Ο C. S. Lewis και η απόδοση του βιβλίου “Τα Γράμματα τού Πειρασμού”

Γράφει ο Γιώργος Σπανός

Κράτησα το βιβλίο “The Screwtape Letters”, για πρώτη φορά στα χέρια μου το 1993, στο Μοναστήρι τού Γέροντος Σοφρωνίου Ζαχάρωφ στο Έσσεξ, (Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ) το οποίο επισκεπτόμουν συνήθως Σαββατοκύριακα, για να «ξελαμπικάρω» απ’ τη ζάλη και την πνευματική ένδεια του Λονδίνου, σε Πανεπιστήμιο του οποίου φοιτούσα. Στο μικρό δωμάτιο-βιβλιοπωλείο της Μονής, απάντησα ευγενικά σ’ έναν φίλο που μου το πρότεινε πως, «εμείς (οι Ορθόδοξοι) που έχουμε τους Πατέρες και τόσους Αγίους, τι ανάγκη μπορεί να έχουμε από ξένους συγγραφείς;» Παρόλη την πρωταρχική, και γεμάτη έπαρση (αν και όχι πολύ αδικαιολόγητα), δήλωση μου, κατάφερα ν’ αντιδράσω θετικά όχι μόνο στην πρόταση του, αλλά και σε μία περίεργη έλξη που ένιωσα προς το βιβλίο, λόγω της μοναδικής, πράγματι, στα χρονικά, αλληγορικής γραφής του. Από το ίδιο βράδυ μέχρι και σήμερα, παραμένω εξίσου εντυπωσιασμένος (όπως και τα εκατομμύρια των αναγνωστών του) και πάντα θα ωφελούμαι από την περιεκτικότητα των λόγων και την επιδέξια απόδοση τού σοφού συγγραφέα, τόσων οντολογικών νοημάτων, μέσα από μία αλληλογραφία, που είναι αδύνατον ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, να μην αναγνωρίσει σημαντικά κομμάτια που τον αφορούν. Μέχρι να «ξεδιπλώσω» τα πρώτα Γράμματα, είχα ήδη καταλάβει πόσο σημαντικό θα ήταν να μπορεί μια μέρα να διαβαστεί αυτό βιβλίο και στα Ελληνικά. Εν τω μεταξύ όμως, κατά την παραμονή μου στην Αγγλία, έπαιρνα κατά καιρούς απ’ τα διάφορα διδάγματα τού βιβλίου, καταπληκτικές αφορμές για ν’ αναλύσω και να θέσω προς συζήτηση, σε ομιλίες που έκανα, στην Αγία Σοφία τού Bayswater, στις κυριακάτικες συνάξεις που διοργανώναμε με τις δυναμικές παρέες των νεαρών επιστημόνων τού Λονδίνου.

Η «μετάφραση» του βιβλίου αυτού, όμως, δεν ήταν εύκολη υπόθεση, για δύο λόγους. Ο πρώτος, είναι η γλώσσα που έχει χρησιμοποιήσει ο Lewis. Είναι περίτεχνα δουλεμένη, έτσι ώστε να στηρίζει όλο το σκεπτικό και το πνεύμα της ιστορίας του. Το πρωτότυπο κείμενο, αφορά το κοινό της αγγλικής κοινωνίας και τις αγγλικές προσλαμβάνουσες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι περιγραφές των χαρακτήρων και των νοημάτων παραπέμπουν, έναν Έλληνα αναγνώστη τού πρωτότυπου κειμένου, σε μια αγγλική εκδοχή ενός Παπαδιαμάντη, με χρήση λέξεων και νοημάτων που έχουν χαθεί εδώ και καιρό απ’ την καθομιλουμένη αγγλική -δεν χρησιμοποιώ τον Παπαδιαμάντη τυχαία, απλώς δεν είναι του παρόντος ν’ αναφερθώ εκτενέστερα στα μεταξύ τους κοινά με τον Lewis, όσο κι αν φαντάζει κάτι τέτοιο αδιανόητο. Σίγουρα ο συγγραφέας, δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το ενδεχόμενο το βιβλίο του να απευθυνθεί μια μέρα και σε άλλα κοινά μεταφρασμένο, και δεν θα μπορούσε με τίποτα κάτι τέτοιο να επηρέαζε εξ αρχής τον τρόπο γραψίματος του. Μία, λοιπόν, κυριολεκτική μεταφορά τού “The Screwtape Letters”, στα ελληνικά, θα ήταν καταδικασμένη να… χαθεί στη μετάφραση.

