. Ποφάντης, Αδ. Ταβουλάρης και Απέργης, το 1912η Μαρίκα Κοτοπούλη, το 1914 ο θίασος Οπερέττας Παπαϊωάννου, και λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Αττίκ. Στη σκηνή αυτή έδιναν τις παραστάσεις τους γνωστοί ρουμανικοί θίασοι, γιατί ήταν η μοναδική αίθουσα θεάτρου. Η ποδοσφαιρική ομάδα του συλλόγου κατέκτησε μία φορά και το πρωτάθλημα της Ρουμανίας. Το Μάρτιο του 1903 ανακηρύσσονται επίτιμα μέλη του ο Πρόεδρος του Φ.Σ. «Παρνασσός» Τιμολέων Αργυρόπουλος και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Γρηγόριος Μαρασλής, Σπυρίδων Λάμπρος, Π. Καρολίδης και Ν. Καψάλης, ο οποίος ήταν τότε πρύτανης. Στο Βουκουρέστι υπήρχε ο σύλλογος «Ορφεύς», με διάφορα παραρτήματα, που για σειρά ετών κέρδιζε το πρωτάθλημα επιτραπέζιου τένις της Ρουμανίας. Χρησιμοποιούσε την αίθουσα εντευκτηρίου και τελετών του σχολείου, που ήταν τετραώροφο κτίριο, καθώς και την τεράστια αυλή για προπονήσεις και αγώνες. Η αίθουσα τελετών ε-χρησιμοποιείτο και αυτή για γάμους και χορούς, και για μερικά χρόνια είχε ενοικιασθεί ως κινηματογράφος.

Παρόμοιες δραστηριότητες είχαν αναπτύξει και οι άλλοι σύλλογοι των ελληνικών κοινοτήτων που είχαν ιδρυθεί, όπως «Παρνασσός» και «Ακρόπολις» στη Βράιλα, «Ελληνική Λέσχη», που είχε τον μεγαλύτερο κινηματογράφο στο Γαλάτσι, «Ελέν» στο Σουλινά, με ιδιόκτητο θέατρο, κλπ. Εκτός όμως των ελληνικών συλλόγων, υπήρχαν και οι μικτοί ελληνορουμανικοί, με πιο γνωστό τη φιλολογική «Ελληνο-δακική Εταιρεία», που ιδρύθηκε στο Βουκουρέστι το 1811. Την πρωτοβουλία την είχε ο Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος, και πρώτος Πρόεδρος ήταν ο Μπάνου (δηλ. Κυβερνήτης διοικητικής περιοχής) Γκριγκόρε Μπρυνκοβεάνου, μαθητής του Νεοφύτου Δούκα. Μέλη της Εταιρείας ήσαν λόγιοι Έλληνες και Ρουμάνοι, και αντεπιστέλ-λονταν μεταξύ άλλων οι Αδαμάντιος Κοραής και Ανθιμος Γαζής. Κυκλοφόρησε για δέκα χρόνια το περιοδικό «Ερμής ο Λόγιος».

Τύπος

Από τα μέσα του περασμένου αιώνα και μέχρι την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος εκδόθηκαν στη Ρουμανία περίπου 30 εφημερίδες, όπως αναφέρει ο ιατρός Δημοσθένης Γραμματικόπουλος, ιστορικός και ποιητής, στη μελέτη του για τον ελληνικό Τύπο στη Ρουμανία11. Τούτο αποτελεί δείγμα της έντονης πνευματικής δράσης των ομογενών. Η πρώτη, με τον τίτλο «Ζέφυρος του Ίστρου», εξεδόθη στο Βουκουρέστι στις 30.8.1841 και κυκλοφόρησε περίπου επί ένα χρόνο. Μετά από λίγα χρόνια, τον Ιανουάριο του 1849, εκδόθηκε ο «Ελληνικός Μηνύτωρ της Βλαχίας». Το 1865 έκανε την εμφάνισή της στο Βουκουρέστι η «Ήρις», που είχε τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής όλων των ελληνικών εφημερίδων της Ρουμανίας, και η οποία σταμάτησε να εκδίδεται το 1941. Άλλες σημαντικές εφημερίδες ήσαν οι «Σύλλογοι», που κυκλοφόρησε το 1873 για μια εικοσαετία τουλάχιστον, η «Πατρίς», μεταξύ 1891-1906, και το «Έθνος», 1911-1943, όλες του Βουκουρεστίου. Η τελευταία, «Νέα Ελλάς», εκδόθηκε επίσης στην πρωτεύουσα μεταξύ 12.11.1944 και Σεπτεμβρίου του 1946.

