Ο Καντ μπροστά στο γνωσιολογικό ζήτημα της αντικειμενικής αλήθειας

Robert Pittakos – Οπλικές Πένες

Αν μπορούσαμε να δώσουμε έναν χαρακτηρισμό για τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο τότε αυτός θα ήταν “ο Κοπέρνικος της φιλοσοφίας”.Άλλωστε και ο ίδιος χαρακτήρισε την κριτική φιλοσοφική του θεώρηση ως κοπερνίκεια επανάσταση.Αλλά γιατί ο Kαντ αποτελεί ίσως το σημαντικότερο πρόσωπο της νεότερης φιλοσοφίας; Γιατί το έργο του επηρέασε δραματικά την θεώρηση μας γύρω από τη γνωσιολογία και την ηθική καθώς και την αισθητική και τη μεταφυσική;

Στο παρακάτω άρθρο θα κάνουμε μία απλή εισαγωγή στις ιδέες και στο έργο του Γερμανού φιλοσόφου,το οποίο επηρέασε στο μέγιστο,πολύ μεγάλο μέρος της παγκόσμιας διανόησης.

O Kαντ ήταν ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος και παιδί του ορθολογισμού και των διαφωτιστικών ιδεών.Σε αντίθεση με τον φίλο του Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν,τον πρώτο ίσως πνευματικό αντίπαλο του διαφωτισμού (μετά τον Τζιαμπατίστα Βίκο),ο Καντ αγαπούσε τις θετικές επιστήμες και τα μαθηματικά. Ως φιλόσοφος είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται με εργασίες πάνω στην δυναμική και τα μαθηματικά, αλλά στο τέλος αφοσιώθηκε πλήρως με τις φιλοσοφικές έρευνες. Το φιλοσοφικό του έργο επικεντρώθηκε (ή μάλλον μια αχνή ματιά έτσι δείχνει) σε γνωσιολογικά και ηθικά θέματα ,παρ’ όλα αυτά η σκέψη μου διαπερνάει τομείς όπως την αισθητική, την μεταφυσική ακόμα και την πολιτική.

Ο Καντ μετά από δώδεκα συνεχή χρόνια αναλυτικού και βαθύτατου στοχασμού θα δημοσιεύσει το έργο του “Κριτική του καθαρού Λόγου”.Το έργο του Καντ θέτει περίπλοκα και δυσνόητα ζητήματα και αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα έργα φιλοσοφίας στην σύγχρονη εποχή.Σύμφωνα με τον Καντ υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος σκοπός πίσω από αυτό το έργο:

“σε αυτή την έρευνα έχω εκπληρώσει το στόχο μου και αποτολμώ να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχει ούτε ένα μεταφυσικό πρόβλημα που δεν έχει επιλυθεί η δεν υπάρχει λύση, το κλειδί της οποίας τουλάχιστον δεν έχει παρασχεθεί”.

Ο Καντ λοιπόν καταπιάνεται με το γνωσιολογικό πρόβλημα και το ζήτημα της αντικειμενικής γνώσης.Ξεκινώντας με την καρτεσιανή προσέγγιση,του ορθολογισμού ο Καντ ανέλυσε την συγκεκριμένη οπτική για το γνωσιολογικό ζήτημα.Ο Ντεκάρτ θεωρούσε ότι η γνώση δεν εμπεριέχει μεγάλους βαθμούς βεβαιότητας εκτός από το ερώτημα περί εαυτού.Σύμφωνα με τον Ντεκάρτ δεν έχει κανένα νόημα να αμφισβητώ την δική μου ύπαρξη,την ύπαρξη του “Εγώ” μου.“Σκέφτομαι,άρα υπάρχω”,(Cogito ergo sum).Μπορώ να αμφιβάλλω για τα πάντα,εκτός από την ύπαρξη του εαυτού μου.Η ύπαρξη μου αποτελεί αντικειμενικό γεγονός.Οτιδήποτε και αν αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει στον κόσμο ,ανεξαρτήτως πως το προσλαμβάνει η νόηση μου,υπάρχει σίγουρα μια έστω σκεπτόμενη ύπαρξη,ο εαυτός μου. Έπειτα ένας ύστερος στοχαστής του Καντ ο Γκέοργκ Κρίστοφ Λίχτενμπερκ,θεωρεί το συμπέρασμα του Ντεκάρτ λανθασμένο.Το “cogito” του Ντεκάρτ φανερώνει σίγουρα μια σκέψη,αλλά αυτή η σκέψη δεν συνεπάγεται με σιγουριά ένα “Εγώ” που την σκέφτεται.Έτσι και ο Καντ άσκησε μεγάλη κριτική στο “cogito” του Ντεκάρτ περί σιγουριάς της αυτογνωσίας.Σύμφωνα με τον Καντ μπορώ να είμαι βέβαιος για τις διανοητικές μου καταστάσεις στο υποκειμενικό επίπεδο,αλλά δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για το υποκείμενο που κατέχει αυτές τις διανοητικές καταστάσεις.Χρειάζονται περαιτέρω επιχειρήματα για να στηριχθεί η άποψη του Ντεκάρτ περί σιγουριάς της αυτοσυνειδησίας.

