Ο πρώτος βενετο – οθωμανικός πόλεμος (1463-1479)

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 32-35.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Ο πόλεμος είχε όλα τα τυπικά γνωρίσματα σύγκρουσης των δύο δυνάμεων, με ιδιαιτερότητες την ασυνήθιστη μεγάλη διάρκειά του και την αδυναμία της Βενετίας να βρει οποιονδήποτε σημαντικό σύμμαχο στην ευρωπαϊκή ή την ασιατική ήπειρο, παρά τις επαφές που είχε με την Ουγγαρία, τον Ουζούν Χασάν και άλλους. Ο πόλεμος ήταν μια σειρά αψιμαχιών κυρίως στην Πελοπόννησο ανάμεσα σε ολιγάριθμες στρατιωτικές δυνάμεις συχνά αποτελούμενες από ελληνόφωνους ή αλβανόφωνους χριστιανούς και για τα δύο στρατόπεδα, η δε μακρά διάρκειά του είναι φαινομενική καθώς τα τελευταία εννέα έτη δεν διεξάγονταν επιχειρήσεις άξιες λόγου, παρά μόνο στο αλβανικό μέτωπο.


Η αφορμή, ως συνήθως ασήμαντη και ιδιωτικού χαρακτήρα, ήταν η δραπέτευση δούλου ενός Οθωμανού αξιωματούχου της Αθήνας το 1463 και η καταφυγή του στη βενετική Μεθώνη. Φαίνεται ότι το αρχικό ενδιαφέρον της Πύλης δεν ήταν η Πελοπόννησος αλλά οι ακτές της Δαλματίας και η Βοσνία, την οποία κατέλαβε μέσα στον πρώτο χρόνο του πολέμου. Στην Πελοπόννησο ο πόλεμος πήρε γρήγορα τη μορφή αμοιβαίων επιδρομών και πολιορκιών μικρών πόλεων της χερσονήσου. Το περιορισμένο ενδιαφέρον του Μεχμέτ για τις επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο αντανακλάται στην ανάθεση της διεύθυνσής τους στον εκάστοτε διοικητή της χερσονήσου και στην προσωπική του ενασχόληση αποκλειστικά με το μέτωπο της Βοσνίας. Στα πρώτα χρόνια ξεχώρισε ως αρχηγός των οθωμανικών δυνάμεων ο προαναφερθείς Ομάρ, ενώ ενεργή συμμετοχή από το 1465 στο πλευρό των Οθωμανών είχε ο Ασάνης Ματθαίος, αδελφός της συζύγου του Δημητρίου Παλαιολόγου.

Αποτέλεσμα εικόνας για α Βενετοτουρκικός πόλεμος


Ο πόλεμος ξεκίνησε με την κατάληψη του Άργους από οθωμανική στρατιωτική δύναμη σε συνεργασία με κατοίκους της κωμόπολης, η οποία όμως γρήγορα ανακαταλήφθηκε από τους Βενετούς. Το επιτελικό σχέδιο του Βενετού ναυάρχου Alvise Loredano είχε επιθετικό χαρακτήρα και προέβλεπε ολοκληρωτική εκδίωξη των Οθωμανών από την Πελοπόννησο. Οι Βενετοί είχαν γρήγορες και εύκολες επιτυχίες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους του πολέμου, γινόμενοι κύριοι του μεγαλύτερου μέρους της υπαίθρου χώρας. Τα πράγματα δυσκόλεψαν για αυτούς όταν ανέλαβαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου και του Μιστρά, επιχειρήσεις για τις οποίες δεν διέθεταν ούτε κατάλληλο πυροβολικό ούτε επαρκείς αριθμητικές δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις έληξαν άδοξα, στη δε πολιορκία του Ακροκορίνθου σκοτώθηκε ο Loredano, τη θέση του οποίου ως αρχηγού των βενετικών στρατευμάτων πήρε ο προβλεπτής Barbarigo.

