Ο τύπος στον Αγώνα του 1821: Τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» κατά το πρώτο τρίμηνο του 1825.(II)

Του Μιχάλη Ρέττου*

Μέρος Β’

3. «Ελληνικά Χρονικά» και «Φίλος του Νόμου» (Ιανουάριος – Μάρτιος 1825): Τα πολιτικά γεγονότα

3.1 Επισκόπηση των εμφυλίων συγκρούσεων του 1824

Τα πολιτικά γεγονότα των πρώτων μηνών του 1825 που πραγματεύονται τα φύλλα των δύο εφημερίδων αφορούν κυρίως στα επακόλουθα της έκβασης του εμφυλίου πολέμου, που μόλις είχε τελειώσει, και στην αντιμετώπιση των ηττημένων «στασιαστών» από τη διοίκηση. Το διάστημα μεταξύ της πρώτης φάσης -που τελείωσε με νίκη της Διοίκησης και του νέου εκτελεστικού εναντίον του παλαιού- και της δεύτερης φάσης του εμφυλίου πολέμου, αποτέλεσε μία μικρή ανάπαυλα ανασύνταξης των δυνάμεων και αναπροσδιορισμού των συμφερόντων και των συμμαχιών των εμπλεκόμενων μερών.

 Ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε να παραδώσει στη Διοίκηση το Ναύπλιο -μετά την στρατιωτική του ήττα την Άνοιξη του 1824- καθώς δεν ανεγνώριζε το νέο εκτελεστικό (υπό την προεδρία του Γεωργίου Κουντουριώτη) που δεν είχε προκύψει από εθνοσυνέλευση. Τελικά, όντας σε αδιέξοδο, ήλθε σε συμφωνία με τους (προ ολίγου αντιπάλους του) Λόντο και Ζαΐμη να παραχωρήσει σε εκείνους το εν λόγω κάστρο, τον Μάιο του 1824, με τον όρο ότι οι τελευταίοι δεν θα το έδιναν στη διοίκηση.[1] Το εκτελεστικό όμως -και κυρίως τα μέλη του από την Ύδρα και τη Στερεά Ελλάδα- δεν είδε με καλό μάτι αυτή τη συμφιλίωση που επετεύχθη στη βάση του μωραΐτικου τοπικισμού. Τελικά, το Ναύπλιο παραδόθηκε σε κυβερνητική και όχι πελοποννησιακή φρουρά, με ενέργειες του Ιωάννη Κωλέττη (7 Ιουνίου).[2] Επιπλέον, οι οικονομικές απαιτήσεις του Λόντου και του Ζαΐμη, σχετικά με τη συντήρηση των στρατευμάτων τους, δεν ικανοποιήθηκαν από την κυβέρνηση.[3]

Οι δύο ισχυροί πρόκριτοι της Αχαΐας, οι «Ανδρέηδες», δεν ανέχθηκαν αυτήν την προσβολή και όλα τα δεδομένα συνηγορούσαν στην έναρξη ενός νέου γύρου συγκρούσεων, μεταξύ των Πελοποννησίων (νικητών και ηττημένων του προηγούμενου γύρου) από τη μία πλευρά και της διοίκησης από την άλλη. Οι Λόντος και Νοταράς, αφού έστειλαν την 1η Αυγούστου επιστολή στον πρόεδρο της κυβερνήσεως κατακρίνοντας τους χειρισμούς του, ξεκίνησαν να αλληλογραφούν με τον Κολοκοτρώνη και τους Δεληγιανναίους. Επίσης, άρχισαν να διαδίδουν στις επαρχίες τους ότι η κυβέρνηση σπαταλούσε ασυλλόγιστα τα χρήματα του αγγλικού δανείου, ότι το βάρος του χρέους θα έπεφτε στον ελληνικό λαό και, ακόμα, ότι το Ναύπλιο θα πουλιόταν σε ξένο κράτος.[4] Ο πρόεδρος του βουλευτικού, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, διαβλέποντας την επικείμενη νέα διαμάχη που ξέσπασε στους κόλπους της διοίκησης, παραιτήθηκε από το αξίωμά του και έμεινε στο Μεσολόγγι για να μη δυσαρεστήσει καμία από τις αντιμαχόμενες μερίδες (ο ίδιος ήταν φιλικά συνδεδεμένος και με τον Υδραίο πρόεδρο του εκτελεστικού Κουντουριώτη και με τους Πελοποννησίους προύχοντες Λόντο και Ζαΐμη).[5] Οι Πελοποννήσιοι, Ανδρέας Ζαΐμης, Θ. Κολοκοτρώνης, Κανέλλος και Αναγνώστης Δεληγιάννης, Ιωάννης Νοταράς κ.α., συνέχιζαν τις ζυμώσεις μέσα στο καλοκαίρι, θέτοντας ως στόχο την ανατροπή προσώπων από το εκτελεστικό και το βουλευτικό (Κωλέττη και Σπηλιωτάκη από το εκτελεστικό και Βρεσθένη Θεοδώρητο και Παπαφλέσσα από το βουλευτικό) στις προσεχείς εκλογές[6].

Στο επόμενο διάστημα, εν όψει της Γ΄ Βουλευτικής περιόδου, ο Ανδρέας Ζαΐμης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους παραστάτες (πληρεξουσίους) της συνέλευσης για να επιβάλλουν τον Ζαΐμη νέο πρόεδρο του βουλευτικού. Στις εκλογές του Οκτωβρίου, όμως, εκλέχθηκαν εκ νέου τα ίδια πρόσωπα του εκτελεστικού και του βουλευτικού.[7] Στη συνέχεια, μετά και την οριστική ρήξη του Αντρέα Λόντου με τη Διοίκηση στα τέλη Οκτωβρίου, οι Πελοποννήσιοι αρχηγοί συνήλθαν στο χωριό Πετσάκοι των Καλαβρύτων, όπου και αποφάσισαν να κινηθούν με τα όπλα για να προκαλέσουν τη σύγκληση Εθνικής Συνελεύσεως.[8]