Το ερώτημα που δύναται να απαντήσει ο Γερμανός φιλόσοφος είναι στο ποιος είναι ο χαρακτήρας αυτής της άμεσης και βέβαιης γνώσης;Το χαρακτηριστικό των διανοητικών μου καταστάσεων είναι ότι ταυτίζονται με το αντικειμενικό είναι.Όπως δηλαδή φαίνονται σε μένα,έτσι και είναι.Στο υποκειμενικό επίπεδο φαίνεται ότι κλονίζονται,ενώ στο αντικειμενικό επίπεδο αποκλίνουν.Ο κόσμος είναι όμως αντικειμενικός,επειδή μπορεί να φαίνεται διαφορετικός σε μένα.Πως μπορώ να γνωρίσω το κόσμο στην αντικειμενική του μορφή;Δύναμαι να γνωρίσω τον κόσμο αντικειμενικά και όχι απλά να έχω μια γνώση του τρόπου με τον οποίο φαίνεται;Αν η επιστήμη,η λογική ,η μεταφυσική, η θεολογία δεν προϋποθέτουν την δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για αντικειμενική γνώση σε κανέναν τομέα της ζωής.Όλες μας οι πεποιθήσεις κινούνται στο υποκειμενικό επίπεδο.

Οι δυο φιλόσοφοι που προβλημάτισαν τον Καντ γύρω από αυτό το ερώτημα ήταν ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς και ο Ντέιβιντ Χιουμ.Ο Λάιμπνιτς άνηκε στην ορθολογιστική τάση της γνωσιολογίας και θεωρούσε ότι έχουμε την δυνατότητα να κατέχουμε αντικειμενική γνώση χωρίς την παρέμβαση κάποιου παρατηρητή.Ο Χιουμ αντιθέτως άνηκε στην εμπειριστική τάση,ενώ παράλληλα είχε και σαφές σκεπτικιστικές επιρροές και ισχυρίστηκε ότι δεν θα μπορούσαμε να κατέχουμε αντικειμενική γνώση για τίποτε.

Ο Καντ θεωρούσε και τις δυο σχολές γνωσιολογίας λανθασμένες και πίστευε ότι πρέπει να προχωρήσει σε μια σύνθεση των δυο αυτών τάσεων ,ουσιαστικά μέσω μιας διαλεκτικής σύνθεσης,απορρίπτοντας τα σφάλματα των δυο αυτών σχολών και ενώνοντας τις αλήθειες τους.

Σύμφωνα με τον γνωσιολογικό ορθολογισμό,αντλούμε ισχυρισμούς για την γνώση μέσω της χρήσης της λογικής,που δεν έχει δεχθεί επιρροές από την εμπειρία.Αντιθέτως,ο γνωσιολογικός εμπειρισμός θεωρεί ότι η δυνατότητα της γνώσης ταυτίζεται με την δυνατότητας της εμπειρίας.Η μόνη πηγή των ισχυρισμών μας είναι οι εμπειρίες που βιώνουμε.

