Ο τύπος στον Αγώνα του 1821: Τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου» κατά το πρώτο τρίμηνο του 1825.(Ι)

Του Μιχάλη Ρέττου*

Μέρος Α΄

Πρόλογος

Η παρούσα εργασία σχετίζεται με τη λειτουργία του ελληνικού τύπου κατά την περίοδο της επαναστάσεως του 1821 και ειδικότερα με τις εφημερίδες «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου και «Φίλος του Νόμου» της Ύδρας. Σκοπός της μελέτης είναι η ανάδειξη της ταυτότητας, των συντελεστών, της θεματολογίας και της ιδεολογικοπολιτικής κατεύθυνσης των δύο αυτών εφημερίδων, με βάση την αρθρογραφία τους κατά το πρώτο τρίμηνο του 1825. Πιο συγκεκριμένα, ο χρονολογικός άξονας της εργασίας τοποθετείται στα περιεχόμενα των «Ελληνικών Χρονικών» από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 14η Μαρτίου του 1825 και του «Φίλου του Νόμου» από την 29η Ιανουαρίου μέχρι την 9η Μαρτίου του ίδιου χρόνου. Σε αυτό το πλαίσιο, θα προβληθούν τα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα της περιόδου και θα αναζητηθούν οι αιτίες και οι πολιτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις των εμφύλιων συγκρούσεων (που μόλις είχαν παύσει), σε συσχετισμό με την ίδια την αρθρογραφία των εφημερίδων. Τέλος, θα αναδειχθούν κάποια επιμέρους ζητήματα που έχουν να κάνουν με την θεσμική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων, ιδίως στον τομέα της παιδείας και της δικαιοσύνης, όπως αποτυπώνονται στα φύλλα της περιόδου των πρώτων μηνών του 1825.

Εισαγωγή

Τα φύλλα των εφημερίδων που πραγματεύεται η εργασία ξεκινούν από τον Ιανουάριο του 1825, όταν τελειώνει η β΄ φάση του εμφυλίου πολέμου με νίκη της διοίκησης και των Ρουμελιωτών έναντι των ισχυρών οπλαρχηγών και προκρίτων της Πελοποννήσου, μεταξύ των οποίων δέσποζαν οι Κολοκοτρωναίοι, ο Νικηταράς, οι Ανδρέας Λόντος και Ζαΐμης, ο Σισίνης κ.α.. Τότε ξεκινούσε η παράδοση των -λεγομένων από τους αντιπάλους τους- «ανταρτών» ή «αποστατών» στις διοικητικές αρχές, οι οποίες προετοίμαζαν την δικαστική κρίση αυτών. Όσον αφορά στη Δυτική Ελλάδα, εκεί έχει μόλις τελειώσει η τοπική Συνέλευση που διεξήχθη μέσα στον Δεκέμβριο του 1824, όπου συζητήθηκαν κυρίως πρακτικά ζητήματα οικονομικής διαχείρισης, μισθοδοσίας των στρατιωτών και γενικότερης οργάνωσης. Επίσης, εκείνον τον καιρό, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εγκατέλειψε το Μεσολόγγι για το Ναύπλιο, όπου θα αναλάβει τα καθήκοντα του Γενικού Γραμματέα του εκτελεστικού. Στο Μεσολόγγι διορίστηκε νέα τριμερής επιτροπή που θα ασκούσε τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή της Δυτικής Ελλάδος, αντικαθιστώντας τον Μαυροκορδάτο.

Στο πολεμικό πεδίο, ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου, εγκατεστημένος στη Σούδα, οργάνωνε τα στρατεύματα και τον στόλο του για να επιτεθεί στην Πελοπόννησο, την οποία θα προσεγγίσει τον Φεβρουάριο του 1825. Την ίδια ώρα, η Διοίκηση, με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη (πρόεδρο του εκτελεστικού), ξεκινά εκστρατεία για την κατάληψη της Πάτρας. Από την άλλη πλευρά, στο μέτωπο της Δυτικής Ελλάδας, οι πολεμικές ειδήσεις είναι εξίσου συνταρακτικές. Ο Σουλτάνος συγκέντρωνε τους Μουσουλμάνους Αλβανούς οπλαρχηγούς της Ηπείρου, για να οργανώσουν νέα επίθεση κατά του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού, και διόριζε τον Μεχμέτ Ρεσίτ πασά (Κιουταχή) Βαλή της Ρούμελης και αρχηγό της επικείμενης εκστρατείας. Εν ολίγοις, η ελληνική επανάσταση, κατά την υπό εξέταση περίοδο, βρίσκεται προ του μεγάλου κινδύνου, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιηθεί τη στιγμή εκείνη. Ο μέγας κίνδυνος δεν είναι άλλος από την εκστρατεία του Ιμπραήμ Πασά, η οποία θα επιφέρει καίρια πλήγματα στην ελληνική πλευρά. Παράλληλα, οι Έλληνες καλούνται να αντιτάξουν την άμυνά τους στη Δυτική  Ελλάδα και στο Μεσολόγγι, που στοχοποιείται εκ νέου, μετά την πρώτη αποτυχημένη πολιορκία του Δεκεμβρίου του 1822. Το πιο αναπάντεχο είναι, όμως, ότι τη στιγμή αυτή της δοκιμασίας του ελληνικού αγώνα, το έθνος είναι διχασμένο, καθώς έχει μόλις εξέλθει από δύο γύρους έντονων εμφυλίων ανταγωνισμών και αιματηρών συγκρούσεων.

