Ο πατριωτισμός στο Λαϊκό μας τραγούδι

Γράφει ο Σταύρος Γ. Καρκαλέτσης, από το Περιοδικό Ελλοπία, τ. 41, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1998, σελ. 53-57

«Ο λαός, με το αλάθητο κριτήριο του, επανήλθε στο τραγούδι που τον εκφράζει… στην αποκατάσταση τον γνήσιου λαϊκού τραγουδιού… Δεν μπορείς συνέχεια να ξεγελάς το λαό. Και τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι και αυτό το θεωρούσα χρέος. Έγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, την εργατιά, τον πόνο, την αδικία, τη λευτεριά».

Βασίλης Τσιτσάνης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το εύρος και το βάθος αυτού που σήμερα ορίζεται ως λαϊκό τραγούδι, ήταν και είναι εξαιρετικά ευμετάβλητο. Ακόμη και ως προς τον ορισμό του, κάτι που φαίνεται εκ πρώτης όψεως μάλλον απλό, έχουν λάβει χώρα μεταξύ των δημιουργών, των μελετητών και των κριτικών του χώρου παρερμηνείες, διαμάχες και αλληλοναιρούμενες θεωρίες. Οι συγκρούσεις αυτές, δε θα πρέπει να εκληφθούν ως κάτι αφύσικο, λαμβανομένων υπόψη των ετερογενών και ποικιλότροπων μουσικών στοιχείων (δυτικών, βυζαντινών, ανατολίτικων, η δημοτική παράδοση και το τραγούδι της υπαίθρου που προϋπήρχε) που συγκεράστηκαν και τελικά συναπετέλεσαν το λαϊκό τραγούδι στις διάφορες φάσεις της εξέλιξης του.

Το λαϊκό τραγούδι στις πρώτες του μορφές (=ρεμπέτικο), γεννιέται και αναπτύσσεται μαζί με τα αστικά κέντρα του ελληνισμού, στα τέλη του περασμένου αιώνα, παρακολουθώντας το μετασχηματισμό μίας έως τότε καθαρά αγροτικής κοινωνίας. Οι επιδράσεις που σχετίζονται με την «ενηλικίωση» της αστικής τάξης, διαφαίνονται εντονότερα τη δεκαετία Τρικούπη (1885-1895) και θα σημαδέψουν, πλάι σ’ όλα τα άλλα, και τα μουσικά πράγματα του τόπου. Στα πρώτα του αυτά βήματα, το τραγούδι των λαϊκών στρωμάτων των πόλεων, θα ενσωματώσει τους ήχους των μικρασιατών προσφύγων και την πλούσια μουσική παράδοση που αυτοί μετέφεραν στην Παλαιά Ελλάδα με τον ξεριζωμό. Μέσω της Σύρας, της Μυτιλήνης, του Βόλου και των άλλων εργατικών κέντρων της εποχής. Έτσι, το λαϊκό μας τραγούδι, δεν είναι παρά ο καρπός του «παντρέματος» της παράδοσης με τις νέες συνθήκες και καταστάσεις της πόλης, όπου ο πρώην αγρότης μεταλλάσσεται σε μεσοαστό, εργάτη ή «μάγκα», άνθρωπο του περιθωρίου.

Στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου και για τις ανάγκες αυτού, θα προσδιοριστεί το λαϊκό μας τραγούδι διασταλτικά και με αφετηρία τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Περνώντας από την πλούσια ρεμπέτικη παραγωγή των χρόνων του Εμφυλίου, στο ανατολίτικων επιρροών λαϊκό της δεκαετίας του ’50, (που χαρακτηρίστηκε και ως η περίοδος της «ινδοκρατίας» στο τραγούδι), θα ολοκληρώσουμε τη σύντομη μουσική μας περιπλάνηση προσεγγίζοντας στα μετέπειτα μουσικά ύφη και καταλήγοντας στη δεκαετία του ’70, όπου εντείνονται οι προς το έντεχνο ροπές.

Ο όγκος της δισκογραφικής παραγωγής τόσων δεκαετιών, είναι αντιληπτό πως δεν μπορεί να αναλυθεί εντός ενός άρθρου. Κατ’ ανάγκην, θα γίνει μνεία σε μερικά έργα-ορόσημα, επιλεκτικά, και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ηχογραφήθηκαν έργα, τουλάχιστον εφάμιλλα. Από την προσφιλή θεματολογία του λαϊκού τραγουδιού, έρωτα, φτώχεια, φυλακή, μετανάστευση, πατρίδα, θα σταθούμε στην τελευταία. Επιχειρώντας να «μπούμε» στη λαϊκή ψυχή και να δούμε τον τρόπο τον τόσο ωραίο που αυτή, πότε αφελής, πότε επαναστατημένη, πότε προδομένη, αλλά πάντα αλάνθαστη και αγνή, εξωτερικεύει την αγάπη για τη φυλή και τους αγώνες της.

