Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός

Γράφει ο Γιώργος Τσερεβελάκης

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας του, στο Βυζάντιο γεννήθηκαν δύο «ουμανισμοί». Ο πρώτος άνθησε τον 9ο και 10ο αιώνα, με πρωτεργάτες τον Λέοντα τον Φιλόσοφο, τον Θεόδωρο Στουδίτη, τον πατριάρχη Φώτιο και τον Αρέθα. Αργότερα εμφανίστηκε ο ουμανισμός των Παλαιολόγων, τον 13ο και 14ο αιώνα, ο οποίος είχε προετοιμαστεί κατάλληλα από την εποχή των Κομνηνών.

Η οριστική εικόνα του Βυζαντίου μορφοποιήθηκε κατά τον μακραίωνο αγώνα κατά των Αράβων και τον μακροχρόνιο εσωτερικό θρησκευτικό πόλεμο, την Εικονομαχία. Σ’ αυτόν κέρδισε η εικονόφιλη μερίδα και μαζί της θριάμβευσε μια παράδοση που διατηρούσε ζωντανή την κληρονομιά του ελληνισμού. Από την άλλη πλευρά, η εικονομαχική μερίδα έδωσε την ώθηση για μια αμφισβήτηση της ουσίας του χριστιανικού ελληνισμού. Κανένα όμως από τα δύο μέρη, τους εικονολάτρες και τους εικονομάχους, δεν αδιαφόρησε ούτε έθεσε υπό αμφισβήτηση την αξία της παιδείας. Κάθε πλευρά είχε διαφορετική αντίληψη για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Εντούτοις, κανένα νέο σύστημα δεν θεσπίστηκε προς αντικατάσταση του παλαιού.

Δεν υπήρξε λοιπόν καμία διακοπή στη μετάδοση ή στην ενίσχυση της γνώσης. Γι’ αυτό το Βυζάντιο δεν βίωσε κανέναν σκοταδισμό, όπως άλλες χώρες. Δημόσια ανώτερη εκπαίδευση δεν υπήρχε, όπως μαρτυρούν οι πηγές. Την παράδοση της γνώσης την διατηρούσαν ορισμένα άτομα, που ήταν αυτοδίδακτα ή είχαν σπουδάσει με ιδιωτικούς δασκάλους. Τα πιο σημαντικά από αυτά εκείνη την περίοδο ήταν ο πατριάρχης Ταράσιος, οι Νικηφόρος και Θεόδωρος Στουδίτης, ο Ιωάννης Γραμματικός, ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός, ο Φώτιος, ο Κωνσταντίνος-Κύριλλος, ο Αρέθας και γενικότερα οι καθηγητές και οι εγκυκλοπαιδιστές του 10ου αιώνα.

Ο πατριάρχης Φώτιος
Ο πατριάρχης Φώτιος

Ο Λέων ο Φιλόσοφος και ο πατριάρχης Φώτιος

Ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός και ο πατριάρχης Φώτιος είναι δύο από τις πιο λαμπρές μορφές του πρώτου βυζαντινού ουμανισμού. Ο Λέων, αυτοδίδακτος και παθιασμένος για μάθηση, δεν υπήρξε επαναστατικός, δεν διέρρηξε δηλαδή τα παλαιά πρότυπα της γνώσης. Προσπάθησε όμως να ανακαλύψει ξανά το περιεχόμενό τους. Εντούτοις, δεν είχε τη δυνατότητα να προκαλέσει την αναγέννηση ενός γνήσιου ελληνισμού. Τα πράγματα όμως έλαβαν νέα μορφή χάρη στη θεμελιώδη συμβολή του πατριάρχη Φωτίου.

