Ο Επιτάφιος λόγος του Οικονόμου εξ Οικoνόμων στον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (Α΄ μέρος)

Γράφει ο Δρ Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης

Σε προηγούμενο άρθρο μας αναφερθήκαμε στις σφαγές των αμάχων χριστιανικών πληθυσμών της Κωνσταντινούπολης, που ξεκίνησαν το Πάσχα του 1821 και στον απαγχονισμό του μαρτυρικού πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ μετά την αναστάσιμη Θεία Λειτουργία. Τρεις μέρες παρέμεινε κρεμασμένος ο Γρηγόριος στην Κεντρική Πύλη του Πατριαρχείου και την τέταρτη μέρα, αφού πρώτα διαπομπεύτηκε στους δρόμους της Πόλης, ρίχτηκε στον Βόσπορο. Έξι μέρες αργότερα ο Κεφαλλονίτης Ι. Σκλάβος ανέσυρε το ιερό λείψανο του πατριάρχη και το μετέφερε στην Οδησσό (17 Ιουνίου 1821). Στην Οδησσό το λείψανο «το απέθεσεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω. Εξετασθέν δε […] απεδείχθη ότι ήτο τω όντι το του πατριάρχου», όπως σημειώνει ο Σπυρίδων Τρικούπης στην ‘‘Ιστορία’’ του.

Στην αγγελία της είδησης ότι στο λοιμοκαθαρτήριο της Οδησσού βρίσκεται το λείψανο του Γρηγορίου του Ε΄, πλήθος λαού συνέρρευσε για να δει από κοντά τον νεκρό πατριάρχη και να συνοδεύσει μαζί με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές το ιερό σκήνωμά του στον καθεδρικό ναό της Οδησσού, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Μετά από τριήμερη παραμονή στο ναό «εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία, και εξεφωνήθη παρά του ιεροκήρυκος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντίνου Οικονόμου κατανυκτικός λόγος» (Τρικούπης, Ιστορία, σ. 88).

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων, λόγιος κληρικός, είχε διοριστεί από τον πατριάρχη Γρηγόριο, ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, μέγας οικονόμος του Πατριαρχείου και καθολικός ιεροκήρυκας της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Λίγες μέρες προτού ξεκινήσουν οι σφαγές στην Κωνσταντινούπολη διέφυγε στην Οδησσό και ανέπτυξε αμέσως δράση στηρίζοντας το φρόνημα της ελληνικής κοινότητας και προσφέροντας βοήθεια στους κατετρεγμένους Έλληνες που κατέφθαναν εκεί για να γλιτώσουν από τη τουρκική μανία. Επομένως, δεν μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο πρόσωπο για να εκφωνήσει τον Επιτάφιο από τον τσαριτσανιώτη λόγιο.

Ο Οικονόμος εξέδωσε τον λόγο μαζί με άλλους «φιλοτίμω δαπάνη Ιωάννου Π. Βόζου του Πελοποννησίου, υποναυάρχου και ιππέως ρωσσικού» στο Βερολίνο (1833) σε έναν τόμο: «Λόγοι Εκκλησιαστικοί εκφωνηθέντες εν τη Γραικική Εκκλησία της Οδησσού κατά το 1821-1822». Ο λόγος επιγράφεται: «Λόγος Επιτάφιος εις τον αείμνηστον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον» (στο εξής ‘‘Επιτάφιος’’).

Γνώστης της ρητορικής τέχνης και ικανός θεολόγος ο Κωνσταντίνος Οικονόμος-δεν ήταν τυχαίο που ο Κ. Κούμας τον κάλεσε στην Σμύρνη για να ιδρύσουν μαζί το «Φιλολογικό Γυμνάσιο» στο οποίο δίδαξε μαθήματα ελληνικής φιλολογίας και ρητορικής-συνθέτει και εκφωνεί έναν λόγο ο οποίος υπακούει στα προστάγματα της ρητορικής και είναι διάσπαρτος με αγιογραφικά χωρία.

Έχοντας υπόψη του πως ο Πρόλογος εξυπηρετεί τρεις βασικές αρχές, την ‘‘πρόσεξιν’’ (προσπάθεια του ρήτορα να κερδίσει την προσοχή του ακροατηρίου), την ‘‘εύνοια’’, (διέγερση κατάλληλων συναισθημάτων στις ψυχές του ακροατηρίου) και την ‘‘ευμάθεια’’, (συνοπτική αναφορά και κατατόπιση του ακροατηρίου για το περιεχόμενο του λόγου), ο Κωνσταντίνος Οικονόμος φροντίζει στις δύο πρώτες παραγράφους του ‘‘Επιταφίου’’ να μείνει προσηλωμένος στις τρεις αυτές αρχές. Ενώ ξεκινά συμμεριζόμενος τα συναισθήματα του ακροατηρίου του, το οποίο θρηνεί την απώλεια του ποιμένα του-βαθύτατα συντετριμμένος βέβαια και ο ίδιος-με μια ρητορική ερώτηση και μια σειρά αντιθέσων αλλάζει άρδην το κλίμα αποσπώντας αφενός την προσοχή των ακροατών του και παρηγορώντας αφετέρου τις ψυχές των πονεμένων Ελλήνων: «Αλλά τι λέγω; Πως, κυριευμένος υπό του πάθους, δεν βλέπω την λάμψιν, ήτις περικυκλώνει τον ένδοξον τούτον νεκρόν; Όχι, Σεβασμιώτατε Πατριάρχα, δεν έχασας, αλλά εμεγάλυνας, αλλ’ επλάτυνας, αλλά διαιώνισας μάλιστα την δόξαν σου. Αν και δεν στολίζεις πλέον τον θρόνον τον Οικουμενικόν, αλλά παρίστασαι μετά παρρησίας εις τον θρόνον της Μεγαλωσύνης του Υψίστου. Αν και δεν άρχεις πνευματικώς εις την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν, αλλά διαπρέπεις μακαριστώς εις την Ουράνιον Εκκλησίαν των Πρωτοτόκων […]» (Επιτάφιος, σ. 1). Τέλος, στην τρίτη παράγραφο εξυπηρετείται εμφανώς ο σκοπός της ευμάθειας: «έλθετε να θεωρήσωμεν διά του λόγου, πώς ο Παναγιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, και Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος εδοξάσθη και εις την ζωήν αυτού και εις τον θάνατον, δόξαν ανεξάλειπτον» (Επιτάφιος, σ. 2).

