Ο Περικλής Γιαννόπουλος και το διαχρονικό αίτημα για μια καλλιτεχνική και πολιτιστική Αναγέννηση

του Κώστα Τάταρη
ΑΒΑΛΟΝ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Έγραφε ο Περικλής Γιαννόπουλος: «Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι είναι χρήσιμον , κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας΄ γρήγορα, γρήγορα, και έπειτα χαίρετε, χαίρετε. Εγώ μιαν φοράν θα ζήσω, δεν θα ζήσω δύο. Και όταν περάση η νεότης, τα ρέστα σάς τα χαρίζω. 

Και εγώ δεν έχω σκοπό να φάω τα νιάτα μου με σας. Εγώ την μόνην δόξαν που εζήλευσα είναι η δόξα των φιλιών. Θέλω να αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειον, κούφιο, φορτωμένο με το στεφάνι των φιλιών. Και θέλω να πεθάνω νέος. Και θέλω να πεθάνω ορθός. Θα κάμω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα  πάρετε, για να σας δείξω ότι είναι χρήσιμα δια σας. Θέλετε να πάρετε ; Πάρετέ τα , είναι ιδικά σας. Δεν θέλετε; Τύφλα σας !». 

Τα γραπτά του προκαλούν παθιασμένες συζητήσεις, σε κάθε περίπτωση δεν περνούν απαρατήρητα. Τουλάχιστον στους λογίους, στους καλλιτέχνες, αλλά και στους νέους που ζητούν διέξοδο. Υπάρχουν φανατικοί οπαδοί του και φανατικοί ενάντιοι – που είναι και οι περισσότεροι- οι τελευταίοι τον αντιμετωπίζουν στην καλύτερη περίπτωση ως έναν ιδιόρρυθμο estete στη χειρότερη ως  τσαρλατάνο. 

“ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, 1897” ΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΛΑΣΚΑΡΙΔΟΥ
ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ

Οι υποστηρικτές του όμως δεν είναι τυχαίοι: Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος τον εγκωμιάζει συνέχεια, γράφει διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, θεωρεί πως «κάθε φράση του Γιαννόπουλου είναι αρκετή για να γεμίσεις  ολόκληρο βιβλίο», 

Ο πρύτανης της ελληνικής δημοσιογραφίας, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, είναι από του πιο φανατικούς «Γιαννοπουλικούς». Του διαθέτει την εφημερίδα του, την εφημερίδα «Ακρόπολις», πριν από κάθε άρθρο του Γιαννόπουλου εισάγει μια δική του εγκωμιαστική κριτική, ο Παλαμάς τον επαίνεσε, αλλά και άλλοι σημαντικοί διανοούμενοι της εποχής του, ο Άριστος Καμπάνης, ο Καμπούρογλου και πολλά έντυπα, έντυπα γνωστά, με κύρος, δέχονται την συνεργασία του.

Ο Γιαννόπουλος χτυπά την μεγάλη ασθένεια της πιθηκίζουσας ελληνικής κοινωνίας, την ξενομανία : 

ΑΝΤΙΤΥΠΟΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ‘ΕΚΚΛΗΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ ΚΟΙΝΟΝ” (1907) ΜΕ ΙΔΙΟΧΕΙΡΗ
ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΙΚΙΩΝΗ. ( ΑΠΟ ΤΗΝ ‘ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ
ΠΙΚΙΩΝΗ 2010-2011 ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ 138) ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΤΟΥ “ΧΟΙΡΟΒΟΣΚΟΥ”)

«Το χτύπημα της ξενομανίας είναι το πρώτο κίνημα, ο πρώτος αγών των ποθούντων να αγωνισθούν δια μια αρχήν Ελλάδος.

Η ξενομανία είναι χωριατιά. Είναι προστυχιά. Είναι κουταμάρα. Είναι αφιλοτιμία. Είναι αφιλοπατρία. Κ α ι  ε ι ν α ι ξ ι π α σ ι ά. Κ α ι ε ί ν α ι α μ ά θ ε ι α… Είναι πρόστυχοι και γελοίοι οι καναπέδες σας με τα ευρωπαϊκά παλιόπανα τα οποία κάμνει η Ευρώπη δια τους κουτούς βαρβάρους λαούς που φέρουν όλα τη μάρκα «δια την Ανατολήν»… 

Πετάξετε τα βάζα και τα χρυσόχορτα και όλα αυτά τα παλιοπράγματα τα μαζεμένα από τα ευρωπαϊκά χωριά.  Ένα κανάτι ξύλινον της Κορίνθου από το αρωματώδες κυπαρίσσι με τα ωραία του στεφάνια και ολίγα άνθη του αγρού μέσα , είναι κομψοτέχνημα που θα εζήλευε ο κάθε Ευρωπαίος καλλιτέχνης. Κάνετε τα έπιπλά σας από ξύλα του τόπου σας, από την ελιά σας, απλά, ήρεμα, αναπαυτικά. Μη τα μαυρίζετε σαν να σας απέθαναν δώδεκα παιδιά εις το τόπον όπου δεν μαυρίζει ούτε το μάρμαρον χιλιάδες χρόνια…». 