Μιας που είχα εντρυφήσει περισσότερο στον Lewis, όλα αυτά τα χρόνια, και έψαχνα αφορμή ν’ αποδώσω ένα μικρό φόρο τιμής, εις τύπον δικής μου απολογίας στον αδυσώπητο αυτόν απολογητή, καθηγητή και συγγραφέα, η ελαχιστότητα μου αποφάσισε ν’ αναλάβει τα ηνία μίας ελεύθερης απόδοσης και προσαρμογής στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα, ώστε η ωφέλεια και η ουσία τού έργου να μη παρέμενε για άλλο κρυμμένη απ’ το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Και θέλοντας να διευρύνω ακόμα περισσότερο την αντίληψη τού αναγνώστη, προσδιόρισα σε παραπομπές όλες τις έμμεσες αναφορές τού Lewis, σε πραγματικά πρόσωπα, διδάγματα, φράσεις κι έργα τρίτων. Επίσης, θεώρησα σκόπιμο να παραθέσω μετά από κάθε Γράμμα μία χαρακτηριστική φράση, που αντικατοπτρίζει με στόμφο, κατά τη γνώμη μου, το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Επίσης, στο τέλος του βιβλίου, παρατίθεται ένα πολύ μικρό δείγμα αποφθεγμάτων τού μεγάλου διανοητή. 

Προς επίρρωσην του λογισμού μου, με περισσή τιμή κι ανακούφιση ανέγνωσα την απάντηση που μου έστειλε ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος (Ware) στις 15 Δεκεμβρίου 2011, ο οποίος αφού με παρότρυνε να κάνω χρήση της προαναφερόμενης μελέτης του για τον Lewis, μου ανέφερε: «[…] Χαίρομαι που ετοιμάζεις μία ελληνική έκδοση τού Screwtape. Έχεις δίκιο να υποστηρίζεις ότι, επειδή το έργο αυτό περιέχει πολλές αγγλικές αλληγορίες, δεν θα γινόταν εύκολα κατανοητό από έναν Έλληνα αναγνώστη, και γι’ αυτό έπρεπε να γίνει μία προσαρμογή, παρά μία συνηθισμένη μετάφραση […]». 

Ο δεύτερος λόγος της δυσκολίας τού βιβλίου αυτού -κι αυτό φαίνεται από τα χρόνια που πήρε να ολοκληρωθεί- ήταν ότι παρόλο που η απόδοση και η προσαρμογή τού έργου ήταν γενικότερα τριτεύουσα ασχολία μου, λόγω οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων, πάντα συνέβαινε κάτι το απρόσμενο και απρόοπτο και η δουλειά όλη χανόταν! Καιγόταν ένας υπολογιστής, χαλούσε ένας σκληρός δίσκος, εξαφανιζόταν για πολύ καιρό το ίδιο το βιβλίο με τις σημειώσεις(!) και, το πιο πρόσφατο, καταστράφηκε το USB που το περιείχε… κι αναγκαζόμουν να το ξεκινήσω απ’ την αρχή. Εννοείται, ότι ο νους μου πήγε πολλές φορές στoν… Screwtape ο οποίος επιβεβαιώνει σε ένα απ’ τα Γράμματα του, ότι το καλύτερο έργο των πονηρών πνευμάτων δεν επιτυγχάνεται με το να βάζουν ιδέες και λογισμούς μες στο μυαλό των ανθρώπων, αλλά με το να τους εμποδίζουν να μαθαίνουν όλα όσα τους ωφελούν… 

Πάντως, είναι καταφανές, ότι ο σοφός συγγραφέας έχει αποδώσει στον ανώνυμο «ασθενή» τού βιβλίου του καταστάσεις που ο ίδιος βίωσε, ειδικά κατά την πορεία τής πρώτης περιόδου τής μεταστροφής του –άλλωστε, ποιος συγγραφέας, θέλοντας και μη, αποφεύγει κάτι τέτοιο, όταν συγγράφει μία πραγματική ή φανταστική ιστορία σε τρίτο πρόσωπο; Και το έχει κάνει με έναν κωμικό, θανατηφόρα σοβαρό και εντυπωσιακά  πρωτότυπο τρόπο. Η πιο καθηλωτική ιστορία, για τη θριαμβευτική υπερνίκηση ενός πειρασμού, που έχει γραφτεί ποτέ, μπορεί πλέον ν’ απορροφηθεί απ’ το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, μέσα απ’ τον πνευματικό δίαυλο και τη φροντίδα των εκδόσεων Athos Press, NY (Athospress.com.)