Το περιεχόμενο των φύλλων της εποχής θα μας μεταφέρει στο κλίμα του ιστορικού πλαισίου που παρατέθηκε και των φυσικών του πρωταγωνιστών. Πριν, όμως, την αποτύπωση της περιόδου αυτής των πρώτων μηνών του 1825, μέσα από τα «Ελληνικά Χρονικά» και το «Φίλο του Νόμου», καλό θα ήταν να παρουσιαστεί μία σύντομη επισκόπηση του σύνολου ελληνικού τύπου στα χρόνια της Επανάστασης του 1821.

1.Ο Τύπος στην Επανάσταση του 1821

1.1 Η αναγκαιότητα σύστασης επαναστατικού τύπου και η συμβουλή του Κοραή.

Μία από τις προτεραιότητες των Ελλήνων επαναστατών, με το ξέσπασμα του Αγώνα, ήταν η έκδοση εφημερίδων. Οι λόγοι για τους οποίους η δημιουργία επαναστατικού τύπου κρίθηκε απαραίτητη διαφαίνονται στην επιστολή του Αδαμαντίου Κοραή προς τον φίλο του Νεόφυτο Βάμβα, λίγους μήνες μετά τον ξεσηκωμό. Ο Κοραής, αφού εξέφρασε τις αμφιβολίες του για το αν η Επανάσταση έγινε «εις αρμόδιον καιρόν» και για το αν οι αρχηγοί αυτής έκαναν τα πρέποντα, συμβούλεψε την άμεση σύσταση κεντρικής Διοίκησης, αποτελούμενης από «τους φρονιμωτέρους και ευυποληπτοτέρους των Ελλήνων»· Εν συνεχεία σημείωσε: «οι εξ Ευρώπης ελθόντες ομογενείς έφερον μαζί των τυπογραφίας· συστήνετε λοιπόν εφημερίδας εις διάδοσιν ειδήσεων. Δια των εφημερίδων και των ιεροκηρύκων εμπορείτε να εξάψετε γενικόν ενθουσιασμόν… Να γράψετε τας πράξεις σας εις εφημερίδα τυπωμένη, αν είναι δυνατόν, ειδεμή και χειρογραφημμένην».[1]

Γίνεται αντιληπτό, ότι τα πρώτα πράγματα που συνιστούσε ο κύριος εκπρόσωπος της τελευταίας φάσης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, για την οργάνωση των επαναστατημένων συμπατριωτών του, ήταν η σύσταση «υπέρτατης διοίκησης» -καθώς γνώριζε τις διαθέσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στα επαναστατικά κινήματα της εποχής- και η έκδοση εφημερίδων. Ο Κοραής, ως μετριοπαθής φιλελεύθερος δημοκράτης που απεχθανόταν την οχλοκρατία[2], διέβλεπε, ρεαλιστικά, ότι η ύπαρξη κεντρικής διοίκησης θα αποτελούσε ισχυρό επιχείρημα των Ελλήνων προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στην προβολή της επανάστασης όχι ως πράξης αποστασίας εναντίον νόμιμης εξουσίας, αλλά ως δικαιώματος του χριστιανικού λαού που πολεμά «υπέρ πίστεως και πατρίδος».[3] Ταυτόχρονα, θα ενίσχυε την ενότητα του Αγώνα και τον συντονισμό των επιχειρήσεων. Από την άλλη, οι ελληνικές εφημερίδες θα λειτουργούσαν ως φορέας καλλιέργειας ενός κλίματος ενθουσιασμού και ενθάρρυνσης των προσπαθειών στους κόλπους των επαναστατών, ενώ θα είχαν ως βασική επιδίωξή τους την υπεράσπιση της νομιμότητας του Αγώνα και τη διαφώτιση της ευρωπαϊκής και διεθνούς κοινής γνώμης για το δίκαιο του ξεσηκωμού.[4]

1.2 Ο ελληνικός τύπος του εξωτερικού πριν από την Επανάσταση.

Πριν από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, κατά την περίοδο 1774-1821, ο ελληνικός τύπος στο εξωτερικό είχε γνωρίσει σημαντική άνθιση. Ο τύπος αυτός ήταν κατά βάση φιλολογικός και αποτέλεσε όργανο της ελληνικής λογιοσύνης του εξωτερικού, στα πλαίσια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και του προτάγματος για την πνευματική ανάπτυξη των Ελλήνων.[5] Αντιπροσωπευόταν από εφημερίδες και περιοδικά έντυπα, εκ των οποίων τα γνωστότερα εκδίδονταν στη Βιέννη, όπως η «Εφημερίδα» (1790-1797) των αδελφών Πουλίων (συντρόφων του Ρήγα Φεραίου) και ο «Λόγιος Ερμής» (1811-1821) -στην έκδοση του οποίου συνέβαλαν προσωπικότητες, όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Κοκκινάκης.[6] Τα ελληνικά έντυπα του εξωτερικού, δραστηριοποιούταν κυρίως στο Παρίσι και την Βιέννη και εκδίδονταν απρόσκοπτα έως την Άνοιξη του 1821.[7] Στην πραγματικότητα, αποτελούσαν τον φορέα έκφρασης ιδεολογικών ρευμάτων που στοχάζονταν το μέλλον του ελληνισμού, θέτοντας άμεσους ή μακροπρόθεσμους στόχους, που σχετίζονταν με την παιδεία και την παλιγγενεσία.

