Παρνασσισμός και Συμβολισμός

Γράφει ο Κότσης Παναγιώτης

Κεφάλαιο 1

  • Η «Νέα Αθηναϊκή Σχολή»

Μετά την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού, τη δεκαετία του 1870, μία νέα γενιά κάνει την εμφάνισή της στην νεοελληνική λογοτεχνία. Ένας ακόμη ορισμός μπορεί να θεωρηθεί η ονομασία «Η Γενιά του 1880» επειδή τότε εμφανίστηκαν τα πρώτα ανανεωτικά έργα τους. Τα μέλη της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής» συγκεντρώθηκαν γύρω από την μεγάλη μορφή του Κωστή Παλαμά. Στους κόλπους της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής» ανανεώθηκε η πεζογραφία, αλλά και η ποίηση. Στην πεζογραφία, αναπτύχθηκαν ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός και στην ποίηση ο παρνασσισμός και ο συμβολισμός.

Γύρω στο 1880, η ελληνική λογοτεχνία, έπρεπε να αναπροσαρμόσει τους στόχους της και την έκφραση που είχε, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα. Η πρώτη τομή, που πραγματοποιείται, αφορά την επιβολή της δημοτικής. Κυριαρχεί η αγωνιστική παρουσία του γλωσσολόγου Ψυχάρη, με το έργο «Το ταξίδι μου», το 1888. Με το έργο του αυτό, θα χαράξει νέους δρόμους και επαναστατικές λύσεις. Το έργο αυτό αντικαθρεφτίζει μέσα στις σελίδες του τα όνειρα και τις ελπίδες του ελληνισμού, δηλαδή το όραμα της Μεγάλης Ιδέας[1]. Κλείνοντας, ο Ψυχάρης, όπως και τα άλλα φιλελεύθερα πνεύματα αισθάνονταν συμπάθεια και θαυμασμό προς την σύγχρονη, τολμηρή και προοδευτική προσωπικότητα του Χ. Τρικούπη.

Γιάννης Ψυχάρης (15 Μαΐου 1854 – 29 Σεπτεμβρίου 1929)

Ο Ψυχάρης συμφωνεί με τον Ν. Πολίτη, για το ενδιαφέρον του προς την λαϊκή ζωή. Λίγο πριν και, συγκεκριμένα, το 1880, είχαν εκδοθεί δύο ποιητικές συλλογές, που εναρμονίζονταν με το πνεύμα της αλλαγής. Πρόκειται για το έργο «Οι στίχοι» του Ν. Καμπά και οι «Ιστοί Αράχνης» του Γ. Δροσίνη. Όμως, το σημαντικότερο έργο υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η πρώτη ποιητική συλλογή του Κ. Παλαμά, με τίτλο «Τα τραγούδια της πατρίδας μου», η οποία κυκλοφόρησε το 1886.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γράφει: «Η αγάπη της λαϊκής ζωής προηγήθηκε από την αγάπη της λαϊκής γλώσσας». Έπειτα, ενώθηκαν, συμβαδίσανε και οι δύο μαζί αποτελέσανε τον δημοτικισμό. Αλλά και άλλοι δημιουργοί θεωρούν ότι το πρώτο πράγμα για την επιστροφή στο παρόν είναι η εξισορρόπηση της γλωσσικής έκφρασης με το αντικείμενό της. Ο Κ. Παλαμάς, η σημαντικότερη δημιουργική συνείδηση της γενιάς του, αρχίζει την πορεία του με το ίδιο αποκαλυπτικό όραμα. Σημειώνει ότι: «Το δημοτικό τραγούδι, η δημοτική παράδοση, η δημοτική γλώσσα, ο δημοτικός μας βίος μας άνοιγε θύρες, μας φανέρωνε απόψεις»[2].

