Ο πολυεπίπεδος στοχασμός του Κώστα Παπαϊωάννου

Γράφει ο Γιώργος Δρίτσας

Παναγιώτα Φ. Βάσση, Ο «πολιτικός άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015

Ο Κώστας Παπαϊωάννου, μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κώστα Αξελό, αποτέλεσε έναν από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της ξενιτεμένης «γενιάς του Ματαρόα». Παραμένει όμως από τα λιγότερο γνωστά πρόσωπα της ελλαδίτικης πνευματικής ζωής. Η μελέτη της Παναγιώτας Βάσση Ο «πολιτικός άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου αναδεικνύει καίρια την πολυεπίπεδη πολιτικοκοινωνική σκέψη του και, κατά το μέτρο αυτό, συμπληρώνει και εμβαθύνει την εργασία του Νίκου Σέργη Από τη φιλοσοφία της ιστορίας στην ιστορία της φιλοσοφίας: Ο Κώστας Παπαϊωάννου απέναντι στον «μηδενισμό του Πνεύματος».[i] Στο παρόν, με οδηγό το βιβλίο της Βάσση, θα σταθούμε σε ορισμένες από τις κύριες πτυχές της σκέψης του φιλοσόφου.

α) Οι πολιτισμικές βάσεις του πολιτικού φαινομένου της Δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα και η ανάδειξη της «μάζας»

Ο Παπαϊωάννου επηρεασμένος, μάλλον, από τα μαθήματα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία που έλαβε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θα μπορούσαμε να πούμε, από τους ιδεολογικά παράταιρούς του, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, ασχολήθηκε αρκετά με το ζήτημα της αρχαιοελληνικής Δημοκρατίας. Βέβαια, υπό ένα πρίσμα πιο ευρύ και σε καμία περίπτωση συνυφασμένο με κάποια μορφή όψιμης κλασικιστικής προγονολατρείας, όπως συνηθιζόταν συχνά στην εποχή του.[ii]

Πιο συγκεκριμένα, για τον φιλόσοφο η Αρχαία Ελλάδα ήταν ο χώρος όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη «γέννηση» μίας μορφής αυτονομίας, ελευθερίας και ευδαιμονίας μέσα από την εναρμόνιση συλλογικού και ατομικού πεδίου. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι βάσεις για να κάνει την εμφάνισή του ο «πολιτικός άνθρωπος» ως φαινόμενο συνυφασμένο τόσο με την άμεση και συνειδητή συμμετοχικότητα εντός μίας πολιτείας, όσο και με τον αδυσώπητο αγώνα προς διασφάλιση της ύπαρξης της τελευταίας ως βασικό δικαίωμα και καθήκον του πολίτη.

Έτσι, ο άνθρωπος ενώ στην αρχαϊκή εποχή απλά ακολουθούσε παθητικά το πεπρωμένο του, ζώντας μέσα σε μια αξεδιάλυτη ενότητα με τον Κόσμο, αρχίζει σταδιακά στους επόμενους αιώνες να καταφάσκει συνειδητά με το πεπρωμένο του αυτό μέσα στο περιβάλλοντα χωροχρόνο. Κατά αυτόν τον τρόπο η ατομική πράξη και η συνείδηση αποκτούν ένα νέο νόημα.

Αυτή η μετάβαση ήταν, βέβαια, οργανική και πραγματοποιήθηκε εντός ενός πολιτισμού που είχε εναρμονιστεί με το Είναι του Κόσμου και την κυκλικότητα που υποτίθεται αυτός ο τελευταίος εξέφραζε, έχοντας δηλαδή ως κοσμοαντίληψη την πεποίθηση ότι η «αιώνια ουσία» του σύμπαντος παρέμενε σταθερή πίσω από την ευμετάβλητη φαινομενικότητα των πραγμάτων.

