Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και η περιπέτεια της Νεοελληνικής Παράδοσης

Γράφει ο Π. Δ. Μαστροδημήτρης

O θάνατος του Ζήσιμου Λορεντζάτου (3 Φεβρουαρίου 2004) μας δίνει την αφορμή για μιά πρώτη αξιολόγηση του συνόλου έργου του και για μιά συνακόλουθη τοποθέτηση του στην πορεία και στην εξέλιξη τη νεοελληνικής δοκιμιογραφίας. Παρά το γεγονός ότι έφυγε πλήρης ημερών (γεννήθηκε το 1915), η έκδημία του αφήνει ένα μεγάλο κενό, καθώς η παρουσία του ως άνθρωπου και η προσφορά του στα νεοελληνικά γράμματα συνιστούσαν ένα είδος ασφαλιστικής δικλείδας για τη νεοελληνική συνείδηση.

Ο Λορεντζάτος αποτελούσε τον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας που ξεκινούσε από τον 19ο αιώνα, από την ηρωική εποχή του πολιτισμικού κινήματος του Δημοτικισμού και των εκπροσώπων του. Η παρουσία και η επίδραση του πατέρα του, του γνωστού δημοτικιστή καθηγητή Παναγή Λορεντζάτου (1871-1941), χρειάζεται κάποτε να εκτιμηθούν και να ερμηνευθούν ανάλογα, για να κατανοήσουμε το γλωσσικό πιστεύω του γιου και τον γενικότερο προσανατολισμό του έργου του. Ταυτόχρονα, ο Λορεντζάτος συνέχιζε την πνευματική αυτήν αλυσίδα ως ο κατ’ εξοχήν σύνδεσμος της με τη γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη και των μεγάλων διανοουμένων τη ίδιας εποχής, και με την ηρωική του προσπάθεια να δημιουργήσουν σύγχρονη λογοτεχνική γραφή και κριτική σκέψη. Από αυτή την άποψη, η δοκιμιογραφία του Λορεντζάτου αποσκοπούσε στη διαμόρφωση στέρεου λόγου, που θα μπορούσε να παρακολουθήσει και να ερμηνεύσει τη λογοτεχνική γραφή κατά τρόπο επαρκή και πολυδιάστατο.

Χρειάζεται επίσης να δούμε τον θάνατο του Λορεντζάτου ως το τέλος μιας εποχής, κατά την οποία ένας συνειδητά απομονωμένος συγγραφέας επιχείρησε να ανασύρει στην επιφάνεια ξεχασμένες όψεις και σελίδες της νεοελληνικής παράδοσης και να υποδείξει τη σημασία του για τη σημερινή πραγματικότητα. Αυτή η άποψη της δημιουργικής προσπάθειας του Λορεντζάτου πιστεύουμε οτι δεν έχει κατανοηθεί όσο θα έπρεπε και κάποια στιγμή η κριτική σκέψη χρειάζεται να εγκύψει με περισσότερη επιμονή στο σύνολο των έργων του, άψογα παρουσιασμένων με τις φροντίδες και τη γνώση του Δημήτρη Μαυρόπουλου [Σημ. 1].

Οι απαρχές της προσφοράς του Λορεντζάτου στη νεοελληνική κριτική σκέψη τοποθετούνται στη δεκαετία του ’40, και ειδικότερα όταν η νεοελληνική συνείδηση, καθώς εξερχόταν από τη δοκιμασία του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του Εμφυλίου, αναζητούσε νέους προσανατολισμούς και νέες αξίες. Τούτο διακρίνεται στο δοκίμιο του για τον Θησέα του Andre Gide, γραμμένο κατά τη διετία 1948-1949, [Σημ. 2] όπου ο Λορεντζάτος εκφράζει έμμεσα και τις δικές του θέσεις: «Μέσα στη φιλοσοφία του η τέχνη, σα φαινόμενο κοινωνικό, δεν εξυπηρετούσε παρά μοναχά τον εαυτό της, καταφύγιο όπου ο άνθρωπος διοχετεύει ορισμένα δικά του πράματα η του συνόλου, και που χώρεσαν άνετα πάντα μαζί.. .» [Σημ. 3].

