Ο Καραγκιόζης και η Νεοελληνική ζωγραφική

Ἀλέξανδρος Ξύδης, περιοδικό Θέατρο, τ. 10, Ἰούλιος-Αὔγουστος 1963, σελ. 45-46.

Τό νά μιλάει κανείς γιά τό ρόλο τοῦ Καραγκιόζη στή διαμόρφωση τῆς νεοελληνικῆς ζωγραφικῆς δέ σημαίνει πώς ὑπάρχουνε συγκεκριμένα ἔργα Ἑλλήνων ζωγράφων πού νά μαρτυροῦν ἐπιρροή ἤ μίμηση ἀπό τό θέατρο τοῦ Καραγκιόζη, καί ἀπό τίς στενότερα ζωγραφικές του δραστηριότητες: ἀφίσες, σκηνικά, φιγοῦρες. Ὅμως, ὁ ρόλος αὐτός, ὅσο καί διάχυτες νά ‘ναι οἱ ἐκδηλώσεις του, δέν εἶναι οὔτε φανταστικός, οὔτε ἀμελητέος. Γιά νά τόν νιώσει κανείς πρέπει νά ξαναζωντανέψει ὅλη τήν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς γύρω στά 1930, ὅπου κάθε ἔνδειξη, καί τήν πιό ἀποσπασματική, κάθε φλέβα, καί τήν πιό ἀνεπαίσθητη, πού ‘δειχνε νά ὁδηγεῖ στή γνήσια ἑλληνική καλλιτεχνική παράδοση τήν καταχωνιασμένη ἀπό ἑνάμισυ αἰώνα λογιωτατισμό καί φράγκικον ἀκαδημαϊσμό, τίς ξεσκέπαζαν καί τίς προβάλλανε μ’ εὐαίσθητην ἀφοσίωση ἀπόστολοι σάν τόν Πικιώνη καί τόν Κόντογλου μαζί μέ ἄλλους φωτισμένους ἐρευνητές, μελετώντας εἴτε τή βυζαντινή τέχνη, εἴτε τήν μεταβυζαντινή καί τή λαϊκή, σ’ ὅλες τους τίς ἐκφάνσεις, ἀπό τήν ἀρχιτεκτονική καί τή ζωγραφική ὥς τό κέντημα καί τήν ξυλογλυπτική.