Μέσα σε αυτό το κλίμα και με την άρνηση των κατοίκων της (ελεγχόμενης από τον Κολοκοτρώνη) Τριφυλίας να καταβάλει τους φόρους στη διοίκηση, ξεκίνησαν και πάλι οι συγκρούσεις, που αυτή τη φορά διεξήχθησαν μεταξύ των Πελοποννησίων και των μισθωμένων και προβιβασμένων από τη Διοίκηση Ρουμελιωτών στρατιωτικών. Περίπου 2000 Ρουμελιώτες, με αρχηγό τον Γιάννη Γκούρα και με την εποπτεία του Ιωάννη Κωλέττη, σάρωσαν όλη την Πελοπόννησο, την οποία αντιμετώπισαν ως χώρα εχθρική λεηλατώντας τις επαρχίες της.[9] Στα τέλη του Δεκεμβρίου του 1824, είχε ήδη ξεκαθαρίσει το τοπίο της εμφύλιας σύρραξης με την πλήρη επικράτηση των στρατευμάτων της διοίκησης. Στο χρονικό σημείο από που θα ξεκινήσουμε την εξέταση των φύλλων των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Φίλου του Νόμου», οι λεγόμενοι από τους κυβερνητικούς «αποστάτες» έχουν αρχίσει να παραδίδονται στις αρχές.

3.2 Πολιτική ειδησεογραφία στα «Ελληνικά Χρονικά» και τον «Φίλο του Νόμου» (Ιανουάριος – Μάρτιος 1825)

Οι πρώτες ειδήσεις των φύλλων της περιόδου που θα εξετάσουμε έρχονται από τον «Φίλο του Νόμου», ο οποίος γράφει ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τον γιο του Γενναίο αναμένονταν από τα διοικητικά στρατεύματα, στα τέλη του Δεκεμβρίου του 1824, να παραδοθούν στην Καρύταινα.[10] Την ίδια περίοδο, ο Κανέλλος και ο Αναγνώστης Δεληγιάννης κατέφυγαν στο χωριό του Μυστρά, Καστανιά, παρακαλώντας τους προκρίτους να μεσολαβήσουν προς τη διοίκηση για να τους συγχωρέσει. Η διοίκηση διέταξε να μεταφερθούν στο Ναύπλιο, είτε εκουσίως είτε μέσω της σύλληψης τους, αν δεν υπακούσουν στους νόμους.[11] Ο Γκούρας είχε κυριεύσει από τις αρχές Δεκεμβρίου τα Τρίκαλα (Κορινθίας), όπου βρίσκονταν οι Ζαΐμης, Λόντος και Ιωάννης Νοταράς, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι αρχικά κατέφυγαν στα Καλάβρυτα, ενώ ο τελευταίος τέθηκε υπό τη φύλαξη του, θείου του και προέδρου του εκτελεστικού, Πανούτσου Νοταρά στο Ναύπλιο.[12]

 Οι δύο πρώτοι, οι «Ανδρέηδες», μαζί με τον Χρύσανθο Σισίνη και τον Νικήτα Σταματελόπουλο, πέρασαν τελικά στο Μεσολόγγι στις 26 Δεκεμβρίου και από εκεί στο Αιτωλικό, όπου διεξαγόταν η συνέλευση της Δυτικής Ελλάδος. Εκεί τους υποδέχθηκαν φιλικά, αν και ο Μαυροκορδάτος βρέθηκε σε δύσκολη θέση προσφέροντας ουσιαστικά άσυλο στους «αποστάστες».[13] Τελικά, οι Λόντος και Ζαΐμης φυγαδεύτηκαν στον Κάλαμο από τον στρατηγό Τσόγκα, ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί να τους φυλάει στο στρατόπεδό του στο Ξυρόμερο, μέχρι η Διοίκηση να αποφασίσει για την τύχη τους. Τα «Ελληνικά Χρονικά» στηλιτεύουν την πράξη αυτή του Τσόγκα να αφήσει τους «Ανδρέηδες» να διαφύγουν. Θεωρούν ότι η ενέργεια του στρατηγού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με της εντολές που έλαβε από τη συνέλευση και ότι θα πρέπει να απολογηθεί στη Διοίκηση.[14] Ο Τσόγκας απάντησε στην εφημερίδα, με κείμενό που υπέγραψε στις 7 Φεβρουαρίου 1825, τονίζοντας ότι δεν έδωσε καμία υπόσχεση και δεν έλαβε καμία διαταγή από τη συνέλευση για τη φύλαξη των εν λόγω «αποστατών» και ότι υπήρχε τέτοια έλλειψη τροφών στο στρατόπεδό του στο Ξηρόμερο που καθιστούσε αδύνατη την κράτηση τους. Η εφημερίδα, ανταπαντώντας, ανακαλεί την υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον στρατηγό Τσόγκα επιστολή, στην οποία αναφέρεται ότι ήταν υποχρεωμένος να φυλάξει τους «αντάρτες». Αν δεν μπορούσε να το κάνει, τότε θα έπρεπε να τους επιστρέψει στο Μεσολόγγι, σχολιάζει η εφημερίδα.[15]

Όσον αφορά στους συλληφθέντες «αντάρτες», αυτοί, στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1825, μεταφέρονται στην Ύδρα με τη γολέττα «Γοργώ», όπου θα φυλακισθούν έως ότου συσταθεί ανώτατο κριτήριο για να τους δικάσει. Αυτοί είναι οι Θ. Κολοκοτρώνης, Αναγνώστης, Κανέλλος, Δημήτριος και Νικόλαος Δεληγιάννης, Ιωάννης και Παναγιώτης Νοταρόπουλος, Θ. Γρίβας, Μήτρος Αναστασόπουλος Μητροπέτροβας, Δ. Παπα Τσώνης, Ι. Κίρτζαλης, και Αναστάσιος Κατζαρός. Ο «Φίλος του Νόμου» αναφέρει ότι υπήρξε στην Ύδρα πλήθος κόσμου συγκεντρωμένου τη στιγμή της άφιξης των αρχηγών των ηττημένων και ότι η χαρά τους ήταν έκδηλη για την επικράτηση της ευνομίας και την απόδοση της δικαιοσύνης.[16]

3.3 Η Συνέλευση της Δυτικής Ελλάδος και η επιστροφή του Μαυροκορδάτου στη διοίκηση