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Οι απόηχοι της κατοχής και η συμφορά του εμφυλίου, εμπνέουν τους συνθέτες στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40, όταν τα μουσικά βήματα εξακολουθούν να κινούνται σταθερά στους δρόμους του ρεμπέτικου. Οι τραγικές συνθήκες της εποχής, ξεπηδούν γλαφυρά μέσα από τον απλοϊκό λόγο του Μάρκου Βαμβακάρη:

«Κυνηγιόντουοαν, σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους. Κάνανε μάχες μες τις οδούς… παλεύανε αγρίως. Και γ ω έπρεπε να τά ‘χω καλά με όλους δηλαδή. Εγώ δεν εκδηλωνόμουνα με ποιανούς ήμουν. Ούτε για τους αντάρτες, ούτε για τους χίτες. Ήμουν γνήσιος Έλλην, αγαπούσα την πατρίδα μου και περίμενα πότε θά ‘ ρθει η ώρα να ξελευθερωθεί απ’ αυτό το άγχος».

Η αδιαφορία του Μάρκου για τα κόμματα αγγίζει συχνά την περιφρόνηση και χαρακτηριστικό γι’ αυτά είναι ένα παλιότερο τραγούδι του με τίτλο «οι πρωθυπουργοί». Αντίθετα, οι αγώνες του λαού στην κατοχή ενάντια στον κατακτητή, συγκινούν τον συνθέτη της «φραγκοσυριανής».

Τρέξε μανούλα όσο μπορείς / τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου / να μ’ απελευθερώσεις
γιατ’ είμαι μελλοθάνατος / και καταδικασμένος
δεκαεφτά χρονώ παιδί / στα σίδερα κλεισμένος

γράφει ο Μάρκος το 1943, αναφερόμενος στο στρατόπεδο που ίδρυσαν οι Γερμανοί στο Χαϊδάρι, το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Τη μέρα που αποχώρησαν τα κατοχικά στρατεύματα από την Αθήνα, ο ίδιος θα γράψει το εξής τετράστιχο:

Ημέρα Πέμπτη ήτανε / δώδεκα Οκτωβρίου
που σπάσανε την κεφαλή / του άγριου θερίου

Τον Ιούνιο του 1946, εμφανίζονται οι πρώτοι δίσκοι στην αγορά, μετά από 6 ολόκληρα χρόνια. Στοίχιζαν 10.000 δρχ. έκαστος, τιμή αρκετά τσουχτερή για την εποχή. Μέσα σε λίγες μέρες, ενεργοποιήθηκε η Επιτροπή Λογοκρισίας, που είχε πρωτοσυσταθεί επί Μεταξά (31 Αυγούστου 1936). Αφηγείται ο Βασίλης Τσιτσάνης:

«Τότε, με τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου, ήταν πολύ δύσκολο να γράψεις εκείνο που ήθελες. Υπήρχε η λογοκρισία, που δεν έδινε εύκολα άδεια να γραμμοφωνήσεις τραγούδι. Εννοώ εκείνα που είχαν κατά τη γνώμη τους ύποπτους στίχους και έβλεπαν κάποια πολιτική σκοπιμότητα. Τι να πρωτοθυμηθώ από εκείνα που πέρασα τότε; Που έρχονταν εκείνοι (δεν θέλω να τους ονομάσω κιόλας) και μου ‘λεγαν «δε θα τα τραγουδάς αυτά τα τραγούδια Τσιτσάνη». Το τραγικό είναι ότι υπήρχαν και απαγορεύσεις και απ’ την άλλη πλευρά… Με κατηγορούσαν για παθητική αντίσταση και ότι τα τραγούδια μου δημιουργούν κατάθλιψη στους μαχητές, στα μέλη του (κομουνιστικού) κόμματος και στο λαό!»

Το 1948 γράφεται ένα χασάπικο από τον Οδυσσέα Μοσχονό (ή Σαμιώτη) που αναφέρεται (όπως και πολλά άλλα) στον εμφύλιο σπαραγμό:

Γέμισε ατσάλι ο ουρανός / κι η γη αγκομαχάει
και αδερφός τον αδερφό / μας βάλαν και χτυπάει

Την ίδια χρονιά, φωνογραφείται ένα ζεϊμπέκικο που θ’ αφήσει εποχή, με δεκάδες μεταγενέστερες εκτελέσεις. 0 Πρόδρομος Τσαουσόκης και η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδούν τη «συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη. Και να η ιστορία του τραγουδιού, από τον ίδιο τον συνθέτη:

«Κατά την περίοδο της κατοχής, στη Θεσσαλονίκη, εμπνεύσθηκα και τη «συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «συννεφιά» της κατοχής, από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας, τότε που όλα τα’ σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, αλλά, συγχρόνως, και για την υπερηφάνεια του λαού μας, που δεν σηκώνει χαλινάρι και σκλαβιά. Το τραγούδι αυτό, κλείνει μέσα του όλη την τραγική εκείνη περίοδο».