Καθώς, μέσα από τη σταδιακή αποκρυστάλλωση αυτής της πρώιμης κοσμοαντίληψης ο άνθρωπος της μεταβατικής αυτής εποχής άρχισε να αντιλαμβάνεται καλύτερα τη μεταβολή που υφίσταται ως βιολογικό ον, μέσω της κίνησής του εντός του γίγνεσθαι. Όπως, επίσης, και την αναγκαία προσπάθεια που πρέπει να καταβάλει για τη (βιολογική) διατήρηση του εαυτού του, έχοντας ως αντίπαλό του τη μηδενιστική δύναμη του μη-Είναι (της φθοράς και του θανάτου), στο οποίο κατατείνει η θνητότητά του. Μια μάχη με το άγνωστο που μας περιβάλλει και μας γεμίζει αμφιβολία και φόβο.

Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, διατηρεί την ουσία του εντός του ευμετάβλητου για αυτόν Κόσμου και καταφέρνει να εμπεριέχεται στο Είναι αυτού του τελευταίου, επανανοηματοδοτώντας την μέσα στο πλαίσιο μιας νέας συμμετοχικής πολιτειακότητας, η οποία πλέον ευρίσκεται εντός των ορίων της Πόλης-Κράτους. Επιπροσθέτως, η θρησκεία, η τέχνη, η πολιτική και η φιλοσοφία αλλάζουν ως έναν βαθμό περιεχόμενο και δίνουν τις πρώτες βάσεις για την έλευση της Κλασικής Περιόδου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δικαιοσύνη ως ηθική αρχή, ευρισκόμενη πίσω από την κοινωνική οντολογία της Πόλης-Κράτους, γίνεται επίσης αρκετά πιο δημοκρατική και χάνει τον «πρωτόγονο» χαρακτήρα μιας απλοποιημένης και βίαιης επιβολής του κληροδοτημένου νόμου και μετεξελίσσεται έτσι σε μία σχεδόν ημιποιητική και θεατρική έκφραση της πολυσημείας του Είναι, το οποίο αυτή υποτίθεται πως διατηρεί ενδοκοινωνικά. Ο νόμος, πλέον, δεν ερμηνεύεται ως μία επιβεβλημένη από κάποιον αρχαίο άνακτα ή τυραννικό θεό συνθήκη, αλλά αντιθέτως βλέπεται ως σύμβαση του πολίτη με τον Δήμο.[iii]

Η τέχνη, λοιπόν, με τη μορφή του θεατρικού δρωμένου της Τραγωδίας, όπως αυτή εκφράστηκε από τα έργα του Σοφοκλή και του Αισχύλου, συνδέεται με αυτήν την τάση της τότε κοσμικής δικαιοσύνης μέσω της εσωτερικής κάθαρσης που προκαλεί, δια της σύζευξης του τραγικού μύθου με τον λόγο. Θυμίζοντας, έτσι, στους ανθρώπους τα όρια της φθαρτής ύπαρξής τους και την ανάγκη προσαρμογής αυτής με το Είναι του Κόσμου, που μέσα στην καθημερινή κοινωνική αλληλεπίδραση εκφράζεται δια του υποτυπώδους αυτοελέγχου και του παιδαγωγικού αιτήματος του πάθος-μάθος.

Χωρίς να μεσολαβεί σε αυτήν την καθ’ ολοκλήρου προσωπική υπόθεση επιλογής και απόφασης κάποιο ίχνος ηθικολογίας και πουριτανισμού. Αντιθέτως, πρέπει να θεάται ως το «χημικό απόσταγμα» της ανάμειξης μέθης και ονείρου, όπου ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος ειρηνεύουν και συμπορεύονται.[iv]

Προς χάριν της διατήρησης του συλλογικού πλαισίου, που θα κατέπεφτε υπό άλλες συνθήκες στην άβυσσο τους μηδενός, δηλαδή στην πραγματική μήτρα του γίγνεσθαι. Κατά αυτόν τον τρόπο, αυτή η σκόπιμη στήριξη της θεατρικοποίησης της ζωής και των όσων αυτή εξέφραζε ήταν ένας βασικός κρίκος για την πολιτειακή έκφραση του ίδιου του δημοκρατικού προτάγματος της εποχής, περί συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, το οποίο ήδη από τον Κλεισθένη και τον Εφιάλτη άρχισε να λαμβάνει σταθερές βάσεις.

