Ο πόλεμος της Ιεράς Συμμαχίας του Λίντς και η ανάκαμψη των Βενετών (1684-1699)

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 47-49.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο αποκορύφωμα της εδαφικής εξάπλωσής της το 1676, όταν με τη συνθήκη ειρήνης του Zurawno, η οποία έληξε τον οθωμανο-πολωνικό πόλεμο, η Ποδολία και η Ουκρανία πέρασαν σε οθωμανικό έλεγχο, το δε πολωνικό βασίλειο υποχρεώθηκε να πληρώσει φόρο υποτέλειας. Όμως, η κατάρρευση άρχισε πολύ γρήγορα. Μετά από μια σειρά ατυχών εκστρατειών του νέου μεγάλου βεζίρη Καρά Μουσταφά στην Ουκρανία κατά το διάστημα 1676-1681, η Πύλη αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την προτεραιότητα του ρωσικού ενδιαφέροντος στην περιοχή. Ακόμη περισσότερο καταστροφική ήταν η απόφαση του Καρά Μουσταφά να εκστρατεύσει εναντίον της Βιέννης την άνοιξη του 1683. Παρά την αριθμητική υπεροχή του οθωμανικού στρατού και την υποστήριξη του Ούγγρου πρίγκιπα Tekeli, οι Αυστριακοί υπό την ηγεσία του δούκα Καρόλου της Λωραίνης και τη στρατιωτική υποστήριξη του Πολωνού βασιλιά Σομπιέσκι νίκησαν τους Οθωμανούς και διέλυσαν την πολιορκία το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βενετοτουρκικός πόλεμος 1684


Η αποτυχία της πολιορκίας ενεργοποίησε τον επόμενο χρόνο μεγάλη ευρωπαϊκή αντεπίθεση, βασικό όχημα της οποίας ήταν η Ιερά Συμμαχία του Λιντς (Linz) ανάμεσα στην Αυστρία, στην Πολωνία, στη Βενετία και στη Ρωσία. Η συμμαχία είχε επιθετικό χαρακτήρα, όμως χωρίς κοινό επιτελικό σχέδιο και την κάθε χώρα να δρα στις ζώνες ενδιαφερόντων της. Έτσι, η Βενετία κινήθηκε στη νότια Βαλκανική και κυρίως στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, η Πολωνία στη Μολδαβία, η Αυστρία σε Ουγγαρία και Κροατία, και η Ρωσία στην Κριμαία. Πρόκειται για τη μοναδική αναμέτρηση των Οθωμανών με μια συμμαχία ευρωπαϊκών δυνάμεων με αρραγή συνοχή για δώδεκα έτη και πνεύμα ασυμβίβαστης επιθετικότητας.

Η διεξαγωγή των επιχειρήσεων ήταν καταστροφική για τους Οθωμανούς από την αρχή του πολέμου και η κακή τροπή των γεγονότων δε μεταβλήθηκε παρά την πραξικοπηματική εκθρόνιση του Μεχμέτ Δ΄ και την άνοδο στο θρόνο διαδοχικά τριών σουλτάνων, των Σουλεϊμάν Β΄ (1687-1691), Αχμέτ Β΄ (1691-1695) και Μουσταφά Β΄ (1695-1703). Οι Αυστριακοί συνέτριψαν τους Οθωμανούς στην πολύνεκρη μάχη του Μόχατς το 1687, και τον επόμενο χρόνο κατέλαβαν το Βελιγράδι. Η οθωμανική αντεπίθεση του 1690 αρχικά οδήγησε στην ανακατάληψη του Νις και του Βελιγραδίου, αλλά ανακόπηκε στην καταστροφική για τους Οθωμανούς μάχη του Slankamen.

Στο ανατολικό μέτωπο οι Ρώσοι κατέλαβαν το Αζώφ το 1696. Ο πόλεμος έληξε με την πλήρη κατατρόπωση των Οθωμανών από τους Αυστριακούς του πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας στην πολύνεκρη μάχη της Ζέντα το 1697, και την υπογραφή μετά από συνέδριο ειρήνης της συνθήκης του Κάρλοβιτς (Karlowitz) στις 26 Ιανουαρίου 1699. Η συνθήκη ήταν η πρώτη διπλωματική πράξη επικύρωσης στρατιωτικής ήττας των Οθωμανών και αντίστοιχων εδαφικών απωλειών, και με αυτή ενεργοποιήθηκε η αργή και σταδιακή εδαφική υποχώρηση της Πύλης από την Ευρώπη. Σύμφωνα με τα άρθρα της συνθήκης η Αυστρία προσάρτησε τη Σλαβονία, την Τρανσυλβανία και τη μισή Ουγγαρία, η Πολωνία την Ποδολία και τη δυτική Ουκρανία, η Βενετία την Πελοπόννησο, τη Λευκάδα την Αίγινα και διατήρησε τις κτήσεις της σε Δαλματία και Αλβανία. Η Ρωσία είχε αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις, αλλά υπέγραψε χωριστή συμφωνία στις 17 Ιουλίου 1700 με την οποία αποκτούσε το Αζώφ και μέρος της Ουκρανίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βενετοτουρκικός πόλεμος 1684