Πάντα το 1948, ο Τσιτσάνης γράφει ένα ζεϊμπέκικο που θα ερμηνεύσει ένα χρόνο μετά ο Πρόδρομος Τσαουσάκης:

Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα / ο’ ένα γλέντι φοβερό
για μια κόρη ξελογιάστρα / κι αν χαθεί που θα τη βρω

Ο συνθέτης εξηγεί:

«Είναι ένα από τα τραγούδια εκείνα, που έβαλα αλληγορικά λόγια, για να μπορέσει να περάσει από τη λογοκρισία. Εκεί που μιλάω για μια κόρη ξελογιάστρα, εννοώ την πατρίδα μας. Δεν είναι άλλη από την Ελλάδα αυτή η κόρη, που γι’ αυτήν γκρέμιζαν κάστρα στο φοβερό εκείνο χαλασμό του εμφυλίου… Δεν μπορούσα να μην βγάλω από μέσα μου εκείνο που μ’ έτρωγε, δηλαδή τον φόβο για τον ενδεχόμενο χαμό της».

Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950: ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΣΤΟ ΑΑΪΚΟ

Η δεκαετία των «συνεπειών». Της πίκρας. Της φτώχειας και της μετανάστευσης. Της άδολης πάντα αγάπης για την πατρίδα. Την πατρίδα που εξοστρακίζει τα παιδιά της στις «φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές», αλλά οι στίχοι των τραγουδιών επιμένουν να την θέλουν «γλυκιά» και «μάνα». Πέρα από την ανέχεια, που οδήγησε σε φαινόμενα, όπως αυτό της μαζικής μετανάστευσης, τα εθνικά θέματα, επίσης, εμπνέουν την καλλιτεχνική παραγωγή της εποχής. Η Δωδεκάνησος έχει, εδώ και λίγα χρόνια, ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό. Έτσι, η Κύπρος καθίσταται, περίπου νομοτελειακά, ο επόμενος αποδέκτης του δύσκολου δρόμου προς την εθνική ολοκλήρωση. Οι μαζικές εκδηλώσεις του ελληνικού λαού υπέρ της Ε0ΚΑ και της μαχόμενης Κύπρου, αποτυπώθηκαν και μουσικά. Συνθέτες και στιχουργοί (Κώστας Βίρβος, Απόστολος Καλδάρας και άλλοι) παρακολουθούν την ένταση των στιγμών, εκφράζοντας την αγανάκτηση τους για τις εκτελέσεις των νέων της Κύπρου καθώς και την αγωνία τους για το μέλλον.

Ενδεικτικό ζεϊμπέκικο των χρόνων εκείνων, και το παρακάτω, που τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης σε στίχους Κώστα Βίρβου:

Απ’ των Ελλήνων τις φωνές / βγαίνει κραυγή σαν λάβα
φωνάζουν για την Κύπρο μας / που την κρατάνε σκλάβα
η Κύπρος είναι ελληνική / κι όλη η Ελλάδα την πονά
θέλουν δεν θέλουν, γρήγορα / θα μας τη δώσουνε ξανά
Μα θα χτυπήσει γρήγορα / της λευτεριάς καμπάνα
και σύντομα θ’ ανταμωθούν / η κόρη με τη μάνα

Ένα άλλο ζεϊμπέκικο της εποχής, καταδεικνύει λιτά και λυρικά το ακατάλυτο και διαχρονικό της σχέσης κυπριακού ελληνισμού και μητρόπολης. Τραγουδά η Πόλυ Πάνου, πάλι σε στίχο του Κώστα Βίρβου:

Είμαστε αδέλφια / μιας μάνας γέννα
στις φλέβες τρέχει / το ίδιο αίμα
κι αν τώρα μόνοι / σαν ξένοι ζούμε
θα ‘ρθει μια μέρα / ν’ ανταμωθούμε

Η Γιώτα Λΰδια, άλλη μεγάλη λαϊκή φωνή, ερμηνεύει το «ως πότε θα ‘μαι σκλάβα», τραγούδι επίσης εμπνευσμένο από την πάλη των Ελληνοκυπρίων ενάντια στους άγγλους αποικιοκράτες:

Δεν είσαι συ η μάνα μου / είσαι η μητριά μου
στη μάνα μου θα πάω / κι ας μη μ’ αφήνετε
το αίμα, το αίμα / νερό δεν γίνεται

Η αλληγορία των στίχων του λαϊκού ποιητή είναι σαφέστατη και στο πνεύμα της εποχής, όταν όλη η Ελλάδα συγκλονιζόταν από αντιβρετανικές διαδηλώσεις. Μια σπουδαία φωνή που μεσουρανεί στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, είναι κι αυτή του Πρόδρομου Τσαουσάκη. Ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, εμφανιζόταν ως ο πλέον δυνατός ερμηνευτής τραγουδιών του Τσιτσάνη που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, κι ακόμα, πολλών κλασικών ρεμπέτικων άλλων συνθετών.

