Ο μετασχηματισμός του ελληνικού κράτους στη σκέψη του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη και του Ιωάννη Σούτσου κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1860 (Μέρος Α’).

Του Μιχάλη Ρέττου*

Εισαγωγή

Με την επανάσταση του 1821 και την αναγνώριση του ελληνικού κράτους με το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας του 1830, διαμορφώθηκε το πρώτο αστικό/νεωτερικό έθνος κράτος στο χώρο της ανατολικής μεσογείου. Παρόλα αυτά, η προσαρμογή του κράτους αυτού στα οργανωτικά και διοικητικά δεδομένα των προηγμένων κρατών της Δυτικής Ευρώπης αποτέλεσε μία μακρόσυρτη διαδικασία. Το αίτημα του μετασχηματισμού της οικονομίας και των θεσμών στα πρότυπα της Δύσης εκφράστηκε έντονα στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Εκφραστές του ήταν τότε η νέα γενιά ανθρώπων -αποφοίτων εν πολλοίς του νεοσύστατου Πανεπιστημίου Αθηνών- που αντιδρούσε στις πολιτικές επιλογές και τις απολυταρχικές τάσεις της οθωνικής διακυβέρνησης και εξέφραζε νέες ιδέες που υπερέβαιναν τις παλαιές κομματικές διαιρέσεις. Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης ήταν ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της γενιάς αυτής στο πεδίο της πολιτικής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1860.

Σε αυτό το πλαίσιο των εκσυγχρονιστικών αιτημάτων με βάση το παράδειγμα συγχρόνων ευρωπαϊκών εθνών, αναδείχθηκε κατά την εν λόγω περίοδο η ανάγκη υλοποίησης οικονομικών μεταρρυθμίσεων που θα επέτρεπαν μία ορθολογικότερη διαχείριση και κατανομή των πόρων και μία βιώσιμη πορεία των δημοσίων οικονομικών. Πρωτοπόρος σε αυτή την προσπάθεια ήταν ο οικονομολόγος, πανεπιστημιακός και διευθυντής του Γραφείου Δημόσιας Οικονομίας κατά την περίοδο 1860-1863, Ιωάννης Σούτσος. Ο ίδιος εξέθεσε στο δοκίμιο του τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και πρότεινε λύσεις για μία αποτελεσματικότερη οικονομική πολιτική, συντονισμένες με τις πρακτικές των προηγμένων κρατών της Δύσης (κυρίως της Γαλλίας, αλλά και της Αγγλίας και της Πρωσίας).

Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να αναδείξει τη σκέψη των δύο προαναφερόμενων προσώπων, τα μεταρρυθμιστικά αιτήματά τους, τη στόχευσή τους και την κριτική τους στην τότε κατάσταση του βασιλείου (αρχές της δεκαετίας του 1860), με βάση τα «Πολιτικά ημερολόγια, πολιτικαί σημειώσεις, πολιτικαί επιστολαί : 1859-1862» του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη και το «Δοκίμιον περί οικονομικών μεταρρυθμίσεων» του Ιωάννη Σούτσου, αντίστοιχα. Όπως γίνεται σαφές, τα δύο παραπάνω πρόσωπα αναδεικνύουν το ζήτημα του μετασχηματισμού και των μεταρρυθμίσεων του κράτους από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες, την πολιτική και την τεχνοκρατική. Επομένως, είναι εύλογο ότι εκτός από συγκλίσεις θα εντοπισθούν και διαφορές φιλοσοφίας και στοχοθεσίας ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις. Ασφαλώς, η παρουσίαση των θέσεων των δύο αυτών ενεργών πρωταγωνιστών της εποχής θα μας εισαγάγει στο πεδίο των πολιτικών, διοικητικών και οικονομικών διακυβευμάτων της δεκαετίας του 1860.

