Ο Νικόδημος Μεταξάς και η ιστορία του πρώτου τυπογραφείου στον ελληνικό χώρο

Του Μιχάλη Ρέττου*

O Νικόδημος Β΄ Μεταξάς (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε το 1585 στις Κεραμιές της Κεφαλονιάς. Ήταν απόγονος επιφανούς οικογένειας της Κωνσταντινούπολης που μετανάστευσε μετά την Άλωση του 1453. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα από τον θείο του και πρώην επίσκοπο Κεφαλληνίας-Ζακύνθου Νικόδημο Α΄ Μεταξά. Πριν το 1919 χειροτονήθηκε μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Νικόδημος.[1] Σπούδασε δύο χρόνια στην Αθήνα υπό την επίβλεψη του Θεόφιλου Κορυδαλέα, κατά το διάστημα που ο τελευταίος δίδασκε εκεί (1614-1610). Στη συνέχεια, μετά το 1620, έφυγε για το Λονδίνο, όπου διέμενε ο αδερφός του Ιάκωβος, πλούσιος έμπορος που σχετιζόταν με την Συντροφιά της Ανατολής.[2] Στο Λονδίνο, ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με εκδότες και, χάρη στην οικονομική βοήθεια του αδερφού του, μπόρεσε να εξασφαλίσει ένα μικρό τυπογραφείο με σκοπό την έκδοση θρησκευτικο-διδακτικού περιεχομένου κειμένων που θα εφοδίαζαν την ορθόδοξη εκκλησία, δεδομένου ότι η τελευταία δεν είχε τη δυνατότητα να τυπώνει από μόνη της τα εκκλησιαστικά-θεολογικά έργα της παράδοσής της.[3]

Η επαφή του Μεταξά με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Α΄ έγινε μέσω του Μητροφάνη Κριτόπουλου[4], μελλοντικού πατριάρχη Αλεξανδρείας, τον οποίον ο Λούκαρις είχε στείλει για σπουδές στην Αγγλία. Έτσι, ο Μεταξάς κατέστη σύμμαχος της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του Λούκαρι και του εκσυγχρονισμού των μέσων που ο τελευταίος επιχείρησε για την ενίσχυση της ορθόδοξης πίστης και την καταπολέμηση της προπαγάνδας της Ρώμης. Στην Αγγλία ο Μεταξάς εξέδωσε, το 1625, δύο έργα του Θεόφιλου Κορυδαλέα και, επίσης, στα 1624, άλλες δύο πραγματείες αντιρωμαϊκής πολεμικής: η πρώτη περιλάμβανε τους Λόγους αποδεικτικούς του Γρηγορίου Παλαμά, το Σύνταγμα του Γεωργίου Σχολαρίου (πρώτου πατριάρχη μετά την Άλωση), και έναν Διάλογο ανάμεσα σε έναν ορθόδοξο και Λατίνο του Μαξίμου Μαργουνίου· η δεύτερη περιείχε διάφορα κείμενα μεταξύ των οποίων δέσποζε το Περί της αρχής του Πάπα του Μελετίου Πηγά και η Έκθεσις κατά των αμαθώς λεγόντων του Γαβριήλ Σεβήρου.[5] Ωστόσο, ως πρωτεργάτης αυτών των, αντικαθολικής πολεμικής, εκδόσεων προέβαλε ο ίδιος ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αφού, μετά την εγκατάσταση του τυπογραφείου στην οθωμανική πρωτεύουσα, ο ίδιος προμήθευε το έντυπο υλικό ως ηγέτης του αντιρωμαϊκού αγώνα.[6]

Ο Μεταξάς κλήθηκε από τον Λούκαρι στην Κωνσταντινούπολη για να συμβάλει, μέσω του τυπογραφείου και των εκδόσεων, στην προσπάθεια απώθησης του καθολικισμού. Εκεί έφτασε το καλοκαίρι του 1827, σε μία στιγμή που οι πολιτικές και διπλωματικές εντάσεις ανάμεσα στους πληρεξουσίους των ευρωπαϊκών δυνάμεων βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους και γύρω από το πρόσωπο του πατριάρχη είχαν αναπτυχθεί δύο αντιμαχόμενες μερίδες έτοιμες να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο για να κερδίσουν την εύνοια των Οθωμανών και να επιβληθούν.[7] Στο μόλις εγκατεστημένο στην οθωμανική πρωτεύουσα, από τον Μεταξά, τυπογραφείο, εκδόθηκαν, στο όνομα του πατριάρχη, οι Ομιλίες του Μαργουνίου στον ίδιο τόμο με την Σύντομο πραγματεία κατά Ιουδαίων. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο Letterio Augliera, η ημερομηνία της δεύτερης πραγματείας είναι πριν από την άφιξη του Νικόδημου Μεταξά στην Κωνσταντινούπολη. Βάσει αυτού του δεδομένου εξάγεται η υπόθεση ότι υπήρξε κάποιος ενδιάμεσος σταθμός στη διαδρομή του Μεταξά, μεταξύ Λονδίνου και Κωνσταντινούπολης, στον οποίον πραγματοποιήθηκε η έκδοση αυτή. Όπως προκύπτει από τα βενετικά έγγραφα, ο ενδιάμεσος αυτός σταθμός μάλλον ήταν η Κεφαλονιά. Επομένως, υπάρχει βάσιμη υπόθεση ότι η πρώτη έντυπη έκδοση στον ελληνικό χώρο διεξήχθη στο εν λόγω νησί του Ιονίου.[8]