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από ένα «μάγκικο» χασάπικο, μεταγενέστερο, σε στίχους του Λεονάρδου Μπουρνέλη και μουσική του ίδιου του Τσαουσάκη:

Μάγκας είν’ ο Πειραιώτης / ζωηρός ο Ρουμελιώτης
κουβαρντάς ο Αθηναίος / πατριώτης ο Κυπραίος
μάρκα είναι ο Πολίτης I κι ο Σμυρνιός πολυτεχνίτης
ζαβολιάρης ο Βολιώτης / και σφιχτός ο Ηπειρώτης
Κρητικός βρε σκανταλιάρης / Μακεδόνας, ερωτιάρης

Αξιοσημείωτο είναι εδώ το εξής: πέραν της απλοϊκής και ενίοτε «αφελούς» ρεμπέτικης ορολογίας που χρησιμοποιεί ο λαϊκός στιχουργός, καθώς και της σκωπτικής διάθεσης που διακρίνει την προσπάθειά του να προσδώσει συγκεκριμένα προτερήματα ή ελαττώματα στους Έλληνες κάθε περιοχής, το αισθητήριο του, το τόσο γνήσια λαϊκό, τον ωθεί ανεπιφύλακτα στο να συμπεριλάβει στο τραγούδι του κάποιους «εκτός συνόρων» Έλληνες, πατρίδων που χάθηκαν ή που απειλούνται. Βλέπουμε με άλλα λόγια, το εκπληκτικό φαινόμενο, το ένστικτο της απλής, λαϊκής ελληνικής ψυχής να τραγουδάει γι’ αυτούς που το επίσημο αθηναϊκό κράτους και η ελλειμματική του διπλωματία έχουν διαγράψει. Όπως εξάλλου πλήθος άλλων τραγουδιών, σε μερικά από τα οποία προαναφερθήκαμε, εντάσσεται στο δρόμο αυτό της καρδιάς.

Τη δεκαετία του ’60, το λαϊκό και οι ρεμπέτικες επιβιώσεις μέσα σ’ αυτό, θα παλέψουν κόντρα στην άνθηση του έντεχνου (και μετέπειτα πολιτικού) τραγουδιού, το οποίο θα περάσει στις πλατιές μάζες μέσω των «κολοσσών» του είδους, τον Μίκη Θεοδωράκη και το Μάνο Χατζιδάκη. Αυτοί θα τολμήσουν και θα καινοτομήσουν, «παντρεύοντας» τα ετερογενή αυτά μουσικά πεδία, εισάγοντας το μπουζούκι στις εκτελέσεις τους και εμπιστευόμενοι φωνές πρωθύστερες και καθαρά λαϊκές, όπως αυτή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Η αγάπη για την πατρίδα, τον λαό και τους αγώνες του, πέρασε και στις έντεχνες αυτές δημιουργίες, οι οποίες – ας μην ξεχνάμε – ταξίδεψαν το ελληνικό τραγούδι και το έκαναν γνωστό στο εξωτερικό.

ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ

Ακτινογραφώντας τη δεκαετία του ’70 και επειδή μετά την πολιτειακή αλλαγή του 1974 έχουμε δισκογραφική έκρηξη, θα σταθούμε επιλεκτικά μόνο σε μερικές δουλειές, που έγραψαν ιστορία στο πεντάγραμμο. Είναι η περίοδος της αμφισβήτησης, του έντονου αντιαμερικανισμού, του πολιτικού τραγουδιού. Τα κοινωνικά αλλά και τα εθνικά, ταυτόχρονα, αιτήματα του λαού μας για απεξάρτηση από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, με νωπά τα σημάδια της κυπριακής τραγωδίας, συναντούν το λαϊκό τραγούδι για να εκφραστούν μέσα από αυτό.

