Ο στρατηγός των SS που διαφώνησε με την αντισλαβική πολιτική του Χίτλερ

Η περίπτωση Otto von Waechter: Ο στρατηγός των SS που διαφώνησε με την αντισλαβική πολιτική του Γ’ Ράιχ στην Πολωνία και στην Ουκρανία

Γράφει ο Νικόλαος Γιώτης

Ανάμεσα στους Γερμανούς αξιωματούχους του τελευταίου πολέμου, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του Αυστριακού βαρώνου Otto von Waechter. Αν και παλιός κι αφοσιωμένος εθνικοσοσιαλιστής, καθώς έφτασε μέχρι το βαθμό του SS-Gruppenfϋhrer (=υποστρατήγου των SS), διαφοροποιήθηκε από τον αντισλαβισμό των ομοϊδεατών του. Στα διοικητικά πόστα που υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Πολωνία και στην Ουκρανία επιδίωξε να εφαρμόζει ήπιες πολιτικές, μη διστάζοντας να έρθει πολλές φορές σε απευθείας σύγκρουση ακόμη και με ανώτατα κλιμάκια του καθεστώτος.

Γεννημένος το 1901 στη Βιέννη της τότε Αυστροουγγαρίας και γιος αξιωματικού, σπούδασε νομική, δραστηριοποιήθηκε σε διάφορες εθνικιστικές κι αθλητικές οργανώσεις, και το 1923 εντάχθηκε στα SA του αυστριακού κλάδου του γερμανικού ναζιστικού κόμματος (NSDAP). Το 1932 εντάχθηκε στα SS, ενώ είχε κι ενεργό συμμετοχή στο εθνικοσοσιαλιστικό πραξικόπημα ενάντια στο καθεστώς Dollfuss στις 25 Ιουλίου 1934. Μετά την καταστολή του κατέφυγε στο Γ’ Ράιχ. Εκεί για μερικά χρόνια εργάστηκε στην κρατική υπηρεσία που φρόντιζε για την αποκατάσταση των Αυστριακών ναζιστών πολιτικών προσφύγων. Μετά την ενσωμάτωση της Αυστρίας στη Γερμανία το Μάρτιο του 1938, τοποθετήθηκε ως επικεφαλής σε μια κυβερνητική επιτροπή ελέγχου των υψηλόβαθμων κρατικών υπαλλήλων, γνωστή κι ως “Waechter-Kommission”, αναλαμβάνοντας την πρόωρη συνταξιοδότηση ή ακόμη και την απόλυση τους σε περίπτωση που δεν προσαρμόζονταν στη νέα πολιτική πραγματικότητα.
Μετά την κατάκτηση της Πολωνίας το Φθινόπωρο του 1939, τοποθετήθηκε ως διοικητής της περιφέρειας της Κρακοβίας υπό το Γενικό Διοικητή της κατεχόμενης Πολωνίας Hans Frank. Ενώ υπηρετούσε σε αυτή τη θέση, και βλέποντας από πρώτο χέρι τις βίαιες πολιτικές καθυπόταξης που εφαρμόζονταν ενάντια στους Πολωνούς, άρχισε να διαφοροποιείται από αυτές και προτίμησε μια πιο χαλαρή προσέγγιση του κατεχόμενου πληθυσμού, θέτοντας ως πρότυπο την πολιτική συνεργασίας της Αυστροουγγαρίας με τα υποτελή της έθνη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπό την αρμοδιότητά του αυτή και λόγω αυτής της πολιτικής του, ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση με τον προϊστάμενό του Frank, του οποίου την παρέα απέφευγε ακόμη κι εκτός υπηρεσίας, και είχε να αντιμετωπίσει τις φανατικές δραστηριότητες των τοπικών αστυνομικών αρχών. H σύλληψη στις 6 Νοεμβρίου 1939 από τα SS ολόκληρου του επιτελείου των ακαδημαϊκών και των καθηγητών του πανεπιστημίου της Κρακοβίας (“Sonderaktion Krakau”) και η αποστολή τους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Sachsenhausen προκάλεσε τη διεθνή καταδίκη του γεγονότος. Ο Waechter πήρε θέση αμέσως δημόσια και κριτίκαρε σφοδρά την ενέργεια που πραγματοποιήθηκε χωρίς να τον ενημερώσει κανείς, ενώ αποδεδειγμένα επιχείρησε να απελευθερώσει τους ακαδημαϊκούς. Αυτό βέβαια δεν απέτρεψε την πολωνική διασπορά στις ΗΠΑ να τον κατηγορήσει δημόσια ως υπεύθυνο για την “Ειδική Δράση Κρακοβία” το 1942 από τη Νέα Υόρκη.

