Ο Μεγάλος Βεζίρης Μεσίχ Πασάς (Παλαιολόγος)

Ιωάννου Κων. Νεονάκη MD, MSc, PhD.

Μετά την Ιερουσαλήμ, η Κωνσταντινούπολη αποτελεί την πιο αγαπημένη μου πόλη. Παρά τις κακοποιήσεις που έχει υποστεί από τους τωρινούς οικιστές της, το απαράμιλλο φυσικό της κάλλος, αλλά κυρίως το  ιστορικό, πολιτισμικό και σωτηριολογικό ειδικό της βάρος την καθιστούν αιώνιο πόλο φωτός για όλους εμάς τους Ορθοδόξους. Την Πόλη την επισκέπτομαι με κάθε ευκαιρία. Και κάθε φορά επιστρέφω με περισσότερη γνώση και κατανόηση των πραγμάτων. Πέρυσι το καλοκαίρι υπήρχε η δυνατότητα για απευθείας πτήση από το Ηράκλειο. Σε μία ώρα και δέκα λεπτά πατούσα τα ιερά της χώματα.

Αυτή τη φορά μείναμε στην παλιά πόλη στην περιοχή του Λαλελί. Το ξενοδοχείο ήταν στην οδό Μεσίχ Πασά. Συνήθως οι επισκέπτες της Πόλης μένουν στην περιοχή του Σταυροδρομίου (Ταξίμ), όπου υπάρχουν πιο σύγχρονες υποδομές και ένα πιο χαλαρό και «πολύ-πολιτισμικό» περιβάλλον. Στην παλιά πόλη τα ξενοδοχεία υστερούν αρκετά, και περεταίρω οι συνοικίες της κατακλύζονται από φανατικό μουσουλμανικό στοιχείο. Ήταν όμως μεγάλη ευκαιρία για μάς να γνωρίσομε καλύτερα και την παλιά πόλη.

Ακριβώς δίπλα μας ήταν ένα μικρό αλλά πανέμορφο τζαμί, το Μπόντρουμ Τζαμί ή Μεσίχ Πασά Τζαμί προς τιμήν του ανακαινιστή του οικήματος Μεγάλου Βεζίρη (πρωθυπουργού τρόπον τινά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) Μεσίχ Πασά. Το τζαμί έμοιαζε πολύ με ρωμαίικη εκκλησία και αυτό με οδήγησε στο να αναζητήσω την ιστορία του. Βρέθηκα προ μεγάλης εκπλήξεως όταν διαπίστωσα ότι, χωρίς να το ξέραμε, μέναμε δίπλα ακριβώς στην περίφημη Μονή του Μυρελαίου. Η μονή ήταν γυναικεία και ονομάστηκε έτσι λόγω των πολλών μύρων που έρρεαν. Χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό, ο οποίος βασίλευσε από το 920 έως το 944. Εκεί εξάλλου θάφτηκε τόσο ο ίδιος, όσο και η οικογένειά του μετά την εκδημία τους. Η έκπληξή μου όμως ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν διερευνώντας διαπίστωσα ότι ο άγνωστος και μακρινός για μένα Μεγάλος Βεζίρης Μεσίχ Πασάς ήταν λαμπρός γόνος της οικογένειας των Παλαιολόγων, γιός του Μανουήλ Παλαιολόγου, Δεσπότη της Θεσσαλονίκης. Έγινε μουσουλμάνος, ανελίχθη σε αρχιναύαρχο του οθωμανικού στόλου και Μεγάλο Βεζίρη και ήταν αυτός που πολιόρκησε τη Ρόδο τα έτη 1479 και 1480, στρεφόμενος ουσιαστικά εναντίον του χριστιανικού του παρελθόντος και εναντίον του γένους του. Το μυαλό μου δυσκολευόταν να χωρέσει ένα τέτοιο γεγονός. Είναι δυνατόν; Ο εχθρός Μεσίχ Πασάς να είναι ένας Παλαιολόγος; Να αλλαξοπιστήσει  ένας όμαιμος του ηρωικού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου;