Αυτοί οι τελευταίοι εξάλλου δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή συμμετοχή των πολιτών στις νομικές, πολιτικές και γενικά όλες τις δυνατές λειτουργίες που αφορούσαν την, εντός της Πόλης-Κράτους, κοινοτική ζωή. Λόγω αυτού του θεμελιώδους γεγονότος η, κατά Παπαϊωάννου οριζόμενη με θετικό πρόσημο, «μάζα» εισέρχεται στην πολιτική ζωή, για πρώτη φορά στην αρχαιότητα. Με μία όχι τόσο απροϋπόθετη, βέβαια, συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, καθώς συνέχιζαν να διαμεσολαβούν διάφορες σημαίνουσες προσωπικότητες στην όλη διαδικασία λήψης αποφάσεων και προφανώς παρέμενε ένα πλαίσιο ανισότητας μεταξύ των πολιτών.[v]

β) Η (επ-)άνοδος της «μάζας» στη νεωτερικότητα και ο υπαρκτός κίνδυνος της αλλοτρίωσής της μέσω του ολοκληρωτισμού και της παθητικοποίησης

Με τη σταδιακή άνοδο και κυριαρχία της χριστιανικής εσχατολογικής μεταφυσικής, η κυκλική πρόσληψη της ιστορίας αντικαταστάθηκε από μία εκ διαμέτρου αντίθετη γραμμική, που έβρισκε βαθύτερο νόημα μέσα στη μανιχαϊστική σύγκρουση φωτός και σκότους, όπως εκφράστηκε καίρια κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και τον Μεσαίωνα. Αυτή εδραζόταν σε μία αποκεντρωμένη θέαση του ανθρώπου, η οποία στερούταν την όποια ενδοκοσμική ταύτιση με ένα μη θρησκευτικό κοινοτικό υποκείμενο και ταυτόχρονα σε μία πνευματικοποιημένη ανθρωπότητα, η οποία βάδιζε μέσα στον μεγάλο στίβο της ενιαίας παγκόσμιας ιστορίας – αυτονομημένη από τη φύση και τους περιορισμούς της.

Ο άνθρωπος σταδιακά άρχισε να απομακρύνεται, λόγω της αντίληψης αυτής, από τον ενδοκοσμικό πολιτισμικό προσδιορισμό του και να προσανατολίζεται προς μία νέα μορφή υποκειμενισμού, η οποία έλαβε στην Αναγέννηση τη μορφή του τραγικού ήρωα που συνδιαλέγεται με τη μοίρα του και όχι με κάποιον δεδομένο «υπερκόσμιο νόμο».[vi]

Έτσι, αυτή η μετασχηματισμένη αλλά ταυτόχρονη διαλεκτική πορεία από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση δημιούργησε μια διαφορετική οντολογία σε σχέση με την κλασική αρχαιότητα. Καθότι, βασίστηκε σε ένα ιδιόρρυθμο ατομοκεντρισμό, ο οποίος ήταν σύμφυτος με τις νέες ερμηνείες, ακόμη και με αυτές που ήταν αντίθετες με την αυστηρά χριστιανική μεταφυσική, που αναδείχτηκαν αργότερα από τον Καντ, τον Σέλινγκ και πολλούς άλλους, φθάνοντας μέχρι και τον Χέγκελ.

Ειδικότερα ο Χέγκελ, με την «ιστορική συνείδηση» που επιθυμεί να καλλιεργήσει στον νεωτερικό άνθρωπο, εν τέλει προσανατολίζεται ακούσια προς μία μορφή παραγνώρισης του παρελθόντος, καθώς και σε μία θεμιτή για αυτόν υπέρβαση της θνητότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πλέον, ο άνθρωπος νοείται ως ένα «συγκεκριμένο καθολικό ον», το οποίο στοχάζεται μέσω του παγκόσμιου Λόγου συνειδητά για τον εαυτό του ελεύθερα, εντός βέβαια μιας δεδομένης πολιτισμικής κοινότητας και του Κράτους που αυτή η τελευταία δομεί. Με αυτόν τον τρόπο δεν λαμβάνει η αυτονομία του πολίτη μία διαλυτική κατεύθυνση, αλλά αντιθέτως εναρμονίζεται με το ήθος της πολιτείας, όντας αυτός ο τελευταίος ενεργός στα πολιτικά δρώμενα.[vii]