Η δημοτιστική παράδοση και δημοτική ομιλία, ηθογραφία, λαογραφία και λαϊκισμός, συνθετική αξιοποίηση του παρελθόντος, ξεπέρασμα της ρομαντικής θρηνολογίας και αμετροέπειας, στροφή προς το πραγματικό, προς το επίκαιρο και το καθημερινό, αντικατάσταση της φαντασίας με την εμπειρία και την παρατήρηση, αναπροσαρμογή προς τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα είναι μερικοί από τους πρώτους στόχους της «Γενιάς του 1880». Η καινούργια λογοτεχνία ανατοποθετεί τις έννοιες του χώρου και του χρόνου. Πράγματι, βρισκόμαστε μακριά από τις μεγάλες διάρκειες των ιστορικών αφηγήσεων, πολύ μακριά επίσης και από τις φυγές σε μυθικούς ή άγνωστους τόπους. Το ρομαντικό σκηνικό της φαντασίας θεωρείται επηρεασμένο από τις φωτογραφικές απαιτήσεις του νατουραλισμού, οπότε στη θέση του «αλλού» και του «άλλοτε» εμφανίζεται το «εδώ» και το «τώρα». Ο προορισμός των ποιητών αυτών ήταν να οδηγήσουν στην αποδραματοποίηση, στη συμφιλίωση με την πραγματικότητα, στην προσγείωση, στην προσαρμογή. Ζήτημα χρονικής αλλαγής στο ρήμα, αλλά και στον τόνο.

Η μεταβολή του 1880 ήταν, σε γενικές γραμμές, ένα φαινόμενο πνευματικό. Μετά από την ρομαντική της περίοδο, η ελληνική κοινωνία, προσγειωμένη τώρα, απαιτούσε λύσεις ρεαλιστικότερες. Οι προοδευτικοί αστοί επιθυμούσαν καλύτερη κρατική οργάνωση και ξεκαθάριζαν την πίστη τους στον κοινοβουλευτισμό. Εκφραστής των τάσεων αυτών στάθηκε ο Χαρίλαος Τρικούπης, που, ως πρωθυπουργός, αναδιοργανώνει ρεαλιστικά το κράτος και την πολιτική.

Ο Νικόλαος Πολίτης (Ελαιοχώρι Καλαμάτας Μεσσηνίας, 3 Μαρτίου 1852 - Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1921) ήταν Έλληνας λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ο Νικόλαος Πολίτης (Ελαιοχώρι Καλαμάτας Μεσσηνίας, 3 Μαρτίου 1852 – Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1921) ήταν Έλληνας λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Παράλληλα με τον αγώνα του Ψυχάρη για την προώθηση της δημοτικής, η φιλολογική επιστήμη αναζητά την έμπνευσή της στις ρίζες της εθνότητας, στο μεσαιωνικό παρελθόν και στην λαϊκή παράδοση. Μεσαιωνικά χειρόγραφα και κείμενα θα μελετήσουν οι Κ. Σάθας και Σ. Λάμπρος ενώ, ο Γ. Χατζιδάκις θα βάλει τα θεμέλια στην νεοελληνική γλωσσολογική επιστήμη. Ο μεγάλος λαογράφος Ν.Γ. Πολίτης θα ιδρύσει τις λαογραφικές σπουδές για μία συστηματική μελέτη της λαϊκής παράδοσης και δημιουργίας. Σε διαγωνισμό του 1869, ο ίδιος βραβεύεται για το έργο του «Νεοελληνική Μυθολογία». Το έργο αποσκοπούσε στην μελέτη των ηθών και των εθίμων του λαού και τα παρέβαλε προς εκείνα των αρχαίων. Η φιλοδοξία, όπως σημειώνει ο Π. Μουλάς, ήταν διττή. Αφενός να αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικότερα όπλα η αμφισβήτηση της εθνικής συνέχειας του ελληνισμού από τον Fallmerayer και αφετέρου το ενδιαφέρον να μεταφερθεί στις ζωντανές δυνάμεις του ελληνισμού και όχι αποκλειστικά στο παρελθόν και στα κατορθώματα των προγόνων. Τέλος, η παρουσία των δύο νέων περιοδικών «Παρνασσός» και «Εστία» καλλιεργούν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.

