Ο τύπος στον Αγώνα του 1821: Τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» κατά το πρώτο τρίμηνο του 1825. (III)

Του Μιχάλη Ρέττου*

Μέρος Γ’

5.Η Ιδεολογικοπολιτική «γραμμή» των δύο εφημερίδων (Ιανουάριος-Μάρτιος 1825)

5.1 Νομιμότητα και «αποστασία» στα «Ελληνικά Χρονικά» και τον «Φίλο του Νόμου»

Κομβική και πρωτεύουσα θέση στην αρθρογραφία των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Φίλου του Νόμου», κατά την υπό εξέταση περίοδο, καταλαμβάνει το ζήτημα της υπεράσπισης της (πολιτικής) νομιμότητας. Οι εφημερίδες υπερασπίζονται την εθνική διοίκηση, θεματοφύλακα των εθνικών νόμων, ενώ κατακρίνουν με σφοδρότητα τους «αντάρτες» ή «αποστάτες» που επιχείρησαν να τους καταλύσουν (δηλαδή τους ηττημένους Πελοποννησίους του δεύτερου εμφυλίου πολέμου του 1824 που μόλις είχαν συλληφθεί από τα διοικητικά στρατεύματα). Στο ιδεολογικό σύμπαν των εφημερίδων, οι πράξεις εναντίον των εθνικών νόμων -και συνακόλουθα εναντίον της διοίκησης που τους εκπροσωπεί- λαμβάνουν τον χαρακτηρισμό της «αποστασίας» και της «προδοσίας». Οι εφημερίδες, δηλαδή, ταυτίζονται με τους νομιμοποιητικούς λόγους που έχει συγκροτήσει η διοίκηση, τους οποίους θεωρητικοποιούν και αναπαράγουν. Στα κείμενα τους, που υπερασπίζονται τη νομιμότητα και το «εθνικό πολίτευμα», διαφαίνεται η ιδεολογικοπολιτική αντίληψη της κυβερνητικής πλευράς, η οποία ορίζει το «νόμιμο», το «πατριωτικό», το «εθνικό», τον «αποστάτη» και τον «προδότη» στα πλαίσια του εθνικού ενοποιητικού εγχειρήματος και της νεωτερικής συγκεντρωτικής θεσμικής συγκρότησης.

Η ρήξη στους κόλπους των επαναστατών ξεκινά ουσιαστικά από την αντιπαράθεση «στρατιωτικών» και «πολιτικών»[1] και από τους συσχετισμούς των δυνάμεων που διαμόρφωσαν τα τοπικά πολιτικά σώματα, η εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Ιαν. 1822) και του Άστρους (Απρ.1823) και οι πολεμικές αναμετρήσεις (ιδιαίτερα η απόκρουση της εισβολής του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822). Η επικράτηση των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου στα πεδία των μαχών «απονομιμοποίησε» ηθικά τη διοίκηση (που είχε διαφύγει στα πλοία κατά τη διάρκεια της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο) και συνετέλεσε αποφασιστικά στην απόκτηση του ελέγχου του τοπικού πολιτικού σώματος της Πελοποννησιακής Γερουσίας από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ταυτόχρονα, η στρατιωτική παράταξη του Κολοκοτρώνη ήλεγχε τα μεγάλα κάστρα της Πελοποννήσου, αυτά της Τριπολιτσάς, του Ακροκορίνθου και του Ναυπλίου. Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους προσπάθησε να «διορθώσει» αυτόν τον συσχετισμό, μέσω της κατάργησης αφενός των τοπικών πολιτικών σωμάτων (άρα και της Γερουσίας της Πελοποννήσου) και αφετέρου της μονιμότητας ενός προσώπου στο αξίωμα του Αρχιστρατήγου, το οποίο μέχρι τότε κατείχε ο Κολοκοτρώνης.[2]

Ωστόσο, πολύ γρήγορα ο Κολοκοτρώνης, συμμαχώντας με την οικογένεια Δεληγιάννη (συμμαχία που επικύρωσε ο γάμος του Πάνου Κολοκοτρώνη με τη θυγατέρα του Κανέλλου Δεληγιάννη), κατάφερε να αναδειχθεί αντιπρόεδρος του εκτελεστικού. Η κρίση που ξέσπασε στους κόλπους της διοίκησης στα τέλη του 1823, με τη σύγκρουση μεταξύ του βουλευτικού και του (ελεγχόμενου από την παράταξη των «στρατιωτικών» και του Θ. Κολοκοτρώνη) εκτελεστικού, θα οδηγήσει στην απονομιμοποίηση του δευτέρου. Η νέα διοίκηση -που διαμορφώθηκε με τη συγκρότηση καινούργιου εκτελεστικού (υπό την προεδρία του Γεωργίου Κουντουριώτη)- ήταν εκείνη που είχε την ισχύ να επιβληθεί έναντι των αντιπάλων της, να καθορίσει τους όρους της νομιμότητας και της «αποστασίας», να εκπροσωπήσει και να διαμορφώσει το Εθνικό ενοποιητικό αφήγημα. Η ίδια στηριζόταν στην οικονομική δύναμη των Υδραίων, στη διαχείριση των εθνικών προσόδων και στα χρήματα του πρώτου αγγλικού δανείου που συνομολογήθηκε στις αρχές του 1824. Τα παραπάνω πλεονεκτήματα της έδιναν τη δυνατότητα να κινητοποιεί στρατεύματα καλύπτοντας τις οικονομικές τους ανάγκες, να διασφαλίζει την υπεροχή στη θάλασσα και να στηρίζεται στα ένοπλα σώματα των Ρουμελιωτών που ήλεγχε ο Κωλέττης.[3]

Η διαμάχη που ξέσπασε στους κόλπους της διοίκησης γρήγορα ξέφυγε από το αρχικό δίπολο της αντιπαράθεσης «πολιτικών» και «στρατιωτικών». Με την επικράτηση της διοίκησης έναντι των «στασιαστών», στον πρώτο γύρο των συγκρούσεων, οι Λόντος και Ζαΐμης στάλθηκαν στην Τρίπολη ως εκπρόσωποι της διοίκησης για να καθυποτάξουν τους «αντάρτες» και τους αναγκάσουν να παραδοθούν άνευ όρων ως «αντιπατριώτες» και «εχθρούς του έθνους». Οι Αχαιοί προύχοντες, όμως, αντί της «ολικής εξόντωσης» των αντιπάλων (καθήκοντος που είχαν επωμισθεί ως εκπρόσωποι της διοίκησης) προτίμησαν να διαπραγματευτούν την παράδοση του κάστρου του Ναυπλίου με τον Θ. Κολοκοτρώνη, ο οποίος ήταν διατεθειμένος να το παραδώσει σε εκείνους και όχι στη διοίκηση. Η προοπτική διευθέτησης της διαφοράς στο πλαίσιο της τοπικότητας και η παράκαμψη του «έθνους» (που εκπροσωπεί η διοίκηση), το οποίο επιτάσσει την «συντριβή» των «αποστατών», προμηνύει μία νέα κρίση μέσα στους κόλπους της διοίκησης που θα επιφέρει τον «δεύτερο» εμφύλιο πόλεμο.[4] Η διοίκηση άρχισε να αντιμετωπίζει τους εν λόγω προύχοντες ως «αποστάτες», καθώς αψήφησαν την εντολή που είχαν λάβει από το «έθνος» (δηλ. τη διοίκηση) -στην οποία ως αξιωματούχοι ήταν υποχρεωμένοι να υπακούσουν- και διαχειρίστηκαν την περίσταση κατά το δοκούν.