Η κατάσταση, όμως, άλλαξε άρδην με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης. Ο ελληνικός τύπος του εξωτερικού σταμάτησε τη λειτουργία του, είτε αυτοβούλως, είτε με βία και απαγορεύσεις (όπως ο «Λόγιος Ερμής», του οποίου ο εκδότης, Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση από τις αυστριακές αρχές). Μοναδική εξαίρεση, ήταν η εφημερίδα του ιατρού Δημήτρη Αλεξανδρίδη, «Ελληνικός Τηλέγραφος», η οποία συνέχιζε να εκδίδεται στη Βιέννη μέχρι και τα τέλη της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα.[8] Τα ελληνικά έντυπα του εξωτερικού, μέσα στη νέα τετελεσμένη πραγματικότητα της Επανάστασης, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να υπηρετούν τους σκοπούς για τους οποίους είχαν ιδρυθεί. Η ομαλή και ειρηνική προσπάθεια αναμόρφωσης και πνευματικής ανάπτυξης των Ελλήνων είχε πλέον παρέλθει, εφόσον η ίδια η Επανάσταση προσδιόρισε τα μέσα για την πραγμάτωση της παλιγγενεσίας. Από εκείνη τη στιγμή, οι στόχοι ήταν άμεσοι και επιτακτικοί και το μέλλον του Γένους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την έκβαση του Αγώνα.[9] Όσον αφορά στους εκδότες και τους συντελεστές των εφημερίδων, οι περισσότεροι από αυτούς -όσοι τουλάχιστον ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία- εντάχθηκαν στην υπηρεσία του έθνους, είτε με το να εργαστούν για την εθνική υπόθεση από τις πρωτεύουσες του εξωτερικού, είτε με τον ερχομό τους στην επαναστατημένη Ελλάδα, στην οποία μετέφεραν τις γνώσεις και την εμπειρία τους στην οργάνωση του τύπου.[10]

1.3 Χειρόγραφες Εφημερίδες

Οι πρώτες εφημερίδες που εκδόθηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα -και συγκεκριμένα στην Ρούμελη- ήταν χειρόγραφες. Αυτές βοήθησαν στην εξυπηρέτηση άμεσων πρακτικών προτεραιοτήτων, καθώς οι τεχνικοί μηχανισμοί δεν ήταν αρχικά έτοιμοι για την έκδοση έντυπων φύλλων. Το γεγονός αυτό της αρχικής προώθησης χειρόγραφων εφημερίδων, μαρτυρά την κρισιμότητα της ύπαρξης του τύπου, σε στιγμές που η πληροφόρηση αποτελούσε επείγουσα ανάγκη.[11] Οι ρουμελιώτικές χειρόγραφες εφημερίδες αναπαράγονταν μέσω της αντιγραφής από τόπο σε τόπο και ενίοτε έφταναν μέχρι και την Πελοπόννησο.[12]

Η «Εφημερίδα του Γαλαξιδιού» ή «Ψευτοεφημερίδα», αγνώστου εκδότη, ήταν η πρώτη χειρόγραφη εφημερίδα της Επανάστασης. Το μόνο γνωστό της φύλλο είναι αυτό της 27ης  Μαρτίου 1821, δημοσιευμένο από τον Κωνσταντίνο Σάθα. Την αποκάλεσαν «Ψευτοεφημερίδα», εξ αιτίας του κειμένου που δημοσιεύτηκε με τις πρώτες ειδήσεις της Επανάστασης, οι οποίες κινούνται στο χώρο του φανταστικού :  «Πέντε Ρούσικα καράβια εξεμπαρκάρησαν ασκέρι στη Μάνη και Νηόκαστρο, και τράβηξαν ντρίτα το κόρφο της Πάτρας γιά να βγάνουν το ασκέρι, το τσιμπιχανέ, και εκατό χιλιάδες φλωριά (Νο 100.000 ), πεσκέσι της Ρουσίας στους Ρωμαίους των αρμάτων. Οι Μωραίτες πήραν τη Τριπολιτσά, και οι Μανιάτες τη Καλαμάτα. Αύριο μας έρχεται ο άρχοντας καπετάν Ανδρέας Λόντος με χίλιους πεντακόσιους Βοστιζάνους και ελπίζουμε να εύρη ούλη τη Ρούμελη στ’ άρματα. Την ώρα που γράφομε μας ήρθε γραφή από τον πιλότο των Ρούσικων καραβιώνε Μαυροθαλασσίτη πως η αρμάτα άραξε στον Πάπα. Ακόμη μας λέγει το πως και η Φράντζα θέλει το Ρωμέικο» σημειώνει η εφημερίδα.[13] Ειδήσεις ασφαλώς ψεύτικες αλλά ενδεικτικές των πόθων των ξεσηκωμένων Ελλήνων, οι οποίες μάλλον είχαν σκοπό να ενθαρρύνουν τους επαναστάτες και να κάμψουν τους ενδοιασμούς των πιο διστακτικών.