Σχετικά με την θεματογραφία της γενιάς του 1880 παρατηρούμε να επιβιώνουν, σε ένα πρώτο επίπεδο, τα κυριότερα μοτίβα του ρομαντισμού. Δηλαδή, η πατρίδα, η φύση, ο έρωτας και η ιστορία. Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά αυτά προβάλλονται με ποιοτικές αλλοιώσεις. Έτσι, η πατρίδα παρουσιάζεται, ταυτόχρονα, σαν ευρύτερη εθνική ιδέα και σαν ο στενότερος εμπειρικός χώρος του δημιουργού. Η φύση, το αντικείμενο περιγραφής και θαυμασμού, παρουσιάζεται σαν πλαίσιο μίας αστικής ή εξωαστικής σκηνογραφίας. Προσεγγίζεται με ακρίβεια και γνώση, δηλώνοντας την παρουσία του παρατηρητή. Ο έρωτας δεν ταυτίζεται μονότονα με τον θάνατο και την αποτυχία, όπως στους ρομαντικούς. Γίνεται ερωτοτροπία, παιχνίδι, διασκέδαση, εκπληρωμένη χαρά των αισθήσεων. Η θεματική πρωτοτυπία της γενιάς του 1880 φανερώνεται χαρακτηριστικότερα όχι τόσο στην πυκνότητα των λαογραφικών μοτίβων, όσο στην παρουσία του σπιτιού και της οικογενειακής ζωής.    

Κεφάλαιο 2  

2.1. Το κίνημα του παρνασσισμού

     Με τον όρο «παρνασσισμός» εννοούμε την ποιητική σχολή, που αναπτύχθηκε στην Γαλλία στα μέσα του 19ου αιώνα και, ειδικότερα, στην δεκαετία 1866-1876. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Γάλλους ποιητές de Ricard και Mantes.[3] Οι δύο ποιητές εξέδωσαν το φιλολογικό περιοδικό «Σύγχρονος Παρνασσός», αναφερόμενοι στο γνωστό ελληνικό βουνό και στον μύθο, που τον όριζε ως «κατοικία Μουσών».

Οι παρνασσιστές ποιητές επεξεργάζονταν πολύ τους στίχους, πειθαρχώντας απόλυτα στους μετρικούς, ρυθμικούς και στιχουργικούς κανόνες και στην ομοιοκαταληξία. Επιπροσθέτως, επεδίωκαν μορφικά την απόλυτη τελειότητα και την πιστότητα στα ποιήματα με ακριβείς περιγραφές και επίμονη αναζήτηση των κατάλληλων λέξεων και, ειδικά, των επιθέτων.

Βρισκόμαστε, με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά, στο ρεύμα του παρνασσισμού, ο οποίος καλλιεργήθηκε από τους εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Εντυπωσιακά ποιήματα, που χαρακτηρίζονται από ρωμαλέα και λεκτικά και στιχουργικά συμπλέγματα, πλούσιες και ηχηρές ρίμες και, γενικά, με άψογη μορφική επεξεργασία. Όμως, μοιάζουν σαν βγαλμένα από ένα εργαστήριο ή τέλεια λαξευμένα αγάλματα από τα οποία λείπει η ζωή και ζεστασιά της ανθρώπινης ψυχής. Πρέπει να σχετίζεται με το αισθητικό δόγμα του παρνασσισμού, η «Τέχνη για την Τέχνη».

2.1.1. Ο παρνασσισμός στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ο παρνασσισμός εμφανίστηκε με την ποιητική γενιά του 1880, δηλαδή την «Νέα Αθηναϊκή Σχολή». Στη χώρα μας εμφανίζεται ως αντίδραση στον ρομαντισμό ενώ, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γαλλικού παρνασσισμού, θετικά και αρνητικά[4].

Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του παρνασσισμού, το οποίο τον καθιστά πολέμιο του ρομαντισμού, είναι η άρνηση της καθαρεύουσας και η αποδοχή της δημοτικής. Στον τομέα της στιχουργικής κυριαρχούν οι ιδιαίτερα ρυθμικοί και μελωδικοί συνδυασμοί, στροφικά συμπλέγματα έντεχνα δουλεμένα, ενώ, ακόμη και το σονέτο ξαναγύριζε στις συνήθειες τις ποιητικής πράξης. Επίσης, οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις, αντικαθίστανται από το σύντομο, λυρικό ή σατιρικό στιχούργημα. Η ύπαρξη του μικρού στιχουργήματος δεν ικανοποίησε μόνο το σύνολο του ημερήσιου Τύπου, αλλά κάλυπτε- κυρίως- τις ανάγκες του επίκαιρου, του άμεσου και του πραγματικού.  Τέλος, στον ελληνικό παρνασσισμό παρουσιάζεται μία σχετική συναισθηματική ψυχρότητα, σε αντίθεση με την υπερπροβολή συναισθημάτων στον ρομαντισμό.

Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του ελληνικού παρνασσισμού ήταν ο Κωστής Παλαμάς, ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Γεώργιος Δροσίνης, Αριστομένης Προβελέγγιος και Λορέντζος Μαβίλης[5]. Από τους μεταγενέστερους, ξεχωρίζουν ο Άγγελος Σικελιανός και ο Κώστας Βάρναλης.

Γεώργιος Ροϊλός (Στεμνίτσα Γορτυνίας, 1867 – Αθήνα, 28 Αυγούστου 1928). Οι ποιητές (π. 1919). Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γεώργιος Στρατήγης, Γεώργιος Δροσίνης, Ιωάννης Πολέμης, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Σουρής και Αριστομένης Προβελέγγιος.

2.2. Ο συμβολισμός

    Ο συμβολισμός είναι το τελευταίο ποιητικό κίνημα του 19ου αιώνα. Απαραίτητη είναι η διάκριση του συμβολισμού με την πλατιά του σημασία από τον συμβολισμό σαν λογοτεχνική κίνηση ή και σαν όρο κριτικής. Αρχικά, με την πλατιά σημασία, η λέξη «συμβολισμός» δημιουργείται από την λέξη «συμβολίζω», η οποία προέρχεται από την λέξη «σύμβολο».

Το σύμβολο είναι μία εικόνα ή ένα αντικείμενο, που αναπαριστά κάτι αφηρημένο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συμβόλου αποτελεί η σημαία μίας χώρας. Η έννοια του συμβόλου είναι τμήμα της έννοιας του σημείου, το οποίο μπορεί να είναι και αφηρημένο. Γενικά, η συμβολική έκφραση είναι αντίθετη με τον ορθολογισμό, ο οποίος εκφράζει άμεσα την ιδέα, χωρίς να δείχνει τα αισθήματά του. Ωστόσο, ένα συναίσθημα δεν μπορεί να διατυπωθεί λογικά, με έννοιες. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να εκφραστεί με έμμεσο τρόπο, δηλαδή μέσα από τα σύμβολα.

Συμβολισμός είναι η χρήση μίας συγκεκριμένης εικονοποιΐας, ώστε να εκφραστούν αφηρημένες ιδέες και συναισθήματα. Με τον τρόπο αυτό, τα αισθητά πράγματα, γίνονται τα μέσα, που φανερώνουν εσωτερικά κινήματα και ψυχικές καταστάσεις. Σαν ποιητικό κίνημα, ο συμβολισμός προετοιμάστηκε από μεγάλους Ευρωπαίους προδρόμους, όπως ο Αμερικανός Poe και ο Baudelaire στην Γαλλία, που άνοιξε το δρόμο σε ποιητές του συμβολισμού, όπως ήταν ο Verlaine και ο Mallarme[6].

Η πατρότητα του όρου οφείλεται στον Jean Moreas, ο οποίος δημοσίευσε το σχετικό μανιφέστο της Σχολής στην παρισινή εφημερίδα Le Figaro το 1886[7]. Ο Moreas ορίζει την καινούργια κίνηση ως ενάντια στην μετάδοση πληροφοριών μέσω της ποίησης, ενάντια στην ρητορική, στην πλαστή συναισθηματικότητα και στην αντικειμενική περιγραφή. Την θεωρεί σαν προσπάθεια να δώσει η ποίηση αισθητή μορφή στην ιδέα. Άσχετα όμως από την γνώμη του, ο συμβολισμός φαίνεται να παρουσιάζεται ως αντίδραση στον παρνασσισμό. Από την άποψη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί και ως μία εξελιγμένη μορφή του ρομαντισμού.