1. «Πολιτικά ημερολόγια, πολιτικαί σημειώσεις, πολιτικαί επιστολαί: 1859-1862» του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης υπήρξε μία κεντρική πολιτική φυσιογνωμία του ελληνικού βασιλείου από τα τέλη της δεκαετίας του 1850 μέχρι και το 1879. Ήταν ένας από τους ηγέτες της λεγόμενης «Χρυσής Νεολαίας» και ο νεώτερος πρωθυπουργός στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1850 ως διδάκτωρ με βαθμό άριστα.[1] Πατέρας του ήταν ο Μήτρος Δεληγεώργης, αγωνιστής του 1821 και φρούραρχος του Μεσολογγίου. Από την περίοδο των πανεπιστημιακών του σπουδών αρθρογραφούσε επί πολιτικών ζητημάτων στην εφημερίδα «Αθηνά» του Εμμανουήλ Αντωνιάδη. Η έκρηξη της επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1848 στο Παρίσι ήταν η αφορμή που επέτρεψε στον νεαρό Ε. Δεληγεώργη να διατυπώσει δημόσια τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές του απόψεις.[2] Καθοριστικός παράγοντας για την είσοδό του στην πολιτική ήταν ο γάμος του με την Ξανθή Γιουρδή,  κόρη του Λάζαρου Γιουρδή[3], από τον οποίο βοηθήθηκε στη συγκρότηση του δικού του προσωπικού πολιτικού/πελατειακού δικτύου.[4] Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1859. Πρωταγωνίστησε στον αντιδυναστικό αγώνα 1860-62, ασκώντας δριμεία κριτική στην καταπάτηση των συνταγματικών ελευθεριών και την αυταρχική πολιτική του Όθωνα, από το καθεστώς του οποίου φυλακίστηκε το 1861 για έναν περίπου χρόνο. Ανέλαβε υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην προσωρινή κυβέρνηση του 1862 και διετέλεσε στη συνέχεια έξι φορές πρωθυπουργός –τις περισσότερες φορές για μικρά διαστήματα- καθώς και κατ’ επανάληψη υπουργός Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Δημόσιας Εκπαιδεύσεως και Οικονομικών.[5]

Συνταγματική νομιμότητα και ελευθερίες

Με την είσοδό του στη βουλή, τον Νοέμβριο του 1859, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης εντάχθηκε στην αντιπολιτευτική μερίδα. Ήταν άλλωστε από εκείνους που είχαν υποστηρίξει τη νεολαία στα γεγονότα των «σκιαδικών»[6] τον Μάιο του 1859 και θεωρούσε ότι «το κυβερνητικό σύστημα πνίγει τη φωνή της νομίμου αντιπολιτεύσεως, της νομίμου εθνικής γνώμης» και ως εκ τούτου η αγανάκτηση μεταφέρεται εκτός του κοινοβουλευτικού πεδίου.[7]  Η ατμόσφαιρα που δημιούργησαν τα «σκιαδικά», οδήγησαν τον Όθωνα να διορίσει νέα κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά, που όμως δεν κατάφερε να συσταθεί. Έτσι, ο Όθων προέβη απλώς σε έναν ανασχηματισμό της κυβέρνησης Μιαούλη που όμως δεν εξομάλυνε την εσωτερική κατάσταση και στα τέλη του Αυγούστου του 1859 η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές, στις οποίες η αντιπολίτευση πέτυχε μεγάλη νίκη στο πρόσωπο του νεοεκλεγέντος Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, παρά την επικράτηση της κυβερνητικής παράταξης.[8]

Ο Δεληγεώργης στα πολιτικά ημερολόγιά του εκθέτει τον φατριασμό και τις ραδιουργίες που κυριαρχούν στα υπουργεία, ενώ ο αντιπολιτευτικός του λόγος εστιάζει κυρίως στις παραβιάσεις του συντάγματος από τον ίδιο τον βασιλέα, στις εξωτερικές εξαρτήσεις του πολιτικού συστήματος και στην καταστολή των ελευθεριών. Σε λόγο του μπροστά στον Όθωνα, τον Οκτώβριο του 1860, ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση δεν σχηματίστηκε συνταγματικώς, καθώς υπάρχουν διορισμένοι υπουργοί που δεν είναι ούτε βουλευτές, ούτε γερουσιαστές και περιφρονείται έτσι η συνταγματική αρχή περί γνησιότητος των συνταγματικών κυβερνήσεων.[9] Επιμένει ότι πρέπει να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση που να είναι συνταγματική, ισχυρή και λαοφιλής. Επιπλέον, στις σημειώσεις του αναφέρεται στη συστηματική καταδίωξη της ελευθερίας του τύπου, την οποία θεωρεί ανόητη αν είναι αθώα και τυραννική αν είναι σκόπιμη. Αναφέρει ότι με την παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας καταστρέφεται το δραστικότερο όργανο κατά της αυθαιρεσίας της εξουσίας, διαστρέφεται η αλήθεια και θριαμβεύει η εξουσία πάνω στις ψυχές των ανθρώπων.[10]

