Παύλος Καρολίδης: Από τον Ιουστινιανό στον Ηράκλειο (Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας, Β’ Μέρος)

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΤΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
ΤΗΣ ΛΟΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ: ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ, ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΠΑΝΕΠIΣΤΗΜIΟΥ, 81
1906

Οι αυτοκράτορες Αναστάσιος Α’ (491-518 μ. Χ.) και Ιουστίνος Α’ (518-527 μ. Χ.).

Ο αυτοκράτωρ Ζήνων εβασίλευσε μέχρι του 491. Αποθανόντος δ’ αυτού κατά το έτος τούτο, η χήρα βασίλισσα Αριάδνη, συναινέσει της Συγκλήτου και του λαού αυτού της Κωνσταντινουπόλεως, ανηγόρευσεν ως αυτοκράτορα τον από Δυρραχίου αυλικόν αξιωματικόν Αναστάσιον τον επικαλούμενον Δίκορον (διότι είχε τον ένα οφθαλμόν μέλανα, τον έτερον δε κυανούν), μεθ’ ού ήλθεν εις νέου γάμου κοινωνίαν, μετά την στέψιν αυτού ως αυτοκράτορος. Η βασιλεία του Αναστασίου υπήρξε και εξωτερικώς ουχί λίαν ειρηνική ένεκα νέων βαρβαρικών επιδρομών, και εσωτερικώς λίαν ταραχώδης ένεκα των επιταθεισών θρησκευτικών ερίδων. Οι νέοι βάρβαροι, οίτινες επί του Αναστασίου Α’ ήρξαντο επιδρομών φοβερών εις το κράτος, ήσαν οι Βούλγαροι, λαός Τουρκικής (48) ή Ουννικής φυλής, όστις περί τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος προχωρήσας από της ανατολικής Ευρώπης ή από της ένδον Ασίας εις τας παρά την Τύραν (Δνείστερ) χώρας της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας, επεχείρει εκείθεν επί του Ζήνωνος έτι (τω 487 μ. Χ. το πρώτον) επιδρομάς εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του κράτους. Επί δε του Αναστασίου τοσούτον κατέστησαν φοβεραί αι επιδρομαί αύται εκταθείσαι μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, ώστε ο αυτοκράτωρ ούτος, ίνα προφυλάξη την πρωτεύουσαν από της αμέσου προσβολής των νέων βαρβάρων, έκτισε το Μέγα λεγόμενον τείχος, ήτοι τείχος εκτεινόμενον περί την χερσόνησον, εφ’ ής κείται η Κωνσταντινούπολις, από της Προποντίδος (από της παρά την Προποντίδα πόλεως Σηλυβρίας) μέχρι του Ευξείνου (της παρά τον Εύξεινον κειμένης π. Δέρκων). Και απ’ ανατολών δε ήρξαντο αύθις οι Πέρσαι ν’ απειλώσι το κράτος. Οι Πέρσαι από της προς τον Θεοδόσιον Β’ ειρήνης (423 μ. Χ.) μέχρι των χρόνων του Αναστασίου Α’, ήτοι επί 70 περίπου έτη, δεν είχον διαταράξει την ειρήνην, διότι και εις τας χώρας αυτών είχον γείνει φοβεραί επιδρομαί βαρβαρικαί κατ’ ακολουθίαν της μεγάλης εξ Ασίας κατά τον 4 αιώνα γενομένης μεταναστεύσεως των λαών. Οι εισβαλόντες εις τας Περσικάς χώρας ήσαν οι αυτοί βάρβαροι, οίτινες από του Καυκάσου εισέβαλον και εις τας Ελληνικάς χώρας της Ασίας, οι λεγόμενοι Λευκοί Ούννοι ή Εφθαλίται. Είς μάλιστα βασιλεύς των Περσών, ο Περώζης, μικρόν προ του χρόνου της αναρρήσεως του Αναστασίου, ηχμαλωτίσθη και εφονεύθη υπό των βαρβάρων τούτων. Αλλά νυν, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αναστασίου, οι Πέρσαι επί του βασιλέως αυτών Καβάδου απαλλαγέντες των βαρβαρικών επιδρομών ήρξαντο να παρενοχλώσι το Ελληνικόν κράτος. Ο Αναστάσιος προς άμυναν εναντίον των Περσών τούτων έκτισε το περίφημον εν Μεσοποταμία φρούριον, το κληθέν από του ονόματος αυτού Αναστασιούπολις (ελέγετο και Δάρας).

Αι δε θρησκευτικαί έριδες, αι ταράττουσαι δεινώς επί του Αναστασίου Α’ την εσωτερικήν ειρήνην του κράτους, ήσαν οίαι και αι επί του Ζήνωνος γενόμεναι μεταξύ των Ορθοδόξων, ήτοι των οπαδών της εν Χαλκηδόνι Συνόδου και των Μονοφυσιτών. Επειδή δε εν Κωνσταντινουπόλει οι Ορθόδοξοι ήσαν ισχυρότεροι, ο δε βασιλεύς Αναστάσιος εθεωρείτο ευμενώς διακείμενος εις τους Μονοφυσίτας, αι θρησκευτικαί διαφοραί προυκάλεσαν αιματηράς συγκρούσεις, εν αίς μυριάδες εφονεύθησαν πολιτών, και αυτός δε ο βασιλεύς απέθανε (518 μ. Χ.) εν μέσω δεινής στάσεως εσωτερικής.

Του Αναστασίου αποθανόντος ο στρατός ουδαμώς προσέχων εις τους συγγενείς (ανεψιούς) του Αναστασίου, οίτινες ήσαν και φυσικοί κληρονόμοι αυτού, ανηγόρευσεν αυτοκράτορα γηραιόν τινα αξιωματικόν, γενναίον και χρηστόν, αλλ’ όλως αμαθή και απαίδευτον, και δη και αναλφάβητον, διά μηχανής υπογράφοντα τα διατάγματα, τον Ιουστίνον Α’, τον λεγόμενον μεν Θράκα, αλλά καταγόμενον από Ιλλυρίας. Ούτος εβασίλευσεν 9 μόνον έτη και αποκατέστησεν οπωσούν την θρησκευτικήν ειρήνην διά της εις την Ορθοδοξίαν αφοσιώσεως αυτού· διαλλάξας δε την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως προς την της Ρώμης συνετέλεσεν εις την άρσιν του από 35 ετών υφισταμένου σχίσματος (ίδ. σελ. 61). Ο Ιουστίνος ετελεύτησε τω 527 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον περίφημον ανεψιόν αυτού Ιουστινιανόν Α’.

Ιουστινιανός ο Μέγας (527-565 μ. Χ.).

Του Ιουστινιανού Α’ η επί 38 έτη διαρκέσασα βασιλεία είναι μία των σπουδαιοτάτων και λαμπροτάτων περιόδων της ιστορίας του Ελληνορωμαϊκού κράτους διά τα μεγάλα γεγονότα τα πληρούντα την βασιλείαν ταύτην. Ο Ιουστινιανός Α’ ήτο ανήρ περίνους [49], μεγαλόνους και μεγαλεπήβολος, αρχικός και φιλόδοξος εν τη καλή σημασία του ονόματος· ήτο δε και πεπαιδευμένος ως νομικός, θεολόγος και αρχιτέκτων. Αλλά πλην του τα τοιαύτα προσόντα κεκτημένου αυτοκράτορος και πολλοί μεγάλοι άνδρες πολιτικοί και στρατιωτικοί και νομοδιδάσκαλοι και καλλιτέχναι ελάμπρυναν την βασιλείαν του Ιουστινιανού. Εν τοις πολλοίς και ονομαστοίς στρατηγοίς του αυτοκράτορος οι μέγιστοι και διαπρεπέστατοι ήσαν ο Βελισσάριος και ο Ναρσής· μεταξύ δε των υπουργών ή συμβούλων επιφανέστατος ην ο μέγας νομοδιδάσκαλος Τριβωνιανός· και μεταξύ των καλλιτεχνών οι περιφημότατοι ήσαν οι μεγαλοφυείς αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος. Μέγα όνομα εν τη Ιστορία του Ιουστινιανού εκτήσατο και η γυνή αυτού και αυτοκράτειρα και αυγούστα υπ’ αυτού αναγορευθείσα Θεοδώρα. Αύτη, καίπερ εκ ταπεινού γένους καταγομένη, διάγουσα δε πρότερον βίον ουχί ηθικώς και κοινωνικώς ανεπίληπτον, όμως διεκρίνετο επί ευφυία, δυνάμει πνεύματος και χάριτι· γενομένη δε σύνευνος του Ιουστινιανού και υψωθείσα εις τον περίλαμπρον θρόνον του Βυζαντίου, τον μέγιστον τότε και ενδοξότατον εν όλη τη οικουμένη, εν τω θρόνω τούτω και διά τούτου εξηυγενίσθη ηθικώς και υπήρξε σύμβουλος πιστή του μεγάλου βασιλέως και ενίοτε κρατίστη και μεγίστη εν ταις δεινοτάταις των περιστάσεων.