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Μέσα απ’ το μανδύα της σατυρικής αυτής ιστορίας, ο πολυμήχανος συγγραφέας της, έχει κρύψει ένα εξαιρετικό αλληγορικό λογοτέχνημα, το οποίο εξέδωσε για πρώτη φορά με τη μορφή βιβλίου τον Φεβρουάριο τού 1942 στην Αγγλία, αφού είχαν προηγηθεί 31 συνεχόμενες δημοσιεύσεις (όσες και τα «Γράμματα») στην εφημερίδα “The Guardian”, από τον Μάιο έως το Νοέμβριο του 1941.

Η ιστορία εξελίσσεται, μέσα από μία σειρά πονηρών και αρνητικά φορτισμένων επιστολών στις οποίες ο Πειρασμός, ένας ανώτερος ιεραρχικά δαίμονας, προσπαθεί με επιμονή, ειρωνεία και υπεροψία να καθοδηγήσει τον νεαρό ανηψιό του, το Σαράκι, στο πώς θα καταφέρει να διασφαλίσει την μεταθανάτια καταδίκη ενός καθημερινού ανθρώπου, τον οποίο αποκαλούν μεταξύ τους «ασθενή».

Με τα Γράμματα του, ο Πειρασμός, εκπαιδεύει το Σαράκι στο πώς μπορεί να αξιοποιεί κατά του ανθρώπου τις αντικειμενικές δυσκολίες που συμβαίνουν, εκ των πραγμάτων, στη διάρκεια μιας τυπικής ανθρώπινης ζωής, ή να στρεβλώνει την ορθή Πίστη στο Θεό μέσω των πειρασμών και των πνευματικών εμποδίων, που θα δημιουργεί το ίδιο.

Ο Πειρασμός, που κατέχει προφανώς μία σημαντική διοικητική θέση στην «Κατώτερη Αρχή» της Κόλασης, διανθίζει τις συμβουλές του με έξυπνες και ενδελεχείς παρατηρήσεις πάνω στην ανθρώπινη φύση, την ανθρώπινη κοινωνία και το Χριστιανικό Δόγμα. Οι δύο δαίμονες, ζουν μέσα σ’ έναν ηθικά αντίστροφο κόσμο, όπου η εξασφάλιση τού ατομικού οφέλους και η ικανοποίηση της απληστίας θεωρούνται αυτοσκοποί, ενώ ταυτόχρονα, κανείς τους δεν είναι ικανός να παραδεχτεί και να κατανοήσει το λόγο ύπαρξης τής ανθρώπινης Αρετής και της θεϊκής Αγάπης, όποτε έρχονται αντιμέτωποι με αυτές.

Παρ’ ότι για τον Lewis, το βιβλίο αυτό, (“The Screwtape Letters”), έγινε γρήγορα ένα από τα πιο δημοφιλή του έργα, ισχυριζόταν πως δεν του ήταν «και πολύ διασκεδαστικό» όταν το έγραφε και γι’ αυτό αποφάσισε «να μην ξανασυντάξει ποτέ άλλο Γράμμα». Πάραυτα, το 1959 εξέδωσε, στο ίδιο πνεύμα, το κείμενο «Η πρόποση του Πειρασμού» (“Screwtape proposes a toast”) το οποίο χρησιμοποίησε για να σχολιάσει τις τάσεις που θα επικρατούσαν στην Εκπαίδευση, και το οποίο μπορεί να συμπεριληφθεί σε επόμενη έκδοση.

Η χρήση αυτής της αλληλογραφίας είναι ποικίλη, αλλά και συγκεκριμένη. Μέσα από τις έντεχνες ψυχογραφικές και πνευματικές του παρατηρήσεις, ο Lewis καλύπτει διαχρονικά θέματα τα οποία πάντα θα απασχολούν τους ανθρώπους σε προσωπικό ή κοινωνικό επίπεδο, όπως ο έρωτας, η αγάπη, η έπαρση, η λαγνεία κι ο πόλεμος. Όντας ο ίδιος καθηγητής τού Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης, δεν αφήνει στο απυρόβλητο τον τρόπο σκέψης σύγχρονων διανοουμένων, προφητεύοντας  μάλιστα τις τάσεις, τα σκεπτικά και τις μεθόδους που θα επικρατούσαν στο μέλλον, δηλαδή, στη δική μας εποχή.