Δίσκος-σταθμός, που αναμφισβήτητα αξίζει αναφοράς είναι αυτός που κυκλοφόρησε το 1972 με τίτλο «Μικρά Ασία». Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας, σε μουσική Απόστολου Καλδάρα και στίχους του Πυθαγόρα. Η πίκρα και η νοσταλγία για τον ξεριζωμένο ελληνισμό της Ιωνίας είναι τα κύρια γνωρίσματα του έργου. Να σημειωθεί ότι ο στιχουργός δε στρέφεται εναντίον του τούρκικου λαού, αλλά θεωρεί ορθά και τον ίδιο θύμα του άγριου ιμπεριαλισμού και επεκτατισμού της ηγεσίας του. Αυτό διαφαίνεται σε πολλά τραγούδια και χαρακτηριστικότερο, ίσως, το «μες του Βοσπόρου τα στενά». Δείγμα της στιχουργικής δεινότητας του Πυθαγόρα, είναι το παρακάτω, πάντα από αυτόν τον δίσκο και με τη φωνή του ίδιου και του Γιώργου Νταλάρα:

Σαν ήμουνα παιδί και γω / φτερούγισα απ’ την κούνια
όμως, μαχαίρια έβλεπα / στης Πόλης τα καντούνια
κυνηγημένος μιαν αυγή / ετράβηξα τους δρόμους
φωτιά στα πόδια μου η γη / η μοναξιά στους ώμους

Και στο τραγούδι «η Σμύρνη μάνα καίγεται», συμπυκνώνεται η ένταση της διαχρονικής πάλης της φυλής:

ρωμιοσύνη, ρωμιοσύνη / δεν θα ησυχάσεις πια
ένα χρόνο ζεις ειρήνη / και τριάντα στη φωτιά

Συγκινητικό είναι και το «κόκκινη Μηλιά», από τον ίδιο δίσκο. Τραγουδά η Χάρις Αλεξίου.

Έστειλα δυο πουλιά / στην κόκκινη Μηλιά δυο πετροχελιδόνια
μα εκεί εμείνανε / κι όνειρα γίνανε και δακρυσμένα χρόνια
Για το μαρμαρωμένο βασιλιά / ούτε φωνή ούτε λαλιά
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά / σαν παραμύθι η γιαγιά

Το 1975, ο Γιάννης Πουλόπουλος βγάζει το δίσκο «τα τραγούδια της ξενιτιάς». Τη μουσική έγραψε ο Γιώργος Κατσαρός και τους στίχους ο Δημήτρης Ιατρόπουλος. Πλάι στον πόνο του μετανάστη, τραγουδιέται κι αυτός του πρόσφυγα:

Στην Ίμβρο και στην Τένεδο / τέτοια νιάτα
στη σκλαβιά τα χάλασα /

Ένας άλλος δίσκος που σημάδεψε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, φέρει τον τίτλο «τα τραγούδια μας», με ερμηνευτή το Γιώργο Νταλάρα, μουσική του Μάνου Λόίζου και στίχο του Φώντα Λάδη. Τα τραγούδια συνδυάζουν τα αιτήματα για κοινωνική αλλαγή και εθνική απεξάρτηση. Και ενδεικτικό του ύφους είναι το παρακάτω απόσπασμα:

απ’ έξω από την πόρτα μας / οι ξένοι σούρτα φέρτα
το αίμα, τον ιδρώτα μας / να πίνουμε αβέρτα
αχ πατρίδα μου καϋμένη / ποια κατάρα σε βαραίνει

Οι πατρίδες της Ανατολής, οι αλησμόνητες, με τις θύμησες ζωντανές, αποτελούν πηγή έμπνευσης και προσφιλή θεματολογία. Να σημειωθεί δε, ότι πολλοί δημιουργοί είναι πρόσφυγες Μικρασιάτες, πρώτης και δεύτερης γενιάς. Ο Δημήτρης Μητροπάνος τραγουδά:

Στη Σμύρνη και στο Αϊβαλί / και σ’ όλη την Ανατολή
δεν είχε τύχει / ν’ ακουστεί τέτοιο κακό

Πρόκειται για κομμάτι από τον δίσκο «ο Άγιος Φεβρουάριος» (μουσική: Δήμος Μούτοης, στίχος: Μάνος Ελευθερίου). Η μεγαλύτερη επιτυχία της παραγωγής αυτής, είναι ένα κομμάτι που όλοι ακούσαμε και σιγοτραγουδήσαμε, κι αυτό εμπνευσμένο από τα πάθη των προσφύγων της Ιωνίας και τον τραγικό ξεριζωμό του ’22.

Ερμηνεύει πάλι ο Δημήτρης Μητροπάνος:

Άλλος για Χίο τράβηξε / κι άλλος για Μυτιλήνη
κι άλλος στης Σύρας τα στενά / αίμα και δάκρυα πίνει

Και η μοναδική φωνή του Στράτου Διονυσίου, νοσταλγεί:

Αχ θεέ μου να γινόταν / να ξυπνήσω ένα πρωί
στ’ άγια χώματα της Πόλης / κει που έζησα παιδί
(από το δίσκο του 1978 «τα Ορθόδοξα», σε στίχους και μουσική Απόστολου Καλδάρα).