Δυστυχώς, το κεφάλαιο του εξισλαμισμού μεγάλου μέρους του λαού μας είναι ένα δύσκολο και πικρό κεφάλαιο της ιστορίας μας και συνήθως αποφεύγομε να το προσεγγίσομε. Είναι ένα ζήτημα για το οποίο έχομε σχεδόν πλήρη άγνοια και συνήθως το προσεγγίζομε με παιδαριώδεις απλοποιήσεις και στερεότυπα, αποκυήματα της φαντασίας μας πόρρω απέχοντα των πραγματικών γεγονότων. Οι περισσότεροι από μάς ταυτίζουν την έννοια του εξισλαμισμού μόνο με το φαινόμενο του παιδομαζώματος των γενιτσάρων και ίσως κάποιων σποραδικών βίαιων ή εθελοντικών εξισλαμισμών ελλήνων και αρπαγές γυναικών του γηγενούς πληθυσμού.  Κατά τα άλλα έχομε στο μυαλό μας την εντελώς απλοποιημένη και αφηρημένη εικόνα μιας φυλής νομάδων Μογγόλων που μετά από στρατιωτικές νίκες στα ανατολικά σύνορα της Ρωμανίας (Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) ξεχύνονται καλπάζοντας στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Ως φανατικοί, νεοφώτιστοι, ζηλωτές Ισλαμιστές και ως βάρβαροι καταστρέφουν και ερημώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους, γεννοβολούν αδιάκοπα και προχωρούν καλπάζοντας προς τη Δύση, φτάνοντας στα τείχη της και κυριεύοντας τη Βασιλεύουσα, εδραιώνοντας έτσι μιαν αχανή αυτοκρατορία που θα διαρκέσει για πολλούς αιώνες. Αυτοί οι λίγοι, αμόρφωτοι και βάρβαροι Μογγόλοι νομάδες-ιππείς! Το σχήμα βέβαια αυτό είναι εξαιρετικά απλοϊκό και προδήλως ανεπαρκές, καίτοι οι περισσότεροι από μάς κάτι τέτοιο, ή παραλλαγές αυτού, έχομε στο μυαλό μας. Όμως λογικά είναι αδύνατον μια δράκα μερικών δεκάδων χιλιάδων (οι ιστορικοί τους υπολογίζουν σε λιγότερους από 40.000) απαίδευτων, πλιατσικολόγων νομάδων να καταλύσουν μια χιλιόχρονη παγκόσμια υπερδύναμη. Και μάλιστα σχηματίζοντας μια νέα αυτοκρατορία με πολυεπίπεδη διοικητική οργάνωση, υψηλότατη γραφειοκρατία, αποτελεσματικότατες στρατιωτικές δομές και περίφημη διπλωματία ενδελεχούς και μακροχρόνιου στρατηγικού σχεδιασμού.

Και περαιτέρω υπάρχουν στοιχειώδη ερωτήματα που ζητούν απάντηση. Κατά την είσοδο των νομάδων στην Ανατολία υπήρχαν πολλά εκατομμύρια (κατ’ εκτίμηση περισσότερα των δέκα) γηγενούς πληθυσμού κατά το πλείστον ελληνοφώνων. Αυτοί οι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας ιστορικά τι απέγιναν; Σκοτώθηκαν, χάθηκαν, εξαφανίστηκαν από το χάρτη; Ήταν μόνο το ενάμισι εκατομμύριο των Ελλήνων που αντηλλάγησαν μετά το 1922 ή συνέβη κάτι άλλο; Και τέλος κάτι που όλοι το βλέπομε, αλλά όλοι αρνούμαστε υποσυνείδητα να το εξηγήσομε. Παρακολουθούμε στην τηλεόραση τις σειρές τους και επισκεπτόμαστε την Τουρκία ως τουρίστες. Όμως Μογγόλους δε βλέπομε πουθενά. ‘Ίσως σπάνια κάποιον. Αλλά ακόμα και αυτός πιθανότητα θα είναι μετανάστης από τις Κεντρο-Ασιατικές φίλες στην Τουρκία χώρες. Μα τότε, αν δεν είναι οι Τούρκοι Μογγόλοι και Κεντρο-Ασιάτες όπως πιστεύομε, τι είναι;   