 Άλλες χειρόγραφες εφημερίδες ήταν η «Εφημερίς Αιτωλική» του Μεσολογγίου, με πιθανό εκδότη τον Νικόλαο Λουριώτη, και ο «Αχελώος», με βέβαιο εκδότη τον ίδιο. Ο «Αχελώος» δημοσίευε τις αποφάσεις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος με τη σφραγίδα της, τα μέτρα της διοίκησης και τις ενέργειες του προέδρου της Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Κυκλοφόρησε, από όσο είναι γνωστό, τον Φεβρουάριο του 1822 και έβγαινε στο Βραχώρι (σημερινό Αγρίνιο).[14]

1.4 Έντυπες Εφημερίδες

Η πρώτη έντυπη εφημερίδα, η «Ελληνική Σάλπιγξ», εκδόθηκε στην Πελοπόννησο, και συγκεκριμένα στην Καλαμάτα, χάρη στο πιεστήριο που είχε φέρει μαζί του ο ερχόμενος ως πληρεξούσιος της Φιλικής Εταιρείας στην επαναστατημένη Ελλάδα, Δημήτριος Υψηλάντης. Επιστάτης και εκδότης της εφημερίδος ορίσθηκε, από τον Δ. Υψηλάντη, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Ο τελευταίος, σημαντική προσωπικότητα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, γεννήθηκε στη Θεσσαλία το 1784. Ήταν κληρικός, θεολόγος και δημοσιογράφος που είχε διατελέσει εκδότης του «Λογίου Ερμή» στη Βιέννη. Χρημάτισε πληρεξούσιος στην πρώτη εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και στη συνέχεια διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στα πολιτικά, δημοσιογραφικά και εκκλησιαστικά πράγματα της επαναστατημένης και μετεπαναστατικής Ελλάδας.[15] Σε πολύ σύντομο διάστημα Υψηλάντης και Φαρμακίδης ήλθαν σε ρήξη μεταξύ τους, καθώς ο τελευταίος αρνήθηκε να δεχθεί το μέτρο της προληπτικής λογοκρισίας, με αποτέλεσμα τη διακοπή της έκδοσης της εφημερίδας· Η εφημερίδα κυκλοφόρησε μόνο τρία τεύχη, αυτά της 1ης, 5ης και 20ής Αυγούστου του 1821.[16]

 Όπως είναι φανερό από το βραχύ διάστημα κυκλοφορίας των πρώτων εφημερίδων, στην αυγή του Αγώνα δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για την απρόσκοπτη λειτουργία του τύπου. Αυτές άρχισαν να διαμορφώνονται στα 1823, με την νομική κατοχύρωση της ελευθερίας του τύπου από τη Συνέλευση του Άστρους και τη σύνδεση του ελληνικού τύπου με τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό. Σε αυτό το πλαίσιο της αναμόρφωσης του τύπου, εντάσσεται και η ίδρυση των εφημερίδων που θα εξετάσει η παρούσα μελέτη, των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Φίλου του Νόμου», οι οποίες ξεκίνησαν την κυκλοφορία τους στις αρχές του 1824.

Πέραν των δύο αυτών εντύπων, που θα παρατεθούν αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, την περίοδο 1824-1826 κυκλοφόρησε και η «Εφημερίς των Αθηνών» του Γεωργίου Ψύλλα, η οποία συχνά έθιγε ζητήματα θεσμών, πολιτεύματος, ελευθεροτυπίας και στόχευε στη σωστή ενημέρωση του πολίτη και στην μετατροπή του σε ατομικά υπευθύνου και ελευθέρως σκεπτόμενου όντος.[17] Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1825, εκδόθηκε η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», η οποία αποτέλεσε το πρώτο επίσημο κυβερνητικό όργανο και λειτούργησε μέχρι και το 1832. Υπεύθυνος εκδότης της ήταν, αρχικά, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (επιλογή του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου) και, από το 1827, ο Γεώργιος Χρυσίδης, μετά την παραίτηση του πρώτου λόγω της διαφωνίας του με την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως κυβερνήτη.[18] Αντίβαρο στο παραπάνω κυβερνητικό φύλλο, ήταν για ένα διάστημα η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» του Παντελή Παντελή, που ιδρύθηκε το 1827 με έδρα την Ύδρα. Με την έλευση του Καποδίστρια η εφημερίδα υιοθέτησε διαλλακτικότερη στάση και, τον Απρίλιο του 1828, μετέφερε την έδρα της στην Αίγινα, μέχρι το οριστικό κλείσιμό της μερικούς μήνες αργότερα.[19]

Στον έντυπο ελληνικό τύπο της Επανάστασης συμπεριλαμβάνονται, επίσης, και οι ξενόγλωσσες εφημερίδες: Ο «Telegrafo Greco» (Ελληνικός Τηλέγραφος) στο Μεσολόγγι, που λειτούργησε από τον Μάρτιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1824 με εκδότη τον Ιταλό φιλέλληνα Petro Gabba και η «L΄ Abeille Grecpue» (Η ελληνική μέλισσα) του Giuseppe Chiappe στην Ύδρα, που εκδιδόταν από τον Μάρτιο του 1827 μέχρι και τον Μάρτιο του 1829. Τέλος, θα μπορούσαν να προστεθούν και τα τέσσερα έντυπα της Καποδιστριακής περιόδου (1828-1832):  Η «Ηώς» του Εμ. Αντωνιάδη, η «Αθηνά» του Γ. Χρυσίδη, η «Αιγιναία» του Γ. Αποστολίδη Κοσμιτή και ο περίφημος «Απόλλων» του Αν. Πολυζωίδη.

