Παραχώρηση τῆς Θεσσαλονίκης στοὺς Ἐνετούς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας της ἀπὸ τοὺς Τούρκους

Τὶ ἀναφέρουν τὰ ἀρχεῖα τῆς Βενετίας γιὰ τὴν παραχώρηση τῆς Θεσσαλονίκης στοὺς Ἐνετούς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας της ἀπὸ τοὺς Τούρκους;

Σὲ ψήφισμά της ἡ ἐνετικὴ γερουσία μὲ χρονολογία «1423 Ἰουλίου 7» ἀναφέρει ὅτι ἀγγελιοφόρος ἀπὸ τὴ διοίκηση τῆς Εὔβοιας ἔφερε ἐπιστολὲς ποὺ καθιστοῦν γνωστὴ στὴ γερουσία τὴν ἐπισφαλέστατη κατάσταση τῆς πόλεως τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ βρισκόταν πολιορκούμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ συγκεκριμένα, ὁ δεσπότης τῆς Θεσσαλονίκης Ἀνδρόνικος Παλαιολόγος, διαβίβασε ἐπιστολὴ στὴν ἐνετική διοίκηση τῆς Εὔβοιας ἐξ ὀνόματός του καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως, μὲ τὴν πρόταση νὰ τεθῇ ἡ πόλη κάτω ἀπὸ τὴν ἐνετικὴ προστασία, μὲ μοναδικὰ αἰτήματα νὰ διοικηθῇ ἡ πόλη σύμφωνα μὲ τὰ καθιερωμένα ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ οἱ Ἕλληνες νὰ διατηρήσουν τὰ δικαιώματα καὶ τὶς ἐξουσίες τους καὶ τέλος νὰ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν ἢ νὰ ἀναχωρήσουν κατὰ τὴν ἀρέσκειά τους ἀπὸ τὴν πόλη.

Ἡ ἐνετική γερουσία μὲ ψήφισμά της ἐνέκρινε τὴν παραλαβὴ τῆς Θεσσαλονίκης κάτω ἀπὸ τὴν προστασία της καὶ ἀποφάσισε νὰ στείλῃ γαλέρες καὶ τμῆμα τοῦ στρατοῦ της στὴν πόλη καὶ νὰ πάρουν ὑπὸ τὴν κατοχή τους τὸν τόπο αὐτό, τὸν ὁποῖο μὲ τὴν θέλησή τους ὁ Δεσπότης καὶ ὁ λαός τοὺς παραδίδει, γιὰ νὰ ἀνακουφιστοῦν ἀπὸ τὴν πολιορκία τῶν Τούρκων.

Ὁ Δεσπότης Θεσσαλονίκης Ἀνδρόνικος εἶχε τονίσει ὅτι ἀδυνατεῖ «νὰ κρατήσῃ τὴν πόλιν καί, μὴ θέλων νὰ πέσῃ εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων, ἔγραψεν εἰς ἡμᾶς…».

Ἔτσι, σὲ ψήφισμά της, ἡ γερουσία, μὲ χρονολογία 13ης Ἰουλίου 1423, ὑποδεικνύει δύο πληρεξούσιους προορισμένους γιὰ τὴν παραλαβὴ τῆς Θεσσαλονίκης… Προκειμένου νὰ ἀναχωρήσουν γιὰ Θεσσαλονίκη πρὸς παραλαβὴ τῆς πόλεως οἱ δύο ἐκλεγμένοι πληρεξούσιοι, ἡ Γερουσία τὴν 27ην Ἰουλίου 1423, ἐξέδωσε ψήφισμα τὸ ὁποῖο ἔφερε ἐπικύρωση τῆς ἀνώτατης ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, τοῦ Δόγη:

«Ἡμεῖς, Φραγκῖσκος Φόσκαρι, ἐλέῳ Θεοῦ δοῦξ τῶν Βενετῶν …[………]… ἂν βεβαιωθῆτε ὅτι ὁ Δεσπότης εἰς τὴν πόλιν εἶναι διατεθειμένος να παραδώσῃ τήν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης, τότε μὲ τὴν γαλέραν τῆς Εὔβοιας, τὴν τοῦ Ναυπλίου, τὴν τοῦ δουκός τοῦ Αἰγαίου πελάγους καὶ τὴν τῆς Τήνου καὶ Μυκόνου, ἦτοι ἐν ὅλῳ τέσσαρας, καὶ μὲ 200 πεζοὺς θὰ ἀποπλεύσητε καὶ ἄμα φθάσητε ἐκεῖ, θὰ παρουσιασθῆτε εἰς τὸν Δεσπότην…[…..]… θὰ σεβασθῆτε τοὺς θεσμούς καὶ τὰ ἔθιμά των, ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ κληρικοί θὰ ἐξασφαλιστοῦν εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν ὑπαρχόντων των καὶ οἱ εὐγενεῖς, ἂν θέλουν νὰ φύγουν, θὰ δύνανται νὰ ἐκποιοῦν τὰς περιουσίας των καὶ νὰ φεύγουν χωρὶς κανένα ἐμπόδιον …[……]… Εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν πόλιν κατὰ πάσας ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῶν Τούρκων, ὡς καὶ ἐναντίον ἄλλων τυχὸν ἐπιδρομέων ….[…..]… θὰ μεταχειρισθῶμεν τοὺς κατοίκους μὲ καλὸν τρόπον, ἂν θὰ εἶναι οὖτοι πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι ὑπήκοοι εἰς τὴν Αὐθεντίαν μας. …[….]… Καὶ ἄμα τακτοποιήσετε τὰ πάντα, νὰ πηγαίνῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο (εκπροσώπους) εἰς τὸν Τοῦρκον καὶ νὰ τῷ κάμῃ γνωστὰ τὰ συμβάντα καὶ νὰ τονίσῃ τὸ γεγονός, ὅτι ἂν δὲν τὴν παρελαμβάνομεν ἡμεῖς, θὰ τὴν ἔδινεν ὁ Δεσπότης εἰς ἄλλον χριστιανὸν καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ζώσωμεν εἰρηνικὰ μὲ τὸν Τοῦρκον. …[…..]…».Διὰ τοῦ κώδικος Morosini (Τόμος Β΄σελ. 424 κ.ἐ.) πληροφορούμαστε ὅτι στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 1423, θριαμβευτικῶς καὶ ἐν μέσῳ πανηγυρισμῶν, ἀποβιβάσθηκαν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἐνετικῆς γερουσίας στὴ Θεσσαλονίκη, ἡ ὀποία εἶχε «ὡραιότατον λιμένα καὶ περίμετρον 6 ἔως 7 μιλίων. Εἶναι ὁλόκληρος περιτετειχισμένη μὲ ὑψηλὰ καὶ ὡραῖα τείχη καὶ ἒχει ὁλάγυρα περὶ τοὺς 60 ἔως 70 πύργους. Ἐπολιορκεῖτο τότε ἀπὸ 5.000 Τούρκους, κατεσκηνωμένους ἔξω τῶν τειχῶν. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἐντὸς τῆς πόλεως ἔμειναν νηστικοὶ ἐπὶ ὀκτῶ ἡμέρας, δι΄αὐτὸν τὸν λόγον ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ σταλῇ σιτάρι, τὸ ὁποῖον θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς πτωχούς… [….]…».