Αργότερα, ένας από τους νέους χεγκελιανούς ο Μαρξ επηρεασμένος από το έργο του Hegel, και βασιζόμενος πάνω σε αυτό το «παρασκήνιο» των ιδεών, δομεί τις βάσεις για την εμφάνιση μιας σύγχρονης μορφής του «πολιτικού ανθρώπου» και της ανάμειξης της «μάζας», με τη μορφή του προλεταριάτου, στα πολιτικά δρώμενα.

Πιο συγκεκριμένα, ο Μαρξ αν και επαναπροσεγγίζει συχνά τα πρώιμα γραπτά του και διορθώνει θεωρήσεις προηγούμενων δεκαετιών, παρά ταύτα διατήρησε κάποιους συγκεκριμένους άξονες, οι οποίοι αφορούν κυρίως τον ρόλο του προλεταριάτου.

Για το οποίο πίστευε ότι όχι μόνο θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, στις οποίες οφείλεται, κατά αυτόν, η τεχνική πρόοδος και η κατάκτηση μέσω αυτής της φύσης, από τα δεσμά των ξεπερασμένων αστικών δομών εκμετάλλευσης της εργασίας, οι οποίες καταπίεζαν και το ίδιο, αλλά και ότι αυτό επιπροσθέτως θα γινόταν φορέας και μίας νέας μορφοποίησης της κοινωνίας· την οποία βάπτισε κομμουνιστική και μέσα στο πλαίσιο της οποίας ο άνθρωπος θα είναι θεωρητικά ελεύθερος να αναπτύξει στο έπακρον τις δυνατότητές του.

Αυτή η κάπως ντετερμινιστική, προμηθεϊκή και ίσως φουτουριστική ματιά στα ανθρώπινα δεν φέρει κάτι το παραδοσιακά ρομαντικό ούτε κάποιον απόηχο του πρώιμου ουτοπικού σοσιαλισμού, με εκπροσώπους εξάλλου του οποίου ο Μαρξ συγκρούστηκε, όπως π.χ. με τον Προυντόν, αλλά αντιθέτως αποτελεί μία καινοφανή ανάλυση επηρεασμένη καίρια από ένα εσχατολογικό πλαίσιο θέασης της ιστορίας που εντοπίζουμε πριν στον «δάσκαλό» του Χέγκελ.[viii]

Βέβαια, όπως κάθε προϊόν ενός δεδομένου πολιτισμού στην πορεία του χρόνου έτσι και η φιλοσοφία του Μαρξ ως ένα βαθμό «αλλοτριώθηκε» μέσω κάποιων «συνεχιστών» του και συνδέθηκε με την ανάδυση μίας νέας μορφής μονολιθικής γραφειοκρατίας, η οποία στο τέλος απλά επιδίωξε τη διατήρησή της στην εξουσία και όχι τόσο το να αναβαθμίσει τη ζωή των πρώην καταπιεσμένων, όπως δίδασκε συνετά το μαρξικό έργο.

Ιδιαίτερα στη Ρωσία, μετά την αποτίναξη του τσαρικού ζυγού και του εκεί Ancien Regime, από την επαναστατική κομματική ομάδα των Μπολσεβίκων, εν τέλει το νέο και αρχικά όντως επαναστατικό καθεστώς κατέπεσε στα εξής σφάλματα: α) προσωπολατρία και ανάπτυξη ενός αρτηριοσκληρωτικού γραφειοκρατικού μηχανισμού, β) υποβάθμιση της ελεύθερης σκέψης και των ιδεολογικών ζυμώσεων ή μετατροπής τους σε προπαγανδιστικά μέσα κατοχύρωσης των όποιων κυβερνητικών πολιτικών και τέλος γ) μετατροπή του προλεταριάτου σε όργανο αποδοχής εντολών από μία «επαναστατική ελίτ». Τα παραπάνω φαινόμενα συνδέθηκαν στην πράξη με τη διατήρηση αντιδραστικών δομών του προηγούμενο καθεστώτος, όπως η μυστική αστυνομία (και άλλες παρόμοιες κρατικές υπηρεσίες) και βεβαίως τα γκουλάγκ – προορισμένα τόσο για εξω-κινηματικούς όσο και (κυρίως) εσω-κινηματικούς «αντιφρονούντες».[ix]

