“Ο Φανταράκος”, μονόπρακτο του Αλέκου Σακελλάριου για το έπος του 1940

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΠΡΙΝ ΑΝΟΙΞΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ
Όταν το 1980, μαζί με τον Αλέκο Σακελλάριο “οικοδομούσαμε”, πότε γράφοντας, πότε ρετουσάροντας, πότε ψάχνοντας τα συρτάρια μας, τα πρώτα κοινά ευθυμογραφικά μας βιβλία, βρέθηκε σε ένα συρτάρι ξεχασμένο από ανθρώπους και από τον χρόνο αλλά ακόμη κι από τον ίδιο τον συγγραφεα του, ένα κειμενάκι σε ένα κιτρινισμένο χαρτί.

-Δάσκαλε τι είναι αυτό; Σύντομο είναι! Για ευθυμογράφημα μου φαίνεται

Ο Σακελλάριος κούνησε το κεφάλι:

-Μόνο αυτό που φαντάζεσαι δεν είναι…

Ήταν “Ο Φανταράκος”.

Ένα εξαιρετικό, θεατρικό σκετς, πραγματικό διαμάντι της λογοτεχνείας, που ίσως να είναι το ωραιότερο κείμενο ανάμεσα στους αμέτρητους τόμους που έχουν γραφτεί σε όλον τον κόσμο για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ιστορίες, διηγήματα, σενάρια, θεατρικά έργα, ποιήματα, χρονογραφήματα και τι δεν έχει γραφτεί για τον μεγάλο πόλεμο! Λίγα όμως μπορούν να φτάσουν το συναίσθημα που προκαλεί “Ο Φανταράκος”. Θυμάμαι δεν χόρταινα να το διαβάζω και κάθε φορά που το διάβαζα έκλαιγα.

Τόσο πολύ μου άρεσε που έπεισα τον Σακελλάριο να το συμπεριλάβουμε στο δεύτερο βιβλίο της συνεργασίας μας “κωμικοτραγικά”, στο οποίο βεβαίως δεν είχε καμία θέση αφού ήταν ένα βιβλίο καθαρά ευθυμογραφικό κι ο Φανταράκος είναι ένα σπαρακτικό δράμα.

Και όμως έγινε

Και η ευθύνη για την εκδοτική “παρατυπία” δική μου!

“Ο Φανταράκος” έπρεπε να βγει από το συρτάρι με τα ξεχασμένα κιτρινισμένα από τον χρόνο κείμενα και να παιχτεί στα σχολεία, να μπει στα αναγνωστικά, να παιχτεί στην τηλεόραση και στο θέατρο. Να γίνει ο ήρωας μικρών και μεγάλων.

Δυστυχώς όμως, “Ο Φανταράκος” δεν είχε από αυτής της πλευράς τη υποδοχή που του άξιζε!

Κι εγώ έφαγα πολλές φορές τα μούτρα μου, όταν προσπαθούσα να επιβάλλω το υπέροχο αυτό κείμενο, μεταξύ 1980 – 1991 που έφυγε ο δημιουργός του από τη ζωή.

Ο Φανταράκος του Αλέκου Σακελλάριου ανέβηκε στην σκηνή από τον θίασο Κυβέλης, καθώς επίσης, παίχτηκε από θιάσους στην Αμερική, την εποχή του πολέμου.

Ο Σακελλάριος μόνο που δε γελούσε με την αφέλειά μου. Το διασκέδαζε πάντως, πολύ. “Ο Φανταράκος” συναντώντας την αδιαφορία των “αρμοδίων” γινόταν ακόμα πιο πολύ ο λατρεμένος μου ήρωας.

Γιατί ως θύμα ειρήνης… ήταν ακόμα πιο τραγικός από θύμα πολέμου που υπήρξε.

Τα τελικά σχόλια δικά σας.

Ας ανοίξει η αυλαία…

Δήμος Λεβιθόπουλος


(Ο «Φανταράκος» του Αλέκου Σακελλάριου παίχτηκε από το θίασο της Κυβέλης, καθώς επίσης και στην Αμερική από ξένους ηθοποιούς).

Τα πρόσωπα: Αποστόλης (πατέρας), Ελένη (μητέρα), γιαουρτάς, φαντάρος.

Χωλ, σαλονάκι μέσου αστικού σπιτιού της Αθήνας του 1940. Η Ελένη και ο Αποστόλης, ένα μεσόκοπο αντρόγυνο, κάθονται ο ένας μακριά απ’ τον άλλον. Η Ελένη κάνει πως κεντάει, αλλά κάθε τόσο τα βουρκωμένα μάτια της κοιτάνε στα κρυφά τον Αποστόλη, που πίσω απ’ την εφημερίδα παρακολουθεί με ενδιαφέρον τρυφερό τη γυναίκα του.