Εξέχουσα θέση στα πρώτα φύλλα των «Ελληνικών Χρονικών» του 1825 έχει η συνέλευση της Δυτικής Ελλάδος, που είχε συγκληθεί μέσα στο Δεκέμβριο του 1824. Η συνέλευση είχε ως στόχο να εξετάσει το αν εκπληρώθηκαν οι αποφάσεις της συνέλευσης του προηγουμένου έτους, να εξακριβώσει τα έσοδα των επαρχιών και την οικονομική διαχείρισή τους, να βρει τρόπο για τη μισθοδοσία και την τροφοδοσία του στρατού και να ακουσθούν ελεύθερα οι όποιες προτάσεις που θα απέβλεπαν στην επίλυση προβλημάτων.[17] Στο πρώτο φύλλο των «Ελληνικών Χρονικών» του 1825 δημοσιεύεται ο επίλογος της συνέλευσης που εκφωνήθηκε από τον βουλευτή Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ο Τρικούπης τόνισε ότι στη συνέλευση μίλησε και ο πιο ταπεινός και εξουθενωμένος κάτοικος και κατέδειξε το φιλελεύθερο πνεύμα που διέπει τις αρχές της ελληνικής αναγέννησης σε σχέση με την τυραννία του προσφάτου παρελθόντος. Στο λόγο του κυριάρχησε η υπεράσπιση της νομιμότητας, των «Εθνικών Νόμων» που έπρεπε να κυβερνούν και η καταδίκη των «ανταρτών» με δριμείς χαρακτηρισμούς. Κλείνει, μάλιστα, με την εξής φράση : «ο Θεός των Χρισtιανών είναι Θεός Νόμου και Δικαιοσύνης, είναι Θεός εκδικήσεων ! Τρομάξετε οι άνομοι και φιλάδικοι, τρομάξετε».

Εν τω μεταξύ, η συνέλευση παρεχώρησε την ιδιότητα του πολίτη της Δυτικής Ελλάδος στους, εγκατεστημένους στην πόλη του Μεσολογγίου από τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, Γεώργιο Πραΐδη και Αναστάσιο Πολυζωίδη. Τα «Ελληνικά Χρονικά» αναφέρουν ότι ο Μαυροκορδάτος έφυγε από το Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου, συνοδεία του Σπυρίδωνα Τρικούπη και του στρατηγού Αλεξάκη Βλαχόπουλου, για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως Γενικού Γραμματέως του εκτελεστικού στο Ναύπλιο.[18] Η επιστροφή του Μαυροκορδάτου στο Ναύπλιο και η ανάληψη των νέων του καθηκόντων είχε προοριστεί για λίγο νωρίτερα αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στη Δυτική Ελλάδα κατά τα τέλη του 1824 και της ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε.[19] Πριν αποχωρήσει από το Μεσολόγγι, όρισε νέα τριμερή επιτροπή υπό τους Σπανιωλάκη, Mayer και Πεταλά (είχε παραιτηθεί ο Πραΐδης και ο Μαγγίνας από την προηγούμενη), η οποία στο διάστημα της απουσίας του εκτελούσε τα χρέη του Γενικού Διευθυντή της Δυτικής Ελλάδος.[20] Ο Μαυροκορδάτος έφτασε στο Ναύπλιο στις 24 Ιανουαρίου και, τη μεθεπόμενη ημέρα της άφιξής του, ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα.[21]

Να θυμίσουμε εδώ, ότι ο φαναριώτης πολιτικός είχε παραιτηθεί, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, από πρόεδρος του βουλευτικού, καθώς βρέθηκε σε δύσκολη θέση το καλοκαίρι του 1824, εν όψει της διαφαινόμενης ρήξης μεταξύ του προέδρου του εκτελεστικού Κουντουριώτη και των προκρίτων της Πελοποννήσου, Ζαΐμη και Λόντου. Ο ίδιος επέδειξε μία ενωτική στάση μέσω της απομάκρυνσής του από την επικείμενη δεύτερη εμφύλια σύγκρουση και, ταυτόχρονα, προστάτευσε τον εαυτό του, προσπαθώντας να μη δυσαρεστήσει αφενός τη «νόμιμη» και αναγνωρισμένη (δια της διάθεσης του δανείου) από την Αγγλία διοίκηση και αφετέρου τους σταθερούς του φίλους προύχοντες της Αχαΐας. Με αυτή του τη στάση θα μπορούσε, ίσως, να παρέμενε ενεργός στο πολιτικό πεδίο της Επανάστασης, ανεξάρτητα από την έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου και τη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων, ο δρόμος της επιστροφής στην κεντρική πολιτική σκηνή είναι πλέον ανοικτός για τον Μαυροκορδάτο, ο οποίος κατέφερε αμέσως να ασκήσει την επιρροή του στον πρόεδρο Κουντουριώτη και να κερδίσει την εύνοια του τελευταίου έναντι του Ιωάννη Κωλέττη που παραμερίστηκε.[22]

3.4 Η οργάνωση της παιδείας

Επιπρόσθετα, στην πολιτική ειδησεογραφία των δύο εφημερίδων μπορούν να προστεθούν και ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση της παιδείας. Οι δύο εφημερίδες, στις πρώτες ημέρες του 1825, καταγράφουν την προσφορά του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη προς όφελος της παιδείας του επαναστατημένου έθνους. Ο Βαρβάκης ήταν ναυτικός από τα Ψαρά που συμμετείχε στο κίνημα του Ορλώφ, το 1770. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος κατέφυγε στη Ρωσία όντας πάμπτωχος. Εκεί, με τη βοήθεια της Αικατερίνης Β΄ (η οποία, μόλις έμαθε για τη δράση του, τον ενίσχυσε οικονομικά και του παρεχώρησε το δικαίωμα να ψαρεύει δωρεάν στην Κασπία Θάλασσα) και χάρη στο επιχειρηματικό του δαιμόνιο, έγινε ο πρώτος έμπορος που έκανε εξαγωγή του χαβιαριού σε μεγάλες ποσότητες και απέκτησε τεράστια περιουσία. Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης έστελνε στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες τροφίμων και πολεμοφοδίων. Το 1824, όντας σε ηλικία 80 ετών, έφτασε στην Ελλάδα για να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε τον Αγώνα. Δεν πρόλαβε, όμως, να ξαναδεί την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Ψαρά, τα οποία είχαν μόλις καταστραφεί από τους Τούρκους.[23]