Για την προέλευση των Τούρκων έχουν γραφεί πολλά. Η θέση όμως η οποία δίνει στη λογική μου τις περισσότερες απαντήσεις είναι αυτή που υποστηρίζει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών Τούρκων (με την εξαίρεση των Κούρδων που αποτελούν αρχαίο ιστορικό λαό) είναι γηγενείς Μικρασιατικοί και Βαλκανικοί πληθυσμοί που αρχικώς εξισλαμίστηκαν και πολύ αργότερα εκτουρκίστηκαν διατηρώντας όμως εν πολλοίς πλείστες όσες ικανότητες και στοιχεία της προηγούμενης κουλτούρας και πολιτισμού τους. Η θέση αυτή έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Εδώ απλώς να αναφέρω ως παράδειγμα το βιβλίο του γνωστού τουρκολόγου Νικολάου Χειλαδάκη με τίτλο «Ποιοί Τούρκοι;» (2007), απ’ όπου και αντλήσαμε πολλές χρήσιμες πληροφορίες.  Ο εξισλαμισμός και μετέπειτα ο εκτουρκισμός είναι ένα πολύ σύνθετο φαινόμενο που διαρκεί εδώ και δέκα αιώνες. Συνεχίζεται δε έντονα ακόμα και στις ημέρες μας (βλ. Δυτική Θράκη, Βουλγαρία κλ) αποκτώντας μάλιστα και ευρύτερες διαστάσεις που ξεπερνούν την περιοχή μας (βλ. πχ. τάγμα Νουρτζού και Φετουλλάχ Γκιουλέν).

Οι Μικρασιατικοί πληθυσμοί βρισκόμενοι ανάμεσα στη Βασιλεύουσα και το μουσουλμανικό Χαλιφάτο είχαν έρθει σε επαφή με το Ισλάμ ήδη από τον έβδομο και όγδοο αιώνα πολύ πριν δηλαδή από την εμφάνιση των Τούρκων στα ανατολικά και υπήρχαν αλλαγές πίστης και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ο πληθυσμός των ανατολικών επαρχιών υφιστάμενος τη εντεινόμενη παρουσία και πίεση του Ισλάμ, ζώντας υπό καθεστώς συνεχούς ανασφάλειας και αστάθειας είχε εν πολλοίς αγανακτήσει και ψυχρανθεί προς το απόμακρο και συνήθως απαθές κέντρο, το οποίο κλεισμένο στο δικό του κόσμο τύρβαζε περί πολλών ανουσίων. Παρά τη γνωστή και ισχυρή λαϊκή ευσέβεια των Μικρασιατών η πνευματική κατάρτιση και συγκρότηση των κατά βάση αγροτικών αυτών πληθυσμών υπολείπετο αρκετά. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τις πολλές αρχαίες θρησκευτικές δοξασίες και ιδιαιτερότητες (πυροβασία, ηλιολατρεία, λατρεία της Μεγάλης Μητέρας κλ), οδήγησαν το γηγενή πληθυσμό σε πλήθος κακοδοξιών. Έτσι μεγάλες και συμπαγείς πληθυσμιακές μάζες των ανατολικών επαρχιών ακολουθούσαν ποικίλες αιρέσεις και θρησκευτικές διαφοροποιήσεις (Αρειανοί, Μοντανιστές, Νεστοριανοί, οι Μικρασιάτες εικονομάχοι Ίσαυροι, οι Παυλικιανοί κλ), συνδυαζόμενες δε πολλές φορές με μυστηριακές θρησκείες και μυστικές οργανώσεις (Μανιχαίοι, Ευχήτες, Διονυσιακοί, Τεχνουργοί, Οφίτες κλ).  Αυτές οι διαφοροποιήσεις έφεραν πολλές φορές σε αντιπαράθεση ακόμα και βίαιη (καταστολή εξεγέρσεων, εκτοπίσεις πληθυσμών κλ) τις ανατολικές επαρχίες με το κέντρο. Ο αυταρχισμός δε  του κέντρου και οι σκληρές αντιπαραθέσεις οδήγησαν χιλιάδες λαού στην αγκαλιά του Ισλάμ.

