Ο Μέγας Αλέξανδρος καταλαμβάνει την Γάζα (332 π.Χ.)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Έχοντας εδραιώσει την θέση του στις περιοχές της Κάτω Συρίας, της Φοινίκης και του Αντιλίβανου, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να συνεχίσει την εκστρατεία νότια προς την Αίγυπτο, υποτάσσοντας καθ’οδόν και τις υπόλοιπες πόλεις της λεγόμενης Παλαιστίνης Συρίας.

Έτσι, έστειλε τον Ηφαιστίωνα να προπορευθεί μέσω θαλάσσης με τον στόλο και τον πολιορκητικό εξοπλισμό, ενώ ο ίδιος θα προωθούνταν μέσω ξηράς, ακολουθώντας την παραλιακή διαδρομή. Το Άκε και η Γιάφα παραδόθηκαν αμαχητί, ενώ στη Σαμάρεια, μεγάλη και κομβική πόλη στα υψίπεδα βορείως της Ιουδαίας, εγκαταστάθηκε φρουρά με Μακεδόνα διοικητή. Η πρωτεύουσα των Ιουδαίων Ιερουσαλήμ, κυβερνώμενη από το ιερατείο του Γιαχβέ, διατήρησε την αυτονομία της με εντολή του βασιλιά, αλλά η παράδοση ότι ο Αλέξανδρος έκανε εκεί προσκύνημα μάλλον αποτελεί μύθευμα.

Στην Γάζα όμως βρήκε τις πύλες κλειστές. Η πόλη, ισχυρό προπύργιο στην άκρη της ερήμου κτισμένο πάνω σε τεχνητό λόφο από παλαιότερους οικισμούς στην ενδοχώρα (τελλ), πέρα από το ότι έλεγχε την πρόσβαση προς την Αίγυπτο, βρισκόταν στην αρχή μιας πανάρχαιας διαδρομής των καραβανιών που διεξήγαν το εμπόριο των μπαχαρικών από την περιοχή της Ευδαίμονος Αραβίας (σημερινή Υεμένη) με την Μεσόγειο. Ο κυβερνήτης της, ο Πέρσης ευνούχος Βάτις, ήδη ενώ ο Μακεδόνας βασιλιάς πολιορκούσε την Τύρο, προετοιμαζόταν εντατικά για μακρόχρονη πολιορκία, προσλαμβάνοντας Άραβες μισθοφόρους και συλλέγοντας τεράστια αποθέματα εφοδίων. Με τον Πέρση βασιλιά Δαρείο να συγκεντρώνει μετά την απόρριψη της τελευταίας ειρηνευτικής του πρότασης από τον Αλέξανδρο δυνάμεις από τις ανατολικές σατραπείες στην Βαβυλώνα, ο Βάτις υπολόγιζε πιθανότατα να κρατήσει την πόλη μέχρι την άφιξη του νέου περσικού στρατεύματος στην περιοχή.

Όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στην Γάζα τον Σεπτέμβριο του 332 π.Χ, στρατοπέδευσε την πρώτη μέρα στην πλευρά του νότιου τείχους της που φαινόταν πιο ευπρόσβλητο και διέταξε το Μηχανικό να κατασκευάσει επί τόπου πολιορκητικές μηχανές. Παρά τις ενστάσεις των μηχανικών του, που πίστευαν πως μια έφοδος στα τείχη θα ήταν παρακινδυνευμένη λόγω του ύψους του λόφου όπου ήταν κτισμένη η Γάζα, ο Αλέξανδρος, έχοντας υπόψη τον χρόνο που πίεζε, επέμεινε στην όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη της πόλης με έφοδο. Πέρα από τις πυρετώδεις προετοιμασίες του Δαρείου που προφανώς θα είχε ήδη πληροφορηθεί, ο Μακεδόνας βασιλιάς πιθανότατα ήθελε να εκμεταλλευθεί και την ρευστή πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Αίγυπτο. Ο σατράπης της χώρας είχε σκοτωθεί στην Ισσό και ο αντικαταστάτης του, πέρα από την εχθρότητα των ντόπιων που ποτέ δεν συμβιβάστηκαν με την περσική εξουσία, είχε να αντιμετωπίσει και ένα επικίνδυνο πραξικόπημα Ελλήνων πρώην μισθοφόρων του Δαρείου που είχαν διαφύγει από την Ισσό και επιχείρησαν, ανεπιτυχώς τελικά, να καταλάβουν την χώρα. Κατά συνέπεια κάθε καθυστέρηση ήταν ανεπιθύμητη και υπό αυτό το πρίσμα η Γάζα θα έπρεπε είτε να καταληφθεί με έφοδο είτε να παρακαμφθεί.