Ο Φώτιος ήταν ο θεμελιωτής του κλασικισμού στο Βυζάντιο. Το πρώτο του έργο ήταν το «Λεξικόν», μια συλλογή από περίπου 8.000 λήμματα λέξεων ή φράσεων που δυσκόλευαν τον Φώτιο κατά την ανάγνωση διαφόρων έργων. Άλλο έργο του είναι η «Βιβλιοθήκη» ή «Μυριόβιβλος», μια συλλογή 279 σημειώσεων εν είδει περίληψης για τα έργα που είχε διαβάσει. Ήσσονος σημασία έργο του είναι τα «Αμφιλόχια», περίπου 300 ερωτήσεις και απαντήσεις που έδωσε ο Φώτιος για κάποια θέματα. Στο συγκεκριμένο έργο προτάσσεται μια εισαγωγική επιστολή που απευθύνεται στον μητροπολίτη της Κυζίκου Αμφιλόχιο. Το μεγάλο πάθος όμως του Φωτίου ήταν η ρητορική. Έκανε σημαντικές παρατηρήσεις στο λεξιλόγιο, τη γλώσσα και τη σύνθεση. Άντλησε το υλικό του από συγγραφείς της αυτοκρατορικής εποχής και των πρώτων βυζαντινών αιώνων. Με αυτό τον τρόπο καθιέρωσε έναν τύπο παιδείας συντηρητικό, χωρίς κάποια δημιουργική πνοή. Την παιδεία αυτή την συμπλήρωσε με την προσφορά του Ορθόδοξου Χριστιανισμού.

Σκηνή διδασκαλίας από το χειρόγραφο της Ιστορίας, του Ιωάννη Σκυλίτζη
Σκηνή διδασκαλίας από το χειρόγραφο της Ιστορίας, του Ιωάννη Σκυλίτζη

Ο Αρέθας και οι διάδοχοί του

Το έργο του Αρέθα, που ακολούθησε, υπήρξε κατώτερο του έργου του Φωτίου. Ο Αρέθας, αρχιεπίσκοπος Καισαρείας από το 902, ασχολήθηκε με τη σύνταξη σχολίων και με άλλες εξηγητικές πραγματείες. Επειδή διακατεχόταν από ένα βαθύ ενδιαφέρον για την Κλασική Αρχαιότητα, συνέλεξε ένα πλήθος χειρογράφων, παρεμβάλλοντας πολλά σχόλια για τα κείμενα που περιέχονταν σ’ αυτά.

Γενικά, μετά την περίλαμπρη νίκη κατά των εικονομάχων, η Εκκλησία βρισκόταν σε θέση ισχύος και μπόρεσε να οικειοποιηθεί έναν τύπο ελληνισμού που της προσέφερε μεθόδους έκφρασης και κάποια φιλοσοφική διάσταση της γνώσης. Έτσι, οι σχολές και τα ανώτερα ιδρύματα πολλαπλασιάστηκαν και οι κρατικοί ιθύνοντες τα βοήθησαν και τα προστάτευσαν ποικιλοτρόπως.

Ο βυζαντινός εγκυκλοπαιδισμός του 9ου και του 10ου αιώνα ήταν ένας συστηματικός απολογισμός της συσσωρευμένης γνώσης και όχι ένα νέο ξεκίνημα για το μέλλον. Η αποθησαυρισμένη γνώση καθόρισε τη λειτουργία του παρελθόντος αναφορικά με την παιδεία στο Βυζάντιο: ήταν ένα σύστημα αναφοράς που αποκατέστησε την αντιστοιχία ανάμεσα στον χριστιανικό ελληνισμό και στον ειδωλολατρικό ελληνισμό. Ο 10ος αιώνας σηματοδότησε το τέλος της πρώτης από τις δύο μεγάλες περιόδους αναγέννησης των γραμμάτων στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία ολοκληρώθηκε ο κύκλος ενός ουμανισμού.