Λογικά η αντίληψη του τότε κόσμου για το Ισλάμ θα πρέπει να ήταν εντελώς διαφορετική από την αντίληψη του χειραγωγούμενου μέσου δυτικού ανθρώπου σήμερα. Προφανώς ο κόσμος τότε θα αντιλαμβάνονταν το Ισλάμ ως ακόμα άλλη μια από τις απειράριθμες θρησκευτικές διαφοροποιήσεις της Ανατολής. Θα πρέπει δε να τονιστεί ότι πολλά από τα πιστεύματα και πρακτικές των χριστιανικών αυτών αιρέσεων ήταν ίδια ή παρόμοια με αυτά του Ισλάμ, όπως για παράδειγμα η αντίθεση στη λατρεία των εικόνων που εθεωρείτο ειδωλολατρία, η διαρχική αντίληψη περί Καλού και Κακού, η θεώρηση του Χριστού ως αγγέλλου και όχι ως Υιού του Θεού, η μη αποδοχή πολλών μυστηρίων όπως του βαπτίσματος ή της Θείας Κοινωνίας κλ. Έτσι η μετάβαση ουσιαστικά από τη μίαν αίρεση σε μιαν άλλη, όπως το Ισλάμ με παρόμοιους ή παρεμφερείς άξονες ήταν μια σχετικά εύκολη και ομαλή διαδικασία. 

Τα πράγματα όμως όσον αφορά τη θρησκευτική μεταστροφή των πληθυσμών επιταχύνθηκαν δραματικά κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα φτάνοντας στο απόγειό της μετά το σχηματισμό του Οθωμανικού κρατιδίου. Η κατάρρευση της Ρωμανίας από τους Φράγκους, η εμφάνιση των Φράγκων στα δυτικά για τους οποίους οι Μικρασιάτες τόσο οι χριστιανοί όσο και οι μουσουλμάνοι έτρεφαν ισχυρότατη αντιπάθεια και μίσος, η ύπαρξη χιλιάδων σκλάβων και αιχμαλώτων πολέμου, οι οποίοι σταδιακά χρησιμοποιήθηκαν στην κρατική μηχανή και εν τέλει εξισλαμίστηκαν, η υποχώρηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η ερήμωση των μοναστηριών και κυρίως η εμφάνιση πολλών σουφικών ισλαμικών ταγμάτων και προσωπικοτήτων που κυριάρχησαν πνευματικά στην περιοχή ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που οδήγησαν στην ταχύτατη θρησκευτική μεταστροφή των γηγενών πληθυσμών.