Οι Ζαΐμης και Λόντος, από την πλευρά τους, δεν επιθυμούσαν μία ολοκληρωτική επικράτηση της διοίκησης, την οποία η τελευταία επεδίωκε για να εδραιώσει τη νέα εθνική πολιτική τάξη και να εκριζώσει μία και έξω τους όρους αναπαραγωγής της ισχύος των τοπικών κέντρων εξουσίας, που επιτρέπουν την κυριαρχία των τοπικών ηγετικών ομάδων στην Πελοπόννησο.[5] Οι εν λόγω προύχοντες αντιλαμβάνονταν στη συγκυρία της στιγμής, ότι η πλήρης επικράτηση της «νέας εξουσίας» θα ενδυνάμωνε σε ανεξέλεγκτο βαθμό τους εξωπελοποννησιακούς φορείς της (τους Υδραίους και τον Μαυροκορδάτο) και θα απειλούσε το ίδιο το παραδοσιακό σύστημα αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας, «στο οποίο στηρίζεται και η δική τους κυριαρχία στις επαρχίες της Πελοποννήσου».[6] Τέλος, οι ίδιοι, μέσω μίας συμβιβαστικής διευθέτησης της διαφοράς με τους πολιορκούμενους στην Τρίπολη (αντί της ολοκληρωτικής επιβολής που επιθυμούσε η διοίκηση), ήλπιζαν ότι θα ενίσχυαν τη θέση τους στο πλαίσιο της κυβέρνησης στηριζόμενοι παράλληλα στην ισχύ των ηγετών των επαρχιών της Πελοποννήσου.[7]

Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι οι διαδικασίες της εθνικής ενοποίησης και της συγκέντρωσης της επαναστατικής εξουσίας από τις πολιτικές ομάδες που κινούνται στους κόλπους της Προσωρινής Διοίκησης έθεσαν σταδιακά «υπό αίρεση παραδοσιακά κληρονομημένα προνόμια και κατοχυρωμένα “δίκαια”. Οι τοπικές ιδιαιτερότητες και οι κοινωνικές ιδιομορφίες “ποινικοποιούνται” και καταδικάζονται, επειδή θεωρούνται “ενάντιες” στις διεκδικήσεις αποκατάστασης των “δικαίων” του Έθνους».[8] Με την τελική επικράτηση της διοίκησης έναντι του προυχοντικού και στρατιωτικού κόσμου της Πελοποννήσου (Δεκέμβριος 1824), που εκπροσωπούσε συνολικά τον παραδοσιακό τρόπο αναπαραγωγής της εξουσίας στο πλαίσιο της τοπικότητας, η «νέα εξουσία» ήταν σε θέση να διαμορφώνει και να μονοπωλεί το Εθνικό νομιμοποιητικό αφήγημα, το οποίο στηριζόταν σε σύγχρονα νεωτερικά και συγκεντρωτικά θεσμικά προτάγματα.

5.2 «Άρπαγες» και «τύραννοι» απέναντι στην «εθνική τάξη» και το «εθνικό πολίτευμα»

Οι δύο εφημερίδες, οι οποίες στη συγκυρία του εμφυλίου πολέμου αναπαράγουν τους λόγους της διοίκησης (ο «Φίλος του Νόμου», μάλιστα, ως επίσημος έντυπος εκπρόσωπός της), «κατακεραυνώνουν» τις παραδοσιακές πρακτικές του ελέγχου των προσόδων των επαρχιών από τους ισχυρούς τοπικούς παράγοντες, χαρακτηρίζοντας τες ως «αρπαγή» και «λεηλασία»: «πώς έχουν σπλάγχνα ανθρώπινα, ή αίμα φιλελευθέρων Ελλήνων εκείνοι οι οποίοι κατέφαγαν τόσα εθνικά εισοδήματα, οι οποίοι κατεγύμνωσαν τόσας επαρχίας, οι οποίοι ίδαν πολλάκις το έθνος εις τους πλέον μεγάλους κινδύνους από έλλειψιν χρημάτων, και δεν έλαβαν συμπάθειαν να το βοηθήσωσι κάν με ολίγον μέρος από όσα του άρπαξαν».[9] Στην αντίληψη της «νέας εξουσίας», που εκπροσωπεί η διοίκηση και οι εφημερίδες που εξετάζουμε, οι τοπικοί θεσμοί και η αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας στην Πελοπόννησο, όπως είχαν διαμορφωθεί επί της οθωμανικής κυριαρχίας και συντηρούνταν ακόμα στην Επανάσταση, θεωρούνται πλέον «άνομες» και «τυραννικές». Στην πολιτική συγκυρία του εθνικού ενοποιητικού επαναστατικού εγχειρήματος, οι παραδοσιακοί θεσμοί και οι διαχειριστές τους ταυτίζονται με το σουλτανικό «τυραννικό» και «άδικο» καθεστώς και με την απονομιμοποιημένη πλέον συνθήκη της κατάκτησης.[10]

Τα «Ελληνικά Χρονικά» τονίζουν ότι «πρέπει οι στρατηγοί να μην έχωσιν εις την εξουσίαν των πλέον ολόκληρα βελαέτια ουδέ να νέμωνται τους καρπούς αυτών· ούτοι είναι στρατηγοί του Έθνους και της Ελληνικής Διοικήσεως δεν είναι κύριοι των επαρχιών· οι κοτζαμπασίδες ας λησμονήσουν ό,τι ήσαν εν καιρώ της Τουρκίας, η Ελλάς εξώρισε τον Φεουδαϊσμόν και δεν επιθυμεί πλέον να τον ξαναϊδή».[11] Η νέα πολιτική τάξη «επιφέρει τη ρήξη με το παρελθόν για να επιβάλει το νόμο, με τον οποίο διασφαλίζονται η «ισονομία» και τα «αυτά δικαιώματα» σε όλους όσοι επαναστάτησαν ενάντια στην τυραννία και την αδικία που αντιπροσωπεύει η κυριαρχία του σουλτάνου και του παλιού καθεστώτος. Η νέα εξουσία θεμελιώνεται στο νόμο του έθνους, τον πλέον έγκυρο και δίκαιο κριτή των ανθρωπίνων πράξεων».[12]

Άλλο απόσπασμα από άρθρο των «Ελληνικών Χρονικών» αποτυπώνει το πως η πλευρά της διοίκησης «εκθέτει» -μετά το τέλος της εμφύλιας σύρραξης- τις «αντεθνικές» προθέσεις και πρακτικές του προυχοντικού και στρατιωτικού κόσμου της Πελοποννήσου, οι οποίες βγήκαν στην επιφάνεια από τη στιγμή που ξέσπασε ο Αγώνας: «Διάτί ευθύς από τον πρώτον χρόνον του ιερού τούτου πολέμου, τον οποίον εμολύνατε, διά τί δεν εστέρξετε να γένη Συνέλευσις Εθνική, και σύστημα εθνικού πολιτεύματος, μ’ όλον ότι σας επρoβλήθη τόσαις φοραίς, όχι βέβαια δι’ άλλο, καθώς τα πράγματα το απέδειξαν, παρά διά να θερίσετε τον πλούσιον εκείνον θερισμόν του πρώτου χρόνου, και να διαρπάσετε τα άπειρα εκείνα πλούτη της Τριπολιτζάς, από τα οποία μόνα εμπορούσε το έθνος να πολεμή έως την σήμερον χωρίς να λάβη χρείαν δανείων το οποίον εστοχάζεσθε ότι δεν ήτο δυνατόν νά γένη υποκάτω εις νόμους και Διοίκησιν. Διά τί αφού εσυστήθησαν Διοίκησις και νόμοι, δεν ήσυχάζετε, αλλά διεγείρετε ταραχάς με την απάτην και συκοφαντίαν; Βεβαια όχι δι’ άλλο, παρά διά να αρπάζετε ακόμη, και να εξουσιάζετε τυραννικώς. Διά τί εκείνους, τους οποίους ελέγετε χθες και προχθές Κλέπτας, τους εκάμετε πενθερούς, όχι βέβαια δι’ άλλο, παρά διά να τους έχετε όργανα της τυραννικής φιλαρχίας σας, και εκείνοι οι ανόητοι άφησαν την ηρωϊκήν δόξαν, και έπεσαν εις το δάσος της Κίρκης».[13]

Σύμφωνα με τον ιδεολογικό λόγο που παράγουν τα «Ελληνικά Χρονικά», οι διαχειριστές των παραδοσιακών θεσμών της Πελοποννήσου (προύχοντες και στρατιωτικοί) δεν ήθελαν «εθνικό πολίτευμα» και δεν «έστερξαν» για να συγκληθεί εθνοσυνέλευση, αφού ήθελαν να καρπωθούν τα λάφυρα από την «Τριπολιτζά». Αν υπήρχε διοίκηση (εκείνη τη στιγμή υπήρχαν μόνο τοπικά πολιτικά σώματα) αυτά τα «άπειρα πλούτη» θα τα ελάμβανε το «έθνος», το οποίο δεν θα είχε ανάγκη δανείων για να συνεχίσει τον πόλεμο. Ακόμα όμως και όταν συγκροτήθηκαν η διοίκηση και οι νόμοι, αυτοί «δεν ησύχασαν», αφού ήθελαν να συνεχίζουν να «αρπάζουν» και να «εξουσιάζουν τυραννικώς», στο πλαίσιο της παραδοσιακής αναπαραγωγής της εξουσίας, όπως είχε ορισθεί από τη συνθήκη κατάκτησης.