Σε μια στιγμή η Ελένη πνίγεται από ένα λυγμό και σκουπίζει κρυφά ένα δάκρυ.

Αποστόλης: Άντε πάλι! Πάλι στα κλάματα το ρίξαμε;

Ελένη: Δεν κλαίω, χριστιανέ μου… Πώς σού φάνηκε ότι κλαίω;

Αποστόλης: Κλαις, κλαις, Ελένη, κλαις… Και κλαις άδικα δηλαδή.

Ελένη: Ε;

Αποστόλης: Τι ε…

Ελένη: Ας πούμε ότι ανησυχώ… Μητέρα είμαι και ανησυχώ.

Αποστόλης: Κι εγώ τι είμαι; Ξένος είμαι εγώ; Ο Πέτρος μας δεν είναι μόνο δικό σου παιδί. Είναι και δικό μου. .

Ελένη: Τι θέλεις να πεις δηλαδή; Ότι εσύ δεν ανησυχείς;

Αποστόλης: Ανησυχώ… Δηλαδή τι ανησυχώ… Όχι δεν ανησυχώ… Ανησυχώ, δηλαδή, μέσα στα όρια της λογικής.

Ελένη: Και γιατί χτες μες στη νύχτα…

Αποστόλης: Τι έγινε χτες τη νύχτα;

Ελένη: Την ώρα που άναψα το φως.

Αποστόλης: Ε, τι έκανα, όταν άναψες το φως;

Ελένη: Ήταν τα μάτια σου κλαμένα.

Αποστόλης: Ε, άμα κοιμάται ένας άνθρωπος και τσουπ!, του ανάψεις ένα φως στα μάτια…

Ελένη: Δεν κοιμόσουνα…

Αποστόλης: Τι έκανα, δηλαδή, και δεν κοιμόμουνα;

Ελένη: Δεν κοιμόσουνα. Τόσα χρόνια τώρα που κοιμόμαστε δίπλα-δίπλα έχω μάθει να ξεχωρίζω πότε κοιμάσαι και πότε ξενυχτάς αμίλητος στο σκοτάδι.

Αποστόλης: Σαχλαμάρες… Κι εγώ σου λέω, ότι κοιμόμουνα και κοιμόμουνα του καλού καιρού. Έβλεπα μάλιστα και όνειρο. Είδα να δεις… δε θυμάμαι. Αλήθεια είδες πώς το ξεχνάς αμέσως το όνειρο όταν σε ξυπνήσουν απότομα;

Ελένη: Τι σου είπαν…;

Αποστόλης: Ποιοι;…

Ελένη: Οι Παπαδογιάννηδες.

Αποστόλης: Ποιοι Παπαδογιάννηδες;

Ελένη: Έλα, μωρέ, τώρα που κάνεις τον ανήξερο…

Αποστόλης: Λ… λες που πήγα στους Παπαδογιάννηδες;

Ελένη: Αυτό λέω.

Αποστόλης: Ε, και λοιπόν, τι έγινε που πήγα στους Παπαδογιάννηδες;

Ελένη: Τον είδες;

Αποστόλης: Ποιον;

Ελένη: Τον Μπάμπη.

Αποστόλης: Ναι, τον είδα. Χαρά Θεού ήτανε. Είχε αφήσει μουστάκι και μούσι.

Ελένη: Τον ρώτησες;

Αποστόλης: Τι να τον ρωτήσω;

Ελένη: Για τον Πέτρο μας!

Αποστόλης: Α… Μα είσαι τρελή!  Εδώ στο ίδιο σπίτι και κάνει κανείς να δει το γείτονα ένα χρόνο. Και μου λες τώρα στον πόλεμο, αν είδε ο Μπάμπης τον Πέτρο μας;

Ελένη: Τι σου ’πε; Τους κυνηγούσανε οι Γερμανοί στο δρόμο;

Αποστόλης: Όχι… Ούτε που τους ενοχλήσανε καθόλου. Ο Μπάμπης, μάλιστα, βρήκε κάποιον Γερμανό χριστιανό και τον πήρε στ’ αυτοκίνητό του από την Άρτα ως το Αγρίνιο. Γλίτωσε δηλαδή του κόσμου τα χιλιόμετρα!

Ελένη: Και οι άλλοι με το πόδι!