Τα πολλά και μεγάλα πολεμικά έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού εισίν εν περιλήψει τα εξής.

Μικρόν μετά την εις τον θρόνον άνοδον του Ιουστινιανού ήρξατο ο από Περσών πόλεμος του Καβάδου, του μνημονευθέντος ανωτέρω βασιλέως των Περσών, εισβαλόντος εις τας ανατολικάς επαρχίας του κράτους (528 μ. Χ.). Ο Ιουστινιανός έπεμψε πολλούς στρατηγούς εναντίον των Περσών, εν οίς και τον Βελισσάριον, όστις μετά πολλάς αμφιρρόπους μάχας και εκατέρωθεν νίκας και αποτυχίας επί τέλους έστρεψε την επιτυχίαν προς τον στρατόν τον αυτοκρατορικόν και μετά τριετείς αγώνας αποθανόντος του Καβάδου (ή Κοβάδου) και διαδεξαμένου τούτον του υιού αυτού Χοσρόου Α’ του Μεγάλου, του επικαλουμένου «Ευδαίμονος» (Νουσιρβάν) (50), συνωμολόγησεν ειρήνην έντιμον ασφαλίζουσαν τα όρια του κράτους προς ανατολάς.

Ο αυτός στρατηγός κατέβαλε μετ’ ολίγον εν Κωνσταντινουπόλει (533) στάσιν τινά καλουμένην «του Νίκα» (51). Η στάσις αύτη, προελθούσα εκ των αντιζηλιών των δύο εν τω ιπποδρόμω από του χρώματος της στολής των προς αλλήλους αγωνιζομένων αρματηλατών ωνομασμένων μερίδων (Πρασίνων και Κυανών ή Βενέτων) . Η στάσις αύτη, προελθούσα εκ των αντιζηλιών των δύο εν τω ιπποδρόμω από του χρώματος της στολής των προς αλλήλους αγωνιζομένων αρματηλατών ωνομασμένων μερίδων (Πρασίνων και Κυανών ή Βενέτων) (52), εστράφη κατά του αυτοκράτορος. Μετ’ ολίγον το πλείστον της πόλεως μετέσχε της στάσεως και πυρ υπό των στασιαστών βληθέν εις την πόλιν επήνεγκε μεγάλας καταστροφάς ιδίως δημοσίων κτιρίων. Κατεστράφη δε τότε υπό του πυρός και ο ναός της του Θεού Σοφίας. Και ήδη μέρος του στρατού είχε προσχωρήσει εις τους στασιαστάς, οίτινες είχον κηρύξει αυτοκράτορα, τον του αυτοκράτορος Αναστασίου Α’ ανεψιόν Υπάτιον, ο δε Ιουστινιανός εβουλεύετο περί φυγής διά της θαλάσσης, ότε η τολμηρά και εύγλωττος αντίρρησις της Θεοδώρας επήνεγκεν οριστικήν μεταβολήν των πραγμάτων , εστράφη κατά του αυτοκράτορος. Μετ’ ολίγον το πλείστον της πόλεως μετέσχε της στάσεως και πυρ υπό των στασιαστών βληθέν εις την πόλιν επήνεγκε μεγάλας καταστροφάς ιδίως δημοσίων κτιρίων. Κατεστράφη δε τότε υπό του πυρός και ο ναός της του Θεού Σοφίας. Και ήδη μέρος του στρατού είχε προσχωρήσει εις τους στασιαστάς, οίτινες είχον κηρύξει αυτοκράτορα, τον του αυτοκράτορος Αναστασίου Α’ ανεψιόν Υπάτιον, ο δε Ιουστινιανός εβουλεύετο περί φυγής διά της θαλάσσης, ότε η τολμηρά και εύγλωττος αντίρρησις της Θεοδώρας επήνεγκεν οριστικήν μεταβολήν των πραγμάτων (53). Ο Ιουστινιανός μεταπεισθείς εκ των λόγων της Θεοδώρας ανέθηκεν εις τον Βελισσάριον τον κατά των στασιαστών αγώνα. Ούτος δε αναπτερώσας το φρόνημα των ολίγων πιστών μεινάντων στρατιωτών κατέβαλε ταχέως και αιματηρώς την στάσιν, εθανατώθη δε και ο αυτοκράτωρ ανακηρυχθείς Υπάτιος.

Μικρόν μετά ταύτα επεχείρησεν ο Ιουστινιανός πόλεμον κατά των Βανδήλων της Αφρικής (535 μ. Χ.). Ενταύθα μετά τον θάνατον του φοβερού Γεζερίχου (478) και μετά τινας ήττον πονηρούς και ωμούς ηγεμόνας, οίτινες εκ του οίκου του Γεζερίχου διεδέξαντο αυτόν εν τη αρχή, ήρπασεν επί τέλους ταύτην ο τω προπάππω όμοιος δισέγγονος του Γεζερίχου Γελίμερ, εκβαλών τον νομίμως κατέχοντα αυτόν Ιλδέριχον (530 μ. Χ.). Ο Ιουστινιανός, όστις και άλλως διέκειτο ευμενώς προς τον Ιλδέριχον, επενέβη υπέρ αυτού καθ’ ό είχε δικαίωμα ως υπέρτατος νόμιμος κύριος της Αφρικής, απαιτών την εκ δεσμών απαλλαγήν του εκπτώτου βασιλέως. Μη εισακουσθείς δε έπεμψεν εναντίον του Γελίμερος στόλον και στρατόν υπό την αρχηγίαν του Βελισσαρίου (535 μ. Χ.). Η δύναμις, ής ηγείτο ο Βελισσάριος (συγκειμένη εκ 30 χιλ. στρατιωτών και 600 πλοίων), ήτο πολλώ σμικροτέρα της πεμφθείσης προ 70 περίπου ετών υπό του Λέοντος Α’. Αλλ’ ο Βελισσάριος κατώρθωσεν εν τη στρατηγική αυτού μεγαλοφυία διά της αναλόγως μικράς ταύτης δυνάμεως ου μόνον να νικήση τον Γελίμερα και να συλλάβη αυτόν, αλλά και να καταλύση οριστικώς το Βανδηλικόν κράτος. Πάσα η Αφρική νυν, από των δυτικών ορίων της Αιγύπτου μέχρι του Ατλαντικού εκτεινομένη, υπετάγη εις το Ελληνορωμαϊκόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Και ο Γελίμερ αχθείς εις την Κωνσταντινούπολιν μετά των μεγιστάνων αυτού ηκολούθησε τω θριάμβω του Βελισσαρίου και προσεκύνησε τον Ιουστινιανόν· τυχών δε παρ’ αυτού χάριτος επέμφθη εις Μικράν Ασίαν, ένθα εδωρήσατο αυτώ ο αυτοκράτωρ πλούσιον κτήμα ίνα διέλθη εν αυτώ το λοιπόν του βίου εν ανέσει ως ιδιώτης. Οι Βανδήλοι αιχμαλωτισθέντες κατετάχθησαν εις τον στρατόν του κράτους.

Μικρόν μετά την κατάλυσιν του Βανδηλικού κράτους επήλθε και η κατάλυσις του Ουστρογοτθικού κράτους της Ιταλίας και η άμεσος υπαγωγή της χώρας ταύτης υπό το κράτος του Ιουστινιανού.