Στο παραδοσιακό πλαίσιο πολιτικής συγκρότησης υπάρχουν εσωτερικοί ανταγωνισμοί (όπως αυτοί μεταξύ ισχυρών στρατιωτικών και κοινοτικών αρχόντων), οι οποίοι όμως δεν αμφισβητούν τους μηχανισμούς αναπαραγωγής τους, παρά μόνο αναπροσαρμόζουν τις σχέσεις εξουσίας ανάλογα με τον συσχετισμό των δυνάμεων. Η διοίκηση, όμως, ως εξουσία που συγκροτείται στο πεδίο της επικράτειας, είναι εκείνη που έρχεται δυναμικά (και όχι συμβιβαστικά) να καταλύσει το παραδοσιακό πεδίο της τοπικής αναπαραγωγής της εξουσίας, το οποίο ταυτίζει με την «αρπαγή», την αυθαιρεσία και το έκπτωτο καθεστώς του κατακτητή.[14] Επομένως, οι παραδοσιακοί φορείς της εξουσίας, στη βάση της απειλής αυτής που αντιμετωπίζουν, συσπειρώνονται ξεχνώντας προσωρινά τους τοπικούς ανταγωνισμούς, εφόσον διακυβεύεται ο ίδιος ο «κόσμος» τους. Οι τοπικοί άρχοντες, λοιπόν, εκείνους που έλεγαν «μέχρι χθες και προχθές Κλέπτας» τους έκαναν «πενθερούς»[15], αφού οι ανταγωνισμοί τους στο πλαίσιο της τοπικότητας έρχονται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην απειλή αφανισμού του πεδίου αναπαραγωγής της εξουσίας εκείνων και των αντιπάλων τους πρώην «Κλεπτών».

Οι παραπάνω, αφενός ως «αποστάτες» και αφετέρου ως «άρπαγες» και «κλεπταποδόχοι» -για ένα σημαντικό διάστημα της Επανάστασης, μέχρι η «Διοίκηση του Έθνους» να επιβάλει  τον Νόμο- θα πρέπει να πληρώσουν για τις «ζημιές» που προκάλεσε η «ανταρσία». Ο «Φίλος του Νόμου» καταγράφει ως «απαίτηση των Ελλήνων»: «τα κτήματα κινητά και ακίνητα του Κολοκοτρώνη, των Δελλιγιανέων, του Νοταρά, του Ζαΐμη, του Λόντου, του Σισίνη και των Τοιούτων, να πληρώσουν όλας τας ζημιάς που αι επαρχίαι εξόδευσαν εις αυτήν την αποστασίαν από νερόν εώς αλάτι.»[16] Στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύεται ψήφισμα του βουλευτικού που κατοχυρώνει μεταξύ άλλων το ασυμβίβαστο μεταξύ δημοσίου λειτουργού και αγοραστή προσόδων των επαρχιών: «Να αποκλεισθώσι από την αγοράν οι Εκτελεσται, Βουλευταί, Υπουργοί, Έπαρχοι και οι Στρατηγοί».[17] Η διοίκηση, δηλαδή, μετά την εμπειρία του εμφυλίου πολέμου και την επικράτησή της έναντι αυτών που ασκούσαν εξουσία και συνέλεγαν τις προσόδους στις επαρχίες, εισάγει μία νεωτερική αρχή ως πρακτική συλλογής εσόδων. Πλέον, ο συλλέκτης προσόδων δεν μπορεί να είναι ένα πρόσωπο της διοίκησης που ασκεί εξουσία, όπως μέχρι πολύ πρόσφατα, πράγμα που θα μπορεί στο εξής να αποτρέπει ή να αμβλύνει πρακτικές καταχρήσεων και εκβιαστικές προς την ίδια τη διοίκηση ενέργειες.

Επιπλέον, στη λογική που διέπει τη διοίκηση, οι Πελοποννήσιοι προύχοντες και στρατιωτικοί που κινήθηκαν με τα όπλα κατά των «Εθνικών Νόμων» είναι «προδότες του Έθνους»: «διότι η Διοίκησις παραστένει το έθνος, και το έθνος είμεθα όλοι ημείς· ή Διοίκησις επαγρυπνεί και καταγίνεται εις την ελευθερίαν και ασφάλειάν μας· όποιος λοιπόν κατατρέχει την Διοίκησιν με όπλα και παρανόμους φατρίας, είναι εχθρός της ελευθερίας και ασφαλείας μας, είτε φίλος, είτε συγγενής, είτ’ αδελφός, είτε υιός, είτε πατήρ, εχθρός της ελευθερίας μας είναι».[18] Στη συγκυρία της ενοποίησης του πολιτικού, η διοίκηση παρουσιάζεται ως ο αναμφισβήτητος φορέας νομιμότητας και αποκλειστικός εκφραστής του «Έθνους», ενώ «οι επιλογές της θεμελιώνονται και νομιμοποιούνται στη βάση αυτής της αρχής».[19] Η ταύτιση της διοίκησης με το «Έθνος» θεμελιώνεται με βάση τις αρχές του «εθνικού πολιτεύματος» και της αντιπροσωπευτικότητας. Το «Έθνος», που είναι το σύνολο του λαού/πολιτών («είμεθα όλοι ημείς»), «παριστάνεται» από τη διοίκηση. Τουτέστιν ότι κάθε πράξη κατά της διοίκησης είναι εξ ορισμού «αντεθνική».

5.3 Η νομιμότητα και ο πατριωτισμός στα πλαίσια της παράδοσης

Από την άλλη πλευρά, οι ηττημένοι, που εκπροσωπούσαν τον προυχοντικό και στρατιωτικό κόσμο της Πελοποννήσου, αντιλαμβάνονταν διαφορετικά το ζήτημα της νομιμότητας και του πατριωτισμού από ό,τι οι εκπρόσωποι της ενοποιημένης επικράτειας (διοίκηση). Οι νομιμοποιητικοί λόγοι που συγκροτούν, καταγεγραμμένοι σε κείμενα, επιστολές και απομνημονεύματα της εποχής, δεν εμφανίζονται στις υπό εξέταση εφημερίδες, οι οποίες ακολουθούν την κυβερνητική γραμμή. Ωστόσο, καλό θα ήταν να γίνει αντιληπτή και η θέση των Πελοποννησίων προυχόντων και στρατιωτικών ώστε να αποσαφηνισθεί το διακριτό πολιτικό και θεσμικό πεδίο που η κάθε πλευρά υπερασπίζεται.

Στη λογική των Πελοποννησίων αρχηγών και της παραδοσιακής κοινωνίας, τα πρόσωπα της διοίκησης (Μαυροκορδάτος, Κωλέττης κ.α.), κατά την περίοδο που ξεσπάει η σύγκρουση, δεν αντιπροσωπεύουν το έθνος αλλά τον εαυτό τους. Εκείνοι, δεν είναι «αυτόχθονες», δεν έχουν κτήματα ούτε επαρχία υπό τον έλεγχό τους[20]. Επομένως, ως «ξένοι» δεν μπορούν να μιλούν εξ ονόματος του έθνους αφού δεν έχουν θέση «στο πλαίσιο αναγνωρισμένων και συντεταγμένων θεσμών της παραδοσιακής κοινωνίας».[21] Τα «δίκαια» της πατρίδας είναι –σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη- συνδεδεμένα με τον γεωγραφικό χώρο και συνακόλουθα με τους ανθρώπους που πατροπαράδοτα τον ελέγχουν πολιτικά. Αυτοί οι ίδιοι ήταν άλλωστε που όπλισαν τα χέρια των «ατάκτων» χωρικών, με την έναρξη του Αγώνα, για να ελευθερώσουν τον «τόπο» τους. Στη σκέψη τους, οι «ετερόχθονες» πολιτικοί είναι «σφετεριστές», «διότι οικειοποιούνται θέσεις και αξιώματα που παραδοσιακά ανήκαν στους ηγέτες του τόπου».[22]