Διαγράφεται ήδη εδώ η αμετακίνητη αντίληψη και του ίδιου του συγγραφέα, που θα κυριαρχήσει στη μετέπειτα εξέλιξη του, για την ανεξαρτησία και την αυτονομία του δοκιμιογραφικού του έργου και της γραφής του γενικότερα. Πρόκειται για μιά νοοτροπία όχι, βέβαια, «αισθητιστική», που όπως είναι γνωστό ο Λορεντζάτος την απέρριπτε πλήρως, αλλά ριζικά και ανυποχώρητα πνευματική. Η πεποίθηση αυτή επαναδιατυπώνεται στα δοκίμια του για του Τ. S. Eliot (1965) [Σημ. 4], Ezra Pound (1966 καί 1986) [Σημ. 5], Paul Valery (1971) [Σημ. 6] και George Orwell (1989) [Σημ. 7], ακόμη και σε ένα κείμενο καθαρά φιλοσοφικό, όπως είναι η ανάλυση του Tractatus του Αυστριακού φιλοσόφου Ludwig Wittgenstein [Σημ. 8].

Σε όλη τη δημιουργική πορεία του, ο Λορεντζάτος παρέμεινε πιστός σε αυτή την αντίληψη, που επεδίωκε να απελευθερώσει την τέχνη από κάθε πολιτική και ιδεολογική ιδιοποίηση και χρησιμοθηρία. Μέσα από αυτή την προοπτική μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις βαθυστόχαστες αναλύσεις των έργων μεγάλων Ελλήνων δημιουργών, όπως του Σολωμού, του Καβάφη, του Παπαδιαμάντη, του Σικελιανού και, φυσικά, του Σεφέρη. Το έργο, μάλιστα, του Σολωμού αποτέλεσε μόνιμη μέριμνα της γραφής του και παράλληλα προκαλούσε μόνιμο προβληματισμό επάνω στο ζήτημα «του εκφράζεσθαι», όπως το αποκάλεσε για πρώτη φορά στο πρώιμο άλλα και τόσο ώριμο Δοκίμιο Ι, γραμμένο μόλις στα τριάντα του χρόνια (1945-1946) [Σημ. 9].

Στο εκτενές και πολυδιάστατο αυτό κείμενο, αφιερωμένο στη μελέτη της σολωμικής ποίησης, ο Λορεντζάτος επιχειρεί μιά διάκριση ανάμεσα στον γλωσσικό αγώνα και στον αγώνα της έκφρασης. Αυτό που ενδιαφέρει τον ίδιο είναι κυρίως η δεύτερη περίπτωση: «Το βάρος πέφτει στο δεύτερο μέρος της φράσης. Πρέπει να κυριέψεις τη γλώσσα, και αν είσαι αρκετός να τη μεταβάλεις από όργανο συνεννόησης σε όργανο τέχνης. να της αλλάξεις τη χρήση και ίσως τη φύση. Εκείνο το “αρκετός” του Σολωμού είναι ένα σύνορο. Χωρίζει την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στον κοινό και στον έντεχνο λόγο, στη χρήση του λόγου και στην τέχνη του λόγου. Ανάμεσα στο Λέγειν και στο Ποιείν» [Σημ. 10].

Εδώ πιστεύουμε ότι έγκειται η κύρια προσφορά του Λορεντζάτου στη νεοελληνική λογοτεχνία και ειδικότερα στη δοκιμιογραφία: στην προσπάθεια του να αρθρώσει και συγχρόνως να καταξιώσει μιά «διάλεκτο» ικανή να μιλήσει για τη φαντασία και τη γλώσσα μέσα στη σύγχρονη νεοεληνική πραγματικότητα με επίκεντρο τη νεοελληνική παράδοση. Αυτή η παράμετρος της κληρονομημένης μνήμης και συλλογικής παρακαταθήκης αποτελεί τη δεύτερη διαρκή αναφορά του έργου του Λορεντζάτου. Θα υποστηρίζαμε, μάλιστα, ότι κύριο μέλημα της γραφής του ήταν να διασώσει από τη λήθη την καταγεγραμμένη ψυχική αγωνία του Ελληνισμού και να εμποτίσει την ερμηνευτική της με τη συλλογιστική και την ευαισθησία του σύγχρονου ανθρώπου.