2.Τα «Ελληνικά Χρονικά» και ο «Φίλος του Νόμου»

2.1 Το «Φιλελληνικό Κομιτάτο» και ο Leicester Stanhope

Οι εφημερίδες που θα μας απασχολήσουν στην τρέχουσα εργασία προέκυψαν στα πλαίσια της σύνδεσης της ελληνικής επανάστασης με τον αγγλικό παράγοντα, στην οποία συνέβαλε και η σύναψη του πρώτου αγγλικού δανείου από την ελληνική διοίκηση, που συμφωνήθηκε στα τέλη του 1823 με τη διαμεσολάβηση του «Φιλελληνικού Κομιτάτου» του Λονδίνου. Σε αυτό το πλαίσιο, τον Δεκέμβριο του 1823, τρία μέλη του «Κομιτάτου», ο Λόρδος Βύρων, ο Νάπιερ και ο Συνταγματάρχης Στάνχοπ, έφτασαν στην Ελλάδα για να βοηθήσουν τους Έλληνες στη διαχείριση του δανείου.

Μέσα στο υλικό έφτασε ως προσφορά του «Φιλελληνικού Κομιτάτου» συμπεριλαμβανόταν και ο αναγκαίος τυπογραφικός εξοπλισμός, για τον οποίο φρόντισε ο ένθερμος οπαδός της ελευθεροτυπίας Leicester Stanhope.[20] Ο τελευταίος, υποκόμης του Hurrington, γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1784 και κατετάγη στον βρετανικό στρατό το 1799, σε εξαιρετικά μικρή ηλικία. Υπηρέτησε την πατρίδα του στο εξωτερικό και κυρίως σε χώρες της Νότιας Αμερικής και την Ινδία, κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα. Ήταν μαθητής και θαυμαστής του Jeremy Bentham, του οποίου τις Ωφελιμιστικές φιλελεύθερες ιδέες είχε ασπαστεί, ενώ στα 1823 είχε εκδώσει δημοσίευμα υπέρ της ελευθερίας του τύπου στην Ινδία. Την ίδια χρονιά ορίστηκε εκπρόσωπος του «Φιλελληνικού Κομιτάτου» του Λονδίνου. Τον Σεπτέμβρη του 1823, ξεκίνησε από την Αγγλία για την Ελλάδα, ενώ τον Οκτώβριο έφτασε στην Κεφαλονιά (όπου ήδη βρισκόταν ο Byron) και τον Δεκέμβριο προσέγγισε το Μεσολόγγι.[21] Εκτός από την εγκατάσταση τυπογραφείων και την καθιέρωση της ελευθεροτυπίας στην Ελλάδα, ο Stanhope ήθελε να προωθήσει την καθολική εκπαίδευση, την οργάνωση ταχυδρομείων και δικαστηρίων, την κοινωνική πρόνοια, καθώς και τη διάδοση της Βίβλου.[22] Στο Μεσολόγγι ο Stanhope γνώρισε τον φιλέλληνα Johann Mayer (τον επονομαζόμενο Σβίτσερο εξ αιτίας της ελβετικής του καταγωγής), γνωστού ως τότε για τις ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες του στο νοσοκομείο του Αιτωλικού. Σε εκείνον εμπιστεύθηκε την έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών».[23]

2.2 O Johann Mayer

Η ζωή του Johann Mayer, μέχρι να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ήταν ιδιαιτέρως αντισυμβατική και παραβατική. Γεννήθηκε το 1798 στη Ζυρίχη και ήταν γόνος οικογένειας ιατρών. Ο ίδιος, έμαθε τη φαρμακευτική σε νεαρή ηλικία εμπειρικά, δουλεύοντας σε φαρμακεία. Παρακολούθησε, επίσης, μαθήματα φιλοσοφίας και μελετούσε τακτικά τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.[24] Παντρεύτηκε το 1817, μόλις στα δεκαοχτώ του χρόνια, και σε λιγότερο από ένα χρόνο εγκατέλειψε τη γυναίκα του, η οποία στην αίτηση διαζυγίου που έκανε κατηγόρησε τον άνδρα της για επιπολαιότητα, σπατάλη, οικονομικό ναυάγιο και εγκατάλειψη.[25] Στη συνέχεια, το 1819, εγγράφθηκε στο τμήμα ιατρικής του Freiburg, από το οποίο απεβλήθη μετά από λίγους μήνες, ενώ ο ίδιος είχε εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο, καθώς έφθαναν στη γραμματεία καταγγελίες εις βάρος του για χρήματα που χρωστούσε.[26] Τον Σεπτέμβριο του 1821 αναμείχθηκε με το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Βέρνης, μέσω του οποίου κατάφερε να φθάσει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1822. Η συμμετοχή στον ελληνικό Αγώνα αποτέλεσε για τον Mayer σανίδα σωτηρίας και ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του, καθώς βρέθηκε σε ένα καινούργιο περιβάλλον στο οποίο το παρελθόν του εν πολλοίς θα αγνοείτο.[27] Η διαγωγή που επέδειξε στην Ελλάδα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή που είχε στην Ελβετία, επιδεικνύοντας φρονιμότητα και εργατικότητα. Παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας του Γεωργίου Ιγγλέζου, την Αλτάνη, ασπαζόμενος μάλιστα το Ορθόδοξο δόγμα.[28]