Ο Ιωάννης Βαρβάκης, λοιπόν, λίγο πριν τον θάνατό του (απεβίωσε στις 10 Ιαν. 1825), είχε καταθέσει 300.000 ρούβλια, «αιωνίως», στο βασιλικό ταμείο Μόσχας για τη λειτουργία εθνικού σχολείου στη Ελλάδα που θα προήγαγε τις τέχνες και τις επιστήμες. Τα χρήματα αυτά, όπως αναφέρουν οι δύο εφημερίδες, θα είχαν 5% τόκο ετησίως, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 30.000 γρόσια. Το ποσό αυτό θα προσφέρεται κάθε χρόνο (από τη στιγμή που θα ξεκινούσε από τη Διοίκηση η κατασκευή του εθνικού σχολείου) για τους μισθούς και τη διατροφή των διδασκάλων του σχολείου. Το σχολείο αυτό, τελικά, χτίστηκε δίπλα στην έδρα της Διοικήσεως στο Άργος και είχε χαρακτήρα «προτύπου διδασκαλείου», στο οποίο θα εκπαιδεύονταν δάσκαλοι που θα στελέχωναν τα αλληλοδιδακτικά σχολεία όλης της επικράτειας. Η προσφορά του Βαρβάκη, λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή, ήταν καίριας σημασίας, καθώς χρήματα για την πληρωμή των διδασκάλων δεν υπήρχαν (δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν διέθετε ούτε τα απαραίτητα μέσα για τις πολεμικές ανάγκες του Αγώνα) και τα πάντα μέχρι τότε γίνονταν μέσω προσφορών ιδιωτών ή μοναστηρίων.[24]

Γενικότερα, η οργάνωση της παιδείας αποτέλεσε μία από τις προτεραιότητες των Ελλήνων επαναστατών. Στην Β΄ Εθνική Συνέλευση του Άστρους, αποφασίσθηκε να εισαχθεί σε όλη την επικράτεια η αλληλοδιδακτική μέθοδος, ενώ στις 11 Ιουλίου 1824 το βουλευτικό σώμα κατήρτισε πενταμελή επιτροπή, υπό την προεδρία του Άνθιμου Γαζή, για τη σύνταξη σχεδίου οργάνωσης της παιδείας. Η εκπαίδευση διαιρέθηκε σε τρεις κύκλους : την προκατακτική (που θα έδινε έμφαση στην ανάγνωση, τη γραφή και τη στοιχειώδη αριθμητική), τα λύκεια (που θα εστιάζαν στα Αρχαία Ελληνικά, τα Λατινικά, τα Γαλλικά, και θετικά μαθήματα και φιλοσοφία) και το πανεπιστήμιο (με κλάδους της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της νομικής και της ιατρικής). Η επιτροπή, αναγνωρίζοντας ότι το σχέδιο αυτό δεν ήταν άμεσα υλοποιήσιμο, πρότεινε, για την ώρα, να τεθεί σε λειτουργία μόνον ο πρώτος κύκλος με τη σύσταση αλληλοδιδακτικών σχολείων.[25]

Τα «Ελληνικά Χρονικά», στις αρχές του Μαρτίου του 1825, αναδημοσιεύουν από την «Εφημερίδα των Αθηνών» μία επιστολή που είχε στείλει προς τον Ιωάννη Γκούρα (φρούραρχο των Αθηνών) ο Γεώργιος Γεννάδιος. Ο τελευταίος, με καταγωγή από την Ήπειρο, ήταν λόγιος, εκπαιδευτικός με σημαντικές σπουδές και σταδιοδρομία στο εξωτερικό. Είχε αξιόλογη εθνική δράση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και μετά από αυτή, ενώ υπήρξε ο ιδρυτής της πρώτης Εθνικής Βιβλιοθήκης.[26] Ο Γεννάδιος, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, είχε διορισθεί διδάσκαλος της Αθήνας και επιστάτης των αλληλοδιδακτικών σχολείων. Στην επιστολή που αποστέλλει ζητά από τον Γκούρα (ο οποίος συντηρούσε χρηματικά τα σχολεία της Αθήνας) 1000 γρόσια για να μπορέσουν να συσταθούν οι απαραίτητες υποδομές, καθώς το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο της Αθήνας είχε ξεπεράσει τον αριθμό των 250 μαθητών, τη στιγμή που χωρούσε μόνον 132.

Ο Γεννάδιος δίνει σε αυτή την επιστολή μία εικόνα των αλληλοδιδακτικών σχολείων της χώρας. Αναφέρει ότι ο Έφορος της παιδείας Γρηγόριος Κωνσταντάς πρέπει να φροντίσει ώστε να εκδοθούν αλληλοδιδακτικοί πίνακες για την αριθμητική, την καλλιγραφία, την ιστορία, την γεωγραφία και την «ιεράν ιστορία και κατήχηση», αφού σε εκείνη τη φάση υπήρχαν μόνο για την ανάγνωση. Αναδεικνύει, επίσης, την ανάγκη για νέους μορφωμένους διδασκάλους, χαρακτηρίζοντας πολλούς από τους νυν δασκάλους -εκτός των Αθηνών- αμαθείς.[27]

Έφορος της παιδείας κατά την περίοδο που μας αφορά ήταν, όπως αναφέρθηκε, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, λόγιος, δάσκαλος, ιεροδιάκονος και σημαντική προσωπικότητα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.[28] Ανέλαβε τη θέση του Γενικού Εφόρου της παιδείας τον Ιούλιο του 1824, όταν ο προκάτοχός της θέσης αυτής, Θεόκλητος Φαρμακίδης, έφυγε για να αναλάβει τα καθήκοντα του ως καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία. Ο «Φίλος του Νόμου» δημοσιεύει  κείμενό του Κωνσταντά, στο οποίο ο ίδιος καταγράφει τα «χρέη και καθήκοντα του Γενικού Εφόρου της παιδείας». Στο κείμενο αυτό διαφαίνεται μία σημαντική προσπάθεια -τηρουμένων των αναλογιών- οργάνωσης της παιδείας στον ελληνικό χώρο εν μέσω της Επανάστασης. Ο Έφορος της παιδείας, σύμφωνα με το δημοσίευμα, θα έπρεπε μεταξύ άλλων: να επισκεφτεί αυτοπροσώπως το σύνολο των σχολείων (όσα τέλος πάντων ήταν δυνατόν), να ενημερώσει τη διοίκηση για το πόσα αλληλοδιδακτικά και άλλα σχολεία υπάρχουν στην επικράτεια και που, να διαπιστώσει την ποιότητα των διδασκάλων, να εισαγάγει μεθόδους για την βελτίωση των επιδόσεων -ειδικά στον τομέα της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας- και να φροντίσει μαζί με τους δημογέροντες κάθε τόπου «να διορίζονται παντού διδάσκαλοι τίμιοι, χριστοήθεις, ενάρετοι, επιμελείς, θεοσεβείς σώφρονες».[29]