Στήν ἀτμόσφαιρα ἐκείνη τῆς ἐξερεύνησης ὅλων τῶν ἄγνωστων περιοχῶν τῆς παράδοσης, τῆς μελέτης καί διατήρησης κάθε μορφῆς λαϊκῆς τέχνης, ἤτανε φυσικό νά προσεχθεῖ ὁ Καραγκιόζης, τέχνη δημιουργημένη ἀπό τό λαό γιά τό λαό. Ἀκριβῶς γύρω στά 1930 ὁ Καραγκιόζης ἔφτανε στήν ἀκμή του, οἱ μεγάλοι «προφῆτες» του, ὁ Δεδούσαρος, ὁ Πάγκαλος, ὁ Μανωλόπουλος, ὁ Μόλλας ζοῦσαν ἤ εἶχαν μόλις ἐκλείψει. Καθώς ἔδειχνε σημάδια πολύ παλιᾶς καί μακρινῆς καταγωγῆς, ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων καί ἀπό τά πέρατα τῆς κάποτε ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς, ἤτανε φυσικό ἀκόμα ἡ βαρβάτη ζωτικότητά του νά ἐντυπωσίαζε τούς καλλιτέχνες καί διανοούμενους ἐκείνους πού ἀναζητοῦσαν τίς βαθύτερες ρίζες τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἔτσι ὁ Σωτήρης Σπαθάρης περιγράφει πῶς γνώρισε τό 1929 τό ζωγράφο Τσαρούχη: «ἕνα πολύ χαριτωμένο παλληκαράκι πού τοῦ ἄρεσε ἡ τέχνη μου κ’ ἐρχότανε ταχτικά στόν Πλάτανο πού ἔπαιζα, μοῦ ‘βγαζε φωτογραφίες μέ τίς φιγοῦρες τοῦ Καραγκιόζη καί μοῦ ‘κανε κ’ ἕνα πίνακα ὅπου εἶμαι ἐγώ καί κάθομαι κ’ ἔχω μπροστά μου ὅλο τό θίασό μου. Ἔκανε μεγάλη προπαγάνδα τοῦ Καραγκιόζη καί τό χειμώνα μ’ ἔπαιρνε κ’ ἔπαιζα σέ ἀθηναίικα σπίτια. Πρίν ἀρχίσει ἡ παράσταση ἔκανε μιά ὁμιλία γιά τήν τέχνη τοῦ Καραγκιόζη. Πολλές φορές τό παλληκαράκι βοήθαγε κι αὐτό νά πᾶνε τά ἐργαλεῖα ἀπό τό ἕνα σπίτι στ’ ἄλλο…». Ἔτσι τό 1935 οἱ «Ἑλληνικές Τέχνες», σωματεῖο πρωτοποριακό στήν ἀνιδιοτελῆ ἀνάδειξη τῆς ἀληθινῆς λαϊκῆς τέχνης, ἐκδίδει τό βασικό γιά τή γνώση τοῦ Καραγκιόζη βιβλίο τοῦ Τζούλιο Καΐμη. Ἔτσι μποροῦσε ὁ Σικελιανός ν’ ἀναφωνήσει, ἔπειτ’ ἀπό μιά παράσταση τοῦ Σπαθάρη: «Καραγκιόζη μου, γονατίζω κ’ ἐγώ μπροστά σ’ αὐτή τή μεγάλη σου δόξα». Θά ὑπῆρχε, σίγουρα, καί κάποιο ἄλλο κίνητρο σ’ ὅλον αὐτόν τόν ἐνθουσιασμό – ἴσως ἡ διαίσθηση πώς πίσω ἀπό τά τούρκικα φερσίματα τοῦ Καραγκιόζη κρύβονταν ἡ μυχιαίτερη παράδοση τοῦ θεάτρου πού ἦταν ἀρχικό γέννημα καί προσφιλέστερη διασκέδαση τοῦ ἑλληνισμοῦ ὅλων τῶν ἐποχῶν.

Μόλις τόν ἔφερε στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν Πόλη ὁ Μπαρμπαγιάννης Βράχαλης, τό 1860, συγκίνησε ἰδιαίτερα τίς λαϊκές μάζες. Σύντομα παρουσιάστηκαν οἱ ἐμπνευσμένοι καραγκιοζοπαῖχτες πού ἐφεῦραν καινούρια πρόσωπα, βελτίωσαν τήν κατασκευή καί τή χρήση τῆς φιγούρας, νεωτερίσανε στά σκηνικά καί στό παίξιμο τοῦ Καραγκιόζη, πού ἔτσι γρήγορα ἀπαλλάχτηκε ἀπό κάθε βαθύτερη τουρκική ἐπικάθηση.