Μετά τον θάνατον του Θευδερίχου (526 μ. Χ.), όστις επί 33 έτη εκυβέρνα καλώς και ισχυρώς το υπ’ αυτού εν Ιταλία ιδρυθέν κράτος των Ουστρογότθων, η ηγεμονία των Ουστρογότθων είχε περιέλθει εις την θυγατέρα αυτού Αμαλασούνθαν. Αύτη εκπληρούσα πιστώς τα προς τον Ιουστινιανόν ως υπέρτατον άρχοντα της Ιταλίας καθήκοντα είχε πέμψει στρατόν προς τον Βελισσάριον εν τω κατά Βανδήλων πολέμω και διά της πράξεως ταύτης είχεν ελκύσει την εύνοιαν του Ιουστινιανού. Ο άγριος φόνος της ευγενούς ταύτης γυναικός υπό του βαρβάρου ανδρός αυτής Θευδάτου του Ουστρογότθου, όστις εσφετερίσθη νυν την αρχήν (54), έδωκεν αφορμήν εις τον Ιουστινιανόν να κηρύξη πόλεμον κατά του Ουστρογοτθικού κράτους και να πέμψη εις Ιταλίαν τον εξ Αφρικής προ μικρού επιστρέψαντα δαφνοστεφή στρατηγόν Βελισσάριον (535 μ. Χ). Ο πόλεμος ούτος, εν ώ κατ’ αρχάς θαυμασίως ευδοκίμησεν ο Βελισσάριος, μετά μικρών δυνάμεων καταλαβών μέγα μέρος της Ιταλίας και την Ρώμην αυτήν, διήρκεσε μακρόν χρόνον ένεκα της μεγάλης, γενναίας και επιμόνου αντιστάσεως, ήν αντέταξαν οι Ουστρογότθοι υπό τους γενναίους βασιλείς Ουίτιγιν, Τωτίλαν και Τεΐαν, ούς αλληλοδιαδόχως εξέλεξαν, αφού καθήρεσαν και εφόνευσαν τον γενόμενον αίτιον του πολέμου άθλιον Θευδάτον. Προς τούτοις, διαρκούντος του κατά Ουστρογότθων πολέμου τούτου οι Πέρσαι διαλύσαντες την ειρήνην εισέβαλον εις την Μεσοποταμίαν (540) καθ’ υποκίνησιν των Ουστρογότθων, οίτινες κατόρθωσαν να πέμψωσι πρεσβείαν εις την Περσίαν και να παραστήσωσιν εις τους Πέρσας τους κινδύνους τους ενδεχομένους να προκύψωσιν εις το Περσικόν κράτος εκ της υπερμέτρου αυξήσεως των δυνάμεων των Ρωμαίων διά της υπ’ αυτών καταλήψεως της Ιταλίας. Ένεκα του ούτως εκραγέντος νέου Περσικού πολέμου ο Βελισσάριος ανεκλήθη από της Ιταλίας ίνα πεμφθή κατά των Περσών και εντεύθεν εχαλαρώθη ο εν Ιταλία πόλεμος, οι δε Γότθοι κατέστησαν επιθετικότεροι. Και αφού δε ο Βελισσάριος νικήσας τους Πέρσας και απώσας αυτούς πέραν του Τίγρητος επανήλθεν εις την Ιταλίαν, δεν κατώρθωσε να περατώση τον πόλεμον ταχέως και επιτυχώς προ πάντων ένεκεν ανεπαρκείας των στρατιωτικών δυνάμεων αυτού, και επέστρεψεν αύθις εις Κωνσταντινούπολιν. {74} Τέλος δε μετά νέου στρατού εστάλη εις την Ιταλίαν ο στρατηγός Ναρσής, όστις μετά πολλάς μάχας, καθ’ άς ηρωικώς ηγωνίσθησαν υπέρ της ελευθερίας αυτών οι Ουστρογότθοι, κατώρθωσε να καταλύση οριστικώς το κράτος το Ουστρογοτθικόν (555 μ. Χ.) και να υπαγάγη άπασαν την Ιταλίαν υπό την άμεσον αρχήν του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος. Η μεγάλη αύτη χώρα απετέλεσε νυν ιδίαν μεγάλην διοικητικήν περιφέρειαν (Εξαρχίαν), κυβερνωμένην υπό επιτρόπου του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος, Εξάρχου καλουμένου. Τοιούτος δε Έξαρχος εγένετο νυν ο Ναρσής.

Ο διαρκούντος του Ουστρογοτθικού εν Ιταλία πολέμου αρξάμενος τω 549 νέος Περσικός πόλεμος εξηκολούθησε και μετά τας μνημονευθείσας νίκας του Βελισσαρίου επί πολλά έτη, μετατεθείς από των περί τον Τίγρητα και τον Ευφράτην χωρών της Μεσοποταμίας εις την περί τον Καύκασον και την κατά τας ακτάς του Ευξείνου κειμένην και Κολχίδα καλουμένην χώραν, ήν οι Πέρσαι ήθελον να αφαιρέσωσιν από του Ελληνικού κράτους. Διήρκεσε δε ο πόλεμος εν τη νέα αυτού ταύτη φάσει επί επτά έτη (549-556) μ. Χ. και έληξε δι’ ειρήνης, καθ’ ήν η μεν Κολχίς έμεινεν εν τω Ελληνικώ κράτει, εις δε τους Πέρσας υπεχρεώθη το κράτος να δίδη χρηματικήν τινα χορηγίαν διά την υποχρέωσιν ήν ανέλαβαν ούτοι να τηρώσι φρουράν εν ταις Κασπίαις πόλεσιν (εν ταις περί την Κασπίαν στεναίς διόδοις του Καυκάσου) ίνα κωλύωσι την εις τας Ασιατικάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους και εις την Περσίαν εισβολήν των πέραν του Καυκάσου βαρβάρων.

Και ταύτα μεν τα μεγάλα πολεμικά γεγονότα της βασιλείας του Ιουστινιανού, δι’ ού το Ελληνικόν κράτος εξετάθη από των Ηρακλείων στηλών μέχρι της Κασπίας θαλάσσης και ολόκληρος σχεδόν η Μεσόγειος θάλασσα εγένετο θάλασσα Ελληνορωμαϊκή (55).

Αλλ’ εκτός τούτων των εκδήμων και υπερθαλασσίων μεγάλων στρατειών και πολέμων διεξήγαγεν ο Ιουστινιανός και πολλούς μικροπολέμους εναντίον των από βορρά εισβαλόντων εις το κράτος βαρβάρων. Τοιούτοι βάρβαροι ήσαν προ πάντων οι από της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας επιδρομάς εις το κράτος ποιούμενοι Βούλγαροι και τα μετά τούτων ενούμενα λείψανα των εν ταις αυταίς χώραις πλανωμένων Ούννων. Αλλά κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού και νέα βαρβαρικά στίφη, Σλαυικά ταύτα, κατερχόμενα και αυτά κατά μικρόν μετά την διάλυσιν του Ουννικού κράτους από των χωρών της νυν δυτικής Ρωσίας εις τον Κάτω Δανούβιον και τα Καρπάθια ήρξαντο να εισβάλλωσιν εις τας εντεύθεν του Δανουβίου επαρχίας του Κράτους, ιδίως εις την Κάτω Μοισίαν (την νυν Βουλγαρίαν). Μεταξύ των Σλαυικών τούτων φυλών, αίτινες καλούνται υπό των Ελλήνων των τότε χρόνων συνήθως Σκλαβηνοί, γνωστή είναι ιδίως η φυλή των Άντων καλουμένων Σλαύων, αφ’ ών πολλάκις ηττηθέντων έλαβεν ο Ιουστινιανός το νικητήριον επώνυμον Αντικός (Anticus). Επί του Ιουστινιανού δ’ ωσαύτως εφάνη εν ταις πέραν του Δανουβίου χώραις νέα φυλή βαρβαρική πολυπληθής εξ Ασίας ελθούσα εις Ευρώπην, οι Άβαροι, λαός εν μέρει Μογγολικής καταγωγής, ως οι Ούννοι, ελθών εκ των ένδον ή και εκ των εσχατιών (της νυν Μαντζουρίας, ως εικάζεται) της Ασίας. Και οι μεν Άβαροι, οι επί των διαδόχων του Ιουστινιανού τούτου φοβεροί γενόμενοι και εις το κράτος και εις τους Γερμανούς, δεν επεχείρησαν έτι επιδρομάς εις το Κράτος. Αλλ’ οι Σκλαβηνοί και οι Βούλγαροι πολλάκις εισέβαλλον εις τας εντεύθεν του Δανουβίου χώρας. Άπαξ δε Βούλγαροι μετά Ούννων προυχώρησαν (559) μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, διελθόντες το Μέγα Τείχος διά των μεγάλων ρηγμάτων, άτινα προ μικρού είχον ανοίξει εν αυτώ οι από του 558 μέχρι 559 εκ διαλειμμάτων γενόμενοι μεγάλοι σεισμοί. Αλλά και τότε ο Βελισσάριος, όστις ήτο ήδη γέρων και απόμαχος στρατηγός, ενίκησε τους βαρβάρους μετά του μικρού εκ των νέων της Κωνσταντινουπόλεως και εκ των αγροτών της πέριξ χώρας εκ του προχείρου συγκροτηθέντος αυτοσχεδίου στρατού.