Στις νέες εκλογές, που διενεργήθηκαν τον Ιανουάριο του 1861, επικράτησε και πάλι η κυβερνητική παράταξη μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας και νοθείας, το οποίο οδήγησε εκτός βουλής σημαντικές προσωπικότητες της μεταπολίτευσης, όπως τον Α. Κουμουνδούρο, τον Θρ. Ζαΐμη και τον Επ. Δεληγεώργη. Ο τελευταίος καταγγέλει στις επιστολές του πρακτικές νοθείας και περιορισμού της υποψηφιότητάς του στην περιοχή του Μεσολογγίου.[11] Ο Δεληγεώργης έδινε προτεραιότητα στην εσωτερική αναδιοργάνωση της χώρας, στην πρόκριση ενός κοινοβουλευτικού παραδείγματος στα πρότυπα της Δύσης και στη συνακόλουθη διεκδίκηση μίας πρωτεύουσας θέσης για τη χώρα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, ως ισχυρού πυλώνα της Δύσης στην Ανατολή. Αυτές οι προϋποθέσεις και οι όποιες επιδιώξεις θεσμικού μετασχηματισμού και πολιτικών ή πολιτειακών μεταρρυθμίσεων δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με την σκλήρυνση της στάσης και τις διώξεις του οθωνικού καθεστώτος, που σκοπό είχαν τη νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος μετά την απροσχημάτιστη διάλυση της βουλής στις 16 Νοεμβρίου του 1860. Από αυτό το σημείο η αντίδραση εναντίον ενός καθεστώτος στασιμότητας και θεσμικών παραβιάσεων εντείνεται και θα οδηγήσει στην επανάσταση του 1862 και στην οριστική έξωση του Όθωνα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης θα αναδειχθεί ως ο κατεξοχήν ηγέτης της Χρυσής Νεολαίας, λόγω των αναμφισβήτητων ρητορικών του αρετών, της αντίθεσής του σε αυταρχικές και συγκεντρωτικές λογικές και των απαρέγκλιτων θέσεών του υπέρ του συνταγματικού πολιτεύματος και των φιλελεύθερων ιδεών.[12]

Η κριτική του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη θα επικεντρωθεί στα εξής σημεία: Στη νόθευση και τον εκβιασμό της θέλησης των πολιτών κατά τις δημοτικές και τις εθνικές εκλογές, στην ατιμωρησία των παραβιάσεων των κρατικών λειτουργών, στη διαφθορά πολιτικών και στρατιωτικών, μέσω παρανόμων προβιβασμών και παύσεων, στην αδιαφορία για την ανάπτυξη των εθνικών δυνάμεων και την απονέκρωση του θεσμού της εθνοφυλακής, στις άστοχες συμμαχίες, την αποξένωση του ελληνικού βασιλείου από τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσεως και την υποκίνηση άκαιρων, ανοργάνωτων και παιδαριωδών κινημάτων. Επίσης, στην αποδιοργάνωση του διοικητικού και δημοτικού μηχανισμού της χώρας με την αυθαίρετη αξιολογικά άνοδο ατόμων αμφιβόλων ικανοτήτων και την διαφθορά των ίδιων των δημοτικών θεσμών, στην διαίρεση της ελλαδικής εκκλησίας από το οικουμενικό πατριαρχείο και την ακύρωση της θετικής επενέργειας του τελευταίου στα ζητήματα της Ανατολής, στις απολυταρχικές πρακτικές και τη de facto κατάργηση των συνταγματικών θεσμών και στη μονομερή και αδικαιολόγητη διάλυση της βουλής από τον βασιλιά το Νοέμβριο του 1860, χωρίς να ενημερώσει ούτε την κυβέρνηση ούτε τον πρόεδρο της γερουσίας, μετά την άρνηση της εθνικής αντιπροσωπίας να υπαχθεί στην αυθαίρετη βούλησή του.[13] Ο Δεληγεώργης ήταν εκείνος, που μέσα στον γενικότερο επαναστατικό αναβρασμό, συνέταξε το λεγόμενο «Ψήφισμα του Έθνους», στις 10 Οκτωβρίου 1862, που υπεγράφη από 25 ακόμη πολιτικούς. Αυτό κήρυξε την κατάργηση της βασιλείας του Όθωνα και της αντιβασιλείας της Αμαλίας και τη σύσταση προσωρινής κυβέρνησης (στην οποία ανέλαβε Υπουργός Δημοσίας Εκπαιδεύσεως), μέχρι τη σύγκληση συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Οι φιλελεύθερες ιδέες του Μεσολογγίτη πολιτικού συνάδουν με το νέο σύνταγμα της μεταπολίτευσης του 1864. Αυτό επικυρώνει τη μετάβαση από την μοναρχική στη δημοκρατική αρχή με τη μορφή της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επηρεασμένο από τα πιο φιλελεύθερα τότε συντάγματα της Ευρώπης (Ολλανδία, Βέλγιο), τοποθέτησε στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής τη βουλή, περιορίζοντας αισθητά τις εξουσίες του μονάρχη, ενώ διεύρυνε το πεδίο της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων.[14]