Παρόμοια ήταν και η λογική του Κολοκοτρώνη όταν παρέδωσε στον Λόντο και τον Ζαΐμη το κάστρο του Ναυπλίου και όχι στους «ξένους» της διοίκησης: «το άτι της Πελοποννήσου, δια το οποίον η Πελοπόννησος έχυσε τόσα αίματα και τόσα έξοδα έκαμε δια να το πάρη από τους Τούρκους, δεν πρέπει να το καβαλλικεύση ξένος άνθρωπος, διότι το σακατεύει».[23] Σε αυτό το ιδεολογικό σύμπαν, τα φρούρια της Πελοποννήσου και οι επαρχίες της ανήκουν στους ανθρώπους του τόπου, ήτοι στις ηγεσίες εκείνες που τον εκπροσωπούν παραδοσιακά. Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος υπερασπίζεται στην πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου το «δικαίωμα» της κατοχής του «φρουρίου του τόπου» (Ναύπλιο), έρχεται στη συνέχεια ως ηττημένος να το παραχωρήσει σε ανθρώπους που επίσης το δικαιούνται (δηλαδή σε Πελοποννησίους) και όχι στους «ξένους» που έχουν αναλάβει τα ηνία της διοίκησης.[24]

Στη διαδικασία ενοποίησης του χώρου, ως επακόλουθου της επαναστατικής διαδικασίας και της συγκρότησης «εθνικού» πολιτεύματος, η σύγκρουση μεταξύ των διαχειριστών των παραδοσιακών θεσμών και αυτών της «νέας εξουσίας» ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Σε αντίθεση με τη λογική του (συγκεντρωτικού- νεωτερικού) «έθνους», όπου ως «προδοσία» και «αποστασία» εκλαμβάνεται η οικειοποίηση του «εθνικού» (με όρους επικράτειας) από «μερικότητες» (τοπικές εξουσίες), για τους διαχειριστές των παραδοσιακών θεσμών «αντιπατριωτική» πράξη θα αποτελούσε η απεμπόληση των δικαιωμάτων τους ως «φυσικών» εκπροσώπων του τόπου και του λαού τους.[25] Άλλωστε, αρκετοί από αυτούς φαίνεται να οραματίζονταν την ελεύθερη Ελλάδα ως συνέχεια του παραδοσιακού συστήματος αναπαραγωγής της εξουσίας, απαλλαγμένου απλά από τις παρεμβάσεις του Τούρκου πασά.[26] Στο «σύμπαν» αυτό, το «έθνος» δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο από τους ανθρώπους του «τόπου», τους  ηγέτες των επαρχιών που πατροπαράδοτα το εκπροσωπούν. Επομένως, «αντεθνική» ενέργεια είναι αυτή που παρακάμπτει αυτή τη -«δεδομένη» και «χαμένη» σε μία παράδοση αιώνων- συνθήκη και καταλύει τα «δικαιώματα» των «φυσικών» εκπροσώπων του έθνους και τους όρους αναπαραγωγής τους.

Το «εθνικό» πολίτευμα και η συγκέντρωση της εξουσίας έπληξαν την ηγεμονία όχι μόνο των παραδοσιακών ηγετών (προυχόντων) αλλά και των οπλαρχηγων που κατά τη διάρκεια της επανάστασης, χάρη στις στρατιωτικές τους επιτυχίες, είχαν καταφέρει να ελέγξουν τα τοπικά πολιτικά σώματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του -πρωταγωνιστή και των δύο φάσεων του εμφυλίου πολέμου- Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος μέσα στο 1822 (μετά την απόκρουση του Δράμαλη) είχε καταφέρει να αναδειχθεί ως ο αναμφισβήτητος ηγέτης της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Ο ίδιος εξ αρχής αντιλαμβανόταν την κεντρική διοίκηση ως όργανο των «ισχυρών», που σκοπό έχει να άρει τους διαμορφωμένους συσχετισμούς πολιτικής ισχύος στο πλαίσιο της τοπικότητας: «Οι Άρχοντες[27] ενέργησαν δια να γίνη συνέλευσις [σ.σ. του Άστρους] με σκοπόν να γκρεμίσουν την Γερουσίαν (η οποία είχε κάμει τας μεγαλητέρας εκδουλεύσεις) και την εδικήν μου αρχιστρατηγίαν».[28]

Λίγους μήνες μετά τη συνέλευση και ενώ ο Κολοκοτρώνης έχει καταφέρει με τις κατάλληλες ενέργειες να ελέγξει το εκτελεστικό, η διαμάχη μεταφέρθηκε στους κόλπους της διοίκησης (βουλευτικό vs εκτελεστικό) και έλαβε σταδιακά χαρακτήρα τοπικότητας, απεμπολώντας τον αρχικό «ταξικό» της χαρακτήρα. Η ανάληψη της προεδρίας του βουλευτικού από τον Μαυροκορδάτο παρουσιάζεται από τον Κολοκοτρώνη ως μηχανορραφία των εξωπελοποννησιακών δυνάμεων που σκοπό έχουν να καταργήσουν το εκτελεστικό και να οικειοποιηθούν τον «τόπο» και τα κάστρα του : «βλέπω τον Μαυροκορδάτο, τον Δεσπότη Άρτης και Σπετζώταις και Υδραίους και πλέκουν ένα γαϊτάνι στου Αναπλιού την πόρτα»[29]. Ο Κολοκοτρώνης σε απόκρισή του προς τον Μητροπολίτη Άρτας είπε: «σαν τον έκλεξες για καλόν (τον Μαυροκορδάτο), πάρτον εις την Άρταν, όχι εδώ εις την Ελλάδαν».[30] Στην αντίληψη της παραδοσιακής κοινωνίας η «πατρίδα» εκλαμβάνεται με όρους τοπικότητας και η διαχείριση των «πραγμάτων» της αφορά τους ανθρώπους του «τόπου». Το συνολικό (πέραν της τοπικότητας) επαναστατικό εγχείρημα εκλογικεύεται στα μάτια αυτής της κοινωνίας στη βάση της ταύτισης της παρούσας συγκυρίας με τη «μνημονευόμενη διαρκώς “ώρα” της ανάστασης του γένους και της τιμωρίας των κατακτητών».[31] Παρά το γεγονός ότι η Επανάσταση αποτέλεσε τον φορέα του «ανοίγματος του ελληνισμού στη νεωτερικότητα», τα νεωτερικά θεσμικά και πολιτικά προτάγματα δεν ήταν δεδομένα ούτε απαραιτήτως τα επικρατέστερα στους κόλπους των επαναστατών.[32]

Η δεύτερη φάση του εμφυλίου πολέμου σηματοδότησε ακριβώς τη συσπείρωση των ανθρώπων του «τόπου» ενάντια στην κοινή «απειλή» που αντιπροσώπευε η διοίκηση των «ξένων». Οι Πελοποννήσιοι προύχοντες, που βρίσκονταν μέχρι εκείνη τη στιγμή στη διοίκηση, αντιλήφθηκαν ότι η τελευταία στρέφεται ενάντια στους όρους αναπαραγωγής και της δικής τους εξουσίας εκτός από αυτής των -προ ολίγο  αντιπάλων τους- οπλαρχηγών, οι οποίοι μέσω του πολέμου είχαν κερδίσει έδαφος στην πολιτική ιεραρχία της τοπικής κοινωνίας.[33] Τα δύο αυτά μέρη (τοπικοί άρχοντες – στρατιωτικοί) ως «Πελοποννήσιοι/ πατριώτες» υπερασπίζονται, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου, τον «κόσμο» τους, τα «δίκαιά» τους και την παραδοσιακή «νομιμότητα» απέναντι σε αυτούς που τα επιβουλεύονται, δηλαδή τη διοίκηση.

5.4 Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Επανάστασης στα «Ε.Χ» και τον «Φ.τ.Ν.»