Ὅσο διαδίδονταν ὁ Καραγκιόζης τόσο ἀναπτύσσονταν κ’ ἡ διαφήμισή του, πού ἀποτελοῦσε ὁλοένα μεγαλύτερο τμῆμα τῶν ἐκδηλώσεών του. Τά πανώ πού στήνονταν στά κεντρικά σημεῖα κάθε ἑλληνικῆς πολιτείας ἐξελίχθηκαν γρήγορα σ’ ἔργα διαφημιστικά ἀξιόλογα, φτιαγμένα ἀπό τούς ἴδιους τούς παῖχτες ἤ τά «τραγούδια», τούς τραγουδιστές δηλαδή, τοῦ Καραγκιόζη. Ἐνῶ στίς ἀρχές οἱ ζωγραφικές τους γνώσεις ἀρκοῦσαν γιά νά σχεδιάζουν καί νά χρωματίζουνε φιγοῦρες καί σκηνικά, τώρα ἡ ζωγραφική γίνεται παράλληλο ἐπάγγελμά τους. Ὁ Σπαθάρης, ἀπαριθμώντας τούς γνωστότερους καραγκιοζοπαῖχτες, ἀναφέρει ἕντεκα τουλάχιστο πού εἶναι «καί λαϊκοί ζωγράφοι». Καθώς τό εἶδος ἀναπτύχθηκε οὐσιαστικά ἀπό τό μηδέν, ἀφοῦ ἦλθε ὁ Καραγκιόζης στήν Ἑλλάδα –δέ φαίνεται νά γίνονταν συστηματική χρήση ἀφισῶν τοῦ Καραγκιόζη στήν Ἀνατολή– ἀξιοποίησαν τίς τεχνικές καί τούς τρόπους τῶν λαϊκῶν καλλιτεχνῶν τῆς ἐποχῆς, ἐκείνων πού, σάν τόν Παναγιώτη Ζωγράφο, εἴχανε γίνει μέ τό πινέλο καί τίς μπογιές τους, οἱ περιπλανώμενοι ραψωδοί τῶν μεγάλων στιγμῶν τῆς ἐθνικῆς παλλιγγενεσίας καί τῶν μετέπειτα ἀπελευθερωτικῶν ἀγώνων. Αὐτοί συνεχίζανε μέ θέματα ἐγκόσμια τή μεταβυζαντινή παράδοση, καί τή ζωγραφική γλώσσα τους, σάν οἰκεία στίς λαϊκές μάζες, παρέλαβαν καί προσάρμοσαν οἱ καραγκιοζοπαῖχτες στίς δικές τους ἀνάγκες. Τῆς δώσανε ἕναν τόνο πιό τραχύ, πιό δραματικό, καί φτιάξανε τίς ἑκατοντάδες ἐκεῖνες ἀφίσες, πού, ἀπό τά 1860 ὥς σήμερα, μέ τά ζωηρά τους χρώματα, τίς ἀδρές φόρμες τους, τά αἱματηρά καί τερατώδη ἐπεισόδια πού εἰκονίζουν, εἴπανε ΑΛΤ σέ γενιές ὁλόκληρες μεγάλων καί μικρῶν πού τίς ἔχουμε χαζέψει.

Ἄν κρίνουμε ἀπό τίς ἀφίσες πού σώζωνται ἤ πού θυμόμαστε –τό εἶδος εἶναι «καθ’ ὀρισμόν» ἐφήμερο– πολλοί ἀπό τούς λαϊκούς αὐτούς τεχνίτες εἴχανε ταλέντο ἀξιόλογο καί ἀναπτυγμένο διαφημιστικό αἰσθητήριο. Ἀνταποκρίνονταν μέ ἄνεση καί φαντασία στίς ἀπαιτήσεις τοῦ εἴδους πού ἦταν, κυρίως, ταχύτητα στήν ἐκτέλεση κ’ ἐντυπωσιακότητα στήν παράσταση. Τά μέσα τους ἦταν ἀπό ἀνάγκη τά πιό κοινά κ’ εὐτελῆ, χαρτί τοῦ μέτρου, μπογιές τοῦ βαρελιοῦ, λάδι ἤ αὐγό γιά τήν ἀνάμιξη τῶν χρωμάτων. Ἔπρεπε νά σχεδιάζουν γρήγορα κι’ ἀδρά, καί μέ τήν ἴδια σιγουριά πού ὁδηγοῦσε τό κοπίδι τους καθώς ἔκοβαν τίς φιγοῦρες. Σάν καλοί διαφημιστές δέν ἀκολουθοῦσαν πρότυπα ἄλλων τεχνιτῶν. Τό προσωπικό ὕφος τοῦ καθενός ξεχώριζε πάντα ἔντονα, καί τά τεχνικά του εὑρήματα τό ὑπογράμμιζαν ἀκόμα παραπάνω. Ὅπως μπορεῖς νά διακρίνεις καί σήμερα τίς φιγοῦρες τοῦ Μόλλα ἀπό τοῦ Χαρίδημου ἤ τοῦ Σπαθάρη, ἔτσι ξεχωρίζουνε κ’ οἱ ἀφίσες τους.