Ο βενετικός στρατός ήταν μισθοφορικός, επικεφαλής του οποίου ήταν κατά διαστήματα διάσημοι αρχηγοί μισθοφόρων της εποχής, γνωστοί ως κοντοτιέροι, όπως ο Bertoldo d’ Este, και ο γνωστός ηγεμόνας του Rimini και ειδωλολάτρης λόγιος Sigismondo Pandolfo Malatesta. Ιδιαίτερα σημαντική θέση στα επιτελικά σχέδια των Βενετών στρατηγών είχαν οι ντόπιοι Έλληνες και Αλβανοί τοπάρχες, οι οποίοι επικεφαλής ατάκτων ελαφρών ιππικών σωμάτων αναλάμβαναν τις καταδρομικές επιχειρήσεις. Έχοντας ως βάση κυρίως τη Μάνη και διάσημους αρχηγούς, όπως τον Πέτρο Μπούα, τους Μιχάλη και Νικόλαο Ράλλη, τον Νικόλαο Γρίτζα, και τους Κορκόδειλο και Πέτρο Κλαδά, εξορμούσαν σε όλη την Πελοπόννησο σπέρνοντας τον τρόμο στους εχθρούς τους. Στις πηγές είναι γνωστοί ως stradioti, το αντίστοιχο των Οθωμανών καταδρομέων akıncı με τους οποίους μοιράζονταν πολλά κοινά στον οπλισμό και την τακτική.

Αποτέλεσμα εικόνας για α βενετοτουρκικος πολεμος


Το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι Βενετοί ήταν η ελλιπής μισθοδοσία, η οποία ανάγκαζε τα μισθοφορικά στρατεύματα και τους stradioti να εκτρέπονται σε λεηλασίες σε βάρος των αμάχων, σε λιποταξίες ή και σε προσχώρηση στον εχθρό. Σημαντικές απώλειες στα στρατεύματα και των δύο εμπολέμων προκάλεσε λοιμός που ενέσκηψε στη χερσόνησο το 1464, ενώ και ο λιμός σταδιακά και σταθερά έκανε την εμφάνισή του το 1465 και κυρίως το 1466 δοκιμάζοντας την πίστη των Πελοποννησίων στη Βενετία. Η κατάσταση μέσα στο 1466 άρχισε να μεταστρέφεται υπέρ των Οθωμανών, οι οποίοι έγιναν κύριοι όλης της πελοποννησιακής υπαίθρου. Αυξήθηκαν οι προσχωρήσεις Ελλήνων και Αλβανών στο οθωμανικό στρατόπεδο, ενώ Βενετοί αρχηγοί, όπως ο Malatesta, όλο και συχνότερα ζητούσαν να ανακληθούν στην Ιταλία ή αποχώρησαν από τον ελλαδικό χώρο με δική τους πρωτοβουλία, απογοητευμένοι από την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Βασική αιτία αυτής της δυσμενούς τροπής ήταν η προαναφερθείσα αδυναμία της Βενετίας να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο, και η επακόλουθη πλήρης κατάρρευση του συστήματος επιμελητείας των εκστρατευτικού σώματός της.


Ο Barbarigo για να σώσει την κατάσταση το καλοκαίρι του 1466 προχώρησε σε μια ακόμη καταστροφική για τους Βενετούς πολιορκία, επιχειρώντας να καταλάβει την Πάτρα. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων βρήκε το θάνατο τόσο ο ίδιος ο Barbarigo όσο και ο συνεργάτης του Μιχαήλ Ράλλης. Την ίδια χρονιά, οι Βενετοί γνώρισαν σειρά νέων ηττών στην Καλαμάτα και στην Πάτρα, οι οποίες κατέδειξαν την αδυναμία τους να αναλάβουν επιθετικές πρωτοβουλίες και να βελτιώσουν τις θέσεις τους στη χερσόνησο. Έτσι, αναγκαστικά υιοθέτησαν αμυντικό δόγμα, το οποίο όμως ήταν και αυτό αναποτελεσματικό, όπως φαίνεται από τη συνεχή απώλεια οχυρών και κάστρων.

Αποτέλεσμα εικόνας για first turk venice war


Άξια μνείας ήταν η σταυροφορική προσπάθεια του πάπα Πίου Β΄ κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου του πολέμου, εγχείρημα το οποίο αν και άφησε αδιάφορες τις ευρωπαϊκές δυναστείες και κυβερνήσεις συγκίνησε δεκάδες χιλιάδες απλούς ανθρώπους, όπως ακριβώς και η πρώτη σταυροφορία τον 11ο αιώνα. Όλοι αυτοί ασύντακτοι συγκεντρώθηκαν στην Αγκώνα, έτοιμοι να περάσουν στα Βαλκάνια με τη βοήθεια του βενετικού στόλου. Η σταυροφορία δεν ξεκίνησε ποτέ εξαιτίας του θανάτου του πάπα λίγο πριν την άφιξη του στόλου. Ενδιαφέρουσα συνέπεια αυτής της συγκυρίας ήταν η υποψηφιότητα του Έλληνα καρδινάλιου Βησσαρίων για τη θέση του εκλιπόντος πάπα, ο οποίος αν και συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες να είναι ο διάδοχός του Πίου δεν κατάφερε να εκλεγεί στο θρόνο του ποντίφικα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πίος Β
πάπας Πίος Β΄