Εξωτερική πολιτική και Ανατολικό Ζήτημα

Είναι αδύνατον να γίνει σε βάθος κατανοητή η προτίμηση του Δεληγεώργη στις Δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και ο «αντιρωσισμός» του, αν δεν ληφθεί υπόψη η άποψη του για τον ενδεδειγμένο τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος προς όφελος της Ελλάδας. Η Ελλάδα κατά τον Δεληγεώργη πρέπει να πείσει την Ευρώπη ότι είναι άξια να διαδεχθεί την υπάρχουσα φυλή στην Ανατολή και αυτό θα το κάνει μέσω της χρηστής εσωτερικής διοικήσεως.[15]Από τα γεγονότα της εποχής του Κριμαϊκού πολέμου, την άκαιρη και επιπόλαιη υποκίνηση ανεδαφικών εξεγέρσεων και την προσκόλληση του Όθωνα και του περιβάλλοντός του στην επιθετική πολιτική της Ρωσίας, ο Δεληγεώργης έχει διαμορφώσει τη θέση του για την ορθή πορεία επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος που είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την οθωνική πολιτική και απολύτως συμβατή με τα διεθνή γεωπολιτικά δεδομένα. Έχει εννοήσει ότι αφενός ότι οι μεγάλες δυνάμεις -και πρωτίστως η Αγγλία και η Γαλλία- έχουν υιοθετήσει το δόγμα της ακεραιότητος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αφετέρου ότι η Ελλάδα με τη Ρωσία έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα: «Η Ελλάς δεν πρέπει να ρωσσίση, διότι της Ρωσίας το όνειρο είναι η Κωνσταντινούπολις» και «της Ελλάδος το όνειρο είναι η Κωνσταντινούπολις» σημειώνει.[16] Ο Δεληγεώργης σημειώνει ήδη από το 1859 ότι το ελληνικό βασίλειο ιδρύθηκε για να αναγεννήσει την Ανατολή και θεωρεί ως αιτία της βοήθειας της Ευρώπης στη σύσταση του, όχι τον ενθουσιασμό για τις αρχαιότητες, αλλά «προς τον σκοπόν του ν’ αναπτυχθή επί μάλλον η αρχή της ακεραιότητος της Τουρκικής χώρας δια της ιδρύσεως πυρήνος εν τω μέσω αυτής, προωρισμένου να υπεκκαύσει τον εν Ανατολή πολιτισμόν»[17].

Με λίγα λόγια, η Ελλάδα ιδρύθηκε για να διαδώσει τα φώτα της Δύσης στην Ανατολή. Για να γίνει αυτό πρέπει η ίδια να οργανώσει το κράτος της με βάση τα σύγχρονα ευρωπαϊκά συνταγματικά και φιλελεύθερα πρότυπα, ώστε οι Δυτικές δυνάμεις να της εμπιστευτούν την διεκπεραίωση αυτής της αποστολής. Ο Μεσολογγίτης πολιτικός τον καιρό της επανάστασης του 1862 γράφει στις σημειώσεις του ότι η Ελλάδα χρειάζεται βασιλέα που να μην αντλεί δύναμη από μία αντεθνική εξωτερική πολιτική, η οποία διαιρεί τις εξωτερικές δυνάμεις στηριζόμενη σε μία μόνο από αυτές. Επίσης, κάνει σαφές ότι αποκρούει την πολιτική που στοχεύει σε πολεμική κατάκτηση της Ανατολής. Ο καιρός των κατακτήσεων κατά τον Δεληγεώργη παρήλθε. Ως παράδειγμα για την στάση που θα έπρεπε να κρατήσει η Ελλάδα παραθέτει το φιλελεύθερο Βασίλειο της Σαρδηνίας, το οποίο δεν επιχείρησε να κατακτήσει τη μεσημβρινή Ιταλία το 1856, αλλά ζήτησε πολιτική μεταβολή στην περιοχή από τη Γαλλία, την οποία εν τέλει κατάφερε να ωθήσει προς την υποστήριξη της ιταλικής ενοποίησης. Η Ελλάδα, λοιπόν, οφείλει να παρακολουθεί τη Δύση και όχι να αντιτάσσεται σε αυτή, καθώς η Δύση επιζητεί τον εκπολιτισμό της Ανατολής μέσω της «κηδεμονίας» της. Η Ελλάδα πρέπει να πείσει ότι είναι ικανή να «συγκηδεμονεύσει» την Ανατολή, έχοντας μάλιστα τόσους χριστιανικούς πληθυσμούς που ζουν μέσα σε αυτή. Αν δε η Τουρκία είναι ανεπίδεκτη πολιτισμού «τόσω δε καλλίτερον». «Συντασσόμενοι μετά της δύσεως εν ειλικρινεία, θέλομεν αναγκάσειν αυτήν την ίδιαν να εκφωνήσει “απελπίσθην”».[18]