Αποστόλης: Με το πόδι… Πόλεμος Ελένη… Γι’ αυτό σου λέω… Δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέσαι! Γιατί ν’ ανησυχείς; Άλλοι ήτανε τυχεροί και βρήκανε τον τρόπο να ‘ρθουνε στα γρήγορα. Ε, ο Πέτρος μας καθυστέρησε. Κορυφή Πόγραδετς; – Αθήνα είν’ αυτό, δεν είναι Ομόνοια – Σύνταγμα!

Ελένη: Ώστε δεν σου είπε τίποτα; Δεν τον είδε;

Αποστόλης: Πού να τον δει; Χιλιάδες, λέει, φαντάροι κατηφορίζουνε με τη δόξα του νικητή που τον κτυπάνε πισώπλατα. Έρχονται… Όλο έρχονται. Μέσα σ’ αυτούς που έρχονται, θα ’ρχεται κι ο δικός μας. Πού ξέρεις. Να τώρα αυτή τη στιγμή που μιλάμε μπορεί να ’ναι εδώ …να στρίβει τη γωνία… Μπορεί τώρα ν’ ανεβαίνει τα σκαλοπάτια μας… Τακ-τακ-τακ… Μπορεί αυτή τη στιγμή να σηκώνει το χέρι του, για να κτυπήσει το κουδούνι.

(Σηκώνει το χέρι του, κι όπως πιέζει το αόρατο κουδούνι, ακούγεται ένα μεταλλικό και κρύο κουδούνισμα.

Μένουνε ξεροί και οι δύο. Η Ελένη σηκώνεται, ο Αποστόλης ανοίγει την πόρτα και στην πόρτα εμφανίζεται γελαστός ο γιαουρτάς).

Γιαουρτάς: Τα γιαουρτάκια, κυρ – Απόστολε.

Αποστόλης: Ναι εντάξει, παιδί μου. Σ’ ευχαριστώ.

Γιαουρτάς: Καληνύχτα…

Αποστόλης: Καληνύχτα, παιδί μου…

(Η Ελένη έχει ξανακάτσει και αναλύεται πια σε λυγμούς).

Ε, τώρα γιατί κλαις; Ήρθε ο γιαουρτάς. Τι να κάνουμε; Θα ’ρθει κι ο Πέτρος…

Ελένη: Θα ’ρθει κι ο Πέτρος…

Αποστόλης: Θα ’ρθει! Όλοι έρχονται. Ούτε αιχμάλωτους λέει κρατάνε, ούτε τίποτα. Τους έχουν αφοπλίσει μόνον και τους έχουν αφήσει ελεύθερους. Μόνο λέει, που πολλές φορές, όταν περνάει γερμανική φάλαγγα, αναγκάζονται να πηγαίνουν από τα χωράφια, γιατί δεν τους αφήνουνε στο δρόμο. Πάντως, μην ανησυχείς! Θα ’ρθει!

(Κάθονται πάλι όπως στην αρχή. Ο Αποστόλης έχει κυριευτεί από μια απερίγραπτη ανησυχία που προσπαθεί να την κρύψει πίσω από την εφημερίδα. Η Ελένη όμως τον αντιλαμβάνεται. Σηκώνεται ανήσυχη).

Ελένη: Πονάς;

Αποστόλης: Όχι, να λίγο εδώ.

Ελένη: Σήμερα δεν πήρες χάπι.

Αποστόλης: Άσε με κάτω και με τα χάπια και με το καλό τους…

Ελένη: Να σου φέρω ένα;

Αποστόλης: Να μη μου φέρεις τίποτα.

Ελένη: Γιατί είσαι ξεροκέφαλος; Αφού ο γιατρός είπε…

Αποστόλης: Ώχου… Άσε με να μην πω τίποτα και για το γιατρό.

Ελένη: Άκου να δεις, Απόστολε. Από μένα μην προσπαθείς να κρυφτείς. Το ίδιο σαράκι που τρώει εμένα σε τρώει και σένα. Αλλά εγώ γυναίκα είμαι… κλαίω λίγο και ξεσπάω. Εσύ όμως το κρατάς μέσα σου κι αυτό είναι το χειρότερο.

Αποστόλης: Μα ό, τι θέλεις λες τώρα;

Ελένη: Ξέρω τι λέω. Κοιτάς να με παρηγορήσεις εμένα κι εσύ τα καταπίνεις και δηλητηριάζεσαι. Κι αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι, γιατί αυτά όλα που λες εμένα και είναι τόσο λογικά και με παρηγορούνε, δεν τα πιστεύεις κι εσύ ο ίδιος που τα λες και βασανίζεσαι.