Ο Lewis, είναι ο σημαντικότερος χριστιανός απολογητής και συγγραφέας του 20ου αιώνα στη Δύση. Αγαπήθηκε πολύ, όμως, κι απ’ τους Ορθόδοξους, που πάντα ήγειραν το ερώτημα «μήπως ήταν Ορθόδοξος;» Η θεολογική του προσέγγιση απέναντι στην Σωτηριολογία και την Θέωση, αλλά και οι αντιλήψεις του για τον Παράδεισο και την Κόλαση, είναι εντελώς Ορθόδοξες και έρχονται σε απευθείας αντίθεση με την αντίληψη που έχουν για τα ζητήματα αυτά, οι Δυτικές χριστιανικές πεποιθήσεις μες στις οποίες έζησε. 

Δεν έχουμε χειροπιαστά στοιχεία για το αν τελικά ο Lewis ασπάσθηκε και Μυστηριακώς την Ορθοδοξία, παρόλο που επισκεπτόταν την Ελλάδα για προσκηνυματκούς λόγους και είχε στενή φιλία με Ρώσους πιστούς στην Οξφόρδη. Πάντως, είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι κατά την περίοδο που έζησε ο Lewis, οι Αγγλικανοί μελετούσαν την ένωση τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία, μέχρι που στα τέλη του 1960, οι Ορθόδοξοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειες, διότι φάνηκε καθαρά ότι στους κόλπους της αγγλικανικής πλευράς θα επικρατούσε ο Φιλελευθερισμός, και όχι η επιστροφή στην Ορθόδοξη Πίστη.

Δεν θα ήταν, όμως, άδικο ή υπερβολικό αν περιγράφαμε τον Lewis ως έναν αφανή Ορθόδοξο -μπορούμε με ασφάλεια να θεωρήσουμε, ότι ενώ η ανατροφή του ήταν Αγγλικανική, η διαγωγή του ήταν καταφανώς Ορθόδοξη- κι αυτό προκύπτει μέσ’ από όλα του τα έργα, αλλά και από την «έξωθεν καλή μαρτυρία» ανθρώπων τού κύκλου του. Την πιο ενδελεχή μελέτη κι έρευνα για τη σχέση του Lewis με την Ορθοδοξία, την εκπόνησε ο Σεβασμιότατος Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος (Ware), καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, (και πρώτος Ορθόδοξος Άγγλος Επίσκοπος στη Μεγ. Βρετανία απ’ το Σχίσμα του 1053 μ.Χ.) ο οποίος, μάλιστα, είχε την τύχη να τον γνωρίσει και προσωπικά στα φοιτητικά του χρόνια (παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου αυτούσια).  Με το πόνημα που εξέδωσε, ο Κάλλιστος, στο περιοδικό Sobornost με τίτλο, «C.S. Lewis: an Anonymous Orthodox?» το 1995, εξάντλησε το συναρπαστικό αυτό ερώτημα και σημείωσε, ταπεινά, πως ο Lewis «είχε την τάση να εξιδανικεύει εμάς τους Ορθοδόξους» και πιστεύει ότι «ενώ οι σχέσεις του με την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν εκτενείς, είχε όμως εναρμονίσει απολύτως το σκεπτικό του με την Ορθόδοξη οπτική». 

Αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ένας κατεξοχήν Ορθόδοξος συγγραφέας,  πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνεπής συμπάθεια και ροπή του προς την Ορθοδοξία. Όπως ανακαλούσε ο George Sayer, ένας από τους βιογράφους του, (“C.S. Lewis and his times”), μετά την επίσκεψη του στη Ρόδο το Πάσχα του 1960 όπου μαζί με τη σύζυγο του, ο Lewis παρακολούθησε τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας και παραβρέθηκε μετά το Πάσχα σ’ έναν Ορθόδοξο γάμο, έλεγε ότι απ’ όλες τις λειτουργίες που είχε παρακολουθήσει ποτέ στη Δύση, προτεσταντικές ή λατινικές, προτιμούσε μόνο την Ορθόδοξη. Επίσης, διακήρυττε, ότι απ’ όλους τους ιερείς και μοναχούς που είχε την ευκαιρία να συναναστραφεί στη ζωή του, οι Ορθόδοξοι που συνάντησε στις περιηγήσεις του στην Ελλάδα, ήταν οι αγιότεροι και πνευματικότεροι που γνώρισε ποτέ, αναφερόμενος μάλιστα όχι μόνο στην εικόνα που είχαν, αλλά και στην γενικότερη αίσθηση που άφηναν. Σε άλλη περίπτωση, ο Lewis, αναφέρει ότι του αρέσει απίστευτα να παραβρίσκεται στις Ορθόδοξες Λειτουργίες. «Μερικοί στέκονται, άλλοι κάθονται, άλλοι γονατίζουν με το πρόσωπο τους κάτω, άλλοι μπροστά στις εικόνες κι άλλοι κινούνται, ενώ κανείς δεν παρατηρεί και δεν δίνει σημασία στο τι κάνει ο άλλος γύρω του. Αυτό είναι δείγμα σωστής αντίληψης, σωστών τρόπων, σωστού Χριστιανισμού. Το λατρεύω». Η σχέση του, άλλωστε, με τον Nicholas Zernov, Ρώσο Ορθόδοξο της Οξφόρδης, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο να γνωρίσει ο Lewis και τη ρωσική Ορθόδοξη παράδοση και να πηγαίνει σε Ρωσικές Ορθόδοξες Λειτουργίες στην Αγγλία. Γνωρίζουμε, λοιπόν, με βεβαιότητα ότι ο Λιούις αγαπούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία και έδειχνε πολύ βαθύ ενδιαφέρον γι’ αυτήν.

Από τη δική μου μελέτη για τον Lewis, δεν μπορώ να παραλείψω εδώ, τουλάχιστον τρία απ’ τα πάμπολλα σημεία της ζωής του, που καταμαρτυρούν ξεκάθαρα τον χαρακτήρα, τον τρόπο ζωής του και την πνευματικότητα του. Το κυριότερο είναι η γνωριμία του με τη Joy Gresham. H Joy, ήταν επίσης συγγραφέας και θαυμάστρια του Λιούις, με τον οποίο είχε αναπτύξει αλληλογραφία, απ’ την Αμερική. Όταν αναγκάστηκε να έρθει στην Αγγλία, το 1953, μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά της, λόγω του χωρισμού της απ’ τον βίαιο και μέθυσο άντρα της, ο Lewis κι ο αδελφός του την προσκάλεσαν να τους επισκεφτεί στην Οξφόρδη κι έκτοτε αναπτύχθηκε μεταξύ τους αμοιβαία συμπάθεια. Μετά από τρία χρόνια, κι ενώ η Joy έπασχε από καρκίνο των οστών, έληγε η άδεια παραμονής της στην Αγγλία. Ο Jack, όπως αποκαλούσαν τον Lewis οι φίλοι του, προέβη σε πολιτικό γάμο με την Joy, τον Απρίλιο του 1956, ώστε να μπορέσει να παραμείνει στην Αγγλία. Παρόλο που δεν ζούσαν ως αντρόγυνο, η φιλία τους μεταβλήθηκε σε αγάπη και καθότι επέκειτο ο θάνατος της, τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, αφού η Joy μετεστράφη από Εβραία σε Χριστιανή, τέλεσαν τον θρησκευτικό τους γάμο στο κρεβάτι του πόνου, σε έναν απ’ τους θαλάμους τού Νοσοκομείου Wingfield. Μετά το γάμο τους, η Joy ανέκαμψε απρόσμενα, και για τριάμισι χρόνια χάρισε στον Lewis τη συντροφιά της μέχρι τον Ιούλιο του 1960, όταν και απεβίωσε τελικά απ’ την επιστροφή τής επάρατης νόσου, σε ηλικία 45 χρόνων. Μετά το θάνατο της, ο Lewis ανέλαβε την ανατροφή των δύο γιών της, του Douglas και του David. Ο μεγάλος πόνος του Lewis, καταγράφηκε απ’ τον ίδιο, στο βιβλίο “A Grief Observed” και μέσω αυτού βρήκαν ανακούφιση χιλιάδες αναγνώστες που αντιμετώπιζαν παρόμοιο πόνο στη ζωή τους. (Το βιβλίο αυτό έγινε η βάση για την μετέπειτα βραβευμένη κινηματογραφική ταινία του Richard Attenborough, “Shadowlands” –με διάσημο cast ηθοποιών, όπως ο Anthony Hopkins, η Debra Winger κα.)