Το όραμα του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη μπορεί να ιδωθεί ως μία εναλλακτική Μεγάλη Ιδέα πολιτισμικής διείσδυσης στην Ανατολή, προσαρμοσμένη στην μετά-κριμαϊκή πραγματικότητα του δόγματος των μεγάλων δυνάμεων περί της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων της τελευταίας (Τανζιμάτ) και της πανσλαβιστικής διάθεσης της Ρωσίας που είχε αρχίσει να διαφαίνεται. Τα δεδομένα αυτά καθιστούσαν την πρόταση εξωτερικής πολιτικής του Δεληγεώργη αρκετά επίκαιρη και ρεαλιστική, διότι η υποκίνηση ανταγωνιστικών προς την Ελλάδα βαλκανικών εθνικισμών από την πλευρά της Ρωσίας θα στρεφόταν αναγκαστικά κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την ακεραιότητα της οποίας εγγυώντο οι Δυτικές δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτό, μία πολιτική ειρήνης έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (στην οποία ζούσε το μεγαλύτερο ποσοστό των ελληνικών πληθυσμών) θα αποτελούσε ανάχωμα στην ανάδυση ανταγωνιστικών προς την Ελλάδα βαλκανικών εθνικισμών και  θα καθιστούσε το ελληνικό βασίλειο πυλώνα σταθερότητας και αξιόπιστο σύμμαχο της Δυτικής πολιτικής του περιορισμού των βλέψεων της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, οι εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Χάτι Χουμαγιούν που εγγυούταν την ισότητα για όλους τους υπηκόους της, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη του εκεί ελληνικού στοιχείου. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Δεληγεώργη, το 1854 έλαβε χαρακτήρα αντιδυτικό, όμως για να είναι ανατολική δύναμη δεν έχει ανάγκη να φαίνεται αντιδυτική, χωρίς μάλιστα καμία αφορμή.[19] Ο Μεσολογγίτης πολιτικός θεωρεί επίσης ότι η Αγγλία έσωσε την επανάσταση του 1862[20] και ότι αυτή θα είναι το στήριγμα της Ελλάδος, εφόσον η χώρα κινηθεί προς μία κατεύθυνση θεσμικού εκσυγχρονισμού και φιλελευθεροποίησης. Πιστεύει ότι η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει την εύνοια της Δύσης, να αναθερμάνει τον φιλελληνισμό της, «να δημιουργήσει πάλι Σατωβριάνδους».[21]

Συνοψίζοντας, η θέση του Δεληγεώργη για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος στις αρχές της δεκαετίας του 1860 συνδυάζει: την ανάκτηση των συμμαχιών με τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης (τη Γαλλία και την Αγγλία), τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και τη χρηστή εσωτερική οργάνωση, ώστε η Ελλάδα να κερδίσει την υποστήριξη και την εμπιστοσύνη των Δυνάμεων ως δυνάμει πυλώνας του «εκπολιτισμού» της Ανατολής. Το πλάνο αυτό, σύμφωνα με τα γεωπολιτικά δεδομένα της εποχής, δεν συμφωνούσε με μία πολεμική και στρατιωτική αλλά με μία πολιτική και πολιτισμική διείσδυση του ελληνισμού στο χώρο της Ανατολής, που θα διαμόρφωνε τις προϋποθέσεις της μελλοντικής κυριαρχίας του. Η παραπάνω στόχευση απαιτούσε, κατά τον Δεληγεώργη, τη δυνατότητα παρέμβασης του ελληνικού κράτους στα ζητήματα που αφορούσαν στη διοίκηση των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη των εκεί ελληνικών πληθυσμών με τη στήριξη του ελληνικού κράτους και την «ηθική επενέργεια» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η οδός για την τελική λύση του Ανατολικού Ζητήματος είναι για τον Δεληγεώργη η διπλωματική, που συνοψίζεται στην ταύτιση των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολή με τα συμφέροντα των δυτικών δυνάμεων. Η εσωτερική διοικητική, οικονομική και θεσμική οργάνωση του κράτους, όμως, παρουσιάζονται ως κομβικοί παράγοντες για την ευόδωση των προσδοκώμενων συμμαχιών και στόχων.