Όπως προαναφέρθηκε, το στρατηγικό πλεονέκτημα των Βενετών εντοπιζόταν στη θάλασσα και στον ισχυρό στόλο της, βάση του οποίου ήταν η οχυρή Χαλκίδα. Καθώς ο ναύαρχος του στόλου Nicolo Canale δεν είχε ουσιαστικό αντίπαλο να αντιμετωπίσει σε τακτική αναμέτρηση είχε ως βασικό έργο του την επίβλεψη των παραλίων της Πελοποννήσου και τη διενέργεια καταδρομικών επιδρομών στο Αιγαίο. Το 1466 ο Canale κατέλαβε τα στρατηγικής σημασίας νησιά της Ίμβρου και της Τενέδου και τον Αίνο στη Θράκη. Είναι πιθανό ότι ο Μεχμέτ φοβήθηκε αποκλεισμό ή ακόμη και ναυτική επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης από τον ανεξέλεγκτο βενετικό στόλο, και δεδομένου ότι δεν ήταν εφικτό να τον κατανικήσει σε ναυμαχία αποφάσισε να εξουδετερώσει τη βάση του. Εξάλλου, η κατάληψη της Χαλκίδας και της νήσου της Εύβοιας ήταν αναγκαία για την εδραίωση της πρόσφατα επιβληθείσας οθωμανικής κυριαρχίας στη Στερεά Ελλάδα. Η Χαλκίδα πολιορκήθηκε από ξηρά και θάλασσα στα μέσα του 1470, ενώ ο βενετικός στόλος ναυλοχούσε στην Κρήτη.

Παρά την ηρωική αντίσταση της βενετικής φρουράς, και των μεγάλων οθωμανικών απωλειών, η πόλη καταλήφθηκε στις 12 Ιουλίου και ακολούθησε γενική σφαγή των ντόπιων και των Βενετών κατοίκων της. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, ο βενετικός στόλος παρακολουθούσε άπραγος τις μάχες από τη βόρεια Εύβοια όπου είχε αράξει, φοβούμενος να εισέλθει στο στενό ευβοϊκό κόλπο. Όπως φαίνεται από μαρτυρίες της εποχής, η κατάληψη της Χαλκίδας κλόνισε ηθικά τους Δυτικούς περισσότερο από ότι η Άλωση, ενώ για τη Βενετία ήταν μια βαριά στρατιωτική ήττα, δεδομένου ότι η Χαλκίδα θεωρούνταν η σημαντικότερη κτήση της στην Ανατολή. Στα πλαίσια της πανευρωπαϊκής αναστάτωσης που προκάλεσε η είδηση της βενετικής ήττας εντάσσονται οι επαφές των Βενετών, του πάπα και της Ουγγαρίας με τον Ουζούν Χασάν το 1471 για κοινό αντι-οθωμανικό μέτωπο.

Τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης, ο πόλεμος περιορίστηκε σε καταδρομικές επιχειρήσεις του βενετικού στόλου, συνεπικουρούμενου από μοίρες του παπικού κράτους, του βασιλείου της Νεάπολης και των Ιωαννιτών ιπποτών, στο Αιγαίο και τις μικρασιατικές ακτές. Η κατάληψη και πυρπόληση της Σμύρνης το 1472 και η κατάληψη της Λήμνου το 1477 ήταν τα σημαντικότερα περιστατικά αυτού του ανορθόδοξου και όχι ιδιαίτερα εντατικού αγώνα. Η ουσιαστική εγκατάλειψη του μετώπου της Πελοποννήσου αλλά και η πλημμελής ενασχόληση με το θαλάσσιο πόλεμο οφείλονταν στη μετατόπιση του κέντρου βάρους των επιχειρήσεων στην Αλβανία, όπου ο Καστριώτης είχε κληροδοτήσει τις κτήσεις του στη Βενετία. Η περιοχή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πύλη, και ενόψει της ενισχυμένης βενετικής παρουσίας σε αυτήν, η οθωμανική επιθετικότητα εντάθηκε. Βασικός στρατιωτικός στόχος ήταν τα τρία βασικά φρούρια της βόρειας Αλβανίας, το Δυρράχιο, η δυσπρόσιτη Κρόϊα και η Σκόδρα. Το 1467 οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Δυρράχιο˙ η Κρόϊα, η οποία πολιορκούνταν σε όλη τη διάρκεια του βενετο-οθωμανικού πολέμου παραδόθηκε εξαιτίας λιμού, ενώ από το 1474 άρχισε η πολιορκία της Σκόδρας, η οποία συνεχίστηκε ως το τέλος του πολέμου – από το 1478 υπό την προσωπική διεύθυνση του σουλτάνου. Παράλληλα, ο Μεχμέτ εξαπόλυσε τους Βόσνιους συμμάχους του σε ιδιαίτερα βίαιες επιδρομές στη βόρεια Ιταλία, σκορπώντας τον τρόμο και κλονίζοντας το ηθικό του άμαχου πληθυσμού.