Για να επιτύχει σε αυτή την προσπάθεια, ο Λορεντζάτος επιχείρησε να επανερμηνεύσει το έργο δύο πολύ σημαντικών νεοελλήνων δημιουργών, που σημάδεψαν -μέ τον τρόπο του ο καθένας- τη νεοελληνική συνείδηση: του Γιώργου Σεφέρη και του Κώστα Καρυωτάκη. Ειδικότερα, μάλιστα, ο πρώτος αποτέλεσε ένα διαρκές γόνιμο ερώτημα για τη σκέψη του Λορεντζάτου, πράγμα που φαίνεται άριστα από την αλληλογραφία τους [Σημ. 11], αλλά κυρίως από το εξαίρετο δοκίμιο που «κατά το ήμισυ» του αφιέρωσε, το Χαμένο κέντρο [Σημ. 12]. Στο πολυσέλιδο αυτό δοκίμιο του, ο Λορεντζάτος αναφέρεται στις σχέσεις Ελλάδας και Δυτικής Ευρώπης, όπως καταγράφηκαν μέσα στο έργο του Σεφέρη. Η γραφή του ανυψώνεται σε μεγάλες γενικεύσεις και θεωρητικές αφαιρέσεις, οι οποίες, παρά την εμβρίθεια του, κάποτε ακούγονται αιρετικές και ίσως ακατανόητες για τους αμύητους.

Γράφει: «Όταν οι προοδευμένοι άνθρωποι -δέ μιλάω ειρωνικά- καταλάβουν, μιά μέρα, ή ξαναβρούν δύσκολα την παράδοση τους (την παράδοση μπορείς να την καταλάβεις μοναχά με τη ζωή σου η με τη μεταφυσική πράξη, διαφορετικά απομένει και αυτή μόνο φιλοσοφία ή φιλοσοφικό σύστημα και, το σπουδαιότερο, χάνει τότε τη θεικιά προέλευση της), θα πρέπει να χρωστάν ευγνωμοσύνη στις καθυστερημένες γριές -καί πάλι δέ μιλάω ειρωνικά- τις μανάδες ή τις κυρούλες των περισσότερων από εμάς, που ανάφτουν ακούραστες τα καντήλια στα ταπεινά ξωκλήσια και στα ερημομονάστηρα της Ελλάδας, όλο αυτό το διάστημα της σιωπής ή της μεταφυσικής αγρανάπαυσης που εκείνοι κουρασμένοι μεριμνούσαν και τυρβάζονταν περί πολλά» [Σημ. 13].

Πρόκειται, αναμφίβολα, για ανατρεπτική άποψη, της οποίας τις δυνητικές θετικές επιπτώσεις στη νεοελληνική παιδεία και κοινωνία αλλά και τα όρια της εγκυρότητας της θα έπρεπε να τα συζητήσουμε αλλού. Η κατάθεση, πάντως, του Λορεντζάτου συνιστά την αρχή ενός δημιουργικού διαλόγου με τον νεοέλληνα, ο οποίος, κάτω από την τεχνολογική και πολιτική κυριαρχία της Δυτικής Ευρώπης, είχε λησμονήσει τη δική του παράδοση και είχε αποξενωθεί από τις πηγές της. Το ίδιο πρόβλημα έθιξε ο Λορεντζάτος και στο επίσης αξιόλογο δοκίμιο του για τον Μακρυγιαννη [Σημ. 14], όπου συζητείται ένα σύνολο κρίσιμων ζητημάτων πολιτισμού και αυτογνωσίας του νεώτερου και του σύγχρονου Ελληνισμού.

Εξάλλου, στο οξυδερκές κείμενο του για τον Καρυωτάκη [Σημ. 15] καθορίζει την ανεπανάληπτα ιδιότυπη και σημαντική θέση του ποιητή ακριβώς επάνω στο μεταίχμιο μεταξύ παραδοσιακής και νεωτερικής ποίησης:

«Όλοι οι δρόμοι που οδηγούν από τον Παλαμά ή το Σικελιανό και τους minores του δημοτικισμού στο Σεφέρη και στον ελεύθερο στίχο περνούν από τον Καρυωτάκη. Δεν υπάρχει άλλο διάβα. (…) στα χέρια του η παλιά παράδοση κομματιάζεται και τα membra disjecta της σκορπίζονται στου άνεμους που θα μεταφέρουν το σπόρο για την καινούργια ανθοφορία. Η ποιητική σημασία του είναι ταυτόχρονα καταλυτική και σπερματική» [Σημ. 16]. Και συνεχίζει τεκμηριώνοντας τις γενικές αυτές θέσεις του με διεισδυτικές μορφολογικές-μετρικές παρατηρήσεις, που επισημαίνουν την επαναστατική δυναμική που λειτουργεί κάτω από ένα «εξωτερικό περίγραμμα (…) τυπικά απείραχτο» [Σημ. 17].