Αποστόλης: Μα ποιος σου είπε ότι δεν τα πιστεύω; Τι δηλαδή; Σαχλαμάρες σου λέω; Και τι, παιδάκι είσαι για να σε κοροϊδέψω; Έρχονται… Δεν το ξέρεις ότι έρχονται; Κάθε μέρα έρχονται, κάθε ώρα έρχονται, κάθε στιγμή έρχονται… Και κάποια στιγμή, σήμερα, αύριο, μεθαύριο, θα φτάσει και ο Πέτρος. Έξω απ’ την πόρτα μας και –

(με την κίνηση του χεριού το ίδιο γνήσιο σκληρό και ανελέητο κτύπημα. Μένουνε κι οι δύο ξεροί και ο Αποστόλης πάει και ανοίγει. Στην πόρτα ένας ατημέλητος και ταλαιπωρημένος φαντάρος. Μένουν όλοι μια στιγμή κεραυνόπληκτοι).

Φαντάρος: Ο κύριος Μπαλτατζής;

Αποστόλης: Μάλιστα.

Φαντάρος: Ο κύριος Απόστολος Μπαλτατζής;

Αποστόλης: Μάλιστα.

Φαντάρος: Γιώργος Φιουράκης…

Αποστόλης: Χαίρω πολύ παιδί μου…

Φαντάρος: Ήμουνα μαζί με τον Πέτρο.

Αποστόλης: (Με μια νευρικότητα αδικαιολόγητη) Με τον Πέτρο μας… Τι λες, βρε παιδί μου… Κάτσε… Πέρασε παιδί μου, να κάτσεις.

Φαντάρος: Ήρθα να σας πω…

Αποστόλης: Μωρέ κάτσε πρώτα να ξεκουραστείς, να πιεις ένα ποτήρι νερό…

Φαντάρος: Όχι δεν είναι ανάγκη…

Αποστόλης: Πώς δεν είναι ανάγκη… Ελένη, φέρε ένα γλυκό εδώ του λεβέντη μ’ ένα ποτηράκι κρύο νερό!

Φαντάρος: Μα μην κάνετε τον κόπο…

Αποστόλης: Κόπος; Τι κόπος; Άντε, βρε Ελένη, τι κάθεσαι; Σου λέει ήτανε μαζί με τον Πέτρο μας! Φέρε όλο το βαζάκι φέρε κι άλλο ένα κουταλάκι… Θα φάω κι εγώ… Άντε ντε… (σχεδόν την σπρώχνει).

Φαντάρος: Κύριε Μπαλτατζή…

Αποστόλης:  (Του γνέφει να σωπάσει). Τα ξέρω όλα… Ο Πέτρος σκοτώθηκε  στο Πόγραδετς… Έτσι;

Φαντάρος: Ήταν ένας ήρωας.

Αποστόλης: Το ξέρω, παιδί μου, το ξέρω… Αλλά προς Θεού μη μάθει τίποτα η μητέρα του… Μ’ αυτή την ελπίδα ζει…

Φαντάρος: Ξεψύχησε δίπλα μου… Είχαμε κάνει μια έφοδο εφ’ όπλου λόγχη.

Αποστόλης: Σσσσ… Σσσσ… Τα ξέρω όλα…

(Βγαίνει η Ελένη με το γλυκό).

Αποστόλης: Α, μπράβο… Ξέρεις αυτό είναι σπιτικό… Το έχει φτιάξει από ’δω η κυρά, ωραίο πράμα… Δοκίμασε. Ξέρεις, λοιπόν, Ελένη τι μου ’λεγε εδώ ο λεβέντης;

Ελένη: Τι σου ’λεγε;

Αποστόλης: Ήταν με τον Πέτρο μας. Μαζί κατηφορίζανε. Έρχονταν λέει κατά ’δω. Έτσι;

Φαντάρος: Έτσι…

Αποστόλης: Αλλά εκεί λέει, έξω από το Μεσολόγγι χαθήκανε. Ο λεβέντης εδώ βρήκε ένα κάρο κι ανέβηκε. Και μέχρι που σ’ έφερε το κάρο;

Φαντάρος: Ε… μ’ έφερε… Μ’ έφερε μέχρι…

Αποστόλης: Τον έφερε αρκετό δρόμο. Φάε ακόμα λίγο γλυκό, σπιτικό είναι.

Φαντάρος: Όχι να μη φάω άλλο.

Αποστόλης: Τότε να πιεις ένα κονιακάκι. Στάσου να σου φέρω ένα κονιακάκι! Έχω ένα κονιάκ από παλιά. Θα σου φέρω να πιεις ένα ποτηράκι

(Ο Αποστόλης φεύγει).

Ελένη: (Με νευρικότητα). Ήσαστε μαζί με τον Πέτρο στο Πόγραδετς.