Οικονομία

Όπως ειπώθηκε στην αρχή της εργασίας, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης στα «πολιτικά ημερολόγια» εστιάζει -ως πολιτικός- περισσότερο στην πολιτική πλευρά των διακυβευμάτων της εποχής και των αιτημάτων ενός θεσμικού μετασχηματισμού. Ωστόσο, τα οικονομικά ζητήματα και η θέση του ίδιου για αυτά μπορούν να αναγνωσθούν πίσω από τις γραμμές της κριτικής του. Άλλωστε το ζήτημα της εσωτερικής χρηστής οργάνωσης, το οποίο ο ίδιος θέτει σε προτεραιότητα, δεν μπορεί παρά να περνά μέσα από την οικονομία.

Από τα πρώτα ζητήματα που θίγει ο Μεσολογγίτης πολιτικός, είναι ο νόμος περί πληρωμής ενός παλαιού χρέους εκ του δευτέρου δανείου της επανάστασης (1825) με διπλό τόκο, τον οποίο η βουλή καταψήφισε. Μάλιστα, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η βουλή δεν ήταν δυνατό να μην καταψηφίσει νομοσχέδιο που αναγνώριζε το παλαιό χρέος της επαναστατημένης όλης Ελλάδας, «εις βάρος της μικράς γωνίας που μετεβλήθη σε βασίλειο».[22] Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο που έφερε προς ψήφιση ο Υπουργός Οικονομικών Αλέξανδρος Κουμουνδούρος θα έφερνε, κατά τον Δεληγεώργη, την Ελλάδα σε κατάσταση χρεωκοπίας. Αναφέρει ότι η Ελλάδα έχει πληρώσει: α) το δάνειο των 60 εκ. του 1832, β) το «βαυαρικόν» και γ) των ξένων δυνάμεων. Αν δεν έχει πληρώσει ακόμα το της επανάστασης αιτία είναι «ο χωρισμός των Ελλήνων από της Ελλάδος», αναφέρει χαρακτηριστικά.[23]

Ωστόσο, η δημοσιονομική πραγματικότητα του ελληνικού κράτους δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή. Ήδη από το 1852 το ελληνικό βασίλειο είχε δηλώσει την αδυναμία καταβολής των τόκων του εξωτερικού χρέους που κάθε χρόνο αυξάνονταν.[24] Το 1854 με την υποκίνηση των εξεγέρσεων στη Θεσσαλία και τη φιλορωσική στάση της οθωνικής διακυβέρνησης, οι αγγλογάλλοι κατέλαβαν τον Πειραιά και τον κράτησαν υπό την κατοχή τους για τρία ολόκληρα χρόνια, έως τις 3 Μαρτίου 1857. Για να δικαιολογήσουν μάλιστα την κατοχή επικαλέστηκαν το δικαίωμα από τη σύμβαση του δανείου του 1832.[25] Στη συνέχεια, το 1857, συστάθηκε η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου της ελληνικής οικονομίας, με βασικό σκοπό να συντάξει μία έκθεση για τις τοκοχρεολυτικές δόσεις που θα κατέβαλαν στο εξής οι ελληνικές κυβερνήσεις. Τελικά, η συμφωνία που υπεγράφη το 1960 υποχρέωνε την Ελλάδα να καταβάλει 900.000 φράγκα τον χρόνο προς εξυπηρέτηση των τοκοχρεολυσίων, ποσό σχετικά μικρό που αντιστοιχούσε στο 4%  περίπου των ετησίων δημοσίων εσόδων.[26]