2.3 Τα «Ελληνικά Χρονικά»

Ο Stanhope, από την άλλη, ήταν άνθρωπος εμπνευσμένος από τις δημοκρατικές αξίες και τις μπενθαμιανές αντιλήψεις και αρχές πολιτικής αγωγής και μόρφωσης, τις οποίες ήθελε να μεταλαμπαδεύσει στους Έλληνες μέσω της έκδοσης εφημερίδων.[29] Για τον λόγο αυτόν, με την άφιξή του στον ελληνικό χώρο, αναζήτησε πρόσωπα άξια και μορφωμένα που θα ανελάμβαναν αυτήν την υποχρέωση. O Mayer ήταν ο πρώτος άνθρωπος που τον εντυπωσίασε, μετά την γνωριμία τους στο Μεσολόγγι. Ο Stanhope, στο πρόσωπο του Mayer βρήκε τον υπεύθυνο συντάκτη, τον «έξοχο Ελβετό», που διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, αντίστοιχες με τις δικές του. Έτσι, του ανέθεσε την ίδρυση των «Ελληνικών Χρονικών», που κυκλοφόρησαν στο Μεσολόγγι από την πρώτη μέρα του 1824 και έβγαιναν δύο φορές την εβδομάδα. Στην πρώτη σελίδα των «Ελληνικών Χρονικών» ήταν χαραγμένο το γνωμικό του Βενιαμίν Φρανκλίνου, «Τα πλείω οφέλη τοις πλείοσι», για να τονισθεί ο φιλελεύθερος και ανεξάρτητος χαρακτήρας της εφημερίδος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της έκδοσής τους τα «Ελληνικά Χρονικά» δημοσίευαν ειδήσεις από τα πολεμικά μέτωπα, τις στρατιωτικές προπαρασκευές και τις πολιτικές εξελίξεις. Δημοσιεύονταν, επίσης, άρθρα πολιτικής θεωρίας (από τον Θ. Νέγρη, τον Σπ. Τρικούπη και άλλες σημαντικές προσωπικότητες), στα οποία εξετάζονται έννοιες όπως η δημοκρατία, η μοναρχία, η ελευθερία, η αναρχία, ο δεσποτισμός, η ελευθεροτυπία.[30] Επιπρόσθετα, αναδημοσιεύονταν σε μετάφραση άρθρα από εφημερίδες της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής που αφορούσαν -άμεσα ή έμμεσα- στην ελληνική υπόθεση.[31]

Ουσιαστικά, η εφημερίδα εκπλήρωνε το ρόλο του επισήμου οργάνου της Διοίκησης της Δυτικής Ελλάδος. Ωστόσο, ο Mayer, παρόλο που σε γενικές γραμμές τηρούσε τον απαιτούμενο σεβασμό προς τη Διοίκηση, δεν δίστασε να στηλιτεύσει πρακτικές της πολιτικής ηγεσίας που στρέφονταν κατά των βασικών δικαιωμάτων του έθνους και κυρίως αυτού της ελεύθερης έκφρασης.[32] Βασικοί συνεργάτες του Mayer και γλωσσικοί επιμελητές των κειμένων του ήταν, ο Δημήτρης Παύλου, δάσκαλος από το Ζαγόρι και ο μισθωμένος από τον Stanhope τυπογράφος του,  Δημήτριος Μεστανές, ο οποίος εξωράισε αρχαιοελληνικώς το τουρκικό επίθετό του σε Μεσθενεύς.[33] Ο Mayer φαίνεται να αγνοούσε τη σημασία της δημοτικής γλώσσας και γι’ αυτό γνωστοί οπαδοί της, όπως ο Ψαλλίδας και ο Τρικούπης, τον επέκριναν για τη χρήση του γλωσσικού ύφους του Κοραή.[34]

Η εφημερίδα, κατά το πρώτο διάστημα της λειτουργίας της, στηρίχθηκε οικονομικά από το «Φιλελληνικό Κομιτάτο» και από το χρηματικό ποσό που είχε αφήσει ο Λόρδος Βύρων. Στη συνέχεια, η εφημερίδα βοηθήθηκε από τη Διοίκηση, η οποία αγόραζε 100 φύλλα κάθε τεύχους, 50 για τα μέλη της και 50 για το κοινό.[35]  Κατά το τελευταίο διάστημα της έκδοσής τους, τα «Ελληνικά Χρονικά» κατέγραφαν ημερολογιακά αυτά που συνέβαιναν στην πολιορκούμενη πόλη του Μεσολογγίου. Το τελευταίο φύλλο των «Ελληνικών Χρονικών» εκδόθηκε το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 1826 όταν, εν μέσω της πολιορκίας, οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας καταστράφηκαν από τουρκικό βλήμα. Ο εκδότης της εφημερίδας Johann Mayer και ο τυπογράφος της Δημήτριος Μεσθενεύς βρήκαν τον θάνατο την ημέρα της ηρωικής Εξόδου.