Το τυπογραφείο του Μεταξά εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Thomas Roe, με την έγκριση μάλιστα του μεγάλου βεζίρη Halil.[9] Ωστόσο, ο Γάλλος πρεσβευτής Cesy και οι καθολικοί κύκλοι της Κωνσταντινούπολης αντέδρασαν με σφοδρότητα, καθώς φοβήθηκαν ότι το τυπογραφείο θα αποτελούσε μέσο αποτελεσματικότερης διάδοσης των καλβινιστικών ιδεών από τον Λούκαρι και θα ζημίωνε το ενωτικό έργο των καθολικών μοναχών.[10] Ο Cesy και οι ιησουίτες άρχισαν να μηχανεύονται τρόπους για το κλείσιμο του τυπογραφείου και την διακοπή της εκδοτικής δραστηριότητας του πατριάρχη. Έτσι, ανακάλυψαν ένα χωρίο στην πραγματεία του Λούκαρι Κατά Ιουδαίων που δήθεν περιείχε βλασφημίες κατά του προφήτη Μωάμεθ και το εξέθεσαν στον καϊμακάμη Regeb.[11] Ο τελευταίος πίστεψε τις κατηγορίες και έστειλε 150 γενιτσάρους, στις 16 Ιανουαρίου 1628, στο σπίτι του Roe, οι οποίοι κατέσχεσαν όλον τον τυπογραφικό εξοπλισμό. Ωστόσο, μετά από διαμαρτυρίες του Roe, τις διαβεβαιώσεις του Βάιλου και την εξέταση του επίμαχου χωρίου, ο Regeb επείσθη για την αθωότητα του πατριάρχη. Διέταξε να συλληφθούν οι Ιησουίτες και ο απεσταλμένος του συμβουλίου προπαγάνδας Κανάκης Ρώσης και να κλείσει ο Αγ. Βενέδικτος. Στους ανωτέρω επεβλήθη θανατική καταδίκη που μετετράπη σε (προσωρινή) απέλαση. Παρόλα αυτά, μετά από απειλές του Cesy και δωροδοκίες, οι ποινές ήρθησαν και οι ιησουίτες κέρδισαν την παραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη.[12]

Ο Λούκαρις, παρά την προσωπική του νίκη και τη μη απαγόρευση της κυκλοφορίας των θρησκευτικών κειμένων του, αποφάσισε να μην επαναλειτουργήσει το τυπογραφείο. Θεώρησε ότι το περιβάλλον των θρησκευτικών και πολιτικών ανταγωνισμών στην οθωμανική πρωτεύουσα δεν ήταν ασφαλές για την συνέχεια της εκδοτικής προσπάθειας. Επιπλέον, ο Roe έφευγε για την Αγγλία και ο πατριάρχης έχανε τον πιο σημαντικό προστάτη του, ενώ παράλληλα ο βάιλος και η Βενετία δεν ενέκριναν τη διάδοση αντικαθολικών βιβλίων. Για τις φθορές και τις ταλαιπωρίες που υπέστη και τους κινδύνους που αντιμετώπισε, ο Μεταξάς ανταμείφθηκε από τον πατριάρχη, ο οποίος του παραχώρησε, αρχικά, την αρχιεπισκοπή Νεαπόλεως. Στη συνέχεια, όμως, μετά από πιέσεις του Μεταξά, του παραχωρήθηκε η επισκοπή Κεφαλονιάς – Ζακύνθου, η οποία αναβιβάστηκε σε αρχιεπισκοπή και υπαγόταν πλέον απευθείας στο οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Στην Κεφαλονιά μετέφερε και τον εξοπλισμό του τυπογραφείου, όταν έφτασε το 1628 για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως αρχιεπίσκοπος.


[1] Augliera, ό.π., 22.

[2] Στο ίδιο, 24.

[3] Στο ίδιο, 24.

[4] Βλ. Βακαλόπουλος, ό.π, 466-471.

[5] Βλ. Augliera, ό.π., 48-55.

[6] Στο ίδιο, 52.

[7] Στο ίδιο, 56.

[8] Βλ. στο ίδιο 72-75.

[9] Hering, ό.π., 198.

[10] Στο ίδιο, 199.

[11] Βλ. στο ίδιο, 202.

[12] Βλ. στο ίδιο, 205-10

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.