3.5 Το δεύτερο αγγλικό δάνειο

Στα «Ελληνικά Χρονικά» και τον «Φίλο του Νόμου» των πρώτων ημερών του Μαρτίου του 1825, παρατίθενται πληροφορίες της συμφωνίας για τη σύναψη του δεύτερου δανείου της ελληνικής κυβέρνησης από την Αγγλία.[30] Το πρώτο δάνειο των Ελλήνων επαναστατών είχε συνομολογηθεί στις αρχές του 1824, ακριβώς ένα χρόνο πριν από την περίοδο που εξετάζουμε. Τα δάνεια της Ελληνικής Ανεξαρτησίας αποτέλεσαν, εκτός των άλλων, το μέσο για την πρώτη διεθνή αναγνώριση της Ελληνικής Πολιτείας. Επετεύχθησαν με τη διαμεσολάβηση του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου -μεταξύ της τριμελούς επιτροπής της ελληνικής κυβέρνησης (αποτελούμενη από τους Λουριώτη, Ορλάνδο, Ζαΐμη) και των χρηματοπιστωτικών οίκων του City-, μέσα στο κλίμα του φιλελληνισμού, της αρχαιολατρίας και του πολιτικού φιλελευθερισμού που καλλιεργούταν τότε στην Αγγλία με τη συμβολή και του βρετανικού τύπου.[31]

Τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» αναφέρουν ότι η διοίκηση, ελλείψει χρημάτων και λόγω των αναγκών του πολέμου, είχε δώσει εντολή στην τριμελή επιτροπή να ξεκινήσει ξανά τις επαφές της για τη σύναψη νέου δανείου. Η κυβέρνηση των αρχών του 1825, ήταν ισχυρή και θεωρείτο η περισσότερο αξιόπιστη, από τον εξωελλαδικό παράγοντα, διοίκηση από τη στιγμή που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση.[32] Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1825, κατάφερε να συνομολογήσει νέο δάνειο, εκδιδόμενο από τον οίκο Ricardo, που ανερχόταν σε 2.000.000 λίρες, το οποίο συνήφθη προς 55.5% πάνω στην ονομαστική του αξία. Από το ποσό αυτό κρατήθηκαν οι τόκοι των δύο πρώτων ετών, το χρεόλυτρο ενός έτους, η προμήθεια πληρωμής τόκων και μεσιτείας και τα έξοδα συνομολογήσεως. Το ποσό που τελικά έφτασε στην ελληνική κυβέρνηση ανήλθε στις 816.000 λίρες.[33] Συνολικά, από τα δύο δάνεια της Εθνικής Ανεξαρτησίας (1824-1825), «η ελληνική κυβέρνηση ανέλαβε ένα χρέος 2.800.000 λιρών για να εισπράξει ένα πραγματικό κεφάλαιο μόνο 1.572.000 λιρών» (λόγω διαφοράς πραγματικής και ονοματικής τιμής, 55-59 προς 100), από το οποίο ένα ποσό της τάξεως των 1.032.000 λιρών «δαπανήθηκε ή σπαταλήθηκε από τους διαπραγματευτές του δανείου και, κυρίως, τους διαχειριστές του».[34]

4.Τα πολεμικά γεγονότα στα «Ελληνικά Χρονικά» και τον «Φίλο του Νόμου» (Ιανουάριος – Μάρτιος 1825)

Η πολεμική ειδησεογραφία στο διάστημα των πρώτων μηνών του 1825 είναι αρκετά πυκνή και σχετίζεται με τις πολεμικές προπαρασκευές των οθωμανικών και αιγυπτιακών στρατευμάτων και τις επικείμενες εκστρατείες στη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο αντίστοιχα. Την ίδια στιγμή, οι ιθύνοντες στο ελληνικό στρατόπεδο δεν δείχνουν να έχουν αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και δεν παίρνουν τα αναγκαία μέτρα. Ο πρόεδρος του εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης, αντί να στρέψει την προσοχή του στη Μεσσηνία όπου ο Ιμπραήμ θα αποβίβαζε τα στρατεύματά του, σκέφτηκε να οργανώσει εκστρατεία για την κατάληψη των Πατρών παρασυρόμενος μάλλον από την έχθρα του κατά των ισχυρών Αχαιών προκρίτων Λόντου και Ζαΐμη.[35] Το εσωτερικό κλίμα διχασμού, η εξάντληση των υλικών και οικονομικών πόρων και οι λανθασμένοι χειρισμοί και υπολογισμοί από τους διοικούντες αποτέλεσαν ανασταλτικούς παράγοντες στην οργάνωση αποτελεσματικής ελληνικής άμυνας στα μέτωπα της Πελοποννήσου και της Δυτικής Ελλάδας.

4.1 Οι πολεμικές προπαρασκευές στο μέτωπο της Δυτικής Ελλάδας

Στις αρχές του 1825 η κατάσταση στη Δυτική Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της έλλειψης χρημάτων και τροφών για τους στρατιώτες και των καταστροφών που είχε επιφέρει η προσπάθεια του Μουσταφά Πασά Σκόδρας και άλλων Τουρκαλβανών οπλαρχηγών να καταλάβουν την περιοχή (τερματίστηκε τον Νοέμβριο του 1824).[36] Στην Ήπειρο και την Αλβανία, μέσα στο 1824, οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί μπέηδες είχαν αρχίσει τις μεταξύ τους διενέξεις και αρκετοί από τους αρχηγούς της περιοχής -όπως ο Ομέρ Βρυώνης και ο Μπεκίρ Τζογαδόρος- είχαν δυσαρεστήσει τον Σουλτάνο και βρίσκονταν σε κατάσταση ανταρσίας. Η διοίκηση της Δ. Ελλάδας προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ρήξη μεταξύ των Μουσουλμάνων Αλβανών οπλαρχηγών και της διοίκησής τους, προκειμένου να προκληθεί σύμπραξη Ελλήνων και Αλβανών «εναντίον των κοινών δυναστών τους», πρόσθεση που τελικά δεν τελεσφόρησε.[37]