Με τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1941 και τη διοικητική αναδιάταξη της περιοχής που ακολούθησε, η ουκρανική επαρχία της Γαλικίας στη βορειοδυτική Ουκρανία ενσωματώθηκε στη “Γενική Διεύθυνση”, όπως ήταν το επίσημο όνομα της κατεχόμενης Πολωνίας. Πρωτεύουσα της Γαλικίας ήταν το Λβωφ (=Λεμβέργη). Επρόκειτο για περιοχή όπου ο ουκρανικός πληθυσμός ήταν η πλειοψηφία, αλλά κατοικούσαν επίσης και πολλοί Πολωνοί. Ο πρώτος Γερμανός διοικητής της περιοχής, ο Karl Lasch, εκτελέστηκε με εντολή του Χίμλερ για εμπλοκή σε υποθέσεις Μαύρης Αγοράς. Μετά την εκτέλεση του Lasch, ο Otto von Waechter ορίστηκε ως ο αντικαταστάτης του και τοποθετήθηκε ως κυβερνήτης της Γαλικίας στις 22 Ιανουαρίου 1942.
Η πρώτη του επίσκεψη με τη νέα του ιδιότητα ήταν στον Ουνίτη (=βυζαντινότροπο καθολικό) Μητροπολίτη Γαλικίας Andrey Sheptytsky, τοπικό θρησκευτικό παράγοντα που όλοι σέβονταν και είχε μεγάλη επιρροή στον πληθυσμό. Με τη βοήθειά του ο Waechter επιθυμούσε “να προάγει μια μεγαλύτερη συνεργασία ανάμεσα στους Γερμανούς και στα διάφορα εθνικά στοιχεία της περιοχής”. Ακολούθως, αμέσως ήρθε σε σύγκρουση με τον αντιστράτηγο των SS (SS-Obergruppenfϋhrer) Friedrich-Wilhelm Krϋger, ανώτατο αρχηγό των SS και της Αστυνομίας στην Πολωνία και υπεύθυνο για τα εκτενή προγράμματα μετεγκαταστάσεων Γερμανών στα κατεχόμενα ανατολικά εδάφη: Σε μια συνεδρίαση αξιωματούχων της “Γενικής Διεύθυνσης” στην Κρακοβία στις 17 Φεβρουαρίου, ο Waechter δημόσια τάχθηκε ενάντια στα σχέδια για τον εκγερμανισμό της Λεμβέργης, κάτι που προϋπέθετε εκτοπισμό ολόκληρου του πληθυσμού, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων: “Ένας γερμανικός εποικισμός της Ανατολής διαρκούντος του πολέμου, θα οδηγούσε σε κατάρρευση της παραγωγής”.

Η αντιπαλότητά του με τον Krϋger οδήγησε σε αρκετές έντονες ανοικτές αντιπαραθέσεις. Για να αποφευχθούν οι περαιτέρω εντάσεις, ο Χίμλερ πρότεινε στο Βέχτερ να επανατοποθετηθεί στη Βιέννη, κάτι που ο ίδιος απέρριψε. Κατά τη θητεία του ως κυβερνήτης της Γαλικίας, χωρίς να παραμελεί φυσικά το αξίωμα “η Γερμανία πρώτα”, προσπαθούσε να ικανοποιεί τα αιτήματα του πληθυσμού “πιο πολύ από ότι χρειαζόταν”, σύμφωνα με τους επικριτές του. Προσπαθώντας δε να εφαρμόσει τις δικές του πολιτικές, συχνά έκανε χρήση της επιρροής του και των διασυνδέσεών του στα κλιμάκια της ιεραρχίας κι ακόμη εκμεταλλευόταν προς όφελός του τις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στο Hans Frank και το Heinrich Himmler. O Βέχτερ συνειδητά επέλεγε άτομα με υψηλές ικανότητες για το επιτελείο του, αδιαφορώντας για τις συχνά πιο φιλελεύθερές τους απόψεις. Ενδεικτικά αναφέρονται οι επικεφαλής των τμημάτων Otto Bauer & Ludwig Losacker, τους οποίους πάντα συμβουλευόταν πριν πάρει μια απόφαση για κάποιο σοβαρό ζήτημα.