Ο Δεληγεώργης σημειώνει ότι η παραπάνω απαίτηση αποτελεί απόδειξη της δυσμένειας  των Δυνάμεων προς την Ελλάδα, ότι οι Δυνάμεις φέρονται «ως ο άσπλαχνος πατήρ προς το τέκνον του»  και ότι μόλις είδαν την Ελλάδα να εξισορροπεί τα έσοδα με τα έξοδα αμέσως έσπευσαν να της αφαιρέσουν το όποιο μικρό περίσσευμα.[27]Ακόμη, ο Δεληγεώργης  αναφέρει ότι η κυβέρνηση, θέλοντας να άρει την κατοχή το 1857, προκάλεσε την απαίτηση του δανείου και ότι η ίδια θεωρεί λανθασμένα το δάνειο ως την αιτία που επεμβαίνουν οι Δυνάμεις. Σημειώνει χαρακτηριστικά, ότι, ακόμα και αν εξοφληθεί όλο το χρέος, οι επεμβάσεις τους δεν θα λείψουν, διότι οι σκοποί μας και η θέση μας στην Ανατολή τους ενδιαφέρουν, ότι το δάνειο δεν θα εξοφληθεί ποτέ λόγω του μεγέθους του, ότι η επεμβάσεις των Δυνάμεων δεν ήταν ποτέ επιβλαβείς και ότι αν αυτές λείψουν τότε θα επέμβει τέταρτη δύναμη, η Αυστρία.[28] Με λίγα λόγια, ο Δεληγεώργης δεν φαίνεται να δίνει ιδιαίτερο βάρος στην αποπληρωμή των εξωτερικών χρεών και τη συνακόλουθη πίστητου ελληνικού κράτους, καθώς θεωρεί ότι οι ίδιες οι Μεγάλες Δυνάμεις επεδίωξαν την δημιουργία του χρέους, προκειμένου να έχουν το δικαίωμα παρεμβάσεων, των οποίων τα αποτελέσματα δεν θεωρεί αρνητικά για τη χώρα. Για εκείνον το κράτος δεν πρέπει να θυσιάζεται στον βωμό της εξυπηρέτησης των χρεών, όταν η αποπληρωμή τους μάλιστα θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της οικονομίας και  τις βασικές εσωτερικές ανάγκες.

Όσον αφορά στα εσωτερικά ζητήματα της οικονομίας, ο Δεληγεώργης θέτει στο επίκεντρο της κριτικής του τις άσκοπες σπατάλες του κράτους και κυρίως ζητήματα διοικητικής οργάνωσης και αξιοκρατίας, τα οποία είναι άμεσα συνυφασμένα με την οικονομία. Στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 1860, σημειώνει ότι αυτός αυξάνει τα έξοδα και μειώνει τα έσοδα, ενώ αναπτύσσει διεξοδικά το ζήτημα της οργάνωσης της υπαλληλίας και των κρατικών υπηρεσιών. Η Ελλάδα, για τον Δεληγεώργη, ως μικρό κράτος, δεν χρειάζεται τόσα δικαστήρια, τόσους διοικητικούς υπαλλήλους, στρατηγούς κ.ο.κ., όσους έχει η Γαλλία· αλλά στα λίγα δικαστήρια πρέπει να υπάρχουν αντάξιοι των εκεί δικαστών και οι λιγότεροι διοικητικοί υπάλληλοι ή στρατηγοί να έχουν ποιότητα αντίστοιχη των Γάλλων.[29] Ο Δεληγεώργης θεωρεί κομβικής σημασίας το ζήτημα της κατάρτισης της υπαλληλίας. Γι’ αυτό προτείνει τη δημιουργία σχολής επιφορτισμένης με το έργο της μόρφωσής και της εξειδίκευσης των υπαλλήλων.[30] Επίσης, με αυτό το σκεπτικό τάσσεται κατά της εισαγωγής των διδάκτρων στο πανεπιστήμιο, αφού πέραν από το ότι το μέτρο αυτό κατά τον Δεληγεώργη αντιβαίνει στο σύνταγμα, το πανεπιστήμιο είναι χρήσιμο για την κατάρτιση των υπαλλήλων του κράτους και επομένως η εισαγωγή σε αυτό δεν μπορεί να είναι προνόμιο μόνο των ευπόρων στρωμάτων. Επιπλέον, θεωρεί απαραίτητη τη θέσπιση καθορισμένων προσόντων για τους υπαλλήλους. Η μη ύπαρξη αυτών αντιβαίνει στην αρχή ότι οι άρχοντες πρέπει να είναι ανώτεροι από τους αρχόμενους. Το παρόν σύστημα στηρίζεται σε μία πελατειακή λογική που  «αποθαρρύνει, απελπίζει την μετά της επιστήμης συμβαδίζουσαν τιμιότητα και καλήν ανατροφήν, υποβάλλων τις αυτήν εις το δίλημμα ή να παραιτηθή της τιμής ή ν’ αποκτήση πόρον ζωής» και εισάγει αντί για λειτουργούς του κράτους, λειτουργούς των ιδίων συμφερόντων.[31]