{76} Και τοιαύτα μεν καθόλου τα πολεμικά έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού. Εκ των έργων δε της εσωτερικής κυβερνήσεως του Ιουστινιανού το λαμπρότατον είνε η υπ’ αυτού γενομένη συστηματική συλλογή και κατάταξις των Ρωμαϊκών νόμων, εξ ής απετελέσθη το Ιουστινιάνειον Δίκαιον, εκ τούτου δε η επιστήμη του Ρωμαϊκού Δικαίου.

Η μεγάλη αύτη εργασία εγένετο εν έτεσιν έξ (528-534 μ. Χ.) υπό δωδεκαμελούς επιτροπείας νομοδιδασκάλων εργαζομένων υπό την προεδρίαν του περιφήμου νομοδιδασκάλου Τριβωνιανού, κατέχοντος τότε και το αξίωμα του κοιέστωρος, αξίωμα δηλονότι μέχρι τινός ανάλογον προς το παρ’ ημίν αξίωμα του υπουργού της Δικαιοσύνης. Το Ιουστινιάνειον Δίκαιον περιέχει α’) τον Κώδικα ήτοι την συλλογήν και συστηματικήν κατάταξιν των μέχρι του Ιουστινιανού επί των προκατόχων αυτού αυτοκρατόρων εκδοθέντων νόμων, εις ούς προσετέθησαν και οι υπ’ αυτού του Ιουστινιανού εκδοθέντες νόμοι οι καλούμενοι Νεαραί (νέοι νόμοι) ή Λατινιστοί Novellae· β’) τους Πανδέκτας ή τα Δίγεστα (Digesta), ήτοι συλλογήν και επιστημονικήν κατάταξιν θεμελιωδών αρχών του Δικαίου και αποφάσεων νομικών εξηγμένων από δισχιλίων νομικών βιβλίων των περιφημοτάτων Ρωμαίων νομοδιδασκάλων. Εις δε τα κύρια ταύτα μέρη του Ιουστινιανείου Δικαίου προσετέθησαν και αι Εισηγήσεις (Institutiones), είδος τι δηλονότι εισαγωγής περί των γενικών αρχών του Δικαίου. Η γλώσσα του Ιουστινιανείου Δικαίου είνε Λατινική πλην της των Νεαρών, αίτινες εξεδόθησαν εν τη Ελληνική. Το Ιουστινιάνειον Δίκαιον από του Βυζαντίου παρέλαβον πάσαι σχεδόν αι Ευρωπαϊκαί χώραι και κατέστησαν βάσιν της του Δικαίου επιστήμης μέχρι σήμερον.

Άλλο έργον σπουδαίον της εσωτερικής διοικήσεως του Ιουστινιανού είνε τα υπ’ αυτού εν τη πρωτευούση και εν ταις διαφόροις χώραις του κράτους γενόμενα κτίσματα, ήτοι πόλεις, άς έκτισεν ή ανωκοδόμησε, τείχη πόλεων ή οχυρώματα, φρούρια πολυπληθή κτισθέντα προς άμυναν εναντίον των βαρβάρων, προσέτι δημόσια κτίρια, λουτρώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, προ πάντων δε μοναστήρια και ναοί μεγαλοπρεπείς προς λατρείαν του Θεού. Μεταξύ των πλείστων μεγαλοπρεπών ναών, ούς ο Ιουστινιανός έκτισεν εν Κωνσταντινουπόλει και εν πλείσταις πόλεσι του αχανούς αυτού κράτους, ο περιφημότατος εν τη ιστορία είνε ο της του Θεού Σοφίας, ο οικοδομηθείς ή μάλλον ανοικοδομηθείς υπό του βασιλέως τούτου μέγιστος και λαμπρότατος μετά την εν τη στάσει του «Νίκα» καταστροφήν αυτού. Έκτισαν δε αυτόν οι μεγαλοφυείς Έλληνες αρχιτέκτονες οι εφάμιλλοι προς τους μεγάλους αρχιτέκτονας του αρχαίου Ελληνικού κόσμου Καλλικράτη και Ικτίνον, Ανθέμιος ο Τραλλιανός και Ισίδωρος ο Μιλήσιος και ο τούτου ομώνυμος ανεψιός. Περί του ναού τούτου, μοναδικού διά το αρχιτεκτονικόν αυτού κάλλος, το αρμονικόν της οικοδομής, και το εξαισίως φωτεινόν, και περί της ηθικής θρησκευτικής εξάρσεως, ήν εμποιεί εις τας ψυχάς των εισερχομένων και θεωμένων αυτόν εσωτερικώς, λέγει ο ιστοριογράφος Προκόπιος χαρακτηριστικότατα, ότι «εν αυτώ ο νους προς τον Θεόν επαιρόμενος, αεροβατεί, ου μακράν που ηγούμενος αυτόν είναι» και ότι «τούτου του θεάματος ουδείς έλαβε πώποτε κόρον, αλλά παρόντες μεν άνθρωποι τοις ορωμένοις γεγήθασιν, απιόντες δε τοις υπέρ αυτού διαλόγοις αποσεμνύνονται» . . . Τοιούτος ναός «Μεγάλη Εκκλησία» υπό των χριστιανών εικότως κληθείς δεν είχε μόνον αξίαν μοναδικήν καλλιτεχνικήν ούτε σπουδαιότητα απλώς θρησκευτικήν, αλλά προς τη τοιαύτη σπουδαιότητι και ένεκα ταύτης εκτήσατο και μεγίστην καθολικήν ιστορικήν σπουδαιότητα εν τω όλω βίω του Χριστιανικού Ελληνισμού. Εν τω ναώ τούτω συνεκροτούντο αι Εκκλησιαστικαί Σύνοδοι· ενταύθα οι βασιλείς προσευχόμενοι εις τον Θεόν εν κατανύξει επεχείρουν στρατείας και πολέμους. Εις τον ναόν τούτον οι αυτοκράτορες οι επανερχόμενοι νικηταί εις την πρωτεύουσαν μετέβαινον εν θριάμβω ίνα ψάλλωσι τον νικητήριον προς τον Ύψιστον ύμνον. Τούτων δε πάντων ένεκα η Αγία Σοφία και αφού μετά την κατάλυσιν του κράτους περιήλθεν υπό το κράτος αλλοθρήσκων και αλλογενών κατακτητών και έπαυσε του να είναι χριστιανικός ναός, ου μόνον ως αριστοτέχνημα αρχιτεκτονικόν έμεινεν αιώνιον μνημείον της Ελληνικής τέχνης και μεγαλοφυίας, αλλά και, ως μνημείον καθόλου ιστορικόν, το ιδεώδες σύμβολον του εθνικού μεγαλείου του Έλληνος και των περί τούτου εις το μέλλον ελπίδων αυτού.

Πολλά άλλα ετελέσθησαν έργα επί της βασιλείας του μεγαλαπράγμονος αυτοκράτορος Ιουστινιανού, αποβλέποντα προς εμπέδωσιν της εξωτερικής ασφαλείας και προαγωγήν της εσωτερικής ευημερίας των υπηκόων. Αναφέρομεν ιδίως ότι επί του Ιουστινιανού εισήχθη εις το κράτος η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκος, λέγεται δε ότι δύο μοναχοί Έλληνες μεταβάντες εις Κίναν κατώρθωσαν να εισαγάγωσιν εις το κράτος τον σπόρον του σκώληκος, εξαγαγόντες αυτόν κρυφίως εντός των σωλήνων των ράβδων αυτών, διότι ήτο αυστηρώς απηγορευμένη εν Κίνα η εξαγωγή του προϊόντος τούτου (56), όπερ μέχρι του 12 αιώνος εκαλλιεργείτο εν Ευρώπη μόνον εν τω Ελληνικώ κράτει και ήτο πολυτιμότατον προϊόν του Κράτους τούτου.

Εις τα Εκκλησιαστικά δε πράγματα ανεμίχθη ο Ιουστινιανός και διά Συνόδου Οικουμενικής (της πέμπτης), ήν συνεκάλεσεν εν Κωνσταντινουπόλει (553 μ. Χ.), εζήτησε να λύση τας εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών προελθούσας και υφισταμένας έτι θρησκευτικάς έριδας.