Στη Βράιλα πρωτοκυκλοφόρησαν ο «Ερμής» το 1872, «Οι Λαοί της Ανατολής» το 1876, στο Γαλάτσι και στην Κωνστάντζα η «Θάλεια» το 1923 και η «Τόμις».

Στα σχολεία οι μαθητές με τη συμπαράσταση των καθηγητών, κυκλοφορούσαν μηνιαία, διμηνιαία ή τριμηνιαία περιοδικά με δικά τους κυρίως ποιήματα, διηγήματα, εκθέσεις, μελέτες, ανέκδοτα, κλπ.

Οικονομία και κοινωνία

Οι Έλληνες στη Ρουμανία αριθμούσαν περίπου τους 100.000 προπολεμικά. Αποτελούσαν εκλεκτά μέλη της κοινωνίας και ήταν ιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, εκδότες τοπικών εφημερίδων, έμποροι, ναυτικοί, εφοπλιστές, που κυριαρχούσαν στο Δούναβη, βιομήχανοι, τραπεζίτες, συνθέτες, πρωταγωνιστές θεάτρου και κινηματογράφου, που πρωτοστάτησαν στη διαμόρφωση της μουσικής και θεατρικής κίνησης, ανώτατοι λειτουργοί, καθηγητές Πανεπιστημίου και ακαδημαϊκοί, δήμαρχοι, βουλευτές, υπουργοί και πρωθυπουργοί, όπως ο Απόστολος Αρσάκης, που πρώτος εισήγαγε το 1861 στη Μολδοβλαχία το νόμο της απαλλοτριώσεως των μεγάλων κτημάτων, δίδοντας γη στους ακτήμονες χωρικούς της Ρουμανίας, και ο Νικολάε Γιόργκα στη μεσοπόλεμη περίοδο 1931-1932. Πολλοί απ’ αυτούς προσέφεραν δωρεές σε χρήμα, μεγάλα ιδρύματα, όπως νοσοκομεία, μουσεία, εκκλησίες και σχολεία (εκτός των κοινοτικών), μέγαρα πολιτιστικά τόσο στην Ελλάδα (Αρσάκειο, Ζάππειο κλπ.) όσο και στη Ρουμανία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, το 1913, όταν μαζί με τον τότε πρωθυπουργό της Ρουμανίας Τάκε Ιονέσκου επισκέφθηκε τις παραδουνάβιες πόλεις, και στη Βράιλα τον υποδέχθηκαν πάνω από 200 ρυμουλκά12, είπε πως ουδέποτε είδε στο λιμάνι του Πειραιά να κυματίζουν τόσες ελληνικές σημαίες.

Ο Καρλ Μαρξ είχε υπογραμμίσει σε άρθρο του13 για τη σημασία αυτής της περιοχής πως το στάρι της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της νότιας Ρωσίας περνά από το Γαλάτσι14. Οι Έλληνες δημιούργησαν στη Ρουμανία την αστική τάξη, κυριάρχησαν στο εμπόριο15, κατήργησαν τη δουλοπαροικία και θέσπισαν το πρώτο Σύνταγμα.