Φαντάρος: Ναι, δηλαδή…

Ελένη: Ακούστε, τα ξέρω όλα. Το ξέρω ότι σκοτώθηκε ο Πέτρος μου. Αλλά προς Θεού, να μην το μάθει ο πατέρας του! Καρδιακός άνθρωπος είναι…Θα μείνει… Με την ελπίδα αυτού του παιδιού ζει. Καλά κάνατε και του ’πατε ότι φτάσατε μαζί ως το Μεσολόγγι… Δεν είδατε κουράγιο που πήρε; Ξέρετε πόσο καιρό είχα να τον δω με τόσο κέφι;

Αποστόλης: Να κονιακάκι βάλσαμο! Το πίνεις και νοιώθεις μέχρι φτέρνα. Ώστε έτσι λοιπόν αυτός ο μπαγάσας… Πήρε εσένα στο κάρο και μου άφησε το δικό μου; Μμμμ…

Ελένη: Τι σημασία έχει αυτό, Απόστολε; Σημασία έχει ότι έρχεται…

Αποστόλης: Κι εγώ τι σου ’λεγα; Της το ’λεγα… Άλλο αυτή που δεν το χώνεψε. Άντε λοιπόν!

Φαντάρος: (Σηκώνει το ποτήρι με το κονιάκ) Στην υγειά σας…

Αποστόλης: Όχι στάσου, όχι στην υγειά μου! Αυτή πάει πια. Άλλου είδους ευχή  θα κάνουμε. Έτσι Ελένη; Θα μου ευχηθείς καλώς να τον δεχθούμε τον λεβέντη μου!

Φαντάρος: (Με πολύ συγκίνηση) Καλώς να τον δεχθείτε.

(Και με αναφιλητά, μ’ ένα πνιγμένο «γεια σας!», φεύγει, τρέχει)

Ελένη: Τι έπαθε;

Αποστόλης: Ε, τι θες να έπαθε; Βάλε με το νου σου, τι έχει τραβήξει το παιδί!…

Ελένη: Αυτό να μου πεις…

Αποστόλης: Το ευτύχημα είναι, ότι κάτι μάθαμε για τον δικό μας.

Ελένη: Ναι… Έρχεται…

Αποστόλης: Δεν σ’ το ’λεγα;

Ελένη: Εγώ σ’ το ’λεγα…

Αποστόλης: Εγώ σ’ το ’λεγα.

Ελένη: Εγώ σ’ το ’λεγα (κλαίει).

Αποστόλης: Γιατί κλαις τώρα;

Ελένη: Από χαρά, Απόστολε… Από χαρά… Τίποτα δεν καταλαβαίνεις εσύ; Τίποτα;

ΑΥΛΑΙΑ

Αρχείο Ελληνικών Γραμμάτων Γεώργιος Λεβιθόπουλος

[Σημείωση από τον φίλο Δημήτρη Γ. Φάρο που το αντέγραψε για το cognoscoteam]:

Αντέγραψα το κείμενο προς διευκόλυνση εκείνων των εμπνευσμένων δασκάλων ή σκηνοθετών που θα θελήσουν να το ανεβάσουν για να τιμήσουν το Αλβανικό Έπος. Το αφιερώνω στη μνήμη του παππού μου, Δημήτρη Α. Φάρου, που πολέμησε κι εκείνος το ’40 στο Πόγραδετς, αλλά – σε αντίθεση με τον Πέτρο του συγκεκριμένου μονόπρακτου του υπέροχου και μοναδικού Αλέκου Σακελλάριου – είχε την τύχη να επιστρέψει ζωντανός στην οικογένειά του. Το αφιερώνω, πάνω απ’ όλα, όμως, στην Ιερή μνήμη όλων εκείνων που, σαν τον Πέτρο του «Φανταράκου», δεν γύρισαν στο σπίτι τους αλλά έπεσαν ηρωικά στα βουνά της Βορείου Ηπείρου για την Ελλάδα και την Ελευθερία και σήμερα μάς κοιτάνε από ψηλά δαφνοστεφανωμένοι από την Πατρίδα και τη Δόξα!

, , , , , ,

1 thought on ““Ο Φανταράκος”, μονόπρακτο του Αλέκου Σακελλάριου για το έπος του 1940

  1. Θερμα συγχαρητηρια για την εξαιρετη δουλεια που κανετε. Με συγκινησε πολυ η παρουσιαση του αγαπημενου μου ΦΑΝΤΑΡΑΚΟΥ . Το ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ειναι στη διαθεση σας για να σας παρεχει ο,τι μπορει να σας φανει χρησιμο στο αξιοθαυμαστο εργο που επιτελειτε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.