Ο Καντ λοιπόν ήθελε να ξεφύγει από την γνωσιολογική απολυτότητα του Λάιμπνιτς και τον γνωσιολογικό υποκειμενισμό του Χιουμ.Ο Λάιμπνιτς θεωρούσε ότι η διάνοια κατέχει κάποιες έμφυτες αρχές,που ενστικτωδώς γνωρίζει ότι είναι αληθινές και οι οποίες συντελούν τα αξιώματα,μέσω των οποίων έχουμε την δυνατότητα να κατανοήσουμε μια ολοκληρωμένη περιγραφή του κόσμου.Από την άλλη,ο Χιουμ, ο στοχαστής που “ξύπνησε” τον Καντ από τον δογματικό του λήθαργο (όπως ισχυρίζεται ο ίδιος ο Καντ) είχε μια πολύ συγκεκριμένη οπτική για την έννοια της αιτιότητας. Υποστήριζε ότι η αιτιότητα υπάρχει μόνο στην φύση και απλώς αντανακλά τις “σχέσεις ιδεών”.Αυτό οδήγησε τον Καντ στην προοπτική της “Κριτικής του καθαρού Λόγου” θεωρεί ότι τα προβλήματα της αντικειμενικότητας συνδέονται τελικώς με τα προβλήματα της αιτιώδους αναγκαιότητας.

Ο Καντ ανέπτυξε ότι η λογική παρέχει περιεχόμενο χωρίς μορφή,ενώ η εμπειρία παρέχει μορφή χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο.Η αντικειμενική γνώση μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της σύνθεσης και των δύο.

Τα αντικείμενα δεν είναι ούτε οι “μονάδες” του Λάιμπνιτς,οι οποίες είναι δυνατόν να αναγνωριστούν και να προσδιοριστούν μόνο από την προοπτική του “καθαρού Λόγου”,ούτε είναι οι “εντυπώσεις” του Χιουμ,απόλυτα χαρακτηριστικά της υποκειμενικής εμπειρίας.

Τα αντικείμενα είναι υπαρκτά,με τον χαρακτήρα τους να αποδίδεται μέσω της θεώρησης που μπορεί να τα καταστήσει αναγνωρίσιμα.Αυτό είναι η “δυνατή εμπειρία”.Η εμπειρία περιλαμβάνει χαρακτηριστικά όπως ο χώρος,ο χρόνος και η αιτιότητα,όταν περιγράφω την εμπειρία μου αναφέρομαι σε μια ρυθμισμένη προοπτική ενός κόσμου ανεξάρτητου.

Ο Καντ ήθελε να εντοπίσει την δυνατότητα της “εκ των προτέρων γνώσης”,δηλαδή ενός συνόλου αληθειών που είναι αληθινές ανεξαρτήτως των εμπειριών μας.Οι “a priori αλήθειες” λοιπόν είναι αναλυτικές ή συνθετικές.Η πρόταση “όλοι οι εργένηδες είναι άγαμοι” είναι μια αναλυτική a priori αλήθεια.Αναλυτική είναι μια πρόταση,που το αληθές του νοήματος της προκύπτει εξ’ορισμού,ενώ συνθετική είναι μια πρόταση η οποία δεν μπορεί εξ’ορισμού μα αποδειχθεί αληθινή.Οπότε πως μπορεί να προκύψει μια συνθετική a priori πρόταση;Ο Καντ θεωρούσε ότι είναι αδύνατον να υπάρχει μια ερμηνεία μιας a priori αλήθειας,η οποία διαχωρίζει το γνωστό αντικείμενο από την προοπτική του γνωρίζοντος. Εκεί οφείλεται η δυσπιστία του για κάθε νοητική απόπειρα ισχυρισμού ότι έχουμε την δυνατότητα να κατέχουμε μια a priori γνώση κάποιου άχρονου και άχωρου κόσμου του αντικειμένου καθ’αυτού.

Έχω την δυνατότητα να κατέχω a priori γνώση μόνο για τον κόσμο που βιώνει το “Εγώ” μου.Η a priori γνώση παρέχει υποστήριξη,αλλά επίσης αντλεί το περιεχόμενο της από την εμπειρία.Για τον Καντ μια συνθετική a priori γνώση μπορεί να είναι η μαθηματική γνώση “7+5=12”.Τα μαθηματικά τα γνωρίζουμε μέσω του καθαρού συλλογισμού,όχι όμως αναλύοντας τις έννοιες των μαθηματικών.