2.4 Ο «Φίλος του Νόμου»

Ο «Φίλος του Νόμου» ήταν η μακροβιότερη από τις εφημερίδες που κυκλοφόρησαν το 1824, καθώς εξακολουθούσε να βγαίνει μέχρι και το 1827, όταν τα «Ελληνικά Χρονικά» και η «Εφημερίς των Αθηνών» είχαν διακόψει την έκδοσή τους ήδη από το 1826. Η μακροβιότητα της οφείλεται στο γεγονός ότι έδρευε στην Ύδρα, περιοχή που, ασφαλισμένη στους βράχους της, δεν μπορούσε να προσβληθεί εύκολα από τις πολεμικές συγκρούσεις και τις εχθρικές επιθέσεις. Εκδότης της εφημερίδας ήταν ο Ιταλός Giuseppe Chiappe, ο οποίος ήταν από τους πρώτους ξένους που ήρθαν στην Ελλάδα, ήδη από τον Ιούνιο του 1821. Ο Chiappe ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Ευρωπαίου επαναστάτη της εποχής. Είχε σπουδάσει νομικά στη Γαλλία και ακολούθησε τον Ναπολέοντα στις εκστρατείες του, πιστεύοντας ότι θα είναι ο απελευθερωτής της Ευρώπης. Μετά τη συντριβή στο Βατερλό, ο Chiappe επέστρεψε στην πατρίδα του για να εργαστεί ως νομικός στο Λιβόρνο.

Στη συνέχεια, τον Ιούλιο του 1820, συμμετείχε στην επανάσταση της Νάπολης και, μετά τη βίαιη καταστολή της από τους Αυστριακούς, τον Μάρτιο του 1821, εγκατέλειψε το Λιβόρνο για να φτάσει στα Επτάνησα και αμέσως μετά στην Ύδρα. Εκεί έζησε όλα τα χρόνια του αγώνα, αρχικά ως δάσκαλος ξένων γλωσσών, στη συνέχεια ως νομικός σύμβουλος και γραμματέας του καπετάνιου Αναστασίου Τσαμαδού και διαδοχικά ως έμπιστος του Λαζάρου Κουντουριώτη.[36] Ο Chiappe κατάφερε μέσω της επιρροής του στον Λάζαρο και τον Γεώργιο Κουντουριώτη, την Άνοιξη του 1824, να εξασφαλίσει για τον «Φίλο του Νόμου» όχι μόνο χρηματική βοήθεια, αλλά και το χρίσμα του επισήμου φύλλου της Διοικήσεως. 

O «Φίλος του Νόμου» τυπωνόταν στο πιεστήριο που είχε δωρίσει στην Ελλάδα, μετά από παράκληση του Κοραή, ο Γάλλος φιλέλλην εκδότης Firmin Didot.  Έβγαινε δύο φορές την εβδομάδα, αρχικά ως ανεξάρτητη εφημερίδα και, από τις 25 Απριλίου 1824, ως επίσημο φύλλο της Διοικήσεως (μέχρι και την ίδρυση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος»).[37] Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εφημερίδας ήταν η εναλλαγή του ρόλου της από ανεπίσημο φύλλο σε επίσημο και αντίστροφα. Αυτή η διπλή μορφή της αιτιολογείται από το γεγονός ότι η εφημερίδα αποτελούσε ουσιαστικά προσωπικό όργανο του Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτη και η θέση της τροποποιείτο ανάλογα με τον πολιτικό ρόλο της εν λόγω οικογένειας.[38]

Τον καιρό που εκπροσωπούσε τη Διοίκηση, η εφημερίδα δημοσίευε αποφάσεις, πράξεις, ψηφίσματα, κυβερνητικές εγκυκλίους και πρακτικά του Βουλευτικού. Από τον Οκτώβριο του 1825 και εντεύθεν, όταν ο «Φίλος του Νόμου» είχε απολέσει τον  επίσημο χαρακτήρα του, εντάθηκε η παράθεση μίας αρθρογραφίας σχετικής με τους θεσμούς και τον τρόπο σωστής εφαρμογής τους και με κείμενα που στοχεύουν στη διαμόρφωση δημοκρατικών συνειδήσεων. Πολλά από αυτά τα κείμενα, υπογράφονται από τον Παναγιώτη Σούτσο -προασπιστή των συνταγματικών ελευθεριών- αλλά και από τον αδερφό του Αλέξανδρο.[39] Ο τίτλος της εφημερίδας είναι ενδεικτικός της αντίληψης του Chiappe για τον νόμο. Όπως σημειώνει στον πρόλογο του πρώτου φύλλου, νόμος είναι η συνθήκη με την οποία οι Έλληνες από την αρχή του αγώνα τους«υπεσχέθησαν να πολιτεύωνται συναλλήλως εις τρόπον ώστε να σέβωνται αμοιβαίως το δίκαιών των», καθότι«όταν βασιλεύει ο Νόμος, βασιλεύομεν όλοι όσοι είμεθα μέλη αυτού».[40]

2.5 Αρθρογραφία και Ειδησεογραφία των δύο εφημερίδων

Στα φύλλα των εφημερίδων που θα εξετασθούν («Ελληνικά Χρονικά» και «Φίλος του Νόμου»), η διάκριση μεταξύ αρθρογραφίας και ειδησεογραφίας δεν είναι πάντοτε σαφής. Σε πολλές περιπτώσεις η προσωπική γνώμη και η πολιτική ή στοχαστική τοποθέτηση του συντάκτη αποτυπώνονται στο ίδιο κείμενο με την καταγραφή του γεγονότος, πράγμα που δυσχεραίνει μία προσπάθεια ευκρινούς κατηγοριοποίησης των κειμένων. Ωστόσο, στην παρούσα εργασία επιχειρείται μία τέτοια κατηγοριοποίηση, στηριγμένη σε έναν προσδιορισμό του εκάστοτε δημοσιεύματος που γίνεται με βάση το κυρίαρχό του στίγμα, το οποίο είτε θα είναι ειδησεογραφικό είτε στοχαστικό-ιδεολογικό, χωρίς το ένα να αποκλείει απαραιτήτως το άλλο ολοκληρωτικά.