Η επίδραση των ισλαμικών ταγμάτων ήταν εξαιρετικά σημαντική και καταλυτική. Τα τάγματα αυτά στηριζόμενα στην αρχαιότατη μικρασιατική πρακτική των αδελφοτήτων αναπτύχθηκαν ταχύτατα και παρείχαν την πνευματική ηγεμονία του Ισλάμ στην περιοχή. Η δράση τους συνεχίστηκε μέχρι και τον 20ο αιώνα, οπότε και παύτηκαν βιαίως από το Μουσταφά Κεμάλ για να αναβιώσουν εν μέρει και πάλι από το 1980 και μετά. Δίδασκαν ένα εντελώς ιδιότυπο Ισλάμ, που από πολλούς θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμα αιρετικό. Περιλάμβανε πάρα πολλές χριστιανικές αρχές, διδασκαλίες  και παραδόσεις. Έτσι αυτά τα τάγματα απετέλεσαν ένα ενδιάμεσο σκαλοπάτι, μια γέφυρα ανάμεσα στο χριστιανισμό και το Ισλάμ. Είχαν επίσης πολλά κοινωνικά αιτήματα και προτάγματα, ζητώντας ουσιαστικά μεταρρυθμίσεις που θα απάλυναν το βάρος του απλού λαού ανεξαρτήτως θρησκείας. Έτσι πολλοί τους ακολούθησαν ως σωτήρες και λυτρωτές από την πολυποίκιλη καταπίεσής τους. Τα τάγματα και οι προσωπικότητες πολλές: ο ασκητικότατος σεΐχης Σαρή Σαλτίκ, ο περίφημος Τζελαλεντίν Ρουμί ο επονομαζόμενος και Μεβλανά (δάσκαλος) ιδρυτής του τάγματος των δερβίσηδων Μεβλεβί, ο σεΐχης Μπεντρεντίν Μαχμούτ, ο Μπαμπά Ισάκ ιδρυτής του τάγματος των μπαμπαΐδων, ο Χατζή Μπεκτάς ιδρυτής του πανίσχυρου τάγματος των Μπεκτασήδων λαϊκή έκφραση του οποίου είναι ακόμα και σήμερα τα δεκάδες εκατομμύρια των Αλεβήδων, το κίνημα των Κιζιλμπάσηδων, το τάγμα των Ρουφαή (ή Χουρουφήδων), ο Μολά Καμπίζ, ο Μουσταφά Μπορκλουντζέ, το τάγμα των Αχήδων (ή Κορματήδων) και τόσα άλλα.

Η επικράτηση και επέκταση του Οθωμανικού κράτους οδήγησε πολλούς πλούσιους και μέλη  των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην αλλαξοπιστία και στη σημαντική ενίσχυση του Οθωμανικού μηχανισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Εβρενός Πασάς και ο Ζαγανός Πασάς. Ο μεν πρώτος ήταν αυτός που οδήγησε τα οθωμανικά στρατεύματα στην Ευρώπη και στην κατάκτηση της Βαλκανικής, ενώ η συμβολή του δευτέρου στην άλωση της Πόλης ήταν καθοριστική. Το συνεχώς ισχυροποιούμενο Οθωμανικό κράτος είχε πλέον την ευχέρεια να εφαρμόσει μια σειρά από διαφορετικές τακτικές για να οδηγήσει τους υπηκόους εθελοντικά ή βίαια στο Ισλάμ: παιδομαζώματα, βίαιες αρπαγές γυναικών και μεικτοί γάμοι (και μάλιστα με τη μορφή της πολυγαμίας) που οδηγούσαν νομοτελειακά στην πλήρη αφομοίωση της χριστιανής συζύγου και των παιδιών της, συστηματικές ψευδορκίες για δήθεν αρνησιθρησκία από χριστιανούς οι οποίοι πλέον αναγκάζονταν να γίνουν μουσουλμάνοι για να μην τιμωρηθούν με θάνατο, αυθαιρεσίες των τοπικών αρχών, κοινωνικές, διοικητικές, δικαστικές, φορολογικές και οικονομικές διακρίσεις σε βάρος των ετεροδόξων που οδηγούσαν πολλούς σε εθελοντικούς εξισλαμισμούς για να βελτιώσουν την κατάστασή τους, ενώ υπήρχαν και βίαιοι μαζικοί εξισλαμισμοί σε περιοχές όπου στρατηγικά εκρίνετο ως απαραίτητο από την κεντρική διοίκηση. Ο εξισλαμιζόμενος ελάμβανε αυτόματα μουσουλμανικό όνομα και εχάνετο πλέον από το γένος του. Κλείνοντας, αξίζει να θυμηθούμε σ’ αυτό το σημείο ότι σχεδόν το σύνολο των λεγόμενων Τουρκοκρητικών ήταν γηγενείς και όμαιμοί μας.