Στα προηγούμενα κεφάλαια αναλύθηκε η θέση και η ιδεολογική «γραμμή» των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Φίλου του Νόμου» σε σχέση με το διακύβευμα του εμφυλίου πολέμου. Παράλληλα, εξετάστηκαν τα εθνικά και νομιμοποιητικά αφηγήματα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, τα οποία σχετίζονται με τη σύγκρουση των παραδοσιακών και των νέων -«εθνικού» τύπου- θεσμών που εισάγονται με την Επανάσταση. Οι νέοι θεσμοί του νεωτερικού εθνικού κράτους, τους οποίους εκπροσωπεί η διοίκηση και οι εφημερίδες που την υποστηρίζουν, έχουν ως μήτρα τους τη Δυτική Ευρώπη. Οι δύο εφημερίδες, με εκδότες ευρωπαίους φιλέλληνες, είναι στοιχισμένες ιδεολογικά με τα φιλελεύθερα συνταγματικά πολιτεύματα των προηγμένων εθνών της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε και το συνταγματικό – εθνικό πολίτευμα των επαναστατημένων Ελλήνων.[34]

Εξ αρχής, η πολιτική συγκρότηση των επαναστατημένων προσπάθησε να συμβιβάσει τις φιλελεύθερες προσδοκίες (συνταγματικότητα, διάκριση των εξουσιών, ελευθερία λόγου, ισότητα) με τις απαιτούμενες εγγυήσεις για μία δυνητική ευνοϊκή στάση των ευρωπαϊκών βασιλείων προς την ελληνική υπόθεση (προσωρινός χαρακτήρας του πολιτεύματος, αποδοχή της βασιλείας, αποσαφήνιση της εθνικής-θρησκευτικής και μη ριζοσπαστικής-ανατρεπτικής ταυτότητας του Αγώνα). Η «Ιερά Συμμαχία» που είχε συγκροτηθεί μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, ήταν αρνητική στην εκδήλωση ριζοσπαστικών κινημάτων που απειλούσαν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων (όπως των «Καρμπονάρων» στην Ιταλία). Ωστόσο, το πρότυπο των προηγμένων εθνών της Δυτικής Ευρώπης ήταν το επικρατέστερο στους κόλπους των -σε μεγάλο βαθμό- εξευρωπαϊσμένων πολιτικών ομάδων που κατάφεραν να επικρατήσουν στους κόλπους της διοίκησης. Οι παραπάνω έθεσαν στόχο τη δημιουργία ενός συνταγματικού κοσμικού κράτους με γραφειοκρατικό μηχανισμό και δυτικούς νομικούς κώδικες.[35] Οι ίδιοι βρέθηκαν σε πλεονεκτική θέση, όσον αφορά στον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό, καθώς «η επιτυχία της Επανάστασης εξαρτιόταν τελικά από την Ευρώπη: την επίσημη Ευρώπη, τουλάχιστον για διπλωματική αναγνώριση αν όχι για άμεση διπλωματική υποστήριξη».[36]

 Τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» προτάσσουν τα φιλελεύθερα ευρωπαϊκά πρότυπα και ιδιαίτερα την προάσπιση της συνταγματικότητας, της ελευθεροτυπίας, της ευνομίας και του εθνικού «παραστατικού» πολιτεύματος. Τα παραπάνω -ως αγαθά των «φωτισμένων» εθνών της Ευρώπης- αντιπαρατίθενται στον ανατολικό δεσποτισμό, από τον οποίο οι επαναστατημένοι αγωνίζονται να απαλλαγούν. Στη συγκυρία δε του εμφυλίου πολέμου, όπου οι «άνομοι αντάρτες» εκπροσωπούν τις παραδοσιακές πρακτικές της συνθήκης κατάκτησης, η «ευνομία» ταυτίζεται όχι απλώς με τη διοίκηση αλλά και με τα «φωτισμένα έθνη» της Ευρώπης και του κόσμου, με τα οποία η Ελλάδα θα πρέπει να «εξομοιωθεί»: «Είθε όλα ταύτα να βαλθούν ταχέως εις πράξιν, διά να εξομοιωθώμεν με τ’ άλλα σοφά έθνη του κόσμου, και διά να λάβωμεν τον έπαινον αυτών όχι μόνον ως ανδρείοι, αλλά και ως εύτακτοι, και ειδότες να κυβερνώμεθα». [37] Οι Έλληνες, επομένως, για να επωφεληθούν της ευρωπαϊκής στήριξης, θα πρέπει να αποδείξουν όχι μόνο το ότι είναι ανδρείοι αλλά και ότι είναι ικανοί να κυβερνηθούν με τον τρόπο των «σοφών εθνών». Στο πλαίσιο αυτό, η τιμωρία των «αποστατών» είναι επιβεβλημένη, καθώς επιτάσσεται από τις αρχές της ευνομίας των «φωτισμένων εθνών», όπως τονίζει ο «Φίλος του Νόμου».[38]

Επιπλέον, οι δύο εφημερίδες προτάσσουν την Αγγλία από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις ως την δύναμη που θα κινηθεί πρώτη για την βοήθεια της ελληνικής υπόθεσης και θα κινήσει προς την ίδια κατεύθυνση και τις υπόλοιπες δυνάμεις της «Ιεράς Συμμαχίας»: «η Αγγλία από το φιλελεύθερον πνεύμα της, από τα φιλάνθρωπα και ευγενή αισθήματά της κινουμένη ,θέλει είσθαι η πρώτη ίσως, ήτις θέλει επιθέσει την σφραγίδα εις την αναγνώρισιν της εθνικότητός μας, καθώς έπραξε και προς άλλα διάφορα αναγεννώμενα έθνη αφ’ ετέρου μέρους δεν διστάζομεν ή τουλάχιστον δεν απελπιζόμεθα, ότι και αι Δυνάμεις, αι οποίαι συγκροτούν την ιεράν συμμαχίαν, από τα αυτά της φιλανθρωπίας και της δικαιοσύνης αίσθήματα εμπνευσμέναι, και από το λαμπρόν παράδειγμα της Αγγλίας, ήτις με την παντοδύναμον τρίαινάν της κυβερνά ενδόξως το υγρον του Ποσειδώνος βασίλειον, οδηγούμεναι, θέλουν συγκατανεύσει και αυται να δώσουν την λευκήν των ψήφο υπέρ ημών».[39] Η ευμενής στάση των εφημερίδων προς την Αγγλία είναι εύλογη, δεδομένης της φιλελεύθερης ιδεολογικής κατεύθυνσης των εκδοτών τους, οι οποίοι τάσσονταν υπέρ ενός πολιτεύματος με βάση το παράδειγμα της θαλάσσιας υπερδύναμης.

Παράλληλα, η Αγγλία ήταν η χώρα που είχε ήδη ενεργό συμμετοχή στην ελληνική υπόθεση: Οι τράπεζές της είχαν χορηγήσει, με τη μεσολάβηση του «Φιλελληνικού Κομιτάτου» το πρώτο δάνειο στην ελληνική διοίκηση, ενώ άνθρωποι του Κομιτάτου, όπως ο Leicester Stanhope και ο Λόρδος Byron, συνέβαλαν σε μέγιστο βαθμό στην οργάνωση του ελληνικού τύπου, όπως είδαμε σε προηγούμενα κεφάλαια. Η «στροφή» αυτή της ελληνικής διπλωματίας προς την Αγγλία, που είχε ως πρωτεργάτη της τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, «έσπασε» το παραδοσιακό μονοπώλιο της ρωσικής προστασίας.[40] Σε αυτό το πλαίσιο, τα «Ελληνικά Χρονικά» αναδημοσιεύουν άρθρο της γαλλικής εφημερίδας «Journal des Débats», το οποίο καταδεικνύει την δευτερεύουσα θέση της Ρωσίας ως προς τη διαχείριση της ελληνικής υπόθεσης: «Αν και η Ρωσσία σκοπον είχε καθώς κοινώς φρονείται, του να λάβη την Ελλάδα υπό την προστασίαν της, τώρα όμως ότε μία τοιαύτη μεσολάβησις ουδ’ από τας περιστάσεις ουδ’ από τους Έλληνας αυτούς ζητείται, είναι πλέον παρά πιθανόν ότι η μεγαλη Βρεταννία θέλει μεταχειρισθή όλα τα δυνατά μέτρα εις το να αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος και να της εγγυηθή μίαν προστασίαν ικανήν να υπερασπίση αυτήν τόσον εναντίον των φανερών εχθρών της καθώς κι εναντίον τινών φίλων της όχι ολιγώτερον επικινδύνων παρά τους πρώτους. Μόνον από μίαν μεγάλην δύναμιν ναυτικήν ειμπoρεί η Ελλάς να προσμένη υπεράσπισιν ωφέλιμον και ενεργον, εάν ποτε καταντήση εις ανάγκην του να ριφθή εις τας αγκάλας μιάς ισχυράς δυνάμεως».[41]