Άλλες συνθετικές a priori αλήθειες για τον Καντ είναι οι εξής: “Κάθε γεγονός έχει μια αιτία” ,”όλα τα αντικείμενα βρίσκονται εντός του χώρου και του χρόνου” και “ο κόσμος αποτελείται από σταθερά αντικείμενα που υπάρχουν ανεξάρτητα από εμένα”.Αυτές οι προτάσεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν μέσω της εμπειρίας,διότι η αλήθεια τους προϋποθέτει την ανάλυση της εμπειρίας.

Οι σκοποί του Καντ ουσιαστικά μέσω του έργου του “η κριτική του καθαρού Λόγου” είναι να αντιτείνει στην γνωσιολογική θεώρηση του Χιουμ,ότι η συνθετική a priori γνώση είναι δυνατή και να δώσει και συγκεκριμένα παραδείγματα επί τούτου. Παράλληλα σε αντίθεση με την σκέψη του Λάιμπνιτς να αποδείξει ότι “ο καθαρός Λόγος” από μόνος του,λειτουργώντας ανεξάρτητα από τους εμπειρικούς περιορισμούς οδηγεί σε πλανεμένα συμπεράσματα.

Ο Καντ θεμελιώνοντας την έννοια της “υπερβατολογικής παραγωγής” διακρίνει την μέθοδο σε δυο μέρη.Τις υποκειμενικές και τις αντικειμενικές παραγωγές.Υποκειμενική παραγωγή είναι μια θεωρία της κατάληψης.Προσπαθεί να αποδείξει τι περιλαμβάνει η διαμόρφωση μιας κρίσης,θεωρώντας κάτι αληθές ή ψευδές. Επικεντρώνεται στην φύση της νόησης και τα συμπεράσματα της παρουσιάζονται ως τμήμα μιας γενικής θεώρησης της κατανόησης.Η αντικειμενική παραγωγή συνιστάται σε μια θετική απόπειρα απόδειξης του περιεχομένου της a priori γνώσης.Το επιχείρημα που προκύπτει από αυτή την διαδικασία δεν απορρέει από μια ανάλυση των ιδιοτήτων της γνώσης αλλά από μια διερεύνηση της δικής της θεμελίωσης.Έτσι με την μέθοδο της υπερβατολογικής παραγωγής δημιουργείται η θεωρία του “υπερβατολογικού ιδεαλισμού”. Η θεωρία διατυπώνει την παρακάτω θέση.

Οι νόμοι της κατανόησης,που θεμελιώνονται στην υποκειμενική παραγωγή, είναι οι ίδιοι με τις a priori αλήθειες που προκύπτουν από την αντικειμενική παραγωγή.Ουσιαστικά αυτό μας αποδεικνύει ένα ιδιαίτερο είδος αρμονίας μεταξύ των γνωστικών ικανοτήτων του γνωρίζοντος και της φύσης του γνωστού.Μέσω αυτής της αρμονικής σχέσης είναι δυνατή η εκ των προτέρων (a priori) γνώση.Είναι σημαντικό να τονίσω το νόημα που δίνει ο Καντ στην έννοια του “υπερβατολογικού”.Υπερβατολογικό είναι κάτι που υπερβαίνει την εμπειρία,δηλαδή για “αντικείμενα που δεν μπορούν να εντοπιστούν μέσω της εμπειρικής μας διαδικασίας.

Μέσω όλης αυτής της σκέψης ο Καντ οδηγείται στην “υπερβατολογική σύνθεση” της έννοιας και της εποπτείας και μέσω αυτής μόνο της σύνθεσης παράγεται η αληθινή εμπειρία.