Το ζήτημα του εξισλαμισμού και στη συνέχεια εκτουρκισμού μεγάλου μέρους του λαού μας είναι ένα πολύ δύσκολο και δυστυχώς ακόμα ανοιχτό κεφάλαιο της ιστορίας μας. Θα πρέπει να το μελετήσομε ενδελεχώς και να συνάγομε χρήσιμα συμπεράσματα για τη μη επανάληψη των λαθών του παρελθόντος και την σωστότερη κατανόηση και αντιμετώπιση των σημερινών πραγμάτων. Για την εξαγωγή λοιπόν αυτών των συμπερασμάτων οφείλομε να επανέλθομε.

Πρώτη δημοσίευση: 27-7-2012

antibaro.gr

, , , , ,

1 thought on “Ο Μεγάλος Βεζίρης Μεσίχ Πασάς (Παλαιολόγος)

  1. Είναι παρήγορο ότι επιστήμονες άλλων χώρων με την κριτική και τη θετική τους σκέψη προσεγγίζουν το χώρο των Ανθρωπιστικών Επιστημών γιά να ανακαλύψουν κάτι το οποίο ήταν κάτω από τη μύτη μας γιά αιώνες. Γιά δύο αιώνες υμνούνταν μόνο το μεγαλείο της ιστορικότητας και της ανθεκτικότητας της ελληνικής γλώσσας και υπερεξαίρονταν η διαφορετικότητά μας από τους λαούς που απέχουν λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από μας.
    Η αλήθεια είναι ότι πάντα αντιμετωπίζαμε τους λαούς της Μικρασίας σαν ενιαίο σύνολο. Μόλις τελευταία μάθαμε από ερευνητές ότι πριν να πάμε εμείς εκεί μέσω του αποικισμού, της κατάκτησης του Αλεξάνδρου και των Ρωμαίων, κατοικούσαν διαφορετικοί λαοί. Οι Λυδοί, οι Λούβιοι, οι Κάρες, οι Ίσαυροι, οι Αρμένιοι, οι Καππαδόκες, οι Γαλάτες που ήρθαν μετά από την επιδρομή τους στην αρχαία Ελλάδα τον 3ο π.Χ. αιώνα, οι πανταχού παρόντες Εβραίοι, οι Μυσοί, οι Φρύγες, οι Πάρθοι και την τελευταία χιλιετία οι Τούρκοι, Σελτζούκοι και Οθωμανοί.
    Με τον ελληνικό αποικισμό και αλεξανδρινή κατάκτηση ξεκίνησε, αλλά δεν ολοκληρώθηκε η αφομοίωσή τους στην αρχαία Ελλάδα. Πριν να ολοκληρωθεί κυρίως γιά τους ανατολικούς Αρμένιους, Καππαδόκες, Ίσαυρους, Πάρθους, συνέβηκε η αποδοχή της ρωμαϊκής ταυτότητας από τους περισσότερους αρχαίους Έλληνες, άρα κι από τους υπόλοιπους λαούς της Μικρασίας που είχαν αρχίσει να αφομοιώνονται. Οι Δυτικοί Μικρασιάτες έγιναν Ρωμαίοι, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες κι αποδέχτηκαν συνειδητά το έτερο στοιχείο της ταυτότητάς τους, τον ορθόδοξο χριστιανισμό με πολλούς μάρτυρες στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
    Γιά τους υπόλοιπους λαούς έδρασε ενοποιητικά κυρίως η χρησιμοποίηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας η οποία, μαζί με τη χριστιανική θρησκεία έδωσαν και σε κείνους την ελληνορθόδοξη ρωμαϊκή ταυτότητα με το πέρασμα των αιώνων. Τη λατινική γλώσσα ποτέ δεν τη συνήθισαν, επειδή προτιμούσαν τους πρώτους κατακτητές, τους αρχαίους Έλληνες.