 Τα «Ελληνικά Χρονικά» στις 10 Ιανουαρίου γράφουν ότι ο Ομέρ Βρυώνης αποβάλλεται από το πασαλίκι των Ιωαννίνων και του Δελβίνου, ως ανάξιος να καταλάβει τις περιοχές του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Επίσης, ότι ο Σουλτάνος διόρισε τον Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά (Κιουταχή) Βαλή της Ρούμελης και αρχηγό της εκστρατείας εναντίον της Δυτικής Ελλάδας. Αυτός, πληρώνοντας αδρά, κατάφερε να πάρει με το μέρος του τους Αλβανούς οπλαρχηγούς (Τζογαδόρος Απάζης, Μουχουρδάρης).[38] Στη συνέχεια, μέχρι και το Μάρτιο, οι δύο εφημερίδες παραθέτουν λεπτομέρειες σχετικές με την οργάνωση της εκστρατείας από τον Κιουταχή και την προσπάθεια των Ελλήνων να σχηματίσουν την άμυνά τους. Οι ειδήσεις από το μέτωπο της Δυτικής Ελλάδος καταγράφονται στα «Ελληνικά Χρονικά» και αναδημοσιεύονται στο «Φίλο του Νόμου».

Οι εφημερίδες καταγράφουν τις προσπάθειες του Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά να προετοιμάσει το έδαφος για την εισβολή στο Μεσολόγγι. Στόχος του είναι να αποτρέψει ενδεχόμενες απόπειρες των Ελλήνων να διακόψουν την επικοινωνία του στρατού του με την Άρτα, η οποία αποτελεί το κέντρο ανεφοδιασμού του, πράγμα που τελικώς θα επιτύχει.[39] Τον Φεβρουάριο του 1825, πλήθος από κτίστες του Κιουταχή τοποθετούσαν πύργους στα στενά που θα αποτελούσαν θαυμάσιες ενέδρες για τους Έλληνες. Επιθυμία του Κιουταχή ήταν να κυριευθούν από τα στρατεύματά του (τα οποία συνάζονταν στην Άρτα και την Πρέβεζα) οι θέσεις του Καρβασαρά, του Μακρυνόρους και των υπολοίπων στενωμάτων, ώστε να διευκολυνθεί η διέλευση του προς το Μεσολόγγι. Πληροφορούμενη η τοπική διοίκηση για τις κινήσεις του Μεχμέτ Ρεσήτ Πασά, έστειλε τον Νότη Μπότσαρη, τον Γιάννη Σιούκα και τον Σπυρομίλιο στο Μακρυνόρος, για να φυλάξουν τις ανωτέρω θέσεις. Αυτοί, όμως, τελικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.[40]

Στη συνέχεια, μέχρι και τα μέσα Μαρτίου, τα φύλλα των εφημερίδων μεταδίδουν αποσπασματικές πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση και τη συγκέντρωση των στρατευμάτων του Κιουταχή στη Άρτα, από όπου θα ξεκινήσει την επίθεσή κατά του Μεσολογγίου μέσα στον Απρίλιο. Ο ίδιος είχε ξεκινήσει από τη Λάρισα στις 20 Φεβρουαρίου, περνώντας στη συνέχεια από τα Τρίκαλα στον Ασπροπόταμο, όπου έσπειρε τον τρόμο στους κατοίκους που κατέφυγαν στα χιονισμένα γύρω βουνά. Αρκετές οικογένειες Ελλήνων οπλαρχηγών έσπευσαν στο Μεσολόγγι, όπου βρίσκονταν αντιπρόσωποι σχεδόν όλων των ελληνικών πληθυσμών από τη Στερεά Ελλάδα και πάνω· Όχι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι.[41] Εκεί θα αντιμετωπίσουν από κοινού μία πολιορκία διαρκείας που θα λυθεί με την ηρωική Έξοδο του Απριλίου του 1826. Το κλίμα που μεταφέρουν τα «Ελληνικά Χρονικά», κατά τους πρώτους μήνες του 1825, σχετικά με την επικείμενη εκστρατεία κατά της Δυτικής Ελλάδας, είναι συγκρατημένα αισιόδοξο. Θεωρούν ότι τα τοπικά στρατιωτικά σώματα, με την επικουρία της Διοίκησης, μπορούν να καταφέρουν να αποσοβήσουν τον κίνδυνο.

4.2 Η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο

Από την άλλη πλευρά, στα φύλλα των δύο εφημερίδων υπάρχει εκτενής πληροφόρηση για τις κινήσεις του αιγυπτιακού στόλου και στρατεύματος που αναμενόταν, αργά ή γρήγορα, να χτυπήσει την Πελοπόννησο. Ήδη από τις 29 Δεκεμβρίου ο «Φίλος του Νόμου» μεταδίδει την είδηση ότι ο Ιμπραήμ Πασάς  έφτασε στη Σούδα της Κρήτης (22 Δεκεμβρίου) για να οργανώσει την επίθεση στην Πελοπόννησο (τα «Ελληνικά Χρονικά» αναδημοσίευαν από τον «Φίλο του Νόμου» τα πολεμικά τεκταινόμενα της προετοιμασίας του Ιμπραήμ και της εκστρατείας του στην Πελοπόννησο). Στη συνέχεια, οι εφημερίδες αναφέρουν ότι ο στόλος του Ιμπραήμ θα περάσει πρώτα από τη Ρόδο με 37 μεταγωγικά πολεμικά πλοία και από εκεί απέναντι στη Μάκρη και τον Μαρμαρά, όπου θα παραλάβει 5000 άνδρες και εφόδια για να εκστρατεύσει κατά της Πελοποννήσου. Η εντύπωση που υπήρχε αρχικά ήταν ότι ο Ιμπραήμ θα κατευθυνόταν προς την Πάτρα.[42] Στις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου ο «Φίλος του Νόμου» γνωστοποιεί ότι ο αιγυπτιακός στόλος θα προσεγγίσει την Μεθώνη και την Κορώνη.[43]