Τέλος, αν και ο Παπαϊωάννου άσκησε δριμεία κριτική στη συγκεκριμένη πρόσληψη του μαρξικού στοχασμού, η κριτική του δεν είχε καμία σχέση με την πολλές φορές υποκριτική και ψυχροπολεμική λογική διάφορων δυτικών διανοουμένων της εποχής του. Αντιθέτως, σε αντίθεση με αυτούς καυτηρίασε την παθητικοποίηση της «μάζας» και την οπισθοχώρηση του δημοκρατικού συμμετοχικού προτάγματος και στο Δυτικό Μπλοκ, αντιπροτείνοντας τόσο στον ολοκληρωτισμό όσο και στην καταναλωτική ραστώνη μία νέα μορφή ενδοκοσμικής συνείδησης του τραγικού για τον άνθρωπο, η οποία θα τον οδηγούσε σε μία νέα ισορροπία με τον Κόσμο.[x]

Ο γλαφυρός και τεκμηριωμένος λόγος της Παναγιώτας Βάσση μάς προσφέρει μια απολαυστική καταβύθιση στον πυρήνα της σκέψης του Παπαϊωάννου. Η «φιλοσοφική βιογραφία» του στοχαστή που συνέγραψε, για να την αποκαλέσουμε έτσι, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα και βαθύτερα όχι μόνο το έργο του, αλλά και τα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών.

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[i] Νίκος Σέργης, Από τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στην Ιστορία της Φιλοσοφίας: ο Κώστας Παπαϊωάννου απέναντι στον «μηδενισμό του Πνεύματος», Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006.
[ii] Παναγιώτα Φ. Βάσση, Ο «πολιτικός άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊώαννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015, σελ. 22, 24. Επίσης για την κατάδειξη της γόνιμης ώσμωσης της αρχαίας φιλοσοφίας με τη σκέψη του φιλοσόφου, καθώς και για τη γενικότερη οπτική του περί της κλασικής αρχαιότητας, σε σύγκριση πολλές φορές με το δυτικό πολιτισμικό υπόδειγμα, βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Φιλοσοφικά Μελετήματα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2016, του ιδίου, Κόσμος και Ιστορία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθηνά 2000 και τέλος πάλι του ιδίου, Η αποθέωση της Ιστορίας, μτφρ. Σπύρος Κακουριώτης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992.
[iii] Στο ίδιο, σελ. 25-30, 51, passim.
[iv] Στο ίδιο, σελ. 34-36, 41-44, 48, 52-58, 88, passim.
[v] Στο ίδιο, σελ. 50-51, 100-102, passim. Για την έννοια της «μάζας» σύμφωνα με την ορολογία του φιλοσόφου, βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Μάζα και Ιστορία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2003.
[vi] Στο ίδιο, σελ. 109-125, passim.
[vii] Στο ίδιο, σελ. 136-149, 175, passim.
[viii] Στο ίδιο, σελ. 158-166, passim.
[ix] Στο ίδιο, σελ. 179-196, passim. Ενδεικτικά κάποια έργα του στοχαστή για τη φιλοσοφία του Μαρξ και τη σχέση του με τις μεταγενέστερες προσλήψεις του έργου του, βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Ο διάλογος Μαρξ-Χέγκελ, τ. 1-2, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1990-1994, του ιδίου Η γέννηση του Ολοκληρωτισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2017, και τέλος πάλι του ιδίου Μαρξ και Μαρξισμός, τ.1-2, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009-2012.
[x] Στο ίδιο, σελ. 217-219, passim.

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.