Προκειμένου οι πολιορκητικές μηχανές να φτάσουν στο ύψος των τειχών, οι άνδρες του Μηχανικού αποφάσισαν την κατασκευή κεκλιμένου επιπέδου πάνω στο οποίο θα σύρονταν τα μηχανήματα και θα προέλαυνε το πεζικό ως τα τείχη. Η κατασκευή του αναχώματος, που σε διατομή θα θύμιζε ορθογώνιο τρίγωνο με τις καθέτους προς την πλευρά του λόφου και με την υποτείνουσα να αποτελεί την επιφάνεια πάνω στην οποία θα κινούνταν τα μακεδονικα στρατεύματα, ξεκίνησε από την πλευρά των νοτίων τειχών. Όταν αυτό έφτασε τελικά στο κατάλληλο ύψος, οι Μακεδόνες έφεραν μπροστά τις πολιορκητικές τους μηχανές, πολιορκητικούς πύργους εφοδιασμένους με πετροβόλους και οξυβελείς καταπέλτες για να χρησιμοποιηθούν εναντίον των υπερασπιστών των επάλξεων, ενω συνεργεία σκαπανέων ανέλαβαν να υπονομεύσουν με υπόγειες στοές τα τείχη. Η επιχείρηση όμως αποδείχθηκε τελικά δύσκολη υπόθεση, καθώς οι πύργοι βυθίζονταν μέχρι τους άξονες μέσα στην μαλακή άμμο με αποτέλεσμα να γέρνουν ή να αχρηστεύονται, ενώ κατά τη διάρκεια αντεπίθεσης των Αράβων μισθοφόρων του Βάτι, που διενέργησαν έφοδο για να κάψουν τις μηχανές, οι Μακεδόνες στρατιώτες που μειονεκτούσαν στο ανηφορικό έδαφος πιέστηκαν πολύ και λίγο έλειψε να απωθηθούν από το ανάχωμα. Την κατάσταση τελικά έσωσε ο ίδιος ο Αλέξανδρος που επενέβη με τους υπασπιστές του, αφού τραυματίστηκε όμως και ο ίδιος σοβαρά στον ώμο από βέλος εχθρικού καταπέλτη που διαπέρασε την ασπίδα του.

Η ζημιά που προκλήθηκε πάντως στον πολιορκητικό εξοπλισμό πρέπει να ήταν σημαντική, αφού ο βασιλιάς έστειλε τον στόλο πίσω στην Τύρο για να μεταφέρει στο στρατόπεδο τις τρομερές μηχανές που είχαν αλώσει την φοινικική πόλη και είχαν αφιερωθεί μετά το τέλος της πολιορκίας στο ιερό του Μελκάρτ. Στο μεταξύ διέταξε να περικυκλωθεί η Γάζα από τις μακεδονικές φάλαγγες και να διευρυνθεί το κεκλιμένο επίπεδο ώστε να περιζώνει την πόλη από όλες τις πλευρές. Με την οριζόντιο της νοητής ορθής γωνίας να φτάνει τα τετρακόσια μέτρα σε μήκος και την κάθετο τα εβδομήντα πέντε μέτρα σε ύψος, επρόκειτο πράγματι για έργο κολοσσιαίων διαστάσεων.