Τέλος, η σύνδεση της ελληνικής παλιγγενεσίας με την Ευρώπη, σε ιδεολογικό επίπεδο, εκτός από τη διάσταση της επικράτησης της «ευνομίας» των «φωτισμένων εθνών» έναντι του ανατολικού δεσποτισμού και της ανομίας, περιελάμβανε και το ζήτημα της θρησκείας. Το δίπολο Χριστιανισμός – Ισλάμ εμπεριέχεται και στις δύο εφημερίδες, συνοδεία εκκλήσεων προς τα χριστιανικά ευρωπαϊκά έθνη να επικουρήσουν στην ελληνική υπόθεση. Σε αυτό το κλίμα, οι βασιλείς της Ευρώπης έχουν ιερή υποχρέωση να στηρίξουν τον ελληνικό και χριστιανικό Αγώνα απέναντι στους αλλοπίστους «αιωνίους» εχθρούς του σταυρού: «όχι ! οι φιλοδίκαιοι ούτοι βασιλείς δεν θέλουν αφίσει ποτέ αβράβευτον εν έθνος, το οποίον επολέμησε και πολεμεί με απελπισίαν, μόνον και μόνον διά να συστήση την ευνομίαν αντί της ανομίας, και να εξαπλώση την γλυκείαν φωνήν του ευαγγελίου εκεί όπου έως τώρα τα άγρια παραλαλήματα και αι φλυαρίαι του Αλκορανίου είχον ισχύν».[42] Μάλιστα, ο «Φίλος του Νόμου» αναφέρεται σε άρθρο του στην εποχή των σταυροφοριών. Ωστόσο, τονίζει ότι σήμερα «η Ευρώπη δεν μπορεί να διώξει τον ισλαμισμό από όλα τα μέρη που ήθελαν να ελευθερώσουν οι σταυροφόροι, αλλά (μπορεί) να συμβάλλει με τη βοήθειά της στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της θρησκείας στο μέρος αυτό από το οποίο έλαβε τα αγαθά της ευνομίας και του φωτισμού».[43]

5.5 Ο  «Φίλος του Νόμου» για τη σύσταση «Γενικού Κριτηρίου»

Μία άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος, που αφορά στη συγκρότηση της κεντρικής εξουσίας στο πλαίσιο της Επανάστασης, είναι η «συνάντηση» των παραδοσιακών/εθιμικών πρακτικών και των νεωτερικών δεδομένων στον τομέα της δικαιοσύνης, όπως αυτή φαίνεται στα φύλλα του «Φίλου του Νόμου» (Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 1825). Με τη σύλληψη των ηττημένων της εμφύλιας διαμάχης και την απόφαση της Διοίκησης να τους δικάσει, προέκυψε εκ των πραγμάτων η ανάγκη για την εφαρμογή του νόμου της Επιδαύρου, ο οποίος προέβλεπε τη σύσταση ανωτάτου εννεαμελούς κριτηρίου (δικαστηρίου) για την εκδίκαση πολιτικών και εγκληματικών υποθέσεων. Μέχρι τη συγκρότηση του ανωτάτου κριτηρίου, όμως, ο νόμος προέβλεπε τον διορισμό εννεαμελούς επιτροπής από το βουλευτικό, η οποία θα το υποκαθιστούσε  διατριβώντας σταθερά στην έδρα της διοίκησης.[44]

Στο σημείο που βρισκόμαστε (αρχές του 1825), με αφορμή την απόφαση του βουλευτικού για τη σύσταση της επιτροπής και την κρίση των «ανταρτών», ο «Φίλος του Νόμου» στοχάζεται τον ενδεδειγμένο τρόπο λειτουργίας του «Γενικού Κριτήριου» με μία σειρά διαδοχικών άρθρων του, από το φύλλο της 19ης Ιανουαρίου μέχρι αυτό της 20ης Φεβρουαρίου. Παρά το γεγονός ότι η δίκη αυτή δεν θα πραγματοποιηθεί (εξαιτίας της εισβολής του Ιμπραήμ και της συνακόλουθης αναγκαιότητας για αποφυλάκιση των υποδίκων), τα κείμενα για τη διατριβή του Γενικού Κριτηρίου ενδείκνυνται για να τεθούν τα ζητήματα της συνάντησης της παραδοσιακής κοινωνίας με τους νεωτερικούς κρατικούς θεσμούς, καθώς και των αντιλήψεων της εφημερίδας σχετικά με νομικής φύσεως πολιτικά προβλήματα.

Στο πρώτο άρθρο για το εν λόγω ζήτημα ο «Φίλος του Νόμου» τονίζει «ότι οι (εν ισχύι) νόμοι των ημετέρων Βυζαντινών αυτοκρατόρων δεν συμβιβάζονται με τις περιστάσεις μας» διότι «οι εγκληματικοί και πολιτικοί κώδικες είναι ανάγκη να είναι ανάλογοι των αρχών του πολιτεύματος» και «το πολίτευμα της Ανατολικής αυτοκρατορίας είναι διαφορετικό της σημερινής Ελλάδος.»[45] Προβάλλεται, λοιπόν, η ανάγκη για τη σύνταξη νέου κώδικα νόμων και για τον διορισμό άξιων κριτών και συνηγόρων. Επειδή κωδικοποίηση νόμων δεν μπορούσε να γίνει άμεσα και συνήγοροι δεν υπήρχαν, η εφημερίδα θεωρεί ότι οι κριτές μπορούν να αναπληρώσουν την έλλειψη συνηγόρων και να μετριάσουν την απουσία «Θετικών Νόμων», όταν έχουν «σπουδή» και «σεμνότητα».[46] Ο «Φίλος του Νόμου» τονίζει ότι η βάση του δικαίου όλων των εθνών είναι η «ουράνιος δικαιοσύνη», επομένως αφορά αξιώματα αναντίρρητα και φύσει δίκαια, που χωρίς αυτά κανένας κώδικας νόμων δεν μπορεί να σχηματιστεί.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο «Φίλος του Νόμου» ισχυρίζεται ότι, εκτός από τους γραπτούς νόμους, το υπό σύσταση Γενικό Κριτήριο θα πρέπει να σέβεται και τους άγραφους, δηλαδή το εθιμικό δίκαιο που λειτουργούσε στα κοινοτικά κριτήρια επί οθωμανικής κυριαρχίας. Με αυτόν τον τρόπο θα γίνει αποδεκτό από τον λαό και θα αποκτήσει ουσιαστική νομιμοποίηση. Οι (τοπικές) συνήθειες θα πρέπει, λοιπόν, να διατηρηθούν, αν δεν αντιβαίνουν τις αρχές της «ουράνιας δικαιοσύνης» και των πολιτικών νόμων. Όσες δε από αυτές έχουν διαμορφωθεί υπό το καθεστώς της καταπίεσης και της σκλαβιάς, θα πρέπει να αποβληθούν, αλλά με ομαλό τρόπο, ώστε να μη διαταραχθούν τα πράγματα.[47] Η θέση αυτή της εφημερίδας δίνει την εντύπωση μίας αντίληψης υπέρ ενός διαλογικού συμβιβασμού μεταξύ νεωτερικών και παραδοσιακών κοινοτικών θεσμών, σύμφωνα με την οποία το θετικό πνεύμα της σύγχρονης νομικής σκέψης δύναται να αφομοιωθεί γόνιμα και να συνυπάρξει -σε ένα πρώτο επίπεδο- με τις επικρατούσες για αιώνες εθιμικές συνήθειες. Η ενσωμάτωση, άλλωστε, των νεωτερικών θεσμών της δικαιοσύνης δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με επιθετικό και αντιθετικό πνεύμα έναντι των εμπεδωμένων εθιμικών πρακτικών, ούτε να παρακάμψει και να υποτιμήσει την λειτουργικότητα τους.

Συμπεράσματα

Η έκδοση εφημερίδων στα πλαίσια της ελληνικής επανάστασης κρίθηκε από την πρώτη στιγμή αναγκαία. Ο ελληνικός επαναστατικός τύπος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φορέας καλλιέργειας ενός κλίματος ενθουσιασμού και ενθάρρυνσης των προσπαθειών στους κόλπους των επαναστατών, να συμβάλλει στην ενότητα και στο συντονισμό των πολεμικών επιχειρήσεων και να προβάλλει την Επανάσταση στην Ευρώπη ως προσπάθεια αποκατάστασης της νομιμότητας (όχι μέσο για τη διατάραξή της, όπως την έβλεπαν αρχικά τα ευρωπαϊκά βασίλεια). Οι πρώτες εφημερίδες που εξέδωσαν οι επαναστατημένοι Έλληνες ήταν χειρόγραφες, ενώ ο ελληνικός τύπος οργανώθηκε περισσότερο συστηματικά μετά το 1823 με την πολύτιμη υλική, οικονομική και οργανωτική συμβολή -σχετιζόμενων με την Αγγλία- φιλελληνικών κύκλων.