Αντί επιλόγου: Η νεότερη ελληνική κοινωνία στη Ρουμανία

Από τις αρχές του 20ού αιώνα είχαν αρχίσει τα πρώτα σημάδια κατάρρευσης των ελληνικών κοινοτήτων με την άνοδο της εγχώριας αστικής τάξης16 και η πορεία προς τον αφανισμό ενός μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού ολοκληρώθηκε το 1947, όταν στην εξουσία εγκαθιδρύθηκε το κομμουνιστικό καθεστώς. Ακολούθησε ταχύτατη έξοδος των ομογενών προς την Ελλάδα, αφού η συνύπαρξη με το νέο ανελεύθερο καθεστώς κατέ-

στη αδύνατη. Οι περιουσίες αυτών αφαιρέθηκαν με διαφόρους τρόπους, όπως εθνικοποιήσεις, δημεύσεις και αναγκαστικές δωρεές. Οι κοινότητες διελύθησαν και οι περιουσίες αυτών πέρασαν στην κατοχή του κράτους χωρίς να δοθεί καμία αποζημίωση. Από τους 100.000 Έλληνες το 1945, σήμερα ζουν περίπου 25.000 σε οικτρή οικονομική κατάσταση.

Μετά από μια μακραίωνη παρουσία της ελληνικής κοινότητας στη Ρουμανία σήμερα ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει μια σειρά από προβλήματα, τα οποία ο Σύνδεσμος Ελλήνων Ρουμανίας γνωστοποίησε προς τις ελληνικές αρμόδιες υπηρεσίες. Τα σημαντικότερα είναι η ρύθμιση των περιουσιών, το θέμα των κοινωνικών ασφαλίσεων και συντάξεων, το θέμα της εκπαίδευσης και της ελεύθερης κοινοτικής δράσης. Παρ’ όλα αυτά ο Ελληνισμός συνεχίζει να αποτελεί μια δυναμική ομάδα, αντάξια της ιστορικής διαδρομής, οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής και πολιτισμικής, της ελληνικής κοινότητας στο χώρο.

Σημειώσεις

1.            Σεργκέεφ, Β. Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας. Αθήνα χχ., σελ. 158.

2.            Floresku, R. «The Phanoriote regime in the Danubian Principalities», Balkan studies 9 (2), σελ. 313-314.

3.            Για τις ηγεμονίες και ειδικά για την ελληνική κοινότητα στη Τρανσυλβανία βλ. Τσούρκα-Παπαστάθη, Δ. Ε. Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπιού Τρανσυλβανίας, 1636-1848. Οργάνωση και δίκαιο, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 20 κ.ε.

4.            Λεφτσένκο, Σ. Ιστορία του Βυζαντίου, Αθήνα 1976, σελ. 129.

5.            Cicanci, Ο Companiile Grecesti din Transilvania si comertul european in anii 1636-1746 (Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο στα χρόνια 1636-1746), Βουκουρέστι 1981.

6.            Gioriceanu, G. La roumanie economique, Paris 1931, σελ. 151.

7.            Άμαντος, Κ. «Οι Έλληνες εις την Ρουμανίαν προ του 1821», Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 19 (1944), σελ. 413-434.

8.            Φωκάς Σπυρίδων, Οι Έλληνες εις την ποταμοπλοΐαν του Κάτω Δουνάβεως. Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 48.

9.            Ψυρούκης, Ν. Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο. Αθήνα 1983, σελ. 140.

10.          Chassiotis, G. L’ istruction publique chez les grecs, Paris 1881

11.          Γραμματικόπουλος, Δ. «Ο ελληνικός Τύπος στη Ρουμανία», Ηπειρωτική Εστία 1975, σελ. 89

12.          Φωκάς, Σ. ό. π. σελ. 67.

13.          New York Daily Tribune 12/4/1853.

14.          Σχετικά με τη σημασία του λιμανιού του Γαλατσίου και το ρόλο των Ελλήνων βλ. Strong, F. Greece as a kingdom, London 1843, σελ. 125-126, όπου αναφέρεται ότι από το λιμάνι μεταφέρονταν το 1840 με ελληνικά πλοία εμπορεύματα αξίας 27,1 εκατομμυρίων δραχμών, που το κατέτασσε δεύτερο σε τάξη εμπορικό λιμένα μετά την Κωνσταντινούπολη.

15.          Emerit, Μ. «Les Paysans roumains depuis la traite d’ Adrinople jusqu’ a la liberation des terres (1829-1864)», Etude d’ histoire sociale, Paris 1937 σελ. 468.

16.          Τσουκαλάς, Κ. Εξάρτηση και αναπαραγωγή, Αθήνα 1987, σελ. 324.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.