Ο νοτιοελλαδικός χώρος έγινε πεδίο ένοπλης αντιπαράθεσης στα πλαίσια της συμμετοχής της Βενετίας στην Ιερά Συμμαχία. Πρόκειται για τη μοναδική βενετο-οθωμανική σύγκρουση την οποία επιδίωξε, κήρυξε και κέρδισε η Βενετία, έστω με τη στήριξη μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τον πρώτο χρόνο του πολέμου ο Βενετός αρχιστράτηγος Φρανσέσκο Μοροζίνι περιορίστηκε σε ελάσσονες επιχειρήσεις ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν η κατάληψη της Λευκάδας (6 Αυγούστου 1684), οι επιδρομές στην Αιτωλοακαρνανία, η άλωση της Πρέβεζας (29 Σεπτεμβρίου), μια αποτυχημένη πολιορκία του κάστρου της Καβάλας και μια επιδρομή στην Κασσάνδρα. Την επόμενη χρονιά, ο Μοροζίνι προχώρησε στην εφαρμογή ενός καλά μελετημένου σχεδίου κατάληψης της Πελοποννήσου. Επικεφαλής ενός αξιόμαχου μισθοφορικού στρατεύματος 10.800 ανδρών, και με υπαρχηγό του τον γνωστό Σουηδό στρατηγό κόμη Wilhelm Königsmark, πέρασε από τη Ζάκυνθο στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1685.

Στην τριετία 1685-1687 ο βενετικός στρατός κυρίευσε όλα τα φρούρια της χερσονήσου με εξαίρεση τη Μονεμβασία, η οποία εξαναγκάσθηκε σε συνθηκολόγηση στις 17 Αυγούστου 1690. Οι νικηφόρες επιχειρήσεις του Μοροζίνι, γιορτάστηκαν με μεγαλοπρέπεια στη Βενετία και σκόρπισαν ενθουσιασμό στους χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου αλλά τρόμο στους αντίστοιχους μουσουλμάνους, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκατέλειψαν τη χερσόνησο.

Παράλληλα, οι Βενετοί επέκτειναν τις επιχειρήσεις τους στη δυτική Στερεά Ελλάδα σε συνεργασία με τους καπετάνιους αρματολικίων και ληστές της περιοχής. Όμως στην πραγματικότητα, το μόνο που πέτυχαν στην περιοχή ήταν γενικευμένο χάος, καθώς δε στήριξαν ουσιαστικά τις φιλοβενετικές διαθέσεις των ντόπιων πληθυσμών με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να είναι εύκολα εκτεθειμένοι στις αντεπιθέσεις των Οθωμανών και των ντόπιων συνεργατών τους. Έτσι το φαινόμενο ένοπλων ομάδων και ολόκληρων χωριών τα οποία διαρκώς μετακυλούσαν την υποστήριξή τους από το ένα στρατόπεδο στο άλλο ήταν ο κανόνας, γεγονός που δεν επέτρεψε την εδραίωση της βενετικής κυριαρχίας. Ακόμη, καθώς η περιοχή δεν τελούσε υπό τον πλήρη πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο κανενός, ήταν αναμενόμενη η έξαρση του ληστρικού φαινομένου στην ύπαιθρο και η δράση ένοπλων ομάδων, οι οποίες με το πρόσχημα της υπηρεσίας τους στις τάξεις ενός ή του άλλου εμπόλεμου, ασκούσαν λεηλατικές πρακτικές σε βάρος των απλών χωρικών.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βενετοτουρκικός πόλεμος 1684
Ο Μοροζίνι το 1687 βομβαρδίζει την Ακρόπολη


Για να μπορέσει να στηρίξει τις κατακτήσεις του στην Πελοπόννησο ο Μοροζίνι έκρινε αναγκαία την στρατιωτική κατοχή της Αττικής. Το Σεπτέμβριο του 1687 ο βενετικός στρατός πέρασε στον Πειραιά και στο διάστημα 23-29 Σεπτεμβρίου πολιόρκησε και βομβάρδισε την Ακρόπολη, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα για τα αρχαία μνημεία της. Παρά την παράδοση της οθωμανικής φρουράς της Ακρόπολης και τη στοιχειώδη οργάνωση της Αθήνας ως βενετικής κτήσης, η κατοχή της δεν μπορούσε να υποστηριχθεί στρατιωτικά από τα εξασθενημένα βενετικά στρατεύματα. Κατά την κρίση του Μοροζίνι, αυτό που είχε ανάγκη η βενετική στρατιωτική αποστολή ήταν μια βαριά οχυρωμένη θέση, ώστε οι επιδρομές των Οθωμανών από το Βορρά να μπορούν να αναχαιτιστούν. Έτσι ορίστηκε ως επόμενος στρατιωτικός στόχος η Χαλκίδα.