Τέλος, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης θέτει το ζήτημα των εθνικών γαιών. Θεωρεί «νεκρό κεφάλαιο» την εθνική γη που δεν καλλιεργείται από το δημόσιο και δεν είναι προσιτή ούτε στους ιδιώτες. Στην πρώτη καταγεγραμμένη μελέτη πολιτειογραφικών πληροφοριών, αυτή του Μανσόλα το 1967, επιβεβαιώνεται αυτό το «νεκρό κεφάλαιο». Διαπιστώνεται ότι το 1/7 μόνο της γης του βασιλείου καλλιεργείται, ενώ από τα υπόλοιπα εδάφη τα μισά είναι δεκτικά καλλιεργειών.[32] Ο Δεληγεώργης θεωρεί την διανομή των εθνικών γαιών απαραίτητη και ότι αυτή θα πρέπει να την αναλάβουν οι δήμοι. Πιστεύει ότι ο δήμος μπορεί να είναι επιμελής ιδιοκτήτης σε αντίθεση με το κεντρικό κράτος. Αυτό διότι πρώτον οι ιδιοκτησίες είναι διεσπαρμένες και έχουν μεγάλη έκταση και δεύτερον διότι τα εισοδήματα του δημοσίου δαπανώνται σε γενικότερους σκοπούς και έτσι εκλείπει το άμεσο συμφέρον που είναι η μόνη εγγύηση της καλής διάθεσης και διαχείρισης.[33]


[1] «Το 1849 ήρχισα τας εξετάσεις μου και επέτυχον άριστα. Προ εμού τρεις μόνο διδάκτορας της νομικής είχεν αναδείξει το πανεπιστήμιον», βλ. Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί : Μέρος 1ον 1859-1862 (Αθήνα: Σ. Κ. Βλαστός, 1896), 8.

[2] Ανδρέας Αντωνόπουλος, Επαμεινώνδας Δ. Δεληγεώργης. Πολιτική Βιογραφία, Βιογραφίες Πολιτικών (Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2012), 22–23.

[3] Έλληνας πλοιοκτήτης και πολιτικός που διετέλεσε και πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων κατά την περίοδο 1850-51.

[4] Αντωνόπουλος, Επαμεινώνδας Δ. Δεληγεώργης. Πολιτική Βιογραφία, 25.

[5] Στο ίδιο, 14.

[6] [1] Εκδήλωση αρχικά άσχετη με το πρόσωπο του βασιλιά που εντάθηκε και έλαβε αντικαθεστωτικό χαρακτήρα. Βλ. Οδυσσεύς Δημητρακόπουλος, “Τα «Σκιαδικά»,” στην Ιστορία Του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΓ (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1961), 187.

[7] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 11.

[8] Δημητρακόπουλος, “Η έξαρση του αντιδυναστικού αγώνα,” στην Ιστορία Του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΓ,188.

[9] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 32.

[10] Στο ίδιο, 79–80.

[11] Στο ίδιο, 231–35.

[12] Αντωνόπουλος, Επαμεινώνδας Δ. Δεληγεώργης. Πολιτική Βιογραφία, 43.

[13] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 143–53.

[14] Αντωνόπουλος, Επαμεινώνδας Δ. Δεληγεώργης. Πολιτική Βιογραφία, 98–99.

[15] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 30.

[16] Αντωνόπουλος, Επαμεινώνδας Δ. Δεληγεώργης. Πολιτική Βιογραφία, 31.

[17] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 110.

[18] Στο ίδιο, 150–54.

[19] Στο ίδιο, 164.

[20] Στο ίδιο, 163.

[21] Στο ίδιο, 204.

[22] Στο ίδιο, 21–22.

[23] Στο ίδιο, 42.

[24] Edmond About, Η Ελλάδα Του Όθωνα (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2018), 309–309.

[25] Γεώργιος Δερτιλής, Ιστορία Του Ελληνικού Κράτους 1830-1920, 8η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014), 368.

[26]Στο ίδιο, 370–71.

[27] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 86–89.

[28] Στο ίδιο, 92–93.

[29] Στο ίδιο, 96–97.

[30] Στο ίδιο, 99.

[31] Στο ίδιο, 100.

[32] Αλέξανδρος Μανσόλας, Πολιτειογραφικαί Πληροφορίαι Περί Ελλάδος, Εθνικό Τυπογραφείο (Αθήνα, 1867), 51.

[33] Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια, Πολιτικαί Σημειώσεις, Πολιτικαί Επιστολαί, 103–4.

* Ο Μιχάλης Ρέττος είναι απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και εξειδικεύεται στο ΠΜΣ «Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας» του ΕΚΠΑ.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.