Σε αυτό το πλαίσιο -της σύνδεσης του ελληνικού τύπου με φιλελληνικούς παράγοντες- ιδρύθηκαν οι δύο εφημερίδες που εξετάζονται στην εργασία, τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου», με έδρα τους το Μεσολόγγι και την Ύδρα αντίστοιχα. Μέσα στην εμφυλιοπολεμική κατάσταση που είχε επικρατήσει στους κόλπους των επαναστατών, οι εφημερίδες συντάχθηκαν με τη νεοσυσταθείσα διοίκηση υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη· ο «Φίλος του Νόμου» μάλιστα ως επίσημο φύλλο της.

Κατά την περίοδο των τριών πρώτων μηνών του 1825, στο οποίο επικεντρώνεται η μελέτη, τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» μας μεταφέρουν στο πεδίο των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων της εποχής, ενώ με η αρθρογραφία τους αναδεικνύει την ιδεολογικοπολιτική τους κατεύθυνση σε σχέση με τα διακυβεύματα της περιόδου αυτής. Μάλιστα, ο «Φίλος του Νόμου», ως εφημερίδα της διοίκησης, δημοσιεύει αυτούσια τα ψηφίσματα του βουλευτικού και τις κυβερνητικές αποφάσεις (κάποιες από αυτές αναδημοσιεύονται και στα «Ελληνικά Χρονικά»), ενώ τα «Ελληνικά Χρονικά» παραθέτουν μεγαλύτερο όγκο αρθρογραφίας σχετικά με ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα.

Οι εφημερίδες εστιάζουν τον πολιτικό τους λόγο στην καταδίκη των «ανταρτών» (που συλλαμβάνονται από τις διοικητικές αρχές) και την επιβολή της νομιμότητας, ενώ ο Κιουταχής ετοίμαζε την εκστρατεία του κατά της Δυτικής Ελλάδας και ο Ιμπραήμ κατά της Πελοποννήσου. Ο κίνδυνος της εισβολής του τελευταίου -που πλησίαζε απειλητικά ορμώμενος από τη Σούδα- φαίνεται να είχε υποτιμηθεί από τις εφημερίδες και την ελληνική διοίκηση, η οποία επικεντρωνόταν στην εκστρατεία για την κατάληψη της Πάτρας.

Στους ιδεολογικοπολιτικούς λόγους τους τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» συντάσσονται με το εθνικό και νομιμοποιητικό αφήγημα της διοίκησης και καταδικάζουν τους παραδοσιακούς όρους αναπαραγωγής της εξουσίας στα πλαίσια της τοπικότητας. Σε αυτά τα συμφραζόμενα οι παραδοσιακές εξουσίες παρουσιάζονται ως ληστρικές και οι κοινοτικοί άρχοντες -που εν τω μεταξύ είχαν ηττηθεί από τα στρατεύματα της διοίκησης- ως «άρπαγες» και «τύραννοι». Η νέα εξουσία που συγκροτείται στο επίπεδο της επικράτειας καταλύει την -αυτονόητη μέχρι τότε- πρακτική της συλλογής των προσόδων από τους τοπικούς άρχοντες και οι εφημερίδες υπερθεματίζουν στην καταδίκη των παραδοσιακών «προνομίων» των προυχόντων της Πελοποννήσου. Τα «προνόμια» αυτά ταυτίζονται με το καθεστώς της κατάκτησης, το οποίο η Επανάσταση έχει καταλύσει εισάγοντας μία νεωτερική-συγκεντρωτική πολιτική συγκρότηση. Από την άλλη πλευρά, ο παραδοσιακός κόσμος της Πελοποννήσου αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον ρόλο του στο πλαίσιο της Επανάστασης. Για εκείνους οι «φυσικοί» ηγέτες του τόπου είναι εκείνοι που νομιμοποιούνται να αντιπροσωπεύουν το έθνος και όχι οι «ξένοι» (ετερόχθονες) που κατάφεραν με μηχανορραφίες να αναρριχηθούν στην κεντρική διοίκηση. Η τελευταία επιδιώκει με αδικαιολόγητο αυταρχισμό να επικρατήσει πάνω στις κοινοτικές εξουσίες και να καταλύσει τις «χαμένες» σε μία παράδοση αιώνων, σχεδόν «άχρονες» και δεδομένες ως «φυσικές», τοπικές πραγματικότητες.

Η νέα πολιτική συγκρότηση διαμορφώνεται με βάση τα πρότυπα των ευρωπαϊκών «φωτισμένων» εθνών της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ. Η Επανάσταση, λοιπόν, για τα «Ελληνικά Χρονικά» και τον «Φίλο του Νόμου» έχει ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αφού ασπάζεται την ευνομία των φιλελεύθερων συνταγματικών εθνών, την οποία αντιπαραθέτει στον ανατολικό δεσποτισμό. Τα «πρωτεία» σε αυτήν την ιδεολογική και διπλωματική σχέση της ελληνικής επανάστασης με την Ευρώπη τα έχει φυσικά η Αγγλία, η οποία -εκτός του γεγονότος ότι αποτελεί εκείνη την εποχή ένα φιλελεύθερο έθνος με μακρά κοινοβουλευτική παράδοση- έχει συνδεθεί με τον Αγώνα μέσω της χορήγησης του δανείου του 1824 στην ελληνική διοίκηση και της οργάνωσης του επαναστατικού τύπου από φιλελληνικούς παράγοντές της. Επιπλέον, στις δύο εφημερίδες, η ελληνική υπόθεση ταυτίζεται με τα ευρωπαϊκά έθνη και ως προς το ζήτημα της θρησκείας. Η Επανάσταση χαρακτηρίζεται ως αγώνας του σταυρού έναντι του κορανίου και ως προσπάθεια για την διάδοση «της γλυκείας φωνής του Ευαγγελίου». Αυτή η διάσταση του Αγώνα αφορά όλα τα χριστιανικά ευρωπαϊκά βασίλεια, τα οποία οφείλουν να υποστηρίξουν τους ομόθρησκούς τους αγωνιζομένους Έλληνες.

Τέλος, ο «Φίλος του Νόμου» φέρνει στην επιφάνεια το ζήτημα της σύστασης Γενικού Κριτηρίου, μετά την απόφαση της Διοίκησης να δικάσει τους συλληφθέντες «αντάρτες». Η εφημερίδα, καταρχάς, υποστηρίζει ότι είναι ανάγκη να συνταχθούν νέοι εγκληματικοί και πολιτικοί κώδικες, καθώς οι εν ισχύι κώδικες των «ημετέρων Χριστιανών αυτοκρατόρων» δεν συνάδουν με το πολίτευμα της Ελλάδας της Επανάστασης του 1821. Παράλληλα, θεωρεί ότι το θετικό πνεύμα της σύγχρονης νομικής σκέψης πρέπει να αφομοιωθεί γόνιμα και να συνυπάρξει -σε ένα πρώτο επίπεδο- με το εθιμικό δίκαιο που λειτουργούσε στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας. Με αυτόν τον τρόπο τάσσεται υπέρ ενός διαλογικού συμβιβασμού νεωτερικότητας και παράδοσης, εκτιμώντας ότι οι κοινοτικές δικαιικές συνήθειες των ανθρώπων δεν είναι κατ’ ανάγκη βλαπτικές και ότι μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν παράλληλα με τους «θετικούς νόμους».

Βιβλιογραφία

Gordon, Thomas. History of the Greek Revolution. Vol. 2. 2 vols. Edimburgh: William Blackwood and T. Cadell, 1832.

Petropulos, John. Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843). Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1985.

Ασημομύτης, Βασίλης. Ιωάννης Βαρβάκης. Αθήνα: Κάκτος, 2001.

Βακαλόπουλος, Απόστολος. Ιστορία Της Ελληνικής Επανάστασης Του 1821. Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης, 2007.