Τη μετακίνηση των βενετικών στρατευμάτων προς το Βορρά ακολούθησε εκκένωση της Αθήνας από τον άμαχο πληθυσμό της προς τα νησιά του Σαρωνικού, την Πελοπόννησο και άλλες βενετικές κτήσεις, και λεηλασία της έρημης πόλης αρχικά από τους Βενετούς, οι οποίοι την απογύμνωσαν από όσους αρχαίους θησαυρούς μπορούσαν να μεταφέρουν στην Ιταλία, και στη συνέχεια από τους Οθωμανούς. Τελικά, η εκστρατεία του Μοροζίνι είχε άδοξο τέλος, καθώς μεταξύ 23 Ιουλίου και 21 Οκτωβρίου 1688 οι Βενετοί ηττήθηκαν κάτω από τα τείχη της Χαλκίδας, με βαριές απώλειες, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό οφείλονταν σε πανώλη που ενέσκηψε στις τάξεις τους – ο ίδιος ο Königsmark πέθανε από την ασθένεια.


Ο πόλεμος στη συνέχεια, πήρε τη μορφή καταδρομών ατάκτων σωμάτων και από τα δύο στρατόπεδα, χωρίς μεγάλες μάχες εκ παρατάξεως ή μεταβολή των εδαφικών κτήσεων. Το κεντρικό πρόσωπο των επιχειρήσεων αυτών ήταν ο Λυμπεράκης Γερακάρης, πρώην πειρατής, παλιός συνεργάτης και νυν δέσμιος των Οθωμανών στη Κωνσταντινούπολη, ο οποίος ανέλαβε το έργο της καθυπόταξης της Πελοποννήσου. Αρχικά, ο μικρός στρατός του Γερακάρη ανέπτυξε δράση στην κεντρική και δυτική Στερεά Ελλάδα στα χρόνια 1689-1694, σκορπώντας τον τρόμο στους χωρικούς μιας γεωγραφικής ζώνης που εκτεινόταν από τα Σάλωνα ως το Μεσολόγγι και ερχόμενος σε σύγκρουση με τα τοπικά φιλοβενετικά ελληνικά και αλβανικά αρματολικά σώματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βενετοτουρκικός πόλεμος 1684

Με αυτό τον τρόπο, η βενετο-οθωμανική αναμέτρηση στην περιοχή μετατράπηκε σε σύγκρουση ελληνικών ατάκτων ένοπλων σωμάτων για λογαριασμό των δύο αντιπάλων. Σταδιακά από το 1692 και εξής, ο Γερακάρης επέκτεινε τη ζώνη των επιχειρήσεων του στην Πελοπόννησο, διασχίζοντας σε τακτική βάση την Κορινθία και εξαπολύοντας αλλεπάλληλα κύματα καταδρομικών επελάσεων ως το Λεοντάρι και την Τριπολιτσά. Οι επιδρομές προκαλούσαν τεράστιες ανθρώπινες και υλικές απώλειες στους ντόπιους πληθυσμούς, αποκρούονταν με δυσκολία κάθε φορά από ελληνο-βενετικές πολιτοφυλακές και μόνο η παρουσία του βενετικού στόλου στον νερά της Πελοποννήσου ανάγκαζε τον Γερακάρη σε αποχώρηση από τη χερσόνησο εξαιτίας του φόβου αποκλεισμού του από τις βάσεις του στη Στερεά Ελλάδα. Ο Γερακάρης διατηρούσε επαφές με τους Βενετούς σε όλη τη διάρκεια της δράσης του και τελικά το 1696 πέρασε στο βενετικό στρατόπεδο. Όμως οι ανεξέλεγκτες και τυχοδιωκτικές ενέργειές του, η άγρια λεηλασία της Άρτας από τον ιδιωτικό στρατό του και οι πιθανές παράλληλες επαφές που διατηρούσε με τους Οθωμανούς ανάγκασαν τους Βενετούς να τον συλλάβουν και να τον μεταφέρουν αρχικά στο Ναύπλιο και μετά στη Μπρέσια.

Ο πόλεμος ανάμεσα σε ελληνικά άτακτα στρατιωτικά σώματα συνεχίστηκε και μετά την απόσυρση του Γερακάρη. Η δράση των καπετάνιων αυτών των σωμάτων υπαγορευόταν άλλοτε από τα επιτελεία που υπηρετούσαν και άλλοτε ήταν αυτονομημένη και σύμφωνη με ιδιοτελείς στοχεύσεις τους στα πλαίσια των τοπικών πολιτικών ισορροπιών. Παράλληλα, οι Βενετοί στην προσπάθεια τους να μειώσουν την πίεση που δέχονταν στο νότιο ελλαδικό χώρο προχώρησαν σε κινήσεις αντιπερισπασμού στο Αιγαίο, όπως η αποτυχημένη πολιορκία των Χανίων στο διάστημα Ιούλιο-Σεπτέμβριο 1692 και η σύντομη κατοχή της Χίου το 1694-1695. Η συνθήκη του Κάρλοβιτς σήμανε το τέλος των εχθροπραξιών και τη δυναμική επανεμφάνιση των Βενετών στον ελλαδικό χώρο, αυτή τη φορά ως πολιτικοί κυρίαρχοι για πρώτη φορά μιας ενοποιημένης Πελοποννήσου.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.