Με μεγάλη καθυστέρηση, αν ληφθεί υπόψη η βενετική οικονομική και στρατιωτική εξασθένηση και η οθωμανική απροθυμία για ανάληψη μεγάλων επιχειρήσεων, υπογράφτηκε στις 25 Ιανουαρίου 1479 συνθήκη ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τους όρους της οι δύο αντίπαλοι εγκατέλειψαν τις θέσεις που είχαν καταλάβει κατά τη διάρκεια των μαχών σε Πελοπόννησο, Αλβανία και Δαλματία με εξαίρεση τη Σκόδρα, την Κρόϊα, την Εύβοια και τη Μέσα Μάνη τις οποίες διατηρούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. H Βενετία ανανέωσε τα εμπορικά προνόμιά της, κυρίως αυτό της ελεύθερης διακίνησης των εμπόρων της στην οθωμανική Ανατολή, έναντι ετήσιας καταβολής 10.000 δουκάτων. Επιπλέον, είχε το δικαίωμα να διατηρεί πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Οι όροι της συνθήκης βελτιώθηκαν με νέα συνθήκη που υπέγραψαν στις 16 Ιανουαρίου 1482 ο ειδικός απεσταλμένος της Βενετίας στην Πύλη Antonio Vitturi και ο επόμενος σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄. Η συνθήκη ακύρωνε τα οικονομικά ανταλλάγματα των βενετικών εμπορικών προνομίων και όριζε μειωμένους δασμούς για τα βενετικά εμπορεύματα στις οθωμανικές σκάλες.


Ο πόλεμος άφησε αρκετά ζητήματα σε εκκρεμότητα, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν η επιθυμία και των δύο πρώην αντιπάλων να απαλλαγούν από ντόπια άτακτα στρατεύματα που είχαν χρησιμοποιήσει. Το πρόβλημα ήταν περισσότερο οξύ για τους Βενετούς, καθώς οι σημαντικότεροι αρχηγοί stradioti μαζί με τους άνδρες τους έπρεπε να μεταφερθούν στην Ιταλία, όπου τα βενετικά συμφέροντα απειλούνταν, ή να μετοικήσουν σε άλλες βενετικές κτήσεις της Ανατολής. Αν το εγχείρημα πέτυχε για κάποιους από αυτούς τους τοπάρχες, περίπλοκες καταστάσεις προέκυψαν από την άρνηση άλλων να δεχθούν τις προσφερόμενες θέσεις και την εκβιαστική εμμονή τους να μην αναγνωρίζουν τη συνθήκη ειρήνης. Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν αυτή του Κορκόδειλου Κλαδά, ο οποίος αρνούμενος να συμβιβαστεί με τις εκτάσεις γης που του προσφέρθηκαν στην περιοχή της Κορώνης από τον προβλεπτή της θάλασσας Ιερώνυμο Μοροζίνι, ξεκίνησε επανάσταση από τη Μάνη τον Οκτώβριο 1480 εναντίον της οθωμανικής εξουσίας, προκαλώντας την οργή των Βενετών ιθυνόντων και την επικήρυξή του από τη Γερουσία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Κροκόδειλος Κλαδάς

Παράλληλη εξέγερση κατά του Βενετού διοικητή του Ναυπλίου Minio άρχισε ο Θεόδωρος Μπούα, ως αντίδραση στην απόλυσή του από τη βενετική υπηρεσία, και σε συνεργασία με τον Μέξα Μποζίκη, επιχείρησε να διασχίσει διαγώνια την Πελοπόννησο και να ενωθεί με τον Κλαδά. Η εξέγερση του Κλαδά διήρκεσε μερικούς μήνες και έληξε τον Απρίλιο 1481, όταν ο Οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου, επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος 10.000 ανδρών, εισέβαλε στη Μάνη, ανάγκασε τον Κλαδά να φυγαδευτεί με τη βοήθεια αραγωνικού πλοίου και τους κατοίκους της Μάνης να δεχτούν τη σουλτανική εξουσία.