Ήδη από τον καιρό που ήταν κυβερνήτης της Κρακοβίας, έβλεπε με συμπάθεια το έργο της “Ουκρανικής Κεντρικής Επιτροπής” που είχε συγκροτηθεί στην κατεχόμενη Πολωνία το 1939-40 καθώς και τις εθνικές διεκδικήσεις των Ουκρανών της Γαλικίας. Ως εκ τούτου, όταν ανέλαβε διοικητής στη Λεμβέργη απομάκρυνε πολλούς επιθετικά αντι-ουκρανούς γραφειοκράτες από τη διοίκηση. Στα τέλη του 1942 ο Βέχτερ πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην υπόλοιπη κατεχόμενη Ουκρανία, όπου έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αντιμετώπισης των Ουκρανών ως “υπανθρώπων” και της άγριας καταπίεσής τους από τον Κομμισσάριο Erich Koch. Επιστρέφοντας το Δεκέμβριο του 1942 στη Λεμβέργη έστειλε ένα άκρως απόρρητο γράμμα δέκα σελίδων στο Martin Bormann στο στρατηγείο του Χίτλερ, καταγγέλοντας τα σοβαρά πολιτικά λάθη στην αντιμετώπιση των Ουκρανών. Ο ίδιος από την πλευρά του, ακολουθώντας σταθερά μια διαμετρικά αντίθετη ατζέντα, στην περιφέρειά του οργάνωσε μια εθελοντική μεραρχία των Waffen-SS που θα στελεχωνόταν από τον ουκρανικό πληθυσμό της περιοχής για να πολεμήσει τους Σοβιετικούς. Επρόκειτο για τη γνωστή 14η ουκρανική μεραρχία γρεναδιέρων των Waffen-SS. Η συγκρότηση της μονάδας εγκρίθηκε από το Χίμλερ μετά τη γερμανική ήττα στο Στάλινγκραντ. Η πρόταση για τη δημιουργία της υποβλήθηκε την 1η Μαρτίου 1943 και στις 28 Απριλίου επίσημα ανακοινώθηκε η συγκρότησή της με το όνομα “SS-Division Galicia”, παρά τις προσπάθειες του Waechter να ονομαστεί “SS-Division Ukraine” για λόγους ηθικού των ανδρών. Για 20.000 θέσεις εμφανίστηκαν 80.000 Ουκρανοί εθελοντές που επαρκούσαν για τη συγκρότηση και περαιτέρω μονάδων. Κάποιοι ουκρανικοί εθνικιστικοί κύκλοι, με τους οποίους ο Βέχτερ ήταν σε επαφή, είδαν επίσης με συμπάθεια τη δημιουργία της μεραρχίας, καθώς τη θεώρησαν ως πυρήνα ενός μελλοντικού ανεξάρτητου ουκρανικού στρατού.

Τους επόμενους μήνες όμως ο πόλεμος στράφηκε σταδιακά κατά των Γερμανών και τελικά ολόκληρη η επαρχία της ουκρανικής Γαλικίας ανακαταλήφθηκε από τον Κόκκινο Στρατό ενάμιση χρόνο αργότερα,στις 26 Ιουλίου 1944. Καθώς ο Βέχτερ δεν είχε πλέον διοικητική έδρα, ο Χίμλερ προσωρινά τον τοποθέτησε σε διοικητική θέση στην Ιταλία, όπου ο προϊστάμενός του ήταν ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής της Ιταλίας αντιστράτηγος των SS Karl Wolff. Καθώς τα πράγματα για τη Γερμανία ολοένα και χειροτέρευαν, οι Γερμανοί τους τελευταίους μήνες του πολέμου έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες να προσεταιριστούν τα αντισοβιετικά συναισθήματα των Ανατολικοευρωπαίων. Στις 30 Ιανουαρίου 1945 ο Otto von Waechter τοποθετήθηκε αναπληρωτής επικεφαλής του τμήματος D της Ανώτατης Κρατικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (Reichs Sicherheits Haupt Amt, RSHA) που εργαζόταν με σκοπό να κινητοποιηθούν και να ενωθούν ο αντικομμουνιστικός “Ρωσικός Απελευθερωτικός Στρατός” του στρατηγού Βλασώφ με το νεοσύστατο “Ουκρανικό Απελευθερωτικό Στρατό” του στρατηγού Pavlo Shandruk, που περιελάμβανε και την ουκρανική μεραρχία των Waffen-SS στο σχηματισμό της οποίας είχε πρωτοστατήσει. Η ενοποιητική αυτή απόπειρα απέτυχε τελικά, λόγω των αγεφύρωτων εθνικών και πολιτικών διαφορών μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων, κι έτσι ο Βέχτερ επικεντρώθηκε στους Ουκρανούς “του”, στις γραμμές των οποίων βρέθηκε ξανά στις 7 Απριλίου 1945 στην Καρινθία της Αυστρίας όπου και τον βρήκε η συνθηκολόγηση της Γερμανίας ένα μήνα αργότερα.

Μετά τη γερμανική παράδοση, ο Αυστριακός στρατηγός πέρασε τα επόμενα τέσσερα χρόνια κρυπτόμενος στα βουνά, έχοντας αποφύγει τη σύλληψη από τις συμμαχικές αρχές και τη βέβαιη έκδοσή του στην Πολωνία. Τελικά στις 24 Απριλίου 1949 έφτασε κρυφά στη Ρώμη, με σκοπό να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του γερμανόφιλου επισκόπου Alois Hudal για να καταφύγει στη Λατινική Αμερική με το όνομα “Alfredo Reinhard”. Αφού κρύφτηκε για λίγους μήνες στο εκκλησιαστικό ινστιτούτο “Vigna Pia” μέχρι να προετοιμαστεί η διαφυγή του, τελικά νόσησε από μια βαριά μορφή ίκτερου (που προκλήθηκε μάλλον από μπάνιο του στο μολυσμένο Τίβερη) στις 3 Ιουλίου. Δέκα ημέρες αργότερα πέθανε, έχοντας αποκαλύψει στο νοσοκομείο “Santo Spirito” όπου νοσηλεύτηκε την αληθινή του ταυτότητα.

Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.