Η αντικειμενική γνώση έχει μια διπλή προέλευση μέσω της αισθητικότητας και της κατανόησης.Το πρώτο πρέπει να συμμορφώνεται με το δεύτερο και το δεύτερο με το πρώτο για να μπορέσει να θεμελιωθεί η υπερβατολογική σύνθεση.Η καθαρή συνείδηση συγκεντρώνει της εποπτείες ώστε να συντελέσουν μια ολότητα και στην συνέχεια μέσω της ενέργειας της κρίσης η ολότητα αποκτά μορφή μέσω μιας έννοιας.Με μια βαθιά ματιά ουσιαστικά ο Καντ θέλει να δείξει ότι η σύνθεση αυτή δεν είναι ένα ψυχολογικό γεγονός,αλλά ένα υπερβατολογικό συνθετικό γεγονός. Προϋποτίθεται στην αυτοσυνείδητη εμπειρία και δεν προέρχεται από αυτήν.Δηλαδή δεν βρίσκω την εμπειρία μου και μετά την υποβάλλω σε σύνθεση.Η ενέργεια μου για να μάθω προϋποθέτει ότι η σύνθεση έχει ήδη πραγματοποιηθεί.

Το έργο του Καντ πραγματικά είναι τεράστιο. Αρχικά όπως είδαμε σήμερα έδωσε τα πιο σημαντικά φιλοσοφικά εργαλεία για το γνωσιολογικό πρόβλημα για την προέλευση και το κύρος της γνώσης.Μέσω της συνθετικής διαλεκτικής του σκέψης καταφέρνει να συνδυάσει τις δυο μεγαλύτερες γνωσιολογικές τάσεις (του ορθολογισμού και του εμπειρισμού) και μέσω της κριτικής του θεώρησης να πλησιάσει την αντικειμενική αλήθεια μέσω της μεθοδικής νοησιαρχίας του.Βέβαια, το έργο του Καντ δεν σταματάει εδώ.Σε επόμενα άρθρα θα δούμε την ηθική,την αισθητική και την πολιτική διάσταση του έργου του.

, , , ,

2 thoughts on “Ο Καντ μπροστά στο γνωσιολογικό ζήτημα της αντικειμενικής αλήθειας

  1. Η κοπερνίκεια φιλοσοφική επανάσταση με “απλά” λόγια: αντιμέτωπος με την ευκλείδειο Γεωμετρία, τη νευτώνεια πρόκληση και τη διαμάχη μεταξύ Ορθολογισμού και Εμπειρισμού, ο Kant θα αντιπαραβάλει τη δική του εκδοχή στον τρόπο του φιλοσοφικού σκέπτεσθαι, γνωστή και ως κοπερνίκεια επανάσταση της φιλοσοφίας• υπέρμαχος του οντολογικού ρ ε α λ ι σ μ ο ύ και της γνωσιολογικής ι δ ε ο κ ρ α τ ί α ς, χωρίς όμως να προσοικειώνεται την αντίστοιχη ενός Berkeley, θα αντιστρέψει τη σχέση μεταξύ παραστάσεως και αντι-κειμένου, για να αναδειχθεί τελικά ιδρυτής του περίφημου Υπερβατολογικού ή, άλλως, Κριτικού Ιδεαλισμού. Συμφιλιώνοντας έτσι τη Δ ι ά ν ο ι α με την Α ι σ θ η τ ι κ ό τ η τ α, θα προσδώσει «οριστικό» τέλος στις τυχόν αναφυόμενες πνευματικές διενέξεις, πραγματοποιώντας εν τέλει και τη φιλοσοφική ν ο μ ι μ ο π ο ί η σ η των πορισμάτων της νευτώνειας επιστήμης. Υπ’ αυτό ακριβώς το πρίσμα, το καντιανό επίτευγμα δεν πραγματεύεται τον ε μ π ε ι ρ ι κ ό – π ε ρ ι γ ρ α φ ι κ ό χαρακτήρα της Μηχανικής του Νεύτωνος, αλλά τη δομή της γ ν ω σ ι ο λ ο γ ι κ ή ς της αποτύπωσης: την περίφημη υ π ε ρ β α τ ο λ ο γ ι κ ή προϋπόθεση, χάρη στην οποία η κοσμοθεωρία του μεγάλου Άγγλου φυσικού καθίσταται πρωτίστως δυνατή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.