Αλλ’ η μακρά βασιλεία του Ιουστινιανού πλην της λαμπροτάτης ταύτης όψεως, ήν περιεγράψαμεν διά βραχέων, είχε καί τινα σκιερά, όπως πάντα τα ανθρώπινα πράγματα εν τη ιστορία και ιδίως τα των μεγάλων εθνών και κρατών. Τοιαύτα δε είναι αι πολλαί βαρβαρικαί επιδρομαί αι γενόμεναι εις τας ευρωπαϊκάς ιδίως χώρας του κράτους υπό των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων, αι συνεπαγόμεναι δηώσεις της γης και αιχμαλωσίας ανθρώπων· έπειτα μεγάλαι τινές φυσικαί συμφοραί, οίον οι εκ των πολλών πολέμων προκύψαντες λιμοί και λοιμοί κατά τόπους, καί τις φοβερός επιδημικός λοιμός ενσκήψας εξ Αφρικής κατά το 4 έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού και πολλάκις εκ διαλειμμάτων μαστίσας το κράτος. Προς τούτοις και σεισμοί πολλοί και σφοδροί εγένοντο πολλάκις επί της βασιλείας του Ιουστινιανού, μεγάλας επενεγκόντες καταστροφάς εν τε τη πρωτευούση και εν ταις επαρχίαις και ιδίως καταθάψαντες μυριάδας ανθρώπων εν Αντιοχεία και εν Βηρυτώ. Εν Βηρυτώ δε ο σεισμός ο γενόμενος τω 554 κατέστρεψε την ενταύθα Νομικήν Σχολήν, εν ή εσπούδαζον οι των ευγενών παίδες, και κατέθαψεν υπό τα ερείπια αυτής πάντας τους διδάσκοντας και διδασκομένους εν αυτή. Σκιερόν μέρος της βασιλείας του Ιουστινιανού θεωρείται και η τω 529 γενομένη κατάργησις της εν Αθήναις αρχαίας Φιλοσοφικής Σχολής, μεθ’ ής εξέλιπε και το τελευταίον γνώρισμα της αρχαίας δόξης των Αθηνών.

Και συνωμοσίαι δε κατά του Ιουστινιανού εγένοντο, εις ών μίαν ανεμίχθη και το όνομα του Βελισσαρίου, όστις κατηγορηθείς υπό των εχθρών αυτού ως συνένοχος, κατεδικάσθη χωρίς ν’ αποδειχθή η ενοχή αυτού (564). Αλλ’ ο Ιουστινιανός απένειμε χάριν τω ενδόξω στρατηγώ, γινώσκων κατά βάθος την αθωότητα αυτού και επέτρεψεν αυτώ να ζήση το λοιπόν του βίου ησύχως εν τη πρωτευούση, απολαύων πασών των προτέρων τιμών και καρπούμενος την περιουσίαν αυτού, ήτις μόνον μετά τον θάνατον του στρατηγού, μη υπαρχόντων κληρονόμων, εδημεύθη υπό του κράτους. Αλλ’ ο Βελισσάριος μικρόν μόνον επέζησε τω ειρημένω γεγονότι, αποθανών κατά Μάρτιον του 565. Οκτώ μήνας μετά τον μέγαν στρατηγόν ετελεύτησε το αυτό έτος (14 Νοεμβρίου 565 μ. Χ.) και ο μέγας βασιλεύς Ιουστινιανός (Επτακαίδεκα έτη προ αυτού, τω 548, είχεν αποθάνει η βασιλίς Θεοδώρα).

Ιουστίνος Β’ (565-578).

Τον Ιουστινιανόν τελευτήσαντα άπαιδα διεδέξατο ο από της αδελφής αυτού ανεψιός Ιουστίνος Β’. Ο αυτοκράτωρ ούτος δεν είχε μεν την μεγαλοφυίαν και την δύναμιν και ενέργειαν του πνεύματος, εφ’ ή διεκρίνετο ο θείος αυτού, αλλ’ ήτο δίκαιος και αγαθός προς το υπήκοον. Επ’ αυτού μέρος της Ιταλίας (την Άνω Ιταλίαν) απώλεσε το κράτος. Διότι οι Λογγοβάρδιοι, έθνος Γερμανικόν, εις ό ο Ιουστινιανός είχεν επιτρέψει να εγκαταστή εις τας περί τον Δανούβιον χώρας, επέδραμεν εις την Άνω Ιταλίαν (568) και ίδρυσε κράτος βαρβαρικόν εν αυτή, μη αναγνωρίζον την κυριαρχίαν του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος και μη σεβόμενον (ως ο Οδόακρος και ο Θευδέριχος) τους Ρωμαϊκούς θεσμούς, αλλ’ εισαγαγόν εις την χώραν όλως νέον βίον Γερμανικόν, οίον οι πέραν των Άλπεων Γερμανικοί λαοί εισήγαγον εις τας υπ’ αυτών καταληφθείσας χώρας. Νυν δε πρώτον μέρος της Ιταλίας απεσπάσθη οριστικώς από του λεγομένου Ρωμαϊκού κράτους. Ένεκα του γεγονότος τούτου ο Ιουστίνος καταληφθείς υπό θλίψεως και δυσθυμίας και μη επαρκών μόνος εις την κυβέρνησιν του κράτους παρέλαβε μετά τινα έτη ως συνάρχοντα (αναγορεύσας αυτόν καίσαρα) άνδρα άριστον, τον αρχηγόν των σωματοφυλάκων Τιβέριον, μεθ’ ού συνεβασίλευσεν επί 4 έτη, τελευτήσας τω 578 μ. Χ.

Τιβέριος Β’ (578-582 μ. Χ.).

Ο Τιβέριος μετά τον θάνατον του Ιουστίνου Β’ εβασίλευσεν άλλα 4 έτη μόνος αυτοκράτωρ (αύγουστος νυν), λαμπρώς διεξάγων την εσωτερικήν κυβέρνησιν του κράτους. Η χήρα αυτοκράτειρα Σοφία, η φίλαρχος γυνή του Ιουστίνου Β’, ής προς τιμήν εκλήθη Σοφία η μέχρι νυν ούτω καλουμένη, τότε δε κτισθείσα, εν τη κάτω Μοισία πόλις (νυν πρωτεύουσα της Βουλγαρίας)· η αυτή, ής η υπεροπτική προς τον Έξαρχον της Ιταλίας διαγωγή συνετέλεσεν εις την απώλειαν της Άνω Ιταλίας, επεβούλευσε κατά του Τιβερίου, ζητούσα ν’ αναβιβάση εις τον θρόνον τον του Ιουστίνου Β’ ανεψιόν Ιουστινιανόν. Αλλ’ ο Τιβέριος εματαίωσε μετά τόλμης και φρονήσεως την τοιαύτην επιβουλήν· και μεγαθύμως προσενεχθείς προς τον μετά της Σοφίας επιβουλεύσαντα κατ’ αυτού Ιουστινιανόν, ούτινος άλλως εξετίμα τας αρετάς, ου μόνον συνεχώρησεν αυτώ το τοιούτον αμάρτημα, αλλά και δι’ αυτού εν μέρει διεξήγαγε τον νικηφόρον κατά Περσών πόλεμον. Αλλ’ ο ανήρ ο τας μεγίστας εν τω πολέμω τούτω αναδείξας στρατιωτικάς και στρατηγικάς αρετάς και άλλως δε χρηστότατος τον χαρακτήρα ην ο στρατηγός Μαυρίκιος. Διά των δύο τούτων στρατηγών προ πάντων διεξήγαγεν ο Τιβέριος ή μάλλον εξηκολούθησε τον από του Ιουστίνου Β’ ήδη αρξάμενον πόλεμον.