Ἕνα μῆνα μετὰ ἀπὸ τὴν ἄφιξη τῶν δύο ἐκπροσώπων καὶ τῆς συνοδείας τους στὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν ὁ Νικόλαος Γεωργίου, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Ἀδριανούπολη μὲ σκοπὸ νὰ συναντήσῃ τὸν Σουλτάνο καὶ νὰ συνάψουν συνθήκη εἰρήνης. Ἀλλὰ ὁ Μουρᾶτ εἶχε τόσο ἐξαγριωθεί ἀπὸ τὴν ἐπέμβαση τῶν Ἐνετῶν στὴν Θεσσαλονίκη, ὥστε μόλις ἔφτασε ἐκεῖ ὁ Νικόλαος Γεωργίου τὸν κράτησε αἰχμάλωτο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξέπληξε τοὺς Ἐνετούς, οἱ ὁποῖοι διέταξαν τὸν ναύαρχο νὰ φροντίσῃ νὰ απελευθερώσῃ μὲ κάθε τρόπο τὸν αἰχμάλωτο ἐκπρόσωπό τους καὶ νὰ ὑποσχεθῇ στὸν Τοῦρκο «ἂν θελήσῃ νὰ κάμῃ εἰρήνην, θὰ τῷ δίδωμεν 2.000 χρυσὰ δουκάτα ἐτησίως ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῆς Θεσσαλονίκης…[… ]».

Σὲ ἄλλο ἔγγραφο ἡ ἐνετικὴ γερουσία ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Ἐνετό ναύαρχο καὶ τὸν δεύτερο ἐκπρόσωπο νὰ φιλοδωρήσουν μὲ τὸ ποσὸ τῶν 5.000 δουκάτων τοὺς πασάδες μὲ τὸν ὅρο νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ πέριξ τῆς Θεσσαλονίκης χωριὰ, μέχρι καὶ τὸ κάστρο τοῦ Χορτιάτη καὶ νὰ απελευθερωθῇ καὶ ὁ αἰχμάλωτος πρεσβευτής.

Παρ΄ὅλες ὅμως τὶς προσπάθειες ἡ εἰρήνη δὲν ἐπιτεύχθηκε καὶ ἡ Γερουσία στὶς 19 Μαἱου 1424 ἐξέλεξε δύο εὐγενεῖς, τὸν ἕνα μὲ τὸν τίτλο τοῦ δούκα καὶ τὸν ἄλλο μὲ τὸν τίτλο τοῦ capitanio, νὰ ἀντικαταστήσουν τοὺς δύο ἀντιπροσώπους. Ἀλλὰ ἐνῶ οἱ δύο πρῶτοι σεβάστηκαν τὰ συμφωνηθέντα καὶ τὰ ἔθιμα τῶν κατοίκων, οἱ νεοδιορισθέντες ἄρχισαν νὰ καταστρατηγοῦν τοὺς ὅρους καὶ αὐτὸ ἀνάγκασε τὴν κοινότητα τῆς Θεσσαλονίκης νὰ στείλῃ κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1425, πρεσβεία στὴ Βενετία μὲ αἰτήματα, ποὺ σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχεῖα τῆς Γερουσίας, ἐπιλύθηκαν.

Στὶς 17 Ἰουλίου τοῦ 1425 ἡ ἐνετικὴ γερουσία μὲ ψήφισμά της, ἀναγνώρισε ὡς ἄσυλο ὑπὲρ τῶν καταδιωκόμενων γιὰ χρέη ἢ καὶ φόνο, τὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Ἡ μακεδονικὴ μητρόπολη ἔπεσε τελικὰ στὰ χέρια τῶν Τούρκων τὴν 29η Μαρτίου 1430, ἡμέρα Τετάρτη…

ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.