Ο Επιτάφιος του Οικονόμου εξ Οικονόμων στον Γρηγόριο τον Ε΄ (Β΄ μέρος)

Γράφει ο Δρ Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης

Δεύτερος πυλώνας του Επιταφίου στον μαρτυρικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄: η γεμάτη θέρμη αγάπη προς την Εκκλησία των πιστών. Ευρισκόμενος στην Σμύρνη ο Γρηγόριος εισέρχεται στις τάξεις του κλήρου (λανθασμένη πληροφορία από πλευράς Οικονόμου, αφού ο Γρηγόριος ήταν ήδη μοναχός όταν έφθανε στην Σμύρνη). Χειροτονείται διάκονος, αρχιδιάκονος και πρεσβύτερος από τον μητροπολίτη Σμύρνης Προκόπιο, ο οποίος τον υπεραγαπούσε. Με την άνοδο του Προκοπίου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης (Ιούνιος 1875), ο Γρηγόριος εξελέγη μητροπολίτης Σμύρνης, διαδεχόμενος τον Προκόπιο στην ιστορική αυτή μητρόπολη. Μέλημά του ως μητροπολίτης Σμύρνης, σημειώνει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, να ευαρεστήσει με τη ποιμαντική του δράση τον Θεό. Ανεγείρει μεγαλοπρεπείς ναούς και τους καθιστά κέντρα προσευχής και λατρείας σε μια δύσκολη για τον Ελληνισμό περίοδο.

Υπέπεσε όμως και σε σφάλματα ο Γρηγόριος, κατά την αρχιερατεία του στη Σμύρνη. Ενεπλάκη, όπως αναφέρει ο ρήτορας, σε πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στην πόλη, προσπαθώντας να κατευνάσει δίχως επιτυχία τα πνεύματα. Παρασύρθηκε μάλιστα και τάχθηκε με το πλευρό της πλευράς που δεν είχε δίκιο. Όταν κατάλαβε το λάθος του, μια μέρα μεγάλης εορτής, κατά την οποία είχε συγκεντρωθεί στη Μητρόπολη που λειτουργούσε, πλήθος λαού, αφού πρώτα τους μίλησε για την αξία της ειρήνης και της ομόνοιας, στη συνέχεια κατέβηκε από τον θρόνο και γονατιστός ζήτησε συγγνώμη. Και στην περίπτωση αυτή αποκαλύπτεται το ενάρετο του χαρακτήρα του νεαρού επισκόπου. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, «οι ενάρετοι άνδρες τόσον σεβασμιώτεροι γίνονται, όσον προθυμότερον σπουδάζουσιν εις την έρευναν και την διόρθωσιν των σφαλμάτων αυτών» (Επιτάφιος, σ. 5).

Η στιγμή προσφέρεται για να καταστήσει ο ρήτορας τον Γρηγόριο πρότυπο επισκόπου και λειτουργού του Υψίστου. Κατά τον λόγιο Τσαριτσανιώτη, οι υπηρέτες του Θεού πρέπει να διδάσκουν με το παράδειγμά τους, ακόμη κι όταν υποπίπτουν σε παράπτωμα, ζητώντας δημόσια συγγνώμη από τον Θεό και τον λαό, «όχι περισσότερον διά του λόγου, παρά διά των πειστικωτάτων παραδειγμάτων της εναρέτου ζωής αυτών» (Επιτάφιος, σ. 6). Στο σημείο αυτό ο Κωνσταντίνος ολοκληρώνει την αναφορά του στην περίοδο κατά την οποία ο Γρηγόριος υπηρέτησε την Εκκλησία ως μητροπολίτης Σμύρνης, και ανοίγει μια νέα ενότητα στην οποία θα σκιαγραφήσει τον Γρηγόριο ως Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Ο εγκωμιασμός του Γρηγορίου ως Πατριάρχη γίνεται με έναν τρόπο ιδιαίτερα αγαπημένο στους εκκλησιαστικούς ρήτορες, τη σύγκριση δηλαδή με πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Γρηγόριος ο Ε΄ ομοιάζει με τον Μωϋσή ο οποίος «αναβαίνει εις το όρος το υψηλόν (=πατριαρχικό θρόνο) μετά δόξης, ώστε να μεταδίδη εις τον λαόν του Θεού τας θείας διαταγάς» (Επιτάφιος, σ. 7)· ομοιάζει με τον Ααρών αφού «εισέρχεται εις τα άδυτα, και εξέρχεται εις πνευματικήν των λαών αυτού θεραπείαν» (Επιτάφιος, σ. 7) και με τον προφήτη Ιεζεκιήλ, αφού καθοδηγούμενος από το Πνεύμα του Θεού «πότε μεν ανέβαινεν εις την θεωρίαν των επουρανίων και υπερφυών μυστηρίων, πότε δε πάλιν κατέβαινεν εις της πρακτικής ευσεβείας τας αγαθοεργίας» (Επιτάφιος, σ. 7).