Στο μεταξύ, οι εφημερίδες καταγράφουν το θέσπισμα της διοίκησης με το οποίο διορίζεται αρχηγός της εκστρατείας κατά των Πατρών ο ίδιος ο Πρόεδρος, Γεώργιος Κουντουριώτης. Ο ίδιος φιλοδοξούσε να ταπεινώσει περαιτέρω τους ηττημένους στον εμφύλιο Λόντο και Ζαΐμη, με το να τους αποσπάσει την περιοχή που είχαν παραδοσιακά υπό τον έλεγχό τους. Τοπικιστικά σκεπτόμενος, είχε διορίσει αρχιστράτηγο της εκστρατείας τον ναυτικό Κυριάκο Σκούρτη, παρακάμπτοντας ικανούς αρχηγούς όπως τον Καραϊσκάκη, τον Κίτσο Τζαβέλλα κ.ά..[44] Η άφιξη, όμως, του Ιμπραήμ στη Μεθώνη, στις 16/28 Φεβρουαρίου, με 4000 πεζούς και 400 ιππείς σύμφωνα με τον «Φίλο του Νόμου» (στην πραγματικότητα ο αριθμός των Αιγυπτίων μάχιμων ανερχόταν συνολικά στους 5.500[45]), εκτός του ότι αιφνιδίασε την κυβέρνηση, την ανάγκασε να μεταθέσει μέρος των στρατευμάτων της εκστρατείας των Πατρών στα μεσσηνιακά παράλια. Για τον πρόεδρο Κουντουριώτη, όμως, απόλυτη προτεραιότητα είχε η πολιορκία της Πάτρας ακόμα και μετά την απόβαση του Ιμπραήμ.[46]

Στα επόμενα φύλλα, μέχρι και τα μέσα του Μαρτίου, καταγράφονται οι πρώτες προσπάθειες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον Ιμπραήμ από θάλασσα και στεριά και κυρίως να οχυρώσουν με ασφάλεια το Νεόκαστρο. Ελληνικά στρατεύματα με αρχηγούς, κυρίως, ρουμελιώτες (Κ.Τζαβέλλα, Καραϊσκάκη, Χατζηχρήστο, Κώστα Μπότσαρη) κατευθύνθηκαν αμέσως προς τη Μεθώνη, ενώ στρατεύματα που είχαν συγκεντρωθεί για την εκστρατεία κατά της Πάτρας όδευσαν προς τη Μεσσηνία. Στη θάλασσα, η διοίκηση πριν από την απόβαση είχε διατάξει να εξοπλισθούν δώδεκα υδραίικα, έξι σπετσιώτικα και τέσσερα ψαριανά πλοία, ενώ τα περισσότερα από τα αιγυπτιακά πλοία που βρίσκονταν στη Μεθώνη απέπλευσαν εκ νέου τη Σούδα (19 Φεβρουαρίου) ώστε να μεταφέρουν νέα στρατεύματα στην Πελοπόννησο.[47] Από τα ελληνικά πλοία μόνο τα έξι σπετσιώτικά ήταν σχεδόν έτοιμα στις 12/24 Φεβρουαρίου, αλλά ο απόπλους αυτής της ομάδας δεν ήταν εφικτός καθώς δεν διέθετε τα απαιτούμενα πυρπολικά, εφόσον τα υδραίικα πλοία είχαν καθυστερήσει στις προπαρασκευές τους.[48] Έτσι, ο Ιμπραήμ προσέγγισε ανενόχλητος την Μεθώνη.

Στο φύλλο της 6ης Μαρτίου του «Φίλου του Νόμου» διαβάζουμε ότι περίπου 50 Αιγυπτιακά πλοία που έφυγαν με νέα στρατεύματα από τη Σούδα πέρασαν μεταξύ ακρωτηρίου του Μαλέα και Κηθύρων κατευθυνόμενα προς τη Μεθώνη. Ο συνολικός πλέον όγκος των αιγυπτιακών αποβιβασμένων στρατευμάτων θα ξεπερνούσε τους 10.000 άνδρες, αφού και στην δεύτερη απόβαση έφθασαν πάλι 5.500 με 6000.[49] Στο ίδιο φύλλο αναφέρεται και η προσπάθεια του Ανδρέα Μιαούλη που εξέπλευσε με 20 πολεμικά και 7 πυρπολικά για να συναντήσει τον αιγυπτιακό στόλο και να αποτρέψει τη νέα απόβαση. Τελικά, ο Υδραίος ναύαρχος καθυστέρησε στον όρμο Δάρδεζα της Ερμιόνης, όπου προσορμίσθηκε για ύδρευση, εφοδιασμό και επιδιόρθωση των πυρπολικών και δεν μπόρεσε να εμποδίσει την προέλαση των αιγυπτιακών πλοίων.[50] 

Σε γενικές γραμμές, οι δύο εφημερίδες φαίνεται εξ αρχής να υποτίμησαν τις δυνάμεις του Ιμπραήμ (όπως άλλωστε και η ελληνική κυβέρνηση) ή/και να προσπαθούσαν να τονώσουν το ηθικό των Ελλήνων αμυνομένων, με το να παρουσιάζουν μία αισιόδοξη και σίγουρα μακριά από την επικείμενη ζοφερή πραγματικότητα εικόνα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αισιόδοξες εικόνες που μεταδίδει ο «Φίλος του Νόμου» (βλ. φύλλο 2 Μαρτίου), με τους Έλληνες να καταλαμβάνουν οχυρά και να τιμωρούν τον εχθρό που ήλπιζε να τους βρει διχασμένους, αποδίδονται σε ψευδείς ειδήσεις που είχαν ως πηγή τους το εκτελεστικό.[51] Χαρακτηριστικό του κλίματος αυτής της χαλαρότητας και της υποτίμησης του κινδύνου είναι, ότι τα πρώτα στρατεύματα των Αιγυπτίων που αποβιβάστηκαν στη Μεθώνη παρουσιάζονταν από τον «Φίλο του Νόμου» ως εύκολη λεία για τους Έλληνες και μάλιστα ως ευκαιρία για απόκτηση δουλικού προσωπικού: «τα στρατεύματά μας […] να τους αποκαταστήσουν παίγνιον της Ελληνικής ανδρίας και επί τέλους λάφυρον ελεεινόν».[52] Ακόμα και στο φύλλο της 9ης Μαρτίου του «Φίλου του Νόμου», διαβάζουμε ότι «οι Αιγύπτιοι δεν έχουν δυνάμεις ανάλογες της φήμης τους», ότι οι ελληνικές δυνάμεις είναι ικανές να αντισταθούν και ότι τα «διοικητικά πράγματα ευρίσκονται εις μεγάλην αρμονίαν».