Μια άλλη σημαντική παρουσία στα ίδια χρόνια, είναι ο Μιχάλης Βιολάρης, ο οποίος ξεκίνησε και συνδέθηκε με το «νέο κύμα» μία δεκαετία πριν. Πολλά από τα τραγούδια που ερμήνευσε, πήραν τη σφραγίδα του διαχρονικού, αλλά εδώ θα σταθούμε σε ένα λιγότερο γνωστό, από το δίσκο «Τα Κυπριώτικα» (1977). Μία παραγωγή όπου συνεργάστηκαν ο Μ. Βιολάρης και ο Π. Τιμοθέου, τα δε τραγούδια εκτελούνται στην κυπριακή διάλεκτο. Το συγκεκριμένο, αναφέρεται στην ηρωική θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου, κατά τη διάρκεια του αντιαποικιακού-ενωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ.

Πάνω ατου Κύκκου τα βουνά / σήμερα αστράφτει και βροντά
ένας λεβέντης πολεμά/μέσα στ’ αγιάζι,
στο χιονιά λεβέντη μας, δε θα χαθείς / μεσ’ τες καρκιές μας εν’ να ζεις

Το 1978, κυκλοφορεί ένας διπλός δίσκος με γενικό τίτλο «οι μάηδες οι ήλιοι μου» και ερμηνευτή το Γιώργο Νταλάρα, έναν καλλιτέχνη-αγωνιστή για τα εθνικά μας δίκαια. Να σημειωθεί εδώ, ως μικρή παρένθεση, ότι η εθελοντική στράτευση του Νταλάρα στον αγώνα του κυπριακού ελληνισμού (και μάλιστα σε αντικατοχική-απελευθερωτική βάση) στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 και η μετέπειτα προσφορά του στις εκδηλώσεις των Ιμβρίων, απετέλεσαν αφορμή να ξεσηκωθεί εναντίον του όλος ο «προοδευτικός» κόσμος του ραγιαδισμού, της υποτέλειας και της «ειρηνικής συνύπαρξης» των λαών και να εκτοξευθούν εναντίον του τόνοι λάσπης περί δήθεν ιδιοτέλειας και υποκρισίας.

Πολλοί είναι (για να ξαναγυρίσουμε στο «οι μάηδες οι ήλιοι μου») οι συνθέτες και στιχουργοί που συνεργάστηκαν στο δίσκο αυτό. Ένα τραγούδι που άφησε εποχή, ας θυμηθούμε τώρα:

Κάτω απ’ την κληματαριά / πόσο μου ‘λειψες πατρίδα
κάτω από τον ήλιο σου / πόσα θάματα δεν είδα
μοσχοβολάς δαφνόφυλλο / τριαντάφυλλο εκατόφυλλο
με ρίχνεις μες ‘τα ρέματα / και με γεμίζεις αίματα

Στα ίδια πάνω κάτω χρόνια, ο Γιώργος Νταλάρας βγάζει το «Σεργιάνι στον κόσμο», με την υπογραφή του Γιάννη Μαρκόπουλου και την γραφή σπουδαίων στιχουργών, όπως του Μάνου Ελευθερίου:

Στη Μακεδονία του παλιού καιρού / γνώρισα τη μάνα του Αλέξανδρου
μου ‘στήσε κουβέντα στις εξοχές / και έκανε νυχτέρια με μάγισσες
Στη Μακεδονία του παλιού καιρού / γνώρισα τη μάνα του Αλέξανδρου
στο φεγγάρι ψάχνει για μάγισσες / στ’ όνειρο της φέρνει τους Έλληνες

Συγκλονιστικό είναι και το τραγούδι «Γιάγκος Νούλας», που αναφέρεται στους αγώνες του αντάρτη αυτού ενάντια στους Φράγκους κατακτητές, στην μετά το 1204 περίοδο και ενώ το Βυζάντιο είχε ουσιαστικά καταλυθεί.

Ξένους εγώ δεν προσκυνώ / και Φράγκους δεν σεβούμαι
είμαι φονιάς του τύραννου / σπαθί του σκλαβωμένου
είμαι τραγούδι κλέφτικο / σ’ αρματωλού χιτώνα
ήλιος στο καταχείμωνο / του εικοστού αιώνα

Στην αρχή της δεκαετίας του ’80, το ρεμπέτικο φτάνει στο απόγειο της αναβίωσής του και περνά στις νεότερες ηλικίες. Αυτό γίνεται είτε μέσω πληθώρας επανεκτελέσεων ή – σπανιότερα-με κάποιες νέες δημιουργίες. Παρατηρείται δε η αυθεντική επιβίωση γνήσιων ρεμπέτικων μουσικών και στιχουργικών μορφών. Η εξύμνηση της γυναίκας, της ωραίας γυναίκας, που στη ρεμπέτικη υφολογία ταυτίζεται με τη Σμυρνιά (και γενικότερα τη γυναίκα της Ανατολής), απαντά εξίσου συχνά, όπως και στην περίοδο ακμής του ρεμπέτικου (1944-1960).