{80} Καθ’ όν χρόνον ο Ιουστίνος Β’ διεδέξατο τον Ιουστινιανόν Α’, έζη έτι και εβασίλευεν εν Περσία γηραιός ήδη ο βασιλεύς Χοσρόης Α’, ο συνομολογήσας μετά του Ιουστινιανού ειρήνην τω 556. Η ειρήνη αύτη, διελύθη επί του Ιουστίνου Β’ διά την εξής αιτίαν. Ο Χοσρόης, ίνα εκτείνη το κράτος αυτού προς το μέρος της Αραβίας, εισέβαλεν εις την νότιον ή ευδαίμονα Αραβίαν (την νυν Γεμέν καλουμένην χώραν). Η νοτία Αραβία ήτο υποτεταγμένη τότε εις το πέραν της Ερυθράς θαλάσσης Χριστιανικόν κράτος της Αιθιοπίας ή Αβησσυνίας, λαβούσα εντεύθεν και αυτή τον Χριστιανισμόν. Επειδή δε η Αβησσυνία διετέλει υπό την προστασίαν του Ελληνικού κράτους, η εις Αραβίαν, κτήσιν Αβησσυνιακήν, εισβολή των Περσών προυκάλεσε την διαμαρτυρίαν της κυβερνήσεως του Ιουστίνου Β’ και, μετά τινας εχθρικάς εκατέρωθεν διαδηλώσεις, την έναρξιν του πολέμου. Σύμμαχος του Ιουστίνου κατά των Περσών εν τω πολέμω τούτω ήτο λαός τις της Μέσης Ασίας το πρώτον εν τη ιστορία τη Ελληνική μνημονευόμενος, ο λαός των Τούρκων (57). Οι Τούρκοι αποτελούντες πολυπληθεστάτην ομοφυλίαν λαού γλωσσικώς ηνωμένου, ανθρωπολογικώς δε εν μέρει εις την Λευκήν, εν μέρει εις την Κιτρίνην φυλήν υπαγομένου, ώκουν έκπαλαι τας περί τα Αλτάια όρη εκτεινομένας ευρυτάτας χώρας της Ασίας. Οι Τουρκικοί λαοί είχον τότε θρησκείαν κτισματολατρικήν, διότι ο Μωαμεθανισμός δεν είχε κηρυχθή έτι εν τω κόσμω κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν (58). Όντες δε οι Τούρκοι προ αιώνων υποτεταγμένοι εις τους περί αυτούς Μογγολικούς λαούς και εις τους Σίνας (Κινέζους) εξηγέρθησαν περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος (ακριβώς κατά τους χρόνους της βασιλείας Ιουστινιανού Α’) εναντίον των τέως δεσποζόντων αυτών λαών και κατανικήσαντες αυτούς κατά πάσαν διεύθυνσιν και ιδίως τους Εφθαλίτας ή Λευκούς Ούννους, ίδρυσαν κράτος Ασιατικόν φοβερώτατον, τρόμον εμπνέον εις τους Σίνας, και αναγκάσαν πολλούς μογγολικούς λαούς να μεταναστεύσωσι προς δυσμάς. Τότε δε φεύγοντες την σπάθην των Τούρκων ήλθον εις την Ευρώπην και ώφθησαν παρά τα βόρεια σύνορα του Ελληνικού κράτους οι μνημονευθέντες ανωτέρω Άβαροι. Αλλ’ ιδίως φοβεροί κατέστησαν οι Τούρκοι ούτοι προς το δυσμικώς αυτών εκτεινόμενον Περσικόν κράτος των Σασσανιδών. Τουναντίον δε προς το Ελληνικόν κράτος, αφ’ ού εχωρίζοντο διά του Περσικού κράτους και διά των πολυπληθών από του Δανουβίου μέχρι της Κασπίας θαλάσσης πλανωμένων βαρβάρων λαών, και μεθ’ ού κοινόν πολέμιον είχον ιδίως τους Πέρσας, επολιτεύθησαν εξ αρχής φιλικώς, ανταλλάξαντες πρεσβείας μετά του Ιουστίνου Β’, εφ’ ού το πρώτον γίνονται γνωστοί εις τους Έλληνας. Όντες δε οι Τούρκοι προ αιώνων υποτεταγμένοι εις τους περί αυτούς Μογγολικούς λαούς και εις τους Σίνας (Κινέζους) εξηγέρθησαν περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος (ακριβώς κατά τους χρόνους της βασιλείας Ιουστινιανού Α’) εναντίον των τέως δεσποζόντων αυτών λαών και κατανικήσαντες αυτούς κατά πάσαν διεύθυνσιν και ιδίως τους Εφθαλίτας ή Λευκούς Ούννους, ίδρυσαν κράτος Ασιατικόν φοβερώτατον, τρόμον εμπνέον εις τους Σίνας, και αναγκάσαν πολλούς μογγολικούς λαούς να μεταναστεύσωσι προς δυσμάς. Τότε δε φεύγοντες την σπάθην των Τούρκων ήλθον εις την Ευρώπην και ώφθησαν παρά τα βόρεια σύνορα του Ελληνικού κράτους οι μνημονευθέντες ανωτέρω Άβαροι. Αλλ’ ιδίως φοβεροί κατέστησαν οι Τούρκοι ούτοι προς το δυσμικώς αυτών εκτεινόμενον Περσικόν κράτος των Σασσανιδών. Τουναντίον δε προς το Ελληνικόν κράτος, αφ’ ού εχωρίζοντο διά του Περσικού κράτους και διά των πολυπληθών από του Δανουβίου μέχρι της Κασπίας θαλάσσης πλανωμένων βαρβάρων λαών, και μεθ’ ού κοινόν πολέμιον είχον ιδίως τους Πέρσας, επολιτεύθησαν εξ αρχής φιλικώς, ανταλλάξαντες πρεσβείας μετά του Ιουστίνου Β’, εφ’ ού το πρώτον γίνονται γνωστοί εις τους Έλληνας (59), και συνήψαν συμμαχίαν μετ’ αυτών εναντίον των Περσών· συνωμολόγησαν δε και εμπορικήν συνθήκην ασφαλίζουσαν την διά Τούρκων από Κίνας εις το Ελληνικόν κράτος διακόμισιν της μετάξης (την γινομένην μέχρι τούδε ή διά Περσίας κατά ξηράν ή δι’ Αββησυνών διά της Ερυθράς θαλάσσης). Ώστε η πρώτη συνάντησις μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων, ών οι μωαμεθανοί απόγονοι 900 περίπου έτη μετά την συνάντησιν ταύτην έμελλον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος, υπήρξε φιλική και συμμαχική και διετέλεσε τοιαύτη επί ικανόν έτι χρόνον.

Μετά των Τούρκων λοιπόν τούτων συμμαχήσαντες οι εν Κωνσταντινουπόλει ήρξαντο του κατά Περσών πολέμου. Αλλά κατά τα πρώτα έτη του πολέμου ο Χοσρόης ήρατο σπουδαίας επιτυχίας εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού και εκυρίευσεν ικανά φρούρια Ελληνικά εν Μεσοποταμία αναγκάσας τον Ιουστίνον ν’ αγοράση διά χρημάτων ανακωχήν ενιαύσιον (574-575). Αλλ’, αφού έληξεν η ανακωχή αύτη, κυβερνώντος ήδη το κράτος του Τιβερίου, επανελήφθη ο πόλεμος μετά μείζονος ρώμης και ενεργείας εκ μέρους του Ελληνικού κράτους. Ο αυτοκρατορικός στρατός νικήσας εν μεγάλη μάχη τους Πέρσας εν Μελιτηνή παρά τον Ευφράτην κατέλαβε την Περσαρμενίαν (το εις την Περσίαν ανήκον μέρος της Αρμενίας, (ίδ. σελ. 49)), είτα δε προυχώρει θριαμβευτικώς ένθεν μεν μέχρι των οχθών της Κασπίας θαλάσσης, ένθεν δε μέχρι της πρωτευούσης του Περσικού κράτους Κτησιφώντος, καθ’ όν χρόνον οι σύμμαχοι Τούρκοι εισέβαλλον εις τας ανατολικάς χώρας της Περσίας. Εν τω μέσω των ατυχημάτων τούτων ετελεύτησεν ο Χοσρόης τω 579 μ. Χ. καταλιπών τον Περσικόν θρόνον εις τον υιόν αυτού Ορμίσδαν Δ’. Επί του Ορμίσδα Δ’ ο πόλεμος εξηκολούθησε φοβεράς επιφέρων καταστροφάς εις το Περσικόν κράτος υπό τε των Ελλήνων και υπό των Τούρκων, προχωρούντων αμφοτέρων εις το κέντρον του κράτους. Εις τας ατυχίας δε των εξωτερικών πολέμων προσετέθησαν και επαναστάσεις εσωτερικαί πάντων των λαών των βία υποτεταγμένων υπό του Χοσρόου Α’ εις το Περσικόν κράτος. Αλλά τέλος και οι Πέρσαι μεγιστάνες απαυδήσαντες εκ των ατυχημάτων του πολέμου και εκ της τυραννικής κυβερνήσεως του Ορμίσδα επανέστησαν (590) υπό τον περίφημον και πολυΰμνητον Πέρσην ήρωα Βαράμην (Βαχράμ), περί ού λέγεται ότι εξωλόθρευσεν εν τω πολέμω τούτω 400 χιλ. Τούρκων, φονεύσαντες δε τον Ορμίσδαν ανηγόρευσαν βασιλέα αυτόν τον Βαράμην, ουδαμώς προσέχοντες εις τα δικαιώματα του υιού του Ορμίσδα Χοσρόου.