 Το σίγουρο είναι ότι η στάση της ελληνικής κυβέρνησης (που ενώ γνώριζε τα σχέδια του Μεχμέτ Αλή δεν φρόντισε επαρκώς για την άμυνα στη Μεσσηνία, δίνοντας προτεραιότητα στην Πάτρα) σε συνδυασμό με τη διχόνοια και την αποδιοργάνωση που επέφερε ο εμφύλιος πόλεμος, αποτέλεσαν καταλυτικούς παράγοντες που επέτρεψαν στον Ιμπραήμ να απειλήσει και παρά λίγο να ανατρέψει την επιτυχή έκβαση του επαναστατικού εγχειρήματος· τη στιγμή που αν επικρατούσαν διαφορετικές συνθήκες και σοβαρότερη οργάνωση, σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο, οι 5.500 Αιγύπτιοι που αρχικά αποβιβάστηκαν θα μπορούσαν ίσως εύκολα να εξουδετερωθούν.[53]

Συνεχίζεται…


[1] Νίκος Ροτζώκος, “Οι Εμφύλιοι Πόλεμοι. Το Ζήτημα Της Εξουσίας Στην Επανάσταση,” στην Ιστορία Του Νέου Ελληνισμού 1770 -2000, Τ. Γ (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003), 161.

[2] Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία Της Ελληνικής Επανάστασης Του 1821 (Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης, 2007), 313.

[3] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 6:473–74.

[4] Στο ίδιο, 475.

[5] Στο ίδιο, 475.

[6] Στο ίδιο, 764-65.

[7] Στο ίδιο, 765–66.

[8] Στο ίδιο, 769

[9] Βακαλόπουλος, Ιστορία Της Ελληνικής Επανάστασης Του 1821, 315.

[10] «Ο Φίλος του Νόμου», 29ης Δεκεμβρίου 1824, σ.2.

[11] Στο ίδιο, 2ας Ιανουαρίου 1825, σ.1.

[12] «Ελληνικά Χρονικά», 10ης Ιανουαρίου 1825, τευχ.3.

[13] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 6:785–86.

[14] «Ελληνικά Χρονικά», 14ης Ιανουαρίου 1825, τευχ.4.

[15] Στο ίδιο, 1825, τευχ.13

[16] «Ο Φίλος του Νόμου», 9ης Φεβρουαρίου 1825, σ.1.

[17] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 6:806.

[18] «Ελληνικά Χρονικά», 7ης Ιανουαρίου 1825, σ.3.

[19] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία Της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τ. Γ (Λονδίνο: Taylor and Francis, 1856), 176.

[20] «Ελληνικά Χρονικά», 10ης Ιανουαρίου 1825.

[21] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 6:809.

[22] Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, 5η έκδοση, Τ. 4 (Αθήναι: Μέλισσα, 1967), 560.

[23] Βλ. βιογραφία του Ιωάννη Βαρβάκη: Βασίλης Ασημομύτης, Ιωάννης Βαρβάκης (Αθήνα: Κάκτος, 2001).

[24] Ελένη Κούκκου, “Η Παιδεία”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ, 588.

[25] Στο ίδιο, 588.

[26] Στασινόπουλος, “Γεννάδιος Γεώργιος,” 335–36.

[27] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, τευχ. 18.

[28] Για τον Γρηγόριο Κωνσταντά βλ. Κωνσταντίνος Βουρβέρης, Γρηγόριος Κωνσταντάς : Ο Διδάσκαλος Του Γένους (Αθήνα: Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία, 1974).

[29] «Ο Φίλος του Νόμου», 19ης Ιανουαρίου 1825.

[30] Για τα δάνεια της Εθνικής Ανεξαρτησίας βλ. Μαρία – Χριστίνα Χατζηιωάννου, Το Προπατορικό Χρέος: Τα Δάνεια Της Εθνικής Ανεξαρτησίας Της Ελλάδας (Αθήνα: Gutenberg, 2013).

[31] Χατζηιωάννου, 48–49.

[32] Thomas Gordon, History of the Greek Revolution, Τ. 2 (Edimburgh: William Blackwood and T. Cadell, 1832), 191.

[33] Τάσος Λιγνάδης, “Τα Οικονομικά της Επαναστάσεως από το 1821 ως το 1827 ”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ, 611.

[34] Γεώργιος Δερτιλής, Ιστορία Του Ελληνικού Κράτους 1830-1920, 8η (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014), 195.

[35] Βακαλόπουλος, Ιστορία Της Ελληνικής Επανάστασης Του 1821, 320.

[36] Βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 6:548–78.

[37] Για την προσπάθεια προσέγγισης Ελλήνων και Αλβανών βλ. στο ίδιο, 808–9.

[38] «Ελληνικά Χρονικά», 10ης Ιανουαρίου 1825.

[39] Απόστολος Βακαλόπουλος, “Η Επανάσταση κατά το 1825”,  στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ, 394.

[40] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, τεύχ. 14.

[41] Βακαλόπουλος, “Η Επανάσταση κατά το 1825”,  393.

[42] «Ο Φίλος του Νόμου», 5ης Ιανουαρίου 1825.

[43] Στο ίδιο, 2ας Φεβρουαρίου 1825.

[44] Βακαλόπουλος, “Η Επανάσταση κατά το 1825 ”, 377.

[45] Βλ. Μιχαήλ Σακελλαρίου, Η Απόβαση Του Ιμπραήμ Στην Πελοπόννησο, 2η (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012), 107.

[46] Βλ. στο ίδιο, 113-15, 139.

[47] «Ο Φίλος του Νόμου», 20ης Φεβρουαρίου 1825.

[48] Σακελλαρίου, Η Απόβαση Του Ιμπραήμ Στην Πελοπόννησο, 135.

[49] Στο ίδιο, 161.

[50] Βακαλόπουλος, “Η Επανάσταση κατά το 1825 ”,  377.

[51] Βλ. Σακελλαρίου, Η Απόβαση Του Ιμπραήμ Στην Πελοπόννησο, 144.

[52] «Ο Φίλος του Νόμου», 16ης Φεβρουαρίου 1825.

[53] Σακελλαρίου, Η Απόβαση Του Ιμπραήμ Στην Πελοπόννησο, 110–11.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι μέλος του CognoscoTeam, απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο μεταπτυχιακό Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.