    Ωστόσο, η κατανόηση της νέας θρησκείας δεν έγινε ομαλά και με τον ίδιο τρόπο απ’ όλους τους Μικρασιάτες. Η εμφάνιση πολλών αιρέσεων συνέβηκε στο χώρο της Μικρασίας κι αυτό εξαιτίας της διαφορετικής φυλετικής καταγωγής των λαών της. Η Εκκλησία έκανε πολλές προσπάθειες μέσα από το διδακτικό και το κοινωνικό της έργο όπως και τα μοναστήρια, αλλά αυτό δεν επαρκούσε. Όσο την εκπροσωπούσαν λόγιοι κληρικοί από τα μέρη των(Καππαδόκες κλπ.), οι λαοί ήταν ήρεμοι. Όσο κυριαρχούσαν αιρετικοί, οι επαρχίες ξεσηκώνονταν. Το θέμα συμπλέκονταν έντονα και με οικονομικοκοινωνικές ανισότητες κι επιδιώξεις της περιφέρειας έναντι του κέντρου, όπως λέει κι ο ερευνητής.
    Μεγάλο θέμα προς διερεύνηση είναι η επιμονή του κεντρικού κράτους και της Εκκλησίας στην ελληνική γλώσσα, η οποία ενώ παλιά έπαιζε ομογενοποιητικό, αφομοιωτικό ρόλο, στη συνέχεια σταμάτησε να τον παίζει. Το ερώτημα είναι γιατί δεν επέτρεψαν τη συνύπαρξη κι άλλων γλωσσών όπως την κοπτική, την αρμενική, τη συριακή, την εβραϊκή κλπ. στην αυτοκρατορία, όπως έκαναν και με τη σλαβική, η οποία είχε σπουδαία αποτελέσματα στους επιδρομείς Σλάβους καθώς ανάσχεσε την κατακτητική τους διάθεση.
    Έτσι, δημιουργήθηκε το έδαφος γιά συνεχείς αποσχίσεις με την οποιαδήποτε αιτία.
    Βέβαια, ο ερευνητής, παραλείπει το ότι είχαν ήδη προλάβει οι Σελτζούκοι γιά δύο αιώνες(11ο-12ο) κι έσφαξαν, κατακρεούργησαν, βίασαν κι εξισλάμισαν μεγάλο μέρος του εληνορθόδοξου πληθυσμού της Ανατολίας, όπως έχει αναφερθεί άλλος αρθρογράφος στο cognosco (Σφαγές στη Μελιτηνή και σ’ άλλα φρούρια).Άρα εδώ έχουμε ήδη μία αραίωση του πληθυσμού. Ωστόσο, αυτό δεν εξηγεί σε όλη του την έκταση τη συντριπτική παρουσία του ισλαμισμού στην Τουρκία σήμερα και μάλιστα στη σουνιτική του εκδοχή.
    Όμως, όπως έχουν καταθέσει κι άλλοι ερευνητές, η Μικρασία μόλις σήμερα αντιλαμβάνεται την ιστορία της. Οι Τούρκοι ερευνητές τα φέρνουν όλ’ αυτά στην επιφάνεια και το κυριότερο: στις μεταξύ τους συζητήσεις, αναγνωρίζουν ότι το κόμμα Δικαιοσύνης ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. αφού τελικά μόνο η ισλαμική θρησκεία τους ενώνει. Κι αυτή, ήταν αποτέλεσμα επιλογής των Μικρασιατικών λαών, όπως η χριστιανορθόδοξη ήταν επιλογή των αρχαίων Ελλήνων. Όταν μέσα στη λαϊκή θρησκευτικότητα αναβίωσαν αιρετικές τάσεις λόγω της επιβίωσης στοιχείων της αρχαίας θρησκείας τους, ήρθαν σε αντίθεση με το χριστιανισμό. Αντίστοιχα, όταν είδαν ότι εκτός από ιδεολογικά απόβλητοι, ήταν κι ανασφαλείς λόγω των συνεχών επιδρομών των βαρβάρων, πήγαν τελικά με το νικητή, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες με τους Ρωμαίους, γινόμενοι Γενίτσαροι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.