Όταν και οι μηχανές από την Τύρο συναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο διευρυμένο ανάχωμα, προκάλεσαν με τις βολές των καταπελτών τους μεγάλες ζημιές στις επάλξεις. Παρά την προσπάθεια των κατοίκων να αμυνθούν ανεγείροντας δεύτερο ψηλότερο οχύρωμα πίσω από το αρχικό τείχος, δεν μπόρεσαν να ισοσκελίσουν το ύψος των πολιορκητικών πύργων και ως συνέπεια αυτού οι υπερασπιστές στο εσωτερικό της πόλης ήταν εκτεθειμένοι στα μακεδονικά πυρά. Ταυτόχρονα οι σκαπανείς κατάφεραν με την δημιουργία υπόγειων σηράγγων να προκαλέσουν σε πολλά σημεία την κατάρρευση των τειχών. Παρόλα αυτά οι κάτοικοι κατάφεραν να αποκρούσουν τρεις μακεδονικές εφόδους, παρά τις μεγάλες απώλειες που υπέστησαν.

Της τέταρτης και τελικής εφόδου ηγήθηκε ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Η μακεδονική φάλαγγα επιτέθηκε από όλες τις πλευρές. Το τμήμα του τείχους που υπονομεύτηκε από τους σκαπανείς καθαρίστηκε από τα συνεργεία υπό την κάλυψη των πύργων ανοίγοντας τον δρόμο προς το εσωτερικό της πόλης, ενώ άλλα σημεία του κλονίστηκαν από τα πυρά των μακεδονικών μηχανών. Οι φαλαγγίτες άρχισαν να αναρριχώνται στα τείχη με κλίμακες, με πρώτο τον Νεοπτόλεμο, έναν από τους εταίρους του Αλέξανδρου που καταγόταν από τον ηπειρωτικό βασιλικό οίκο των Αιακιδών. Οι πύλες παραβιάστηκαν και τα μακεδονικά τμήματα άρχισαν να μπαίνουν μαζικά μέσα στην Γάζα, σαρώνοντας κυριολεκτικά τους υπερασπιστές που έπεσαν μαχόμενοι μέχρις ενός. Το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού της πόλης, περίπου 10.000 άνδρες, σφαγιάστηκε ανηλεώς, ενώ τα γυναικόπαιδα πωλήθηκαν ως δούλοι. Ο ίδιος ο Βάτις συνελήφθη αιχμάλωτος και σύμφωνα με τον Κούρτιο σύρθηκε μπροστά στον βασιλιά, που είχε τραυματιστεί για δεύτερη φορά κατά την διάρκεια της εφόδου από πέτρα στο πόδι. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό ο Αλέξανδρος, που λόγω της δίμηνης πολιορκίας και των απανωτών τραυματισμών του είχε γίνει εξαιρετικά ευέξαπτος, εξοργισμένος από την αγέρωχη και αυθάδη στάση του ευνούχου, τον έδεσε από τους αστραγάλους στο άρμα του και τον έσυρε γύρω από την κατεστραμένη πόλη…

Παρά την καταστροφή της, η θέση της Γάζας ήταν εξαιρετικά σημαντική για να μείνει ακατοίκητη. Θέλοντας να χρησιμοποιήσει την πόλη ως προωθημένη βάση του για την επικείμενη εκστρατεία στην Αίγυπτο, ο Αλέξανδρος την επανοίκισε με φίλιους γειτονικούς πληθυσμούς. Ο νέος οικισμός επανιδρύθηκε ως πόλη-κράτος και ο ελληνικός πολιτισμός ρίζωσε βαθιά στην περιοχή. Η Γάζα θα αποκτούσε φήμη έκτοτε ως ακμάζον κέντρο ελληνικής μάθησης και φιλοσοφίας.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.