Ο Ετρούσκος βασιλιάς Λάρος Τολούμνιος και ο Β’ Βηιικός πόλεμος μεταξύ Ρώμης και Βηίων

του Νικολάου Π. Παππά, Πολιτικού Επιστήμονος

Δυστυχώς οι γνώσεις μας για τους Ετρούσκους βασιλείς είναι ελάχιστες, κι αυτό γιατί οι πηγές μας για την Ετρουρία προέρχονται αποκλειστικά από τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς ενώ δεν έχει βρεθεί κάποιο ετρουσκικό ιστορικό κείμενο.

Ένας από τους Τυρρηνούς που γνωρίζουμε αρκετά πράγματα (κυρίως λόγω της κόντρας του με τη Ρώμη) είναι ο Λάρος Τολούμνιος, ο μονάρχης της πόλης των Βηίων, η οποία ήταν η πλουσιότερη της Δωδεκάπολης των Ετρούσκων αλλά και το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής πήλινων ειδωλίων στην Ετρουρία κατά τον 6ο αιώνα π.Χ.

Η θέση της πόλης την υποχρέωνε να βρίσκεται συνεχώς σε μεγάλη κόντρα με τη Ρώμη, καθώς βρισκόταν μόλις 16 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της λατινικής πόλεως. Ο έλεγχος για τις περιοχές που βρίσκονταν γύρω από τις δύο πόλεις αλλά και ο έλεγχος του ποταμού Τίβερη θα είναι η αφορμή για να ξεσπάσει το 437-434 ή το 428-425 π.Χ. ο δεύτερος Βηιικός πόλεμος, ο δεύτερος από τους τρεις μεγάλους πολέμους της Ρώμης με την ετρουσκική πόλη.

Οι πόλεμοι γίνονταν τόσο για την λατινική πόλη Φιδήνα (Fidenae) αλλά και για τον έλεγχο του ποταμού Τιβέρη. Το τέλος του πρώτου πολέμου (483-474 π.Χ.) βρήκε τους Βήιους νικητές και τον έλεγχο της περιοχής, όμως οι Ρωμαίοι διψούσαν για εκδίκηση. Την εποχή πριν το δεύτερο πόλεμο και οι Ρωμαίοι υπέφεραν από σιτοδεία και λιμό, με αποτέλεσμα να επιζητούν νέα προσοδοφόρα γη. Έτσι, επιτέθηκαν στους Βήιους οι οποίοι παρά την έκκληση για βοήθεια στην ομοσπονδία της Δωδεκάπολης δεν εισακούστηκαν και κλήθηκαν μόνοι τους να απαντήσουν στη ρωμαϊκή δίψα για εξάπλωση.

Χάρτης της εποχής

Την εποχή εκείνη βασιλιάς της πόλεως ήταν ο Λάρος Τολούμνιος. Για τον Τολούμνιο δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα παρά τη συμμετοχή του στο ξεκίνημα του πολέμου αυτού, στην μάχη στο Άνιο. Ο Λάρος ήταν, απ’ ότι δείχνει ο μύθος και τα αρχαιολογικά ευρήματα, μέλος της Βηιικής αριστοκρατίας, μονάρχης της πόλεως, ενώ το όνομά του βρίσκεται σε διάφορες επιγραφές από αναθηματικές προσφορές που έχουν βρεθεί.

Ο Τολούμνιος, λοιπόν, βρέθηκε ολομόναχος να πρέπει να προστατεύσει τόσο την πόλη του όσο και ολόκληρη την επικράτεια που ήλεγχε. Όμως, τα πράγματα θα πάνε πολύ πολύ άσχημα γι’ αυτόν. Η μάχη στο Άνιο (437 ή 428 π.Χ.) ήταν η πρώτη αλλά και… η τελευταία του. Πηγές μας για τη μάχη αυτή είναι ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος και ο Έλληνας Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς.

Ο πόλεμος ξεκίνησε με αφορμή ένα περιστατικό στην πόλη Φίδηνα, η οποία ενώ ήταν σύμμαχος και υποτελής της Ρώμης ξαφνικά δήλωσε υπακοή στον Τολούμνιο. Όταν οι Ρωμαίοι το έμαθαν έστειλαν τέσσερις πρεσβευτές στην πόλη για να ζητήσουν εξηγήσεις.

Οι Φιδηνίτες, σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο, όταν οι πρεσβευτές έφτασαν στους Βηιούς τους δολοφόνησαν μετά από εντολή του Τολούμνιου. Σύμφωνα με τον Λίβιο, όμως, η δολοφονία τους ήταν αποτέλεσμα μιας παρεξήγησης η οποία προκλήθηκε ενώ ο Ετρούσκος μονάρχης έπαιζε ένα παιχνίδι με ζάρια. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό, όταν οι Φιδηνίτες τον ρώτησαν εάν έπρεπε να δολοφονήσουν τους απεσταλμένους αυτός πέτυχε μια καλή ζαριά και αναφώνησε «εξαιρετικά», με αποτέλεσμα να γίνει η παρεξήγηση. Φυσικά το σενάριο αυτό δεν είναι καθόλου ρεαλιστικό.