Οι συνθήκες ευνοούν πλέον την ομαλή μετάβαση στο κύριο μέρος του Επιταφίου. μέσω της παράθεσης ενός χωρίου από το βιβλίο της «Αποκάλυψης» (Αποκ. 3, 12). Στο συγκεκριμένο χωρίο το Άγιο Πνεύμα «ζωγραφίζει (=περιγράφει)», κατά τον ρήτορα, «τους νικηφόρους και δεδοξασμένους Ήρωας της Αρετής» (Επιτάφιος, σ. 2). Τρεις οι προϋποθέσεις για να αποκτήσει κανείς τον χαρακτηρισμό του «Ήρωα της Αρετής» κατά τον ρήτορα: α) η εγκάρδια πίστη προς τον Θεό, β) η γεμάτη θέρμη αγάπη προς την Εκκλησία των πιστών και τέλος γ) η αταλάντευτη πορεία στον δρόμο των θλίψεων και του μαρτυρίου που πρώτος έδειξε ο Ιησούς Χριστός. Τις δύο πρώτες προϋποθέσεις τις εκπλήρωσε ο Πατριάρχης Γρηγόριος με τον τρόπο που έζησε, ενώ την τρίτη προϋπόθεση με τον «ευκλεέστατον αυτού θάνατον» (Επιτάφιος, σ. 3).

Στις τρεις αυτές προϋποθέσεις θα εστιάσει ο ρήτορας για να μπορέσει να εγκωμιάσει το πρόσωπο και τη δράση του Γρηγορίου, μετατρέποντάς τις επιτυχώς σε κεντρικές πυλώνες του επιταφίου λόγου του. Ας παρακολουθήσουμε τον τρόπο που ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τις αξιοποιεί στη δόμηση του λόγου του.

Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων (1780-1857). Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Πρώτος πυλώνα: η εγκάρδια πίστη προς τον Θεόν. Ο Γρηγόριος είχε αυτήν την αρετή την οποία ο Θεός εμφυτεύει «εις άπαντα της αγίας αυτού εκλογής τα πολύδοξα σκεύη» (Επιτάφιος, σ. 3), όπως φάνηκε από τη γέννηση, την ανατροφή και την πνευματική πρόοδο του. Οι γονείς του ήταν ευσεβέστατοι και καθοδήγησαν σωστά τον μικρό Γρηγόριο, αφού μαζί με με το μητρικό γάλα βύζαξε και το νέκταρ «των της Ορθοδοξίας δογμάτων» (Επιτάφιος, σ. 3). Κι αφού στήριξε την καρδιά του στην πέτρα του θείου φόβου «όστις είναι πάσης σοφίας η θεμελιώδης αρχή» (Επιτάφιος, σ. 2), έμαθε γράμματα, αρχικά στη σχολή της πατρίδας του Δημητσάνας και στη συνέχεια στο Άγιον Όρος, στη Πάτμο και στη Σμύρνη. Η ευφυία, η οξύτητα νου και η κριτική ικανότητα σε συνδυασμό με τις αρετές της σωφροσύνης, του μέτρου και της χρηστότητας γρήγορα τον κατέστησαν αντικείμενο θαυμασμού από τους συγχρόνους του, αλλά και «καλόν παιδείας παράδειγμα και εις τους πεπαιδευμένους και εις τους απαιδεύτους» (Επιτάφιος, σ. 4). Όπου υπήρχαν «δούλοι του Θεού» και «της σοφίας εργάται» έσπευδε ο Γρηγόριος να ωφεληθεί. Όπου μάθαινε πως διδάσκεται η Πίστη και η Αρετή, εκεί βρισκόταν και ο Γρηγόριος. Η παρομοίωση που χρησιμοποιεί για να δείξει παραστατικά τον ζήλο του Γρηγορίου για μάθηση και σπουδή των ιερών γραμμάτων είναι δείγμα εξαιρετικής ρητορικής δεινότητας: «Όμοιος του άστρου της αυγής, διέτρεχε του βίου τούτου την πολυπλάνητον νύκτα, παρακολουθών τον Ήλιον της θείας σοφίας και προπορευόμενος έμπροσθεν της ημέρας της αρετής» (Επιτάφιος, σ. 4). Η εγκάρδια πίστη προς τον Θεό είχε γίνει πλέον κτήμα του Γρηγορίου, ο οποίος από δω και πέρα θα αγωνιζόταν για να τη διατηρήσει σε όλη του τη ζωή στέρεη και αμετακίνητη.

(συνεχίζεται)

larissanet.gr

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.