ΑΠΟ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ “ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ

Η εχθρότητα προς την «Φραγκιά», δηλ. προς τη Δύση είναι απόλυτη, φτάνει σε υπερβολές, ακόμη και αφορισμούς : Ο «Φράγκος» δεν είναι απλά «απολίτιστος», είναι «ανεπίδεκτος πολιτισμού». Οι «Φράγκοι» είναι  «ληστές», άλλοτε «λύκοι» και άλλοτε «χοίροι», «γουρουνόφραγκοι», «τα χθεσινά αγριογούρουνα», « οι μόνοι ευγενείς και ωραίοι εχθροί που γνωρίσαμε είναι οι Άραβες», ποιοι είναι οι «Φράγκοι» που θα μας κρίνουν ; Τα «χθεσινά αγριογούρουνα» θα μας κρίνουν ; Εμείς θα κρίνουμε αυτούς  και τον πολιτισμό τους. Όσο η ελλαδική κοινωνία επιμένει να πιθηκίζει ευρωπαϊκά, τόσο ο Γιαννόπουλος ψάχνει να βρει τους πιο σκληρούς, τους πιο ακραίους χαρακτηρισμούς. 

Χωρίς να είναι «Ρωμηός» (με τη «Ρωμανίδεια» έννοια, βλ. Ι. Ρωμανίδη, «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη»), δεν είναι «αντι –ρωμηός», (όπως κάποιοι «αρχαιολάτρες» με δυτικά ματογυάλια), λατρεύει το Βυζάντιο, «τη βυζαντινή μας τέχνη, την παρεξηγημένη» (από τους «εσπεριοειδείς»), τη Χιλιόχρονη Αυτοκρατορία, να αγαπάτε το Βυζάντιο, μας λέει, είναι δικό μας κόσμημα και καύχημα, 

«Εάν ο «Φραγκόκοσμος είχε και ίχνος Τιμιότητος, όχι εις τον Αρχαίον, αλλά εις τον Βυζαντινόν Έλληνα θα έκαμνε : ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ», αλλά όχι, ως κανονικός ληστής θέλει να καταστρέψει ό,τι δεν μπορεί να φτάσει και το κατέστρεψε όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Το Βυζάντιο δεν είναι Μεσαίωνας,  ο Μεσαίωνας είναι δυτική έννοια και μόνο, αντιθέτως, «στη δική μας Ιστορία δεν υπήρξε ούτε μια σκοτεινή ημέρα». 

MΩΣΑΪΚΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΒΙΤΑΛΕ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΟΝ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥΣ ΤΟΥ

«Ο μέγας Χριστιανός Σουλτάνος της Ευρώπης, ο Πάπας» είναι για γέλια, δεν μας αφορούν οι δυτικές περιπέτειες, ούτε «ο Μεσαίωνας», ούτε «η Αναγέννηση», ούτε «η Μεταρρύθμιση», ούτε «η αντι – Μεταρρύθμιση» αυτές είναι δικές τους ιστορίες, όχι δικές μας. Το Βυζάντιο είναι «Κλειδί» για την ερμηνεία του  Ελληνισμού, « Εις το Βυζαντινόν Σημείον και Σταθμόν, πρέπει να στέκεται ο Έλλην, δια να εννοή σωστά τα πριν του, τα έκτοτε και τα τώρα». 

Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στους νέους, «το έργο μου είναι ικετήριος έκκλησις προς την Πανελλήνια Νεότητα, Αρσενικήν και Θηλυκήν…ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΑΙ ! Αγαπήσατε με πάθος πύρινον τη Μητέρα Γη, θ’ αναστηθείτε στην αληθινή Ηδονική Ζωή », οι νέοι είναι εκείνοι που αφού αποστασιοποιηθούν από τις προκαταλήψεις των γονέων, αφού χλευάσουν «ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΣΜΟΝ τη φυλής» και τα ευρωπαϊκά είδωλα, θα κάνουν την επανάσταση που θα φέρει την επανελλήνιση. Οι νέοι θα γίνουν επαναστάτες αφού πρώτα γίνουν διονυσιακοί. Και όταν συμβεί αυτό, το μόνο που  ζητά : 

Ο ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΗΤΑΝ ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

«Μνήσθητί μου ΝΕΕ όταν έλθεις εις την Ελληνικήν Σου Βασιλείαν».

Τα χρόνια όμως περνούν, τα βιβλία που δημοσίευσε, το «ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ» (1906) Και «ΕΚΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ ΚΟΙΝΟΝ» (1907),σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις», αργότερα τα εξέδωσε ο ίδιος σε περιορισμένα αντίτυπα, δεν βρήκαν την απήχηση που περίμενε. Η οικονομική ένδεια έγινε ασφυκτική. Ο ίδιος δεν επέτρεπε  να φανεί η δύσκολη οικονομική του κατάσταση, κυκλοφορούσε πάντα άψογα ντυμένος, με το δικό του «ιδιόρρυθμο» στυλ, δεν ζητούσε βοήθεια από κανέναν, πολλές φορές δεν καταδέχονταν να ζητήσει αμοιβή για τις δημοσιεύσεις του, οι φίλοι του έβρισκαν «έξυπνους» τρόπους να τον στηρίξουν, τρόπους δεν θα έθιγαν την περηφάνεια του. 

Είχε δεσμό με τη Σοφία Λασκαρίδου, πρωτοποριακή γυναίκα και ζωγράφο, αλλά οι δικοί της, παρ’ όλο που του συμπεριφέρονταν με αξιοπρέπεια δεν «συναινούσαν» σε ένα γάμο… η ίδια του πρότεινε να ζήσουν μαζί στη Γερμανία, «μακριά από όλους και από όλα», αλλά εκείνος δεν μπορούσε να ζήσει σε μια χώρα που περιφρονούσε, του ήταν αδιανόητο να αφήσει «τα χώματα και τα μάρμαρα της Αττικής». 

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.