Ο πρωτογονισμός του «ασύλου», του Χρήστου Γιανναρά

Ο Μπαμπινιώτης ορίζει: «Λειτουργικός αναλφαβητισμός είναι η ελλιπής γνώση της μητρικής γλώσσας (λεξιλογίου, γραμματικής κ.λπ.) που μειώνει την ικανότητα και αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας. Γενικότερα, είναι η άγνοια στοιχείων που επιτρέπουν σε κάποιον να προσανατολίζεται σωστά στην κοινωνία, να κατανοεί τον κόσμο και την εποχή του επαρκώς».

Το αντίστοιχο λήμμα στο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, της Ακαδημίας Αθηνών, λέει για τον λειτουργικό αναλφαβητισμό: «Είναι η έλλειψη βασικών δεξιοτήτων που σχετίζονται με το διάβασμα, το γράψιμο και την αρίθμηση, προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποιος τα προβλήματα της καθημερινής ζωής».

Και οι δυο αυτοί λεξικολογικοί ορισμοί παραπέμπουν σε ένα κρίσιμο κοινωνικό σύμπτωμα: Στην περίπτωση ατόμων ή περιθωριακών μειονοτικών ομάδων, που αδυνατούν να κατανοήσουν τις λέξεις της καθημερινής γλώσσας με το νόημα που τους αποδίδει η ετυμολογική τους σύσταση, η ιστορική τους χρήση και η κοινωνική πρακτική. Καταλαβαίνουμε όλοι ότι η ζωή δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κώδικα κοινής συνεννόησης, είναι αδύνατο να κοινωνηθούν οι ανάγκες, να υπάρξει συλλογικός βίος, αδύνατο να συνεννοηθούμε για τα κοινά μας προβλήματα, χωρίς επαρκή γλωσσική κατάρτιση.

Ομως η διδασκαλία των λεγόμενων «γλωσσικών μαθημάτων» στο σχολείο υποβαθμίζεται θελημένα, προγραμματικά και ακατάσχετα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ωσάν να μην έχει αντιληφθεί η ελλαδική κοινωνία ότι άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη, άβουλος και αστόχαστος, έρμαιο των ενστίκτων του και της κάθε προπαγάνδας. Για να είναι αρεστή μόνο και όχι οικοδομητική και καρποφόρα η εκπαιδευτική πολιτική κάθε κυβέρνησης, ευτελίζονται τα γλωσσικά μαθήματα – τα παιδιά ασκούνται σε παιγνιώδεις εκφραστικές επιλογές, δεν μαθαίνουν πουθενά πώς χτίζεται μια αποδεικτική σύνθεση, πώς συγκροτείται ένα επιχείρημα, πώς κρίνεται η γνωστική βεβαιότητα και διαφέρει από την απατηλή εντύπωση.

Τα κόμματα και η αγορά θέλουν άσκεφτους καταναλωτές εντυπώσεων, με καταργημένη τη σκέψη, την κρίση, τη θέληση. Διερωτηθήκαμε ποτέ, γιατί αυτό το αστρονομικό κόστος κάθε μέρα ενός δεύτερου, «αθλητικού» δελτίου ειδήσεων σε κάθε κανάλι. Γιατί απλόχωρες και λαμπρές εγκαταστάσεις γηπέδων δίπλα σε τρισάθλια σχολικά κτίρια ή σε υπερμεγέθη σχολεία – στρατώνες, εφιάλτες για την παιδική ψυχολογία. Δεν πονηρευόμαστε ότι είναι για τους ίδιους λόγους, που κάθε κυβέρνηση δίνει άδειες λειτουργίας σε περίπου τριάντα τηλεοπτικά κανάλια και σε πολλαπλάσια ραδιόφωνα, μόνο για να πουλάνε μικρο-πραμάτειες της συμφοράς και της ντροπής – εικόνα όχι τριτοκοσμική, αλλά εσκεμμένης καφρίλας, συλλογικής ευτέλειας και εκβαρβάρωσης.