Όπως έχει ήδη τονιστεί, οι μεγάλοι ζημιωμένοι των συμμαχικών σχέσεων με τη Βενετία ήταν τα αδύναμα μέρη, τα οποία εγκαταλείπονταν στο έλεος των Οθωμανών. Αυτή ήταν η περίπτωση στα 1479 της φεουδαλικής οικογενειακής ηγεμονίας των Τόκκων η οποία κατείχε ως κτήσεις της τα Ιόνια νησιά και τη Βόνιτσα, και τέλεσε σύμμαχος των Βενετών για πολλά χρόνια. Εντούτοις, η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης στη βενετο-οθωμανική συνθήκη του 1479 για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας του κράτους των Τόκκων σήμανε το τέλος της ύπαρξής του. Το καλοκαίρι του 1479, τα νησιά Λευκάδα, Κεφαλληνία, και Ιθάκη και η ηπειρωτική Βόνιτσα καταλήφθηκαν σχεδόν χωρίς αντίσταση από το διοικητή της Αυλώνας Γκεντίκ Αχμέτ Πασά. Μόνο στη Ζάκυνθο οι Οθωμανοί συνάντησαν αντίσταση από τον εγκατεστημένο εκεί Πέτρο Μπούα, ο οποίος τελικά παρέδωσε το νησί με συνθήκη.


Οι επόμενοι σύμμαχοι των Βενετών οι οποίοι θα αναγκάζονταν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους την οθωμανική επιθετικότητα ήταν οι Ιωαννίτες ιππότες. Το ιδιόμορφο πειρατικό σταυροφορικό κράτος τους στη Ρόδο, βρισκόμενο σε μόνιμη κατάσταση πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διενεργούσε διαρκείς επιδρομές στις απέναντι μικρασιατικές περιοχές και λεηλατούσε εμπορικά πλοία. Έτσι, η κατάληψη της νήσου αποτελούσε αναγκαιότητα για τους Οθωμανούς˙ οι Ιππότες αποτελούσαν ανάχωμα στην ομαλή λειτουργία των εμπορικών δρόμων της ανατολικής Μεσογείου και δημιουργούσαν σοβαρά κωλύματα στην θαλάσσια επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με την Αλεξάνδρεια. Επιπλέον, η ανεξάρτητη και απειλούμενη ύπαρξη του τάγματος στο εσωτερικό της οθωμανικής επικράτειας αποτελούσε σταθερά ενεργό πρόσχημα και κάλεσμα για Δυτική σταυροφορία, και ταυτόχρονα ανοιχτή πρόκληση για τη μουσουλμανική κεντρική εξουσία, η οποία αν και έστελνε πιστούς να πολεμήσουν στην κεντρική Ευρώπη άφηνε ανοιχτό μέτωπο στα μετόπισθεν. Την ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος ανέλαβε ο μεγάλος βεζίρης Μεζίχ Παλαιολόγος, ο οποίος τον Μάιο 1480 αποβιβάστηκε στη Ρόδο και επί τρεις μήνες πολιόρκησε μάταια τη βαριά οχυρωμένη πρωτεύουσα των ιπποτών. Οι αποτυχημένες πολιορκίες της Ρόδου και του Βελιγραδίου αποτέλεσαν τις μοναδικές σοβαρές ήττες των Οθωμανών επί της βασιλείας του Μεχμέτ Β΄.


Μετά την αποτυχία της Ρόδου, ο Μεχμέτ στράφηκε και πάλι σε μεγαλόπνοα κατακτητικά σχέδια, ενεργοποιώντας ξανά την παλαιότερη φιλοδοξία για την άλωση της δεύτερης σημαντικότερης πόλης του χριστιανισμού, της Ρώμης. Έτσι, η είδηση της αποβίβασης στο Οτράντο οθωμανικού στρατεύματος με αρχηγό τον διάσημο Γκεντίκ Πασά στις 11 Αυγούστου 1481 και της κατάληψης της Απουλίας σκόρπισε τον τρόμο σε όλη την Ιταλία. Ακολούθησαν επιδρομές Οθωμανών στην ιταλική ύπαιθρο. Και ενώ ο πάπας ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Ρώμη και να καταφύγει στη Γαλλία, έγινε γνωστή η αιφνίδια αποχώρηση των Οθωμανών από την Ιταλία. Η φαινομενικά αδικαιολόγητη φυγή των Οθωμανών πανηγυρίστηκε στη Ρώμη ως νίκη των χριστιανών, αλλά στην πραγματικότητα οφειλόταν στο θάνατο του Μεχμέτ και στο νέο εμφύλιο που ξέσπασε ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.