Εν τω μεταξύ τελευτήσαντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Τιβερίου Β’ (582 μ. Χ.) είχεν ανέλθει εις τον θρόνον ο υπ’ αυτού του Τιβερίου διάδοχος κατασταθείς και επί θυγατρί γαμβρός αυτού γενόμενος γενναίος στρατηγός Μαυρίκιος. Ούτος δε πέμπων εις το πεδίον της μάχης αρίστους στρατηγούς είχε δώσει εις τον πόλεμον πορείαν τοσούτον νικηφόρον εις τους Έλληνας και τοσούτον ατυχή εις τους Πέρσας, οίτινες εν τούτοις ημύνοντο ανδρείως εναντίον των Τούρκων. Τότε δε ο του φονευθέντος Ορμίσδα υιός Χοσρόης εγκαταλειφθείς υπό πάντων κατέφυγεν εις το Ελληνικόν κράτος εξαιτούμενος παρά του Μαυρικίου την αποκατάστασιν αυτού εις τον θρόνον των πατέρων αυτού, επί υποσχέσει πιστής συμμαχίας, έτι δε και προστασίας των Χριστιανών εν Περσία, καθ’ ήν περίπτωσιν ο αυτοκράτωρ ήθελεν αποκαταστήσει αυτόν εις την αρχήν αυτού. Ο Μαυρίκιος μεγαθύμως φερόμενος και θεωρών και εις το κράτος συμφέρουσαν την τοιαύτην πολιτικήν, αποκατέστησε τον Χοσρόην εις τον θρόνον του πατρός αυτού. Μόλις ο Χοσρόης διά του προστατεύοντος αυτόν Ελληνικού στρατού ενίκησε την πρώτην νίκην εναντίον του Βαράμου, το πλείστον της Περσίας συνετάχθη μετ’ αυτού, και ο Βαράμης μετά τινας νέας ήττας περιελθών εις παντελή απόγνωσιν έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού διά δηλητηρίου (591 μ. Χ.). Ο Χοσρόης Β’ συνωμολόγησε νυν (592) ειρήνην οριστικήν ως Πέρσης βασιλεύς προς τον Μαυρίκιον, δι’ ής, προς εκδήλωσιν της προς τον Μαυρίκιον ευγνωμοσύνης, παρεχώρει εις το κράτος το ελληνικόν σπουδαίαν κατά τα σύνορα έκτασιν γης, έτι δε ανελάμβανε, κατά την δοθείσαν υπ’ αυτού πρότερον υπόσχεσιν, την προστασίαν της Χριστιανικής πίστεως εν τω Περσικώ κράτει· διετέλει δε έκτοτε φίλος αφωσιωμένος τω Μαυρικίω μέχρι του κατά το 602 επελθόντος τέλους της τούτου βασιλείας. Τοιούτον ευτυχές και ένδοξον προς το κράτος το Ελληνικόν έλαβε τέλος ο 20 περίπου έτη διαρκέσας Περσικός πόλεμος.

Ο Μαυρίκιος εκλήθη υπό τινων χρονογράφων ο πρώτος Έλλην αυτοκράτωρ (primus Graecus appellatus imperator) είτε διότι πρώτος αυτός κατήγετο από χώρας Ελληνικής, από της Μικράς Ασίας, ήτις ήτο τότε καθ’ ολοκληρίαν εξηλληνισμένη, είτε διότι το κράτος επ’ αυτού κατέστη οριστικώς Ελληνικόν (60) ή μάλλον εξηλληνισμένον, αφού από του Ιουστινιανού ήδη και η νομοθεσία έτι εξεδίδετο Ελληνιστί. Και υπήρχον μεν έτι εν αυτώ έθνη μη Ελληνικά, ως οι το πλείστον της Ιταλίας και της Αφρικής οικούντες, και εν Ασία οι Αρμένιοι, οι Κόλχοι και οι ιδιαιτέρως Σύροι καλούμενοι. Αλλά τούτο ουδαμώς ελαττοί τον κατ’ εξοχήν Ελληνικόν χαρακτήρα, διότι εν παντί μεγάλω κράτει υπάρχουσι καί τινα στοιχεία αλλογενή, ουδόλως διά της αλλογενείας αυτών μειούντα τον αληθή εθνικόν χαρακτήρα του κράτους. Είναι αληθές ότι το επίσημον όνομα του κράτους και μετά τον Μαυρίκιον, καθ’ όλην την διάρκειαν της υπάρξεως αυτού, είναι «κράτος Ρωμαϊκόν», και οι κάτοικοι λέγονται «Ρωμαίοι», και οι βασιλείς «πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες Ρωμαίων». Αλλά το όνομα τούτο είχεν από μακρού ήδη χρόνου έννοιαν απλώς πολιτικήν, ουδόλως εθνολογικήν, ήτο δε παρά τοις ημετέροις αντίθετον προς το Λατίνος, δ’ ού ονόματος εκάλουν οι ημέτεροι ακριβώς τους Δυτικούς, τους Νεολατινικούς λαούς. Ούτοι δε οι Δυτικοί εκάλουν τους ημετέρους από των χρόνων ήδη τούτων Γραικούς, ήτοι Έλληνας. Διά πάντας τους λόγους τούτους από τούδε και ημείς εν τη περαιτέρω ιστορική ημών αφηγήσει καλούμεν το κράτος Ελληνικόν και τους πολίτας αυτού Έλληνας.

Αι βαρβαρικαί επιδρομαί. Η θεωρία του I. Φαλλμεράυερ περί εκσλαυισμού της Ελλάδος.

Επί του Μαυρικίου, ενώ εν Ασία το κράτος το Ελληνικόν τοσούτο λαμπράς και ενδόξους ήρατο νίκας και επιτυχίας στρατιωτικάς και πολιτικάς και ηθικάς, εν ταις Ευρωπαϊκαίς χώραις αι βαρβαρικαί επιδρομαί καθίσταντο συχνότεραι γινόμεναι υπό Σλαύων και Αβάρων. Οι Άβαροι ούτοι υποτάξαντες εις εαυτούς τους Βουλγάρους της νυν νοτιοδυτικής Ρωσίας και τον Γερμανικόν λαόν των Γεπιδών (61), οίτινες ώκουν την νυν Βλαχίαν και Μολδαυίαν, εξέτειναν το κράτος αυτών από των ένδον της νυν Ρωσίας μέχρι της νυν Ουγγαρίας, καταλαβόντες ούτω πάσας τας πέραν του Δανουβίου χώρας και ελθόντες εις άμεσον συνάφειαν προς το Ελληνικόν κράτος. Οι Σλαυικοί λαοί, οι τε Άνται και οι Σκλαβηνοί οι περί τον Δανούβιον, υπετάχθησαν εις αυτούς και οι εις τα Καρπάθια δε εκ βορειοτέρων χωρών κατελθόντες τότε Σλαυικοί λαοί, οι καλούμενοι Σοραβοί ή Σέρβοι και Χρωβάται ή Κροάται, υπετάχθησαν υπό των Αβάρων. Ούτω δε ιδρύθη νέον κράτος βαρβαρικόν, ως το των Ούννων πρότερον, εκτεινόμενον από του Ευξείνου Πόντου και του Βορυσθένους μέχρι των περί την νυν Βιέννην χωρών, τεταγμένον υπό ηγεμόνα προσωνυμούμενον Χάνον ή Χαγάνον. Και αυτά δε τα έτι υφιστάμενα λείψανα των Ουννικών φυλών περιελήφθησαν εν τω νέω Μογγολικώ ειδωλολατρικώ κράτει. Οι Άβαροι λοιπόν ούτοι μετά των ποικίλων υπ’ αυτούς βαρβαρικών φυλών διαβαίνοντες τον Δανούβιον εποιούντο επιδρομάς εις τας επαρχίας του Ελληνικού κράτους. Εν μια των επιδρομών τούτων τω 589 π. Χ. οι Άβαροι και οι Σλαύοι φαίνεται ότι προυχώρησαν μέχρι Πελοποννήσου. Αλλ’ η επιδρομή αυτή ήτο όλως παροδική ουδ’ ηδύναντο οι βάρβαροι να διατηρηθώσιν εν ταις κυρίως Ελληνικαίς χώραις, αφού η γραμμή του Δανουβίου καθ’ όλην την βασιλείαν του Μαυρικίου και μετ’ αυτήν κατείχετο υπό του ελληνικού στρατού. Όμως μεταγενέστεραί τινες παραδόσεις παρέστησαν επί το υπερβολικώτερον τα περί της εις Πελοπόννησον βαρβαρικής επιδρομής του 589. {85} Εντεύθεν δε λαβών αφορμήν μισέλλην τις Γερμανός ιστοριογράφος του παρελθόντος αιώνος ο Ι. Φαλλμεράυερ ισχυρίσθη έν τισι συγγραφαίς αυτού (1830-1835), ότι το πλείστον της Πελοποννήσου κατά την επιδρομήν του 589 κατελήφθη υπό βαρβάρων, Αβάρων και Σλαύων, οίτινες ίδρυσαν δήθεν ενταύθα κράτος διαρκέσαν 218 έτη, και ότι μετά την κατά το 807 επελθούσαν κατάλυσιν του κράτους τούτου οι βάρβαροι εκείνοι προσελθόντες εις τον Χριστιανισμόν, όστις επεβλήθη αυτοίς υπό των βασιλέων του Βυζαντίου, συν τη νέα θρησκεία έμαθον και την ελληνικήν γλώσσαν και εγένοντο Έλληνες. Συμπέρασμα δε γενικόν του Γερμανού λογίου ήτο ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδος και μάλιστα της Πελοποννήσου εισί το πλείστον απόγονοι Σλαύων και Αβάρων, και ότι το μέγιστον μέρος του αρχαίου Ελληνικού λαού απώλετο εκ της χώρας ταύτης.