Η εξηλιθίωση των «μαζών» ποιον συμφέρει; Ολοφάνερα και αποκλειστικά: τους πολιτικούς και την αγορά. Θέλουν και οι δυο τον οπαδό ή τον καταναλωτή ηλίθιο, έρμαιο των εντυπώσεων. Δίχως γλώσσα, δηλαδή δίχως σκέψη και κρίση, να του υπαγορεύουν «πληροφόρηση» και «απόψεις» η προπαγάνδα και η διαφήμιση. Τόσο στη θεσμική συγκρότηση όσο και στη λειτουργία της σχολικής και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης θεωρείται «προοδευτικός» ο μηδενισμός της συνεννόησης, η ανυπαρξία σχέσεων κοινωνίας, αυτονόητη η βία επιβολής της ατομοκεντρικής ασυδοσίας. Και όχι απλώς θεωρείται. Γίνεται όπλο μάχης ο «λειτουργικός αναλφαβητισμός», μπαϊράκι για την επιθετική κατάργηση της κοινωνικής συνοχής, για την έμπρακτη ακύρωση του οποιουδήποτε κώδικα συνεννόησης.

Τι σημαίνει η λέξη «δικαίωμα», με ποιο νόημα την προίκισε η ετυμολογική της σύσταση, η ιστορική της χρήση, η κοινωνική πρακτική; «Δικαίωμα» ονομάζουμε την ατομική αξίωση που κατοχυρώνεται από κάποιο θεσμοθετημένο Δίκαιο. Ενας, συμφωνημένος από όλους, Κώδικας Δικαίου κατοχυρώνει τις ατομικές απαιτήσεις, τις καθιστά «εξαναγκαστές κατά πάντων», περιορίζοντας –  οριοθετώντας όμως την αμετρία της εγωκεντρικής αυθαιρεσίας.

Μεταφερθείτε τώρα στην τρέχουσα νεοελληνική καρικατούρα: Ο εντεταλμένος θεσμός εφαρμογής του κοινωνικού Δικαίου (η αστυνομία) εντοπίζει μέσα σε χώρους ιδρύματος κοινωνικού (σε πανεπιστήμιο) συγκεντρωμένο υλικό, προορισμένο για την τέλεση κακουργημάτων (τραυματισμό ή και θανάτωση συνανθρώπων). Η στοιχειώδης λογική απαιτεί ανίχνευση – έρευνα, αστυνομική και διοικητική, η πρυτανεία κρίνει ότι απαιτείται διακοπή της λειτουργίας του πανεπιστημίου για μια εβδομάδα.

Κάποια ομάδα φοιτητών διαφωνεί με την απόφαση της πρυτανείας. Δεν διαδηλώνουν τη διαφωνία τους ούτε την καταθέτουν με γραπτό κείμενο. Σπάζουν τις κλειδαριές και προχωρούν σε «κατάληψη» του πανεπιστημιακού κτιρίου. Πώς δικαιολογούν την αυθαιρεσία τους; Μπήκε, λένε, η αστυνομία στο πανεπιστήμιο, επομένως παραβιάστηκε το ακαδημαϊκό «άσυλο»! Τι είναι το «άσυλο»; Δεν έχουν ορισμό, δεν καταλαβαίνουν. Ο πρωτογονισμός τους προβάλλει την ενστικτώδη επιθυμία, όχι τη λογική διασάφηση. «Ασυλο θα πει, να μην μπαίνει ποτέ η αστυνομία στο πανεπιστήμιο, ούτε για να αναχαιτίσει έγκλημα» – αυτό ορίζει ο πρωτογονισμός.

Ποιος θα τους διδάξει, τώρα πια, τη στοιχειώδη λογική των ορισμών; Ασυλο λέμε την κατασφάλιση της ελευθερίας του λόγου στα πανεπιστήμια: να είναι ανεμπόδιστη η διακίνηση οποιωνδήποτε απόψεων –  ιδεών – προτάσεων, όσων δεν καταργούν αυτή την ελευθερία. Είναι πολύ αργά για να το καταλάβουν οι λειτουργικώς αναλφάβητοι. Εξάλλου, με το σπάσιμο της κλειδαριάς άρχισε αμέσως το τηλεοπτικό σόου: Κατέφθασε σωρηδόν η θλιβερή πλεμπάγια από ζήτουλες τηλεοπτικής δημοσιότητας, έστω και εξευτελιστικής. Είναι χρέος ελπίδας να χαραχτούν τα ονόματα στη μνήμη των πολιτών – έχει μνήμη η συλλογική αξιοπρέπεια: Θεανώ Φωτίου, Νίκος Φίλης, Σοφία Σακοράφα, και θλιβερός κομπάρσος από τη Βουλή, ο Κώστας Μάρκου.

Ανεξάληπτη ντροπή και απύθμενη αχρειότητα ο βανδαλισμός της λέξης άσυλο, ακαδημαϊκό.

Επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά στην εφημερίδα Καθημερινή στις 24/11/2019

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.