Ἡ τόσο ἰσχυρά προσωπική αὐτή τέχνη, πού περίκλεινε μαζί τόσα στοιχεῖα παραδοσιακά, ἤτανε φυσικό νά ἐντυπωσιάσει τούς πιό εὐαίσθητους νέους ζωγράφους τῆς ἐποχῆς, κι ἀνάμεσό τους ἐκείνους πού μέ τό μεγαλύτερο πάθος ἀνιχνεύανε τά τεκμήρια τῆς παράδοσης, ὅπως ὁ Τσαρούχης κι ὁ Διαμαντόπουλος.

Ὁ Τσαρούχης προπαντός πού ἦταν, τά χρόνια ἐκεῖνα, πολύ ἐπηρεασμένος ἀπό τή βυζαντινή διδασκαλία τοῦ Κόντογλου, θά πρέπει, ἀντικρύζοντας τίς ἀφίσες τοῦ Καραγκιόζη νά βρῆκε μιά διέξοδο πρός μεγαλύτερη συνθετική ἐλευθερία, πρός εὐρύτερα χρωματικά πλάνα, ὅπου τό χρῶμα λειτουργεῖ αὐτοτελῶς, πρός τήν ἁπλούστευση τῶν περιγραμμάτων, καί πρός ὁρισμένες, ἄς τίς ποῦμε, συντομογραφίες φορτισμένες ἔκφραση ὅπως στήν παράσταση προσώπων σέ προφίλ, ἤ στάσεων καί ἀντικειμένων, πού θυμίζουν κάποτε τή θαυμαστή λιτότητα τῶν ἀρχαίων ἀγγείων. Πρέπει νά τοῦ ‘κανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἡ αὐστηρότατη οἰκονομία μέ τήν ὁποία στήνεται ἡ καλύβα τοῦ Καραγκιόζη, ἤ τό ἀνάερο ἀραβούργημα πού ὀρθώνει τό πολυεδρικό Σαράι μ’ ἕνα ξεφάντωμα γραμμῶν, ἔτσι πού οἱ τρεῖς διαστάσεις τοῦ χώρου καί πλῆθος ἀτμοσφαιρικῶν ἀποχρώσεων νά ζωντανεύουν χειροπιαστές στό ἄυλο πλάνο μιᾶς σκιᾶς. Ὁ Τσαρούχης εἶχε προσέξει, ἀκόμα, πιστεύω, πώς ἡ εὐτέλεια τῶν μέσων ἐνίσχυε ἀντί νά περιορίζει τήν ἀμεσότητα τῆς ἔκφρασης. Τά ὑλικά πού ἡ χρήση τους δέν προϋποθέτει μακριά διαδικασία προπαρασκευῆς καί πού ἐπιβάλλουν γρήγορη καί ἀποφασιστικήν ἐκτέλεση, τό χαρτί τοῦ μέτρου, τά χρώματα τοῦ βαρελιοῦ, ἡ ἐργασία μέ κόλλες, ἐμφανίζονται πιό συχνά στό ἔργο τοῦ Τσαρούχη ἀπό τό 1930, δηλαδή ἀπό τήν ἐποχή πού εἶχε ἀνακαλύψει τόν Καραγκιόζη. Κ’ ἡ προπαίδειά του στή βυζαντινή τέχνη τόν εἶχε προετοιμάσει γιά τή μετάβαση πρός τούς τρόπους μιᾶς λαϊκότερης, ἀλλά κι αὐτῆς ἑλληνικῆς ζωγραφικῆς. Ἀλήθεια, πόσο μέσα στή συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς ζωγραφικῆς παράδοσης βρίσκονται οἱ ταπεινές ἀφίσες τοῦ Καραγκιόζη, τό ἀντιλαμβάνεται κανείς διαπιστώνοντας πώς πολλές ὑποθέσεις ἔργων, καί συνεπῶς ἀφισῶν τοῦ Καραγκιόζη, ὅπως ὁ Κατσαντώνης, ὁ Διάκος, ὁ Θησέας, ὁ Παῦλος Μελᾶς κτλ. εἶναι καί θέματα πινάκων τοῦ Θεόφιλου –κι αὐτός προφανῶς ἀντλοῦσε ἀπό τίς ἴδιες πηγές, καί μιλοῦσε στίς ἴδιες ψυχές. Ἄν κάνουμε ἀφαίρεση τῶν εἰδικῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἀφίσας, καί τῆς μεγάλης διαφορᾶς ἰκανότητας, θά διαπιστώσουμε καί μιά συγγένεια, πολύ στενή, τεχνοτροπίας κ’ ἔκφρασης ἀνάμεσα στό Θεόφιλο καί στούς ζωγράφους τοῦ Καραγκιόζη. Ἡ διαφορά εἶναι πώς ὁ Θεόφιλος ἤτανε ζωγράφος μ’ ὅλη τή σημασία τῆς λέξης, δίχως νά χρειάζεται κανένα ἐπίθετο –οὔτε τοῦ λαϊκοῦ, οὔτε τοῦ ἀφελῆ, οὔτε τοῦ αὐτοδίδαχτου– ἐνῶ οἱ ζωγράφοι τοῦ Καραγκιόζη ἤτανε σχεδιαστές πού εἴχανε κάποτε ταλέντο. Κι ἄν τούς λέμε λαϊκούς «ζωγράφους» δέ γνωρίζουμε ἔργα τους προορισμένα γιά μακρότερην ἐπιβίωση, ὥστε νά κρίνουμε τίς καθαρά ζωγραφικές δυνατότητές τους.