Σε γενικές γραμμές, το κίνημα του συμβολισμού αποσκοπεί στο να καθαρίσει την ποίηση από τα ξένα και περιττά στοιχεία, που είχαν εισχωρήσει στην περιοχή της, επιδιώκοντας να επαναπροσδώσει την μαγεία και την γοητεία στα έργα.

Για να κατορθωθεί αυτό, πρέπει να ισχύουν ορισμένες προϋποθέσεις. Αρχικά, θα πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο το εννοιολογικό περιεχόμενο του ποιήματος. Στη φάση αυτή, καθαρίζεται η ποίηση από κάθε μη ποιητικό στοιχείο, δηλαδή περιγραφικό, ηθικολογικό, φιλοσοφικό και, γενικά, θεματογραφικό. Αποτέλεσμα αυτού του περιορισμού είναι η «καθαρή ποίηση» του Mallarme και του Valery, του τελευταίου- χρονολογικά- συμβολιστή.

Επιπλέον, θα πρέπει να οριστούν ως κύρια γνωρίσματα της καθαρής ποιητικής έκφρασης η μουσικότητα και η υποβλητικότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο ποιητής προσπαθεί να υποβάλλει τις ψυχικές του διαθέσεις, δίνοντας στο ποίημά του τόνο μουσικό, ο οποίος εξαρτάται από την ακουστική ποιότητα των λέξεων και την κατάλληλη τοποθέτησή τους.

Ο συμβολισμός συνδέει στενά τα αντικείμενα με τις ψυχικές καταστάσεις, κάνοντας δηλαδή τα αντικείμενα σύμβολα των ψυχικών καταστάσεων. Έτσι, τα κινήματα της ψυχής, τα αντικείμενα και οι ήχοι, δηλαδή οι καταστάσεις, τα σύμβολα, τα εννοούμενα και οι μουσικοί τόνοι πλέκονται. Το αποτέλεσμα του μείγματος αυτού είναι η ποιητική μαγεία, που ο συμβολισμός θέλει να πετύχει. Σίγουρα, ο συμβολισμός, στην προσπάθειά του για να αποδώσει την βαθύτερη πραγματικότητα και να εισδύσει έτσι στην ουσία της ιδέας και του συναισθήματος, αποτελεί μία επανάσταση από άποψη περιεχομένου, αλλά και από άποψη της μορφής της ποίησης, αφού ένα ρεύμα του συμβολισμού φτάνει ως την απορρύθμιση του ποιήματος και ως τον ελεύθερο στίχο.

Από την άποψη αυτή, η γνώμη του Γάλλου ιστορικού της Λογοτεχνίας Thibaudet ότι «η συμβολιστική επανάσταση, η τελευταία ως τώρα, θα είναι ίσως και η τελευταία, κατ’ απόλυτο τρόπο, διότι ενσωμάτωσε το κίνητρο της διαρκούς επανάστασης στην κανονική κατάσταση της Λογοτεχνίας», φαίνεται πλήρως δικαιολογημένη.

Σε γενικές γραμμές, ο συμβολισμός, εκτός από τον ρομαντισμό, αντιτίθεται και στην απάθεια του παρνασσισμού, με την αντικειμενικότητα και ακαμψία στο στίχο. Επίσης, διαφοροποιείται από τον ρεαλισμό και, κυρίως, από τον νατουραλισμό, ο οποίος αναλώνεται σε λεπτομερή περιγραφή του πραγματικού κόσμου και, στοχεύοντας κοινωνικά ζητήματα.

2.2.1. Ο συμβολισμός στην Ελλάδα

      Χαρακτηριστικά του συμβολισμού στην Ελλάδα είναι η συχνή και ιδιόμορφη χρήση των συμβόλων, η προσπάθεια απόδοσης των ψυχικών καταστάσεων με τρόπο έμμεσο και συμβολικό, ο περιορισμός του νοηματικού περιεχομένου του ποιήματος, η ασάφεια, η υποβλητική χρήση της γλώσσας, η μουσικότητα, η μελαγχολία και η ονειροπόληση, άφθονες εικόνες και μεταφορές, πρωτότυπα σχήματα λόγου.