Οι Ρωμαίοι, σε κάθε περίπτωση, βρήκαν την αφορμή που έψαχναν από καιρό και είχαν προετοιμαστεί καταλλήλως για την κήρυξη του πολέμου. Στην αρχή οι Βήιιοι πήραν το πάνω χέρι, καθώς μαζί με τους Φιδηνίτες πέρασαν τον ποταμό Άνιο και άρχισαν να λεηλατούν περιοχές γύρω από τη Ρώμη. Όμως λίγο μετά νικήθηκαν από τον στρατό του στρατηγού Σέργιου Φιδένα. Έτσι, οι δύο στρατοί θα συναντηθούν για τη μεγάλη κανονική μάχη στο Άνιο.

Ο Τολούμνιος είχε λάβει θέση ανάμεσα στο Άνιο και στην πόλη Φίδηνα, όπου περίμενε ενισχύσεις. Η νίκη του Φιδένα λίγο πριν ήταν με μεγάλες απώλειες και για το λόγο αυτό η γερουσία της Ρώμης τον αντικατέστησε με τον Μαμέρκο Αιμίλιο τον οποίο διόρισε δικτάτορα όσο διαρκούσε ο πόλεμος.

Ο Αιμίλιος όταν έφτασε το Άνιο πήρε θέση μεταξύ του ποταμού και του Τίβερη και την επόμενη ημέρα επιτέθηκε στον Τολούμνιο. Ο Λίβιος αναφέρει πως ο στρατός του Τυρρηνού μονάρχη ήταν μεγαλύτερος από των Ρωμαίων, γι’ αυτό πρόθυμος δέχτηκε να πολεμήσει. Τόσο κοντά ήταν η μάχη στη Ρώμη που ο Αιμίλιος, όταν έλαβαν θέση, έβλεπε την ακρόπολη της πόλης και περίμενε ένα σημάδι των Θεών ότι θα κερδίσει.

Η μάχη κρίθηκε από το ιππικό των δύο πλευρών. Στην αρχή το ρωμαϊκό ιππικό ανάγκασε σε υποχώρηση το πεζικό των Ετρούσκων, όμως ο Τολούμνιος επανέφερε γρήγορα την τάξη. Η εμβληματική μορφή της μάχης αυτής θα είναι ο Κορνήλιος Κόσσος, ένας από τους τρεις στρατηγούς της μάχης. Όπως μας πληροφορεί ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Κορνήλιος θα κάνει μια έφοδο με το ιππικό και θα καταφέρει να πλησιάσει τον Τυρρηνό βασιλιά. Αφού με ένα χτύπημα τον έριξε από το άλογό του, μετά με συνεχόμενα χτυπήματα στήθος θα τον σκοτώσει πριν αυτός προλάβει να αντιδράσει.

Βλέποντας τη σκηνή αυτή ο ετρουσκικός στρατός θα τραπεί ατάκτως σε φυγή. Οι Φιδηνίτες επέστρεψαν κυνηγημένοι στην πόλη τους όπου οι Ρωμαίοι θα την πολιορκήσουν και θα την κατακτήσουν σκάβοντας μια υπόγεια σήραγγα και περνώντας κάτω από την μερικώς τεχνητή τάφρο που προστάτευε την ακρόπολη. Οι Βήιοι βλέποντας ότι δεν ερχόταν καμία βοήθεια από τις άλλες πόλεις της Ετρουρίας συμφώνησαν εκεχειρία για 18 χρόνια με τη Ρώμη. Έτσι θα λάβει τέλος και ο δεύτερος Βηιικός πόλεμος.

Ο τρίτος (και τελευταίος) πόλεμος μεταξύ των δύο πλευρών θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή της ετρουσκικής πόλεως από τους Ρωμαίους. Η τυρρηνική πόλη που προκαλούσε κάποτε θαυμασμό για τον πλούτο και τον πολιτισμό της θα σβηστεί πια από τον χάρτη. Στον πόλεμο αυτό θα αναφερθώ σε άλλο μου άρθρο.

(Στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται η δολοφονία του Λάρου Τολούμνιου από τον Ρωμαίο στρατηγό Κορνήλιο Κόσσο)

Πηγή: Ετρούσκοι, Τυρρηνοί ή Ρασίννες – Φίλοι Αρχαίας Ιστορίας

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.