Πάντως, ἀπό τίς ἀφίσες τους μποροῦμε νά διαπιστώσουμε πώς ὅταν γύρευαν τόν προσφορότερο τρόπο ἔκφρασης, ὁδηγήθηκαν ἀπό τό ἔνστιχτό τους στήν παράδοση. Αὐτή μέ τή σειρά της βοήθησε τίς πιό προικισμένες ἀνάμεσό τους ἰδιοφυίες νά φτιάξουν ἔργα, ὅπου λαμπυρίζει μιά σπίθα γνήσιας ζωγραφικῆς. Ἡ σπίθα αὐτή, μαζί μ’ ἄλλες, ἔγινε λάμψη στό μεγάλο ἔργο τοῦ Τσαρούχη, καί διατηρεῖται στό ἔργο ὅσων νεώτερων φωτίστηκαν ἀπ’ αὐτόν. Σήμερα ἡ σπίθα αὐτή πρέπει νά ὑπολογίζεται θετική καταβολή στή διαμόρφωση τῆς ζωγραφικῆς μας, κι ἄς εἶναι πιά ἀφομοιωμένη καί σκορπισμένη μέσα στό ἔργο ἰδιοφυιῶν πολύ διαφορετικῶν ἀπό ἐκεῖνες πού πρῶτα τήν ἀνάψανε.

Τελειώνοντας θά ‘θελα νά παρατηρήσω πώς, σ’ ἕνα πεδίο συγγενικό μέ τῆς ζωγραφικῆς, ἐφήμερο ὅμως ὅσο τῆς διαφήμισης, στήν ἑλληνική σκιτσογραφία, τό πνεύμα κ’ ἡ τεχνοτροπία τῆς φιγούρας καί τῆς ἀφίσας τοῦ Καραγκιόζη ἀξιοποιήθηκαν πολύ ἀποτελεσματικά, ἠθελημένα μάλιστα πιστεύω, ἀφοῦ ἀπευθύνεται κι αὐτή σ’ ἕνα εὐρύτερο λαϊκό κοινό. Δέν ἔχουμε παρά νά προσέξουμε τά σκίτσα τοῦ Ἀργυράκη, τοῦ Μπόστ, τοῦ Δημητριάδη γιά ν’ ἀντιληφθοῦμε πόσο ἄμεση εἶναι ἡ ἐπιρροή καί νά διαπιστώσουμε πώς κ’ ἐδῶ ἡ δύναμη τῆς λαϊκῆς ἀπήχησης τοῦ Καραγκιόζη τόν κάλεσε τή σκηνή γιά μιά ἀκόμα καί, ἄς ἐλπίζουμε ὄχι τήν τελευταία, ἐμφάνιση.

Από τον Νέο Ερμή τον Λόγιο, τ. 17 (καλοκαίρι 2018)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ο Λουκουμοθάνατος του Καραγκιόζη!

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.