Βρε Σμυρνιά μου / βρε Σμυρνιά μου μου ‘χεις πάρει τα μυαλά μου

τραγουδάει ένας ελάχιστα γνωστός και παραγνωρισμένος του ρεμπέτικου, ο Μανώλης Σαμιώτης, στο δίσκο «πώς γλεντάνε οι ρεμπέτες» (1981, σε στίχο Χρήστου Χατζηναθαναήλ).

Το μεγάλο γεγονός της εποχής, όμως, είναι το «ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ», μια συνεργασία του Σταύρου Ξαρχάκου και του Νίκου Γκάτσου, το 1983. Σύγχρονα και συνάμα «μνημειακά» τραγούδια, με μεγαλύτερη επιτυχία το «μάνα μου Ελλάς» ερμηνεύει ο Νίκος Δημητράτος:

Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα / μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
μα τότε που, στη μοίρα μου μιλούσα / είχες ντυθεί τ’ αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήγες, γύφτισσα μαϊμού / Ελλάδα, Ελλάδα, μάνα του καημού

Και ο παλιός ρεμπετης Τάκης Μπίνης, με τη βαριά φωνή του, στον ίδιο δίσκο τραγουδάει και θυμάται:

Στης Σαλαμίνας τα νερά / καράβι ταξιδεύει
κι ένα κορίτσι οτη στεριά / τη μάνα του γυρεύει
βλέπει της Σμύρνης τη φωτιά / του Κορδελιού τη στάχτη
κι ένα λουλούδι που άνθιζε / οτου κήπου τους το φράχτη
μάνα μου, μάνα μου βασανισμένη / από την κούνια μου στη Μενεμένη

Στο δίσκο «με στόχο την καρδούλα σου» (1989) ο θεσσαλονικιός τραγουδιστής του ρεμπέτικου Αγάθωνας Ιακωβίδης, υμνεί την αρχαία μας παρακαταθήκη. Παραθέτουμε το άσμα «Λεωνίδας», σε στίχους του Βασίλη Νούσια:

Θυμήσου των Θερμοπυλών / το μάγκα Λεωνίδα
που στους εχθρούς του έμαθε / τι πάει να πει πατρίδα
σε τούτο το τραγούδι μου / θα τόνε μνημονέψω
και στο μπουζούκι μου ρυθμούς / γνωστούς του θα του παίξω

Ο ερευνητής που θα επιθυμούσε να εντοπίσει ανάλογες μουσικές παραγωγές στα τελευταία χρόνια, θα στεκόταν σίγουρα στην «εθνική μας μοναξιά». Ο δίσκος αυτός του 1992, είναι μια συνεργασία του συνθέτη Μάριου Τόκα και του στιχουργού Φίλιππου Γράψα, με τον Δημήτρη Μητροπόνο να διανύει τις πλέον ώριμες ερμηνευτικές του στιγμές:

εδώ που μάθανε τα μάτια μας να κλαίνε / που συνηθίσαμε σε κάλπικους καιρούς
εδώ θα μείνουμε, γιατί έχουμε και λέμε / ένα φιλότιμο, και λόγους σοβαρούς
γιατί εδώ, εδώ είν’ ο έρωτας που ξέρουμε / εδώ κι οι πίκρες που μας θέλουν και τις θέλουμε
εδώ και εμείς, για να ‘χει πάντα συντροφιά / η εθνική μας μοναξιά

Το ζεϊμπέκικο «σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη», αξίζει επίσης μίας αναφοράς, αφού ήταν η μεγάλη επιτυχία της χρονιάς εκείνης:

Αφού με έσπειρε μιά μοίρα αυτοκρατόρισσα / μήτρα με γέννησε αρχαία μακεδόνιοσα
αφού με φέρνει μονοπάτι φαναριώτικο / κι ένα σοκάκι με κρατάει σαλονικιώτικο
σ’ αναζητώ, σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα / λείπει το βλέμμα σου απ’ της αυγής τα χρώματα