Ο πατριάρχης Φώτιος σε ώρα διδασκαλίας, μικρογραφία από την Ιστορία του Σκυλίτζη
Ο πατριάρχης Φώτιος σε ώρα διδασκαλίας, μικρογραφία από την Ιστορία του Σκυλίτζη

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πρώτου βυζαντινού ουμανισμού

Σε γενικές γραμμές, η παιδεία στον πρώτο βυζαντινό ουμανισμό είχε έναν διφορούμενο προσανατολισμό. Διακρινόταν από υπερβατικότητα και έναν τελετουργικό χαρακτήρα, που διοχετεύθηκε αβίαστα στον τομέα της ρητορικής. Έτσι, η παιδεία είχε ως στόχο τη δόμηση και την απόκτηση ενός υψηλού ύφους. Διαμορφώθηκε λοιπόν μια ρητορική με συμβάσεις δανεισμένες από τον κλασικό και τον αλεξανδρινό ελληνισμό. Έτσι, ο βυζαντινός ελληνισμός απέκτησε έναν δικό του τρόπο έκφρασης ο οποίος προοριζόταν για μυημένους, για ανθρώπους που γνώριζαν καλά το αντικείμενο και μπορούσαν να εντρυφήσουν στα νάματα της γνώσης. Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το πλαίσιο, τέθηκαν οι βάσεις για τη διαμόρφωση της γνήσιας βυζαντινής κουλτούρας.

Αφού τέθηκαν οι βάσεις του πνευματικού κινήματος τον 9ο αιώνα, κατά τον 10ο πραγματοποιήθηκε η επέκτασή τους, με την εγκυκλοπαιδική κίνηση να βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Κύριος εκπρόσωπός της ήταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος. Η ολοκλήρωση επήλθε με τη σύνταξη αλφαβητικών λεξικών και εγκυκλοπαιδειών. Η επιλεκτική συγκέντρωση και ταξινόμηση της γνώσης είχε ως αποτέλεσμα την απώθηση κάθε κριτικού πνεύματος, συμβάλλοντας στην απλή επανάληψη του αρχαίου κάλλους, και μόνο. Οι Βυζαντινοί στρατηγοί νικούσαν στα πεδία των μαχών τους Άραβες ή άλλους εχθρούς, αλλά όταν συνέτασσαν πραγματείες για την στρατιωτική τακτική, χαρακτήριζαν αρχαιοπρεπώς τους εχθρούς τους ως «Πέρσες» ή «Σκύθες». Η ζωντανή πραγματικότητα απουσιάζει από τα έργα τους. Πρόκειται δηλαδή για μια τελετουργική επανάληψη του παρελθόντος. Κάθε είδους νεωτερισμός ήταν απορριπτέος γιατί έτσι διασαλευόταν η θεία τάξη.

Εντούτοις, τα επιτεύγματα του εγκυκλοπαιδισμού έχουν έναν χαρακτήρα μεγαλείου, διότι το έργο που πραγματοποιήθηκε ήταν όντως τεράστιο σε έκταση και σημασία. Διασώθηκαν και διαφυλάχθηκαν πολλά και χρήσιμα έργα, διατηρήθηκε πολύτιμη γνώση και το Βυζάντιο έθεσε τις βάσεις συμφιλίωσης με το ελληνικό παρελθόν του που ήταν πια ακίνδυνο για την Αυτοκρατορία. Ο δρόμος ήταν πλέον ανοικτός για την πλήρη στροφή προς την Κλασική Αρχαιότητα και τη δημιουργική της μίμηση. Η εποχή των Κομνηνών αυτοκρατόρων (τέλη 11ου – τέλη 12ου αιώνα) θα αποτελούσε το πνευματικό εφαλτήριο για τη γέννηση του «δεύτερου ουμανισμού» στο ύστερο Βυζάντιο, εκείνου της περιόδου των Παλαιολόγων.

Βιβλιογραφία:

1) P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός (μτφρ. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου), Αθήνα 1985.
2) C. Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (μτφρ. Δημήτρης Τσουγκαράκης), Αθήνα 2002.
3) H.G. Beck, Η βυζαντινή χιλιετία (μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ), Αθήνα 2000.
4) Fr. Dvornik, Le schisme de Photius: Histoire et légende, Παρίσι1950.
5) Martin C. D’ Arcy: Humanism and Christianity, Νέα Υόρκη 1969.
6) Shaun Toupher, «The End of Photios», στο: The Reign of Leo VI (886–912): Politics and People, Εκδόσεις Brill, 1997.

HISTORICAL QUEST

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.