“Η Επανάσταση κατά το 1825”,  στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1961.                                                                                               

.Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τ. 6. Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος, 1982.    ——— 

Βουρβέρης, Κωνσταντίνος. Γρηγόριος Κωνσταντάς : Ο Διδάσκαλος Του Γένους. Αθήνα: Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία, 1974.                              

Δερτιλής, Γεώργιος. Ιστορία Του Ελληνικού Κράτους 1830-1920. 8η. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014.            

Δημαράς, Κ.Θ. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: Ερμής, 2009.                   

Δρούλια, Λουκία, και Κουτσοπανάγου, Γιούλα. Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού τύπου 1784-1974: εφημερίδες, περιοδικά, δημοσιογράφοι, εκδότες. Τ.1-4. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, 2008.            

Κιτρομηλίδης, Πασχάλης. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2009. Κόκκινος, Διονύσιος. Η Ελληνική Επανάστασις. 5η έκδοση. Τ. 3-4. Αθήναι: Μέλισσα, 1967.                                                                                                               Κονδύλης, Παναγιώτης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες.  Αθήνα: Θεμέλιο, 2008.                                                                                                    Κοταρίδης, Νίκος. Παραδοσιακή Επανάσταση Και Εικοσιένα. Αθήνα: Πλέθρον, 1993.       

Κούκκου, Ελένη. “Η παιδεία”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ.

Κουμαριανού, Αικατερίνη. “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828.” στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 -2000, Γ:311–26. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003.                   

“Ο Τύπος”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ.                                              

Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827. Τ. 1. Αθήνα: Εστία, 1971.  

  ———                 

Λιγνάδης, Τάσος. “Τα Οικονομικά της Επαναστάσεως από το 1821 ως το 1827 ”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ.                                           

Μακρυκωστας, Δρ Κ Ε. Μεσολογγίτικα 1821-1826. Αθήνα: Ορθόδοξος Χριστιανική Γωνία, 1984.                                                                                             Πανταζόπουλος, Νικόλαος. “Η Δικαιοσύνη”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ.                                                                                                                    Ροτζώκος, Νίκος. Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα. Αθήνα: Πλέθρον, 1997. 

“Οι Εμφύλιοι Πόλεμοι. Το Ζήτημα Της Εξουσίας Στην Επανάσταση.” στην Ιστορία Του Νέου Ελληνισμού 1770 -2000, Γ:143–70. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003.                

       ———.                                                   

Σακελλαρίου, Μιχαήλ. Η Απόβαση Του Ιμπραήμ Στην Πελοπόννησο. 2η. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012.                                 

Στασινόπουλος, Χρήστος. Λεξικό Της Ελληνικής Επαναστάσεως Του 1821. Τ. 1-4. Αθήνα: Δεδεμάδη, 1979.                                                                            

Τερτσέτης, Γεώργιος. Διήγησις Συμβάντων Της Ελληνικής Φυλής Από Τα 1770 Έως Τα 1836/ Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης. Αθήνα: Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1846.                                                                   

Τρικούπης, Σπυρίδων. Ιστορία Της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τ. Γ. Λονδίνο: Taylor and Francis, 1856.                                                                                            

Φωτάκος, Χρυσανθακόπουλος. Απομνημονεύματα Περί Της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αθήνα: Φιλολογικά Χρονικά, 1960.                                         

Χατζηιωάννου, Μαρία – Χριστίνα. Το Προπατορικό Χρέος: Τα Δάνεια Της Εθνικής Ανεξαρτησίας Της Ελλάδας. Αθήνα: Gutenberg, 2013.


[1] Η κατηγοριοποίηση μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών είναι συμβατική και όχι τόσο ξεκάθαρη, καθώς η ανάγκη των προεστών να δημιουργήσουν στρατιωτικά σώματα και των στρατιωτικών να εκπροσωπηθούν πολιτικά περιέπλεξε αρκετά τα πράγματα. Βλ John Petropulos, Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843) , μτφρ. Νικηφόρος Διαμαντούρος (Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1985), 100–108, στο κεφ. Β. 4. Στρατιωτικό «κόμμα» και πολιτικό «κόμμα», 1821-1824.

[2] Βλ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, 3:461.

[3] Ροτζώκος, “Οι Εμφύλιοι Πόλεμοι. Το Ζήτημα Της Εξουσίας Στην Επανάσταση,” 154.

[4] Για τη διαπραγμάτευση του Ναυπλίου μεταξύ Λόντου, Ζαΐμη και Κολοκοτρώνη βλ. Νίκος Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα (Αθήνα: Πλέθρον, 1997), 137–48, στο κεφ. 2 Ναύπλιο: Φρούριο του «τόπου» ή του «έθνους» ;.

[5] Στο ίδιο, 115.

[6] Στο ίδιο, 86.

[7] Στο ίδιο, 157.

[8] Στο ίδιο, 16.

[9] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, τεύχ. 7-8.

[10] Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα, 195.

[11] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, τεύχ. 9.

[12] Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα, 99.

[13] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, τεύχ. 7-8.

[14] Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα, 111–48, στο κεφ.2 Από την τοπικότητα στην επικράτεια.

[15] Εννοεί την συγγένεια μεταξύ της οικογένειας Δεληγιάννη και Κολοκοτρώνη που συνήφθη με τον γάμο μεταξύ του Πάνου Κολοκοτρώνη και της κόρης του Κανέλλου Δεληγιάννη.

[16] «Ο Φίλος του Νόμου», 9ης Ιανουαρίου 1825.

[17] Στο ίδιο, 19ης Ιανουαρίου 1825.

[18] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, τεύχ. 7-8.

[19] Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα, 93.

[20] Βλ. στο ίδιο, απόσπασμα από τη διακήρυξη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη προς όλους τους «Έλληνες», 100-01.

[21] Στο ίδιο, 102.

[22] Ό.π.

[23] Χρυσανθακόπουλος Φωτάκος, Απομνημονεύματα Περί Της Ελληνικής Επαναστάσεως (Αθήνα: Φιλολογικά Χρονικά, 1960), 338.

[24] Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα, 142.

[25] Βλ. στο ίδιο, 142–43.

[26] Petropulos, Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), 81–82.

[27] Στους «άρχοντες» συμπεριλαμβάνεται και μέρος του προυχοντικού κόσμου της Πελοποννήσου που έβλεπε με ανησυχία την κυριαρχία του Κολοκοτρώνη και την αλλαγή των συσχετισμών ισχύος στα πλαίσια της τοπικής εξουσίας.

[28] Γεώργιος Τερτσέτης, Διήγησις Συμβάντων Της Ελληνικής Φυλής Από Τα 1770 Έως Τα 1836/ Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης (Αθήνα: Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1846), 116.

[29] Στο ίδιο, 132-33

[30] Στο ίδιο, 136.

[31] Νίκος Κοταρίδης, Παραδοσιακή Επανάσταση Και Εικοσιένα (Αθήνα: Πλέθρον, 1993), 127.

[32] Στο ίδιο, 125.

[33] Ροτζώκος, Επανάσταση Και Εμφύλιος Στο Εικοσιένα, 162.

[34] Η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου  κήρυξε την ελληνική ανεξαρτησία με βάση το υπόδειγμα της Declaration of Independence των ΗΠΑ. Βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία Της Ελληνικής Επανάστασης Του 1821, 186.

[35] Petropulos, Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), 51–52.

[36] Στο ίδιο, 51.

[37] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, φύλλο 15. Βλ. επίσης «Ελληνικά Χρονικά», 1ης Ιανουαρίου 1825, σ. 1.

[38] Βλ. «Ο φίλος του Νόμου», 9ης Ιανουαρίου 1825.

[39] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, φύλλο 9.

[40] Βλ. Petropulos, Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), 54–55.

[41] «Ελληνικά Χρονικά», 1825, φύλλο 14.

[42] Στο ίδιο, 1825, φύλλο 15.

[43] «Ο Φίλος του Νόμου», 29ης Δεκεμβρίου 1824, σ.3.

[44] Νικόλαος Πανταζόπουλος, “Η Δικαιοσύνη”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ, 596.

[45] «Ο Φίλος του Νόμου», 19ης Ιανουαρίου 1825.

[46] Βλ. στο ίδιο, 23ης Ιανουαρίου 1825.

[47] Στο ίδιο, 30ης Ιανουαρίου 1825.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι μέλος του CognoscoTeam, απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο μεταπτυχιακό Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.