Επίσης, είναι σημαντικό να τονισθεί ότι τα γεγονότα της υπό εξέτασης περιόδου που καταγράφονται (είτε πολιτικά, είτε πολεμικά) είναι πάνω-κάτω κοινά και στις δύο εφημερίδες. Πολλές ειδήσεις αναδημοσιεύονται από τη μία εφημερίδα στην άλλη, ενώ οι πηγές τους προέρχονται -ως επί το πλείστον- από τα εμπορικά λιμάνια της ανατολικής μεσογείου, όπως αυτά της Σύρου και της Σμύρνης. Επιπλέον, στη συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων των εφημερίδων δεν παρατίθεται το όνομα του αρθρογράφου. Κατά συνέπεια, η μελέτη αντιμετωπίζει την αρθρογραφία των εφημερίδων συνολικά, χωρίς να εξατομικεύει, αν και είναι πιθανό το ενδεχόμενο αρκετά από τα κείμενα αυτά να έχουν γραφτεί από τον ίδιο τον εκδότη. Το κύριο σημείο διαφοροποίησης των δύο εφημερίδων, στην περίοδο που εστιάζει η εργασία, αφορά στα περιεχόμενά τους. Ο «Φίλος του Νόμου», ως εφημερίδα της διοίκησης, δημοσιεύει συχνότερα αυτούσια τα ψηφίσματα του βουλευτικού και τις κυβερνητικές αποφάσεις (κάποιες από αυτές αναδημοσιεύονται και στα «Ελληνικά Χρονικά»), ενώ τα «Ελληνικά Χρονικά» παραθέτουν μεγαλύτερο όγκο αρθρογραφίας σχετικά με ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα.

Συνεχίζεται…


[1] Αικατερίνη Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, Τ. 1 (Αθήνα: Εστία, 1971), ζ.

[2] Για τις ιδέες και την πολιτική στάση του Κοραή πριν και μετά από τη Γαλλική Επανάσταση βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός (Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2009), 251–87, 381–427.

[3] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:η.

[4] Αικατερίνη Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 -2000, Τ. Γ (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003), 311.

[5] Για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό βλ. Κ.Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός (Αθήνα: Ερμής, 2009). Επίσης, βλ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός και Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες. (Αθήνα: Θεμέλιο, 2008).

[6] Δημαράς, 66–68.

[7] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:ι.

[8] Στο ίδιο, 1:θ-ι.

[9] Αικατερίνη Κουμαριανού, “Ο Τύπος”, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τ. ΙΒ (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1961), 582.

[10] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:ι.

[11] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 313.

[12] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:ιθ.

[13] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 313.

[14] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:ιζ.

[15] Βλ. Χρήστος Στασινόπουλος, “Θεόκλητος Φαρμακίδης,” στο Λεξικό Της Ελληνικής Επαναστάσεως Του 1821 (Αθήνα: Δεδεμάδη, 1979), 401–2.

[16] Κουμαριανού, “Ο Τύπος”, 584.

[17] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 320.

[18] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:οα.

[19] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 323.

[20] Κουμαριανού, “Ο Τύπος”, 584.

[21] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:λδ.

[22] Δρ Κ Ε Μακρυκωστας, Μεσολογγίτικα 1821-1826 (Αθήνα: Ορθόδοξος Χριστιανική Γωνία, 1984), 31.

[23] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 318.

[24] Βλ. Λουκία Δρούλια και Γιούλα Κουτσοπανάγου, Επιμ., “Μάγιερ Γιόχαν Γιάκομπ,” στην Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού τύπου 1784-1974: εφημερίδες, περιοδικά, δημοσιογράφοι, εκδότες, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, 2008).

[25] Μακρυκωστας, Μεσολογγίτικα 1821-1826, 35.

[26] Στο ίδιο, 36.

[27] Στο ίδιο, 40.

[28] Στο ίδιο, 46.

[29] Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τ.6 (Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος, 1982), 601.

[30] Κούμαριανού, “Ο Τύπος”, 584.

[31] Βλ. «Ελληνικά Χρονικά» σε Δρούλια και Κουτσοπανάγου, “Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού τύπου 1784-1974.”

[32] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 318.

[33] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 6:602.

[34] Στο ίδιο, 603.

[35] Κουμαριανού, “Ο Ελληνικός Τύπος, 1821 -1828,” 318–19.

[36] Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα 1821-1827, 1:ξδ-ξε.

[37] Στο ίδιο, ξγ.

[38] Κουμαριανού, “Ο Τύπος”, 585.

[39] Στο ίδιο, 585.

[40] Βλ. «Ο Φίλος του Νόμου» σε Δρούλια και Κουτσοπανάγου, “Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού τύπου 1784-1974.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι μέλος του CognoscoTeam, απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο μεταπτυχιακό Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.