Ο Οψαρολόγος: Συνωμοσίες στο βασίλειο των ψαριών

Γράφει η Ολυμπία Βρακοπούλου

Σύντομο πεζό κείμενο με ευτράπελο περιεχόμενο, γραμμένο γύρω στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα. Περιγράφεται μια δίκη ψαριών και παρωδείται η δικαστική διαδικασία, καθώς και η λόγια γλώσσα της βυζαντινής αυλής με τις στερεότυπες εκφράσεις της. Αν και σώθηκε σε ένα μόνο χειρόγραφο, οι μεταφράσεις του σε άλλες γλώσσες δείχνουν πως υπήρξε ένα ιδιαίτερα αγαπητό κείμενο.

 Karl Krumbacher (επιμ.), Das griechische Fischbuch, K. B. Academie der Wissenschaften, Μόναχο 1903.


Ο Οψαρολόγος είναι ένα πεζό κείμενο με ευτράπελο περιεχόμενο, γραμμένο στα τέλη του 14ου ή τις αρχές του 15ου αιώνα (Δανιήλ 2007, 1645). Πρόκειται για σύνθεση η οποία είναι μεταγενέστερη του Πωρικολόγου, ενός έργου του 13ου-14ου αιώνα, το οποίο παρωδεί το τυπικό των δικαστικών πρακτικών της βυζαντινής αυλής και γενικά θεωρείται ότι στην προκειμένη περίπτωση λειτούργησε ως «πρότυπο» (Κεχαγιόγλου 1999, 19). Τα κείμενα αυτά εντάσσονται στην κατηγορία των ευτράπελων και σατιρικών διηγήσεων που αντλούν τα θέματά τους από το ζωικό ή το φυτικό βασίλειο. Ο τίτλος σημαίνει «Ο ειδικός στα ψάρια» ή «Διήγηση σχετική με ψάρια» και βρίσκεται σε αναλογία με τίτλους έργων αγαπητών στον κόσμο της εποχής, όπως ο Φυσιολόγος, ο Πωρικολόγος και ο Πουλολόγος (Krumbacher 1903, 147).

Η υπόθεσή του σκιαγραφείται ως εξής: στην αυλή του βασιλιά Κήτους εμφανίζονται η Συναγρίδα και η Λαβρακότουρνα, οι οποίες κατηγορούν τον Τζήρο ότι λαμβάνει μέρος σε συνωμοσίες εναντίον της βασιλείας. Ο βασιλιάς αρχικά δεν θέλει να πιστέψει τις κατηγορίες, αλλά από την κατάθεση του μαυροντυμένου Ομύδιου προκύπτει ότι αυτές είναι αληθείς. Τότε ο βασιλιάς ζητά από μια επιτροπή αξιωματούχων να αποφανθεί – δυστυχώς για τον Τζήρο το πόρισμα είναι αρνητικό και τιμωρείται με το κόψιμο της γενειάδας του. Ο βασιλιάς Κήτος με οργή τον καταριέται να μην γλιτώσει από κανένα κακό και τα μέλη της αυλής τού εύχονται υγεία και μακροημέρευση.

Η μίμηση του Πωρικολόγου,η οποία παρατηρείται ακόμα και στις ηχητικές αντιστοιχίες των ονομάτων των προσώπων-ρόλων, κρίνεται μάλλον ανεπιτυχής, καθώς πέρα από τη γενικότερη συρρίκνωση της αφήγησης λείπει και το στοιχείο της τελικής ανατροπής στην έκβαση της δίκης, γεγονός που «πιθανόν να ήταν και ένας από τους λόγους που έκανε τον Οψαρολόγο να μείνει λιγότερο αγαπητός» (Κεχαγιόγλου 1999, 19). Όπως και να είναι, στο κείμενο είναι σαφές το σατιρικό στοιχείο και η διάθεση διακωμώδησης των τυπικών της βυζαντινής αυλής, κάτι που επιτυγχάνεται με την απαρίθμηση πολλών από τους πομπώδεις τίτλους των αξιωματούχων. Η βυζαντινή γραφειοκρατία και τα δύσκαμπτα τελετουργικά της αυλής, με τα ποικίλα αξιώματα χωρίς αντίκρισμα, είναι παροιμιώδη. Το κείμενο αντιμετωπίζει κριτικά και δηκτικά τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα, αποστασιοποιημένο από το γίγνεσθαι της αυτοκρατορικής αυλής, υιοθετώντας εντέλει μια περισσότερο λαϊκή οπτική (Κεχαγιόγλου 2003, 45).

Στο έργο, βέβαια, εντοπίζονται και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως τα ψάρια που επιλέγονται ως πρωταγωνιστές, κάτι που πιθανό να φανερώνει και τη σημασία και την αξία που είχαν για τη διατροφή και την καθημερινή διαβίωση των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης και της ευρύτερης περιοχής της Προποντίδας ή της Μαύρης Θάλασσας ή και του Βόρειου Αιγαίου, από όπου εικάζεται ότι προέρχεται ο συγγραφέας του εν λόγω κειμένου (Δανιήλ 2007, 1645· Κεχαγιόγλου 1999, 19). Επιπλέον, παρέχονται ενδείξεις σχετικά με την αίσθηση του χιούμορ των ανθρώπων της εποχής και την καλόγουστη σάτιρα με την οποία εκφράζουν το κοινό αίσθημα.

Αν και ο Οψαρολόγος δεν είχε τυπωθεί πριν το 1903, οπότε και έκανε τη φιλολογική του έκδοση ο K. Krumbacher, οι μεταφράσεις του σε αρκετές ξένες γλώσσες φανερώνουν πως επρόκειτο για κείμενο ιδιαίτερα αγαπητό στον ορθόδοξο κόσμο, ο οποίος μάλιστα, στην περίπτωση των σλαβόφωνων πληθυσμών που κατοικούσαν στα βόρεια και ανατολικά σύνορα του βυζαντινού κράτους, φαίνεται ότι βρήκε στο περιεχόμενό του ένα κατάλληλο όχημα έκφρασης με μια σταθερή ζωτικότητα ώς τις αρχές του 20ού αιώνα (Κεχαγιόγλου 1999, 19). Διασώζεται σε ένα χειρόγραφο, τον κώδικα Ψ IV 22 της μονής Escorial στην Ισπανία, και, εκτός από την έκδοση του Krumbacher, στην οποία στηρίζεται η ανθολόγηση των ακόλουθων αποσπασμάτων, υπάρχει και εκείνη σε επιμέλεια της H. Winterwerb (1992), που εκδίδει κριτικά στο ίδιο βιβλίο και όλες τις παραλλαγές του Πωρικολόγου. Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι και δύο αυτές εκδόσεις αποτέλεσαν τη βάση της δημοσίευσης ολόκληρου του κειμένου στον πρώτο τόμο της Πεζογραφικής ανθολογίας του καθηγητή Γιώργου Κεχαγιόγλου (2003). Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η χρήση του μονοτονικού συστήματος και η εκσυγχρονισμένη ορθογραφία σύμφωνα με τις εκδοτικές προδιαγραφές του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) για τα παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.