Ένα απ’ τα χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτάρκειας και αφιλοχρηματίας που διέκριναν τη ζωή τού Lewis, είναι και το ακόλουθο. Όταν ολοκλήρωσε τη συγγραφή των Γραμμάτων, η εφημερίδα The Guardian (δεν είναι η ίδια με τη σημερινή γνωστή βρετανική εφημερίδα), του πρότεινε ως αμοιβή το μη ευκαταφρόνητο ποσό, τότε, των δύο λιρών ανά γράμμα, διότι θα τα δημοσίευε σταδιακά. Ο Lewis αρνήθηκε να πάρει ο ίδιος τα χρήματα, κι επέλεξε να μοιράζονται τα λεφτά σε χήρες και ορφανά τού πολέμου -μία στάση που τηρούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. 

Τέλος, ο Lewis έγραφε πάντα τα πρωτότυπα έργα του στο χέρι, και συνήθως, έκαιγε το πρωτότυπο κείμενο μόλις ο αδελφός του, Warnie, το δακτυλογραφούσε στη γραφομηχανή -έγραφε με μία μύτη πένας, την οποία έπρεπε να βουτά κάθε λίγο στο μελανοδοχείο κι αυτή η πρακτική τον βοηθούσε να επιλέγει με προσοχή τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, κάτι που συντελούσε στις ελάχιστες διορθώσεις που έκανε στα κείμενα του. Λόγω των γερμανικών βομβαρδισμών στο Λονδίνο, όμως, φοβήθηκε ότι το πρωτότυπο δακτυλογραφημένο κείμενό του  The Screwtape Letters μπορεί να χανόταν, και γι’ αυτό αποφάσισε να στείλει το χειρόγραφο του προς ασφαλή φύλαξη, στο Μοναστήρι της Παρθένου Μαρίας, στο Wantage του Oxfordshire. Μετά τον πόλεμο, η αγγλικανή μοναχή Πηνελόπη, εκ μέρους της Μονής προσφέρθηκε να του το επιστρέψει, ο ίδιος όμως, της πρότεινε να το πουλήσει η Μονή και να αξιοποιήσει τα χρήματα που θα λάμβανε για καλό σκοπό. Έτσι, το όλο αντίτιμο χρησιμοποιήθηκε για την αναστήλωση του μοναστηριού όταν το χειρόγραφο πουλήθηκε στην Συλλογή Berg, της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, όπου και το εντόπισα. 

Εκεί, και αφού το βιβλίο είχε εκδοθεί, το 2019 ήρθε το αποκορύφωμα τής όλης πολύχρονης περιπέτειας μου για την απόδοση τού βιβλίου στα ελληνικά και η κοντινότερη χειροπιαστή επαφή με τον C.S. Lewis∙ η στιγμή που τα αυτούσια Γράμματα εναποτέθηκαν σιωπηλά μπροστά μου, από την ευλαβική βιβλιοθηκάριο την Νέα Υόρκη. Η πρώτη κίνηση που έκανα αφού ξόδεψα ένα-δυο λεπτά να αναδρομής στο χρόνο, ήταν να αγγίξω τα κιτρινισμένα ριγέ φύλλα απαλά για να αισθανθώ τις δονήσεις τής, σχεδόν αλάνθαστης, πένας τού συγγραφέα τους και στην συνέχεια, να σκύψω κοντά τους για να οσφρανθώ τις μυρωδιές που φύλαγαν επί 80 χρόνια. Αισθάνθηκα τον Lewis να μου χαμογελά και να αποχωρεί από το δωμάτιο ευχαριστημένος σαν έναν συνοδό που έφερε τον εξερευνητή που τον εμπιστεύτηκε, μέσ’ από την δύσκολη διαδρομή των απέραντων καταπράσινων βουνών και των παγίδων τής Ιρλανδικής υπαίθρου, στην πηγή που αναζητούσε.

Τελικά, ο πρώην ζηλωτής άθεος καθηγητής που κατέληξε, μέσα από την πιο απρόθυμη μεταστροφή στην ιστορία τής Αγγλίας, στον σημαντικότερο Χριστιανό απολογητή και διανοούμενο τού 20ου αιώνα στη Δύση, έφυγε απ’ αυτή τη ζωή ειρηνικά στο σπίτι του στην Οξφόρδη, τρία χρόνια μετά τη σύζυγο του, στις 22 Νοεμβρίου του 1963. Ο θάνατος του επισκιάστηκε προσωρινά απ’ την δολοφονία του Τζ. Φ. Κέννεντυ, που συνέβη την ίδια μέρα.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.