Αλλ’ οι ισχυρισμοί ούτοι του μισέλληνος Γερμανού μετά τον μέγαν πάταγον, όν ήγειραν εν τοις μισελληνικοίς κύκλοις της Ευρώπης, ανηρέθησαν επιστημονικώτατα και απεδείχθησαν πλημμελέσταται υπό των πλείστων σοφών της Ευρώπης, ιδίως υπό των μεγάλων Γερμανών ιστορικών I. Zinkeisen, Hopf, Gerbinus και Hertzberg. Ούτοι δι’ ερευνών σπουδαιοτάτων ιστορικών και γλωσσικών και εθνογραφικών απέδειξαν ότι ουδεμία σπουδαία μεταβολή ή αλλοίωσις εθνογραφική επήλθεν εις τας υπό των αρχαίων Ελλήνων οικουμένας χώρας και ότι οι νυν Έλληνες κάτοικοι των χωρών τούτων εισί γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι οι ολίγοι Σλαύοι βάρβαροι οι επιδραμόντες εις την Πελοπόννησον και εις άλλας τινάς χώρας της Ευρωπαϊκής Ελλάδος και εγκαταστάντες εν τοις όρεσι των χωρών τούτων ως ποιμένες ταχέως απερροφήθησαν υπό του τότε πυκνοτάτου ακραιφνούς ελληνικού πληθυσμού των χωρών τούτων.

Οι Άβαροι οι τω 589 εισβαλόντες εις τας εντεύθεν του Δανουβίου ελληνικάς χώρας απεκρούσθησαν ταχέως, καθά μαρτυρούσι σύγχρονοι αξιόπιστοι συγγραφείς, και μέχρι του 602 ο παρά τον Δανούβιον σταθμεύων ελληνικός στρατός διαβάς πολλάκις τον ποταμόν τούτον επετέθη κατά των βαρβάρων εν τη ιδία τούτων χώρα, καθόλου δε περιώρισεν αυτούς εις τας πέραν του Δανουβίου χώρας. Αλλ’ εν μια των στρατιών άς ο Ελληνικός στρατός διαβαίνων τον Δανούβιον επεχείρει εις τας εκείθεν του ποταμού χώρας, μέρος του στρατού εκ 12,000 ανδρών, ένεκα της ανικανότητος του αρχηγού αποκοπείς από του άλλου στρατού ηχμαλωτίσθη υπό του Χάνου των Αβάρων. Επειδή δε ούτος απαιτήσας λύτρα προς ελευθέρωσιν αυτών δεν έλαβεν αυτά, εξετέλεσεν εν πάση βαρβαρική, ωμότητι και απανθρωπία την απειλήν, μεθ’ ής είχε συνοδεύσει την περί λύτρων απαίτησιν, σφάξας πάντας τους αιχμαλωτισθέντας. Το γεγονός, τούτο ενεποίησε μεγάλην αθυμίαν και οργήν εις το επίλοιπον του στρατού, όπερ άλλως απαυδήσαν εκ των ατελευτήτων εν τη βαρβαρική χώρα πολέμων και του επελθόντος χειμώνος ήθελε να επιστρέψη εις την εντεύθεν του ποταμού χώραν. Επειδή δε ο αυτοκράτωρ δεν επέτρεπε το τοιούτον θέλων να διαχειμάση ο στρατός εν τη εχθρική χώρα, ούτος και άλλως ων ωργισμένος κατά του βασιλέως, διότι εις την τούτου φιλαργυρίαν έδιδε την σφαγήν των αιχμαλώτων, εστασίασε και ανακηρύξας αρχηγόν αυτού εκατόνταρχόν τινα καλούμενον Φωκάν επήλθε κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Εντεύθεν μία των ιπποδρομικών μερίδων των πολιτών, οι Κυανοί, εκηρύχθη υπέρ των στασιαστών, οίτινες ηδυνήθησαν ούτω να επελάσωσιν εις την πρωτεύουσαν και να αναγορεύσωσι βασιλέα, τον Φωκάν. Ο Μαυρίκιος έφυγεν εις Ασίαν, αλλά συλληφθείς εφονεύθη εν Χαλκηδόνι μεθ’ όλης της οικογενείας αυτού.

Φωκάς (603-610 μ. Χ.).

Του Φωκά η δεκαετής βασιλεία επλήρωσε συμφορών το κράτος. Και ενώ αυτός τυραννικώς ήρχεν εν τη πρωτευούση, οι βάρβαροι διά του Δανουβίου εδήουν τας εντεύθεν του ποταμού επαρχίας του κράτους. Αλλ’ ο μέγιστος κίνδυνος ενέσκηψεν εξ ανατολών. Ο βασιλεύς της Περσίας Χοσρόης ο Β’, όστις, δι’ ούς λόγους είπομεν ανωτέρω, διετέλει εν βαθεία ειρήνη προς το Ελληνικόν κράτος, νυν έχων ως πρόφασιν ευπρεπή τα γινόμενα εις τον Μαυρίκιον και εις τον οίκον αυτού (προς όν και διά συγγενικού είχε συνδεθή δεσμού) και δίδων ούτως εις τον υπ’ αυτού επιχειρούμενον πόλεμον χαρακτήρα εκδικήσεως ιεράς ως γινομένης εναντίον του άρπαγος της αρχής και φονέως του ευεργέτου αυτού και νομίμου βασιλέως, ανήψε φοβερόν φανατισμόν εν τω στρατώ αυτού. Ούτω δε εισβαλών εις Μεσοποταμίαν κατέλαβεν εν βραχεί πάσαν την χώραν ουδαμού ευρίσκων σπουδαίαν αντίστασιν και πανταχού φέρων την καταστροφήν και την αιχμαλωσίαν. Ο Φωκάς απεδείχθη νυν εντελώς ανίκανος να αντιμετωπίση τους σοβαρούς κινδύνους, εις ούς εξετέθη το κράτος εξ αιτίας αυτού. Και τότε οι συνετώτεροι των εν τη πρωτευούση απετάθησαν προς τον εν τοις προηγουμένοις κατά Περσών πολέμοις περιώνυμον γενόμενον στρατηγόν Ηράκλειον τον από Καππαδοκίας της Μικράς Ασίας καταγόμενον, όντα δε νυν Έξαρχον ήτοι διοικητήν της Αφρικής, παρακαλούντες αυτόν όπως έλθη προς σωτηρίαν του Κράτους. Ο Ηράκλειος αυτός μεν δεν ήλθεν, αλλ’ έπεμψε μετά στόλου και στρατού τον υιόν αυτού Ηράκλειον. Ούτος ερχόμενος εις την Κωνσταντινούπολιν ετύγχανεν ενθουσιώδους υποδοχής πανταχού, οπόθεν διήρχετο. Ότε δε αφίκετο εις την πρωτεύουσαν, ο λαός εξηγέρθη κατά του Φωκά και συλλαβών αυτόν ήγαγεν εις το πλοίον του Ηρακλείου, ένθα εφονεύθη αποτίσας ούτω τα αντίποινα της ασεβούς και απανθρώπου προς τον Μαυρίκιον διαγωγής αυτού. Ο Ηράκλειος ανηγορεύθη νυν βασιλεύς (610 μ. Χ.).

Ο βασιλεύς Ηράκλειος (610-651 μ. Χ.).

Καθ’ όν χρόνον ο Ηράκλειος ανηγορεύετο εν Κωνσταντινουπόλει βασιλεύς και αυτοκράτωρ, το κράτος τούτο περιήρχετο εις τον έσχατον κίνδυνον και εν Ασία και εν Ευρώπη. Εν Ασία οι Πέρσαι κυριεύσαντες ήδη πάσαν την Ασσυρίαν, Μεσοποταμίαν, Αρμενίαν και την Βόρειον Συρίαν, παρεσκευάζοντο να καταλάβωσι την Παλαιστίνην και την Αίγυπτον, να εισβάλωσι δε και εις την Μικράν Ασίαν φέροντες πανταχού το πυρ, την καταστροφήν και την των