Το έργο όμως του Πατριάρχη δεν ήταν μόνον ποιμαντικό· ήταν και διοικητικό. Ανήγειρε εκ βάθρων το Πατριαρχείο, αφού θεωρούσε απαράδεκτη τη μίσθωση ιδιωτικής κατοικίας για τον αρχηγό του Έθνους. Ίδρυσε τυπογραφείο για τη μετάδοση των φώτων της παιδείας στο υπόδουλο γένος και ρύθμισε-με πλήθος, σιγιλλίων, συνοδικών τόμων κ. ά. «αφορώντας εις του κλήρου την κοσμιότητα και την ευζωΐαν των Χριστιανών»- την εκκλησιαστική ζωή κλήρου και λαού (Επιτάφιος, σ. 8). Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε το έργο του Πατριάρχη στη φράση του Κωνσταντίνου Οικονόμου: «το των Ελλήνων Ορθόδοξον γένος […] ευρήκε τον Πατριάρχην Γρηγόριον κοινόν Πατέρα και Προστάτην ακάματον εις τας πολλάς αυτού και βαρείας ανάγκας» (Επιτάφιος, σ. 8).

Δοκίμασε όμως και πίκρες κατά τη διάρκεια της πατριαρχείας του ο Γρηγόριος. Δύο φορές εξορίσθηκε σαν άλλος Χρυσόστομος από τον πατριαρχικό θρόνο (1798-1806 και 1808-1818) και κατέφυγε στον Άθωνα «όχι να ησυχάση αργός, αλλά να μεταλλάξη τους πολύπονους αγώνας» (Επιτάφιος, σ. 9). Τον Δεκέμβριο του 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης, η οποία έμελλε «να λαμπρυνθή και διά του μαρτυρικού αυτού αίματος, και να καταστήση την δόξαν αυτού ανεξάλειπτον» (Επιτάφιος, σ. 9). Ο ρήτορας έχει ήδη εισέλθει στον τρίτο πυλώνα εγκωμιασμού του Γρηγορίου. Την αταλάντευτη πορεία στον δρόμο των θλίψεων και του μαρτυρίου που πρώτος έδειξε ο Ιησούς Χριστός.

Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ οδηγείται στην αγχόνη. Νικηφόρος Λύτρας

Η αφήγηση του Οικονόμου αποκτά ξαφνικά δραματικό χαρακτήρα. Η Επανάσταση έχει ξεσπάσει και η δόξα του μαρτυρίου είχε φθάσει για τον Γρηγόριο. Μετά την τέλεση της αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας συλλαμβάνεται και ρίχνεται σιδηροδέσμιος στη φυλακή. Εκεί βρήκε φυλακισμένα και τα υπόλοιπα μέλη της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου, τα οποία εμψυχώνει προ του μαρτυρίου, ενώ με αποφασιστικότητα στρέφεται και εναντίον των δημίων του. Λίγες ώρες αργότερα ο ίδιος οδηγείται στην αγχόνη που είχε στηθεί στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, ενώ οι υπόλοιποι φυλακισμένοι αρχιερείς, όπως ο Αγχιάλου Ευγένιος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος και ο Εφέσου Διονύσιος, απαγχονίζονται σε άλλα σημεία της Πόλης. Τρεις μέρες έμεινε κρεμασμένο το ιερό λείψανο και στη συνέχεια παραδόθηκε σε μια ομάδα Εβραίων, οι οποίοι περιέφεραν το νεκρό σώμα στους δρόμους εμπαίζοντας το νεκρό του Πατριάρχη και τελικά το έριξαν στον Βόσπορο, από όπου το περισυνέλεξε ο Ιωάννης Σκλάβος και το μετέφερε τελικά στην Οδησσό.

Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ο Τσαριτσανιώτης λόγιος κληρικός ερμηνεύει την άφιξη του λειψάνου στην Οδησσό ως μία ακόμη απόδειξη των ισχυρών δεσμών μεταξύ Ελληνικής και Ρωσικής Εκκλησίας (ο ίδιος άλλωστε υπήρξε σφοδρός πολέμιος της παραχώρησης Αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Ελλάδος). Κατά τον Οικονόμο με την άφιξη του λειψάνου στην Οδησσό ανανεώνεται ο μεταξύ της Γραικικής και Ρωσικής Εκκλησίας εσωτερικός και αδιάσπαστος σύνδεσμος. Για να δώσει μάλιστα έμφαση στα λεγόμενα του προσωποποιεί τις δύο Εκκλησίες παραχωρώντας τον λόγο στην Ελλληνική Εκκλησία η οποία ζητά από την αδελφή της Ρωσική να διαφυλάξει ως θησαυρό το ιερό λείψανο και να μη ξεχνά το υπόδουλο γένος των Ελλήνων (παρόντες, ας μην ξεχνάμε στην νεκρώσιμη ακολουθία ήταν μέλη της τσαρικής αυλής): «μνημόνευε των δεσμών μου, τους οποίους υπομένω, έως αν πληρωθώσι καιροί εθνών» (Επιτάφιος, σ. 13).

Ο επιτάφιος λόγος έχει φθάσει στο τέλος του, και ο ρήτορας-λίγο πριν την επιλογική παράγραφο-απευθύνεται στους κατοίκους της Οδησσού ζητώντας τους να βοηθήσουν τους κατατρεγμένους Έλληνες που έφθασαν στην πόλη τους για να ξεφύγουν από την εκδικητική μανία των Τούρκων, ακολουθώντας το παράδειγμα του τσάρου Αλέξανδρου, ο οποίος μετετράπη σε «αξιώτατον όργανον της ευσπλαγχνίας» (Επιτάφιος, σ. 15).

Ο Επίλογος έχει τη μορφή επίκλησης προς τον Θεό. Ικανότατος ρήτορας ο Κωνσταντίνος Οικονόμος προτρέπει τους παρισταμένους Έλληνες να επικαλεσθούν την άπειρο ευσπλαγχνία του Υψίστου και να ζητήσουν να τους λυτρώσει από την τουρκική σκλαβιά. Ο τόνος δραματικός, γεμάτος αγωνία: «Βασιλεύ Άγιε, επάκουσον της φωνής της δεήσεως ημών» (Επιτάφιος, σ. 16). Πόθος και επιθυμία του ρήτορα η απελευθέρωση του Γένους, η οποία όμως θα έρθει με τη βοήθεια της πανίσχυρης Ρωσικής Αυτοκρατορίας: «[…] τον πιστόν και φιλανθρωπότατον Αυτοκράτορα στερέωσον, δόξασον, κραταίωσον, υπόταξον υπό τους νικηφόρους Αυτού πόδας πάντα εχθρόν και πολέμιον από περάτων έως περάτων, έως ου ανταναιρεθή η Σελήνη (=η οθωμανική αυτοκρατορία)» (Επιτάφιος, σ. 16). Βέβαια, η Ιστορία απέδειξε ότι η τσαρική Ρωσία δεν είχε τέτοιου είδους ευαισθησίες, αλλά κάποιοι Έλληνες, όπως ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, κινούμενοι από αγνά αισθήματα ήθελαν να βλέπουν τη Ρωσία ως προστάτιδα του σκλαβωμένου Ελληνισμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, Η στάση του Σουλτάνου ύστερα από την έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Νέοι άγριοι διωγμοί. Απαγχονισμός του Πατριάρχη, στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 12ος, σσ. 130-135.

Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοσις δευτέρα επιθεωρηθείσα και διορθωθείσα, εν Λονδίνω 1860 σσ. 75-97 και 248-258.

Νικόλαος Ε. Τζιράκης, λήμμα ‘‘Οικονόμος Κωνσταντίνος εξ Οικονόμων’’, ΘΗΕ, τόμ. 9ος, σσ. 681-686.

larissanet.gr

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.