Ανάλογα εύστοχες είναι και οι επισημάνσεις του σε ό,τι αφορά τη δημιουργικότητα του μεταφραστή Καρυωτάκη: «Από τις καλύτερες ελληνικές μεταφράσεις, τα ποιήματα που μεταφράζει από του ξένους μοιάζουν σχεδόν σα να είναι δικά του και να τα παίρνει πίσω με τη μετάφραση» [Σημ. 18]

Στην περίπτωση του «έχομε προσάρτηση» [Σημ. 19]. Οι παράμετροι του έργου του Λορεντζάτου είναι αναμφίβολα πολλαπλές και δεν μπορούν να εξαντληθούν μέσα σε μιά παρουσίαση όψεων μόνο του όλου «αρχιτεκτονήματος», αφού μάλιστα πρόκειται για μιά πνευματική πράξη που εκτείνεται χρονικά σε έξι περίπου δεκαετίες και εμφανίζει μιά μοναδική ενότητα και μιαν εξαιρετική νοηματική πυκνότητα. Ο θάνατος του έδειξε πόσο καθυστερήσαμε να ασχοληθούμε συστηματικά με την αποτίμηση του έργου του και να εξετάσουμε τις πηγές, τις προθέσεις και το παράδειγμα του ως δημιουργού. Μέσα στο corpus των Μελετών του (που θα πρέπει, ίσως, να συμπληρωθούν τώρα και με τά μεταγενέστερα δημοσιεύματα του, εκείνα που ο χαρακτήρας και η έκταση τους το επιτρέπουν) μπορούμε να διακρίνουμε την πρόοδο και την ανοδική πορεία του δημιουργικού του ταλάντου, ταυτισμένου με έναν φιλοσοφημένο στοχασμό που ξεπερνάει τον ατομικό λόγο και προσδιορίζει καίρια καταστάσεις, ανάγκες και δυνατότητες τη ελληνικής «παιδείας».

Η έντονα κυμαινόμενη στάση των συγχρόνων του απέναντι στις συγκεκριμένες θέσεις του δεν εμποδίζει την αναγνώριση της εξαιρετικής ποιότητας της σκέψης και του ήθους του. Το έργο του Λορεντζάτου αποτελεί ένα αγώνισμα ες αεί και υποδεικνύει την αγωνία του άτομου να κατανοήσει την ιστορική του καταβολή και να σχετισθεί μαζί της κατά τρόπο σύγχρονο και δημιουργικό. Το παράδειγμα του αποτελεί μιά γόνιμη συμβολή στη διαχρονική πορεία της ελληνικής παράδοσης και της περιπέτειας τη διά μέσου εχθρικών και φίλιων αιώνων. 

Σημειώσεις 

  1. Βλ.τη συγκεντρωτική έκδοση: Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μελέτες. Τόμ. Α’- Β’. Εκδόσεις Δόμος, (Αθήνα 1994), αλλά και τις εξίσου καλαίσθητες αυτοτελείς δημοσιεύσεις πολλών κειμένων του συγγραφέα από τον ίδιο εκδότη. 
  2. Ό. π., τόμ. Β’, σελ. 217-293. 
  3. Ό. π., σελ. 268- 269. 
  4. Ό.π., σελ.293- 311. 
  5. Ό.π., σελ.389-482. 
  6. Ό. π., σελ.511-526. 
  7. Ό. π., σελ.483-505. 
  8. Ό. π., σελ.527-548. 
  9. Ό. π., τόμ. Α’, σελ. 15-109. Το – εκφράζεσθαι (Σολωμός) είναι ο «ψευδότιτλος» της πρώτης αυτοτελούς έκδοσης του Δοκιμίου Ι: Αθήνα, (Μάρτιος του) 1947, από τα τυπογραφεία του Στέφανου Ν. Ταρουσοπούλου (Νέο Φάληρο). 
  10. Ό.π., σελ. 107-108. 
  11. Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου (1948-1968). Επιμελήθηκε Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Δόμος, (Αθήνα 1990). 
  12. Μελέτες, δ.π., σελ. 331-419. Πρώτη δημοσίευση του δοκιμίου: Για τον Σεφέρη. Τιμητικό Αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της «Στροφής», Αθήνα 1961, σελ. 86-146. 
  13. Μελέτες, δ.π., σελ. 413-414. 
  14. Ό.π., σελ. 477-562. 
  15. Ό.π., σελ. 281-306. 
  16. Ό.π., σελ. 287. 
  17. Ό.π., σελ. 292. 
  18. Ό.π., σελ. 299. 

ΑΝΤΙ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β’ ΤΕΥΧΟΣ 823 – 824 2004
ΑΝΕΜΟΥΡΙΟΝ

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.