      Αυθεντικοί συμβολιστές στη χώρα μας είναι πολύ λίγοι. Μπορούμε να αναφέρουμε τους πρόωρα χαμένους Γιάννη Καμπύση και Σπήλιο Πασαγιάννη, αλλά και τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Ο τελευταίος αυτός, μόνος, προσπάθησε να εφαρμόσει τις αρχές του συμβολισμού στην πεζογραφία, γράφοντας το μυθιστόρημά του «Φθινόπωρο»[8]. Σε αυτούς τους ποιητές ανήκουν επίσης οι κορυφαίοι της εποχής, δηλαδή ο Κ.Π. Καβάφης και ο Κωστής Παλαμάς. Συμβολιστικά στοιχεία και επιρροές διακρίνονται και στα έργα πολλών ακόμη ποιητών, όχι μόνο στις αρχές του αιώνα μας, αλλά και αργότερα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Απόστολος Μελαχρινός.

Κλείνοντας εξέλιξη του συμβολισμού αποτέλεσε το κίνημα του νεοσυμβολισμού. Οι ποιητές είναι επηρεασμένοι από τον γαλλικό συμβολισμό και, όλοι αυτοί, στο διάστημα της δεκαετίας 1920-1930 επιφέρουν ορισμένες ουσιαστικές αλλαγές στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης και την ανανεώνουν θεματικά και μορφικά.

Συγκεκριμένα, απομακρύνθηκαν και αποδεσμεύθηκαν από τον ποιητικό ρητορισμό του Παλαμά. Ακόμη, προτιμούσαν το χαμηλόφωνο και ιδιαίτερα μουσικό τόνο στην ποίησή τους. Υπήρξαν εκφραστές άσχημων ψυχικών καταστάσεων. Τελικά, κατάφεραν να επιτύχουν την εκφραστική ανανέωση και τη χρήση πεζολογικών στοιχείων στην ποίησή τους. Η ποίησή τους χαρακτηρίζεται από ένα αίσθημα διάλυσης, απαισιοδοξίας, απόγνωσης και κόπωσης από την ζωή. Κορυφαίος νεοσυμβολιστής υπήρξε ο Κ. Καρυωτάκης.

Παράρτημα

Γ. Ροϊλού, «Οι ποιητές» (1919)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Αυτοτελή έργα

Βακαλόπουλου, Α. (2005) Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη.

Γεωργιάδου, A (2005). Η περιπέτεια της λογοτεχνίας, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα, εκδ. Εκδοτική Αθηνών.

Κόκκορη, Δ (2015). Σημειώσεις για την νεοελληνική λογοτεχνία ως φιλολογικό- διδακτικό υλικό, εκδ. Ζυγός, Θεσσαλονίκη

Μερακλή, Μ (1986). Η ελληνική ποίηση, τ. 2 Φαναριώτες, Εποχή Παλαμά, Μεταπαλαμικοί, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα

Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή

Μπαλάσκα, Κ. (1983) Νεοελληνική ποίηση, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα

Πολίτη, Λ. (1983) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα.

Β. Διαδικτυακές πηγές

https://www.filologikos-istotopos.gr.

[1]) Βλ και Α. Βακαλόπουλου (2005), Ιστορία του νέου ελληνισμού, σελ. 300.

[2]) Βλ και Κ. Παλαμά Άπαντα, τ. 2, σελ. 122.

[3]) Βλ και λήμμα σύνταξης «Παρνασσισμός» στην εγκυκλοπαίδεια «Νέα Δομή», τ.27, σελ. 188.

[4]) Βλ και Λ. Πολίτη (1983), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας σελ. 190.

[5]) Βλ και Δ. Κόκκορη (2015), Σημειώσεις για την νεοελληνική λογοτεχνία ως φιλολογικό- διδακτικό υλικό, σελ. 144.

[6]) Βλ και Κ. Μπαλάσκα (1983), Νεοελληνική ποίηση, σελ. 70.

[7]) Βλ και  Μ. Μερακλή (1987), Η ελληνική ποίηση, τ. 2: Φαναριώτες, Εποχή Παλαμά, Μεταπαλαμικοί, σελ. 169.

[8]) Βλ και Α. Γεωργιάδου (2005), Η περιπέτεια της λογοτεχνίας,  σελ. 60.

eranistis.net

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.