Προαναφέρθηκε ότι στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου επιλεκτικά μόνο θα μπορούσε να σταθεί κανείς, αφού το θέμα της ανάδυσης του πατριωτικού αισθήματος μέσα από τις λαϊκές νότες είναι τόσο ανεξερεύνητο, όσο και ανεξάντλητο. Σίγουρα, βγήκαν τραγούδια και δίσκοι εφάμιλλοι ή ίσως και «δυνατότεροι» αυτών που επισημάναμε. Κι ακόμα, η γραφή ήταν και θα είναι πάντα αδύναμη να αποδώσει τη μαγεία της νότας, του ήχου, της μελωδίας. Πάντως, ο αναγνώστης που θα θελήσει ν’ αναζητήσει τους δίσκους που σημειώσαμε, σε κάποιους σίγουρα θα δυσκολευτεί. Ειδικά σ’ αυτούς που κυκλοφόρησαν πριν από δυο και πάνω δεκαετίες.

Όπως ακριβώς σε κάθε πτυχή της λαϊκής δραστηριότητας και παράδοσης, έτσι και στο λαϊκό τραγούδι την άκρατη εισβολή της δυτικής (υπο)κουλτούρας συμπληρώνουν οι (ψευτο)ανατολίτικες επιρροές, νοθεύοντας την αυθεντικότητα και τη γνησιότητά του. Αναμφίβολα κυκλοφορούν δουλειές αξιοπρεπείς και -σπανιότερα-αξιόλογες. Τραγούδια γνήσια λαϊκά, που συνοδεύονται απ’ ό,τι οφείλει να χαρακτηρίζει κάθε τι λαϊκό: σεμνότητα, αμεσότητα, συναίσθημα. Κι όλα αυτά, μέσα σ’ ένα χωρίς προηγούμενο κατακλυσμό κακογουστιάς, που παραμορφώνει όλα τα είδη του τραγουδιού, ακόμα και το νησιώτικο ή το στεριανό δημοτικό.

Μία παράμετρος που επιτείνει τη σύγχυση και συντελεί στη νοθεία που λαμβάνει χώρα σε βάρος του λαϊκού (αλλά και του παραδοσιακού μας τραγουδιού) είναι όμως και τούτη: 0 εσκεμμένος αρνητισμός των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών απέναντι στις πραγματικά λαϊκές και αληθινά ελληνικές μουσικές παραγωγές. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα περισσότερα κανάλια (αυτά με τα ελληνικά ονόματα ΣΚΑΪ, ΜΕΓΚΑ, STAR, NEW, ANTENNA κτλ.) σαμποτάρουν συνειδητά ό,τι αυθεντικό στη μουσική μας παράδοση (δημοτικό, ρεμπέτικο, λαϊκό και έντεχνο τραγούδι), διοχετεύοντας ακατάσχετα στο σπίτι, στα αυτιά και στην κρίση του Νεοέλληνα μουσικά σκουπίδια. Υποπροϊόντα άσχετα με την μουσική πορεία μας και τις αντίστοιχες παρακαταθήκες, που κάποιοι παλιότεροι φρόντισαν να κληρονομήσουμε εμείς. Μόνη παρηγοριά στα θολά νερά της ασχήμιας, μόνος κυματοθραύστης του προς δύση και ανατολή μιμητισμού, μένει η πυξίδα της καρδιάς στον κάθε λαϊκό και αυθεντικό δημιουργό, είτε μουσικός είναι αυτός είτε οτιδήποτε άλλο.

Και τα λόγια ενός σημαντικού, μα και σεμνού λαϊκού συνθέτη, του Απόστολου Καλδάρα, είναι τα πλέον κατάλληλα για να κλείσει η αναφορά αυτή:

«Ο λαός μας, χορτασμένος από το πολιτικό, το κοινωνικό και το γενικά λεγόμενο κουλτουριάρικο τραγούδι, το οποίο φυσικά έπαιξε το ρόλο του μετά την πτώση της επταετίας και που εκτονώθηκε μ’ αυτό, αναζήτησε και βρήκε πάλι μέσα του τον απλό άνθρωπο. Ανακάλυψε πάλι ότι η ζωή δε σταματά πουθενά και ποτέ. Ανακάλυψε ότι μέσα του, ο άνθρωπος αγωνιστής, κουβαλάει και τον άνθρωπο που θέλει να χαρεί, να γλεντήσει, να χορέψει, να τραγουδήσει, να φιλοσοφήσει, ν’ αγαπήσει. Να γλεντήσει όμως με τον τρόπο του. Με τη συνοδεία του ποτηριού να πει τον πόνο του, τους καημούς του, τα βάσανά τους. Όλα αυτά, όμως, με το δικό του τραγούδι, που δεν είναι άλλο από το λαϊκό. Γιατί είναι το τραγούδι που απηχεί όλα τα ενδιαφέροντα και αισθήματα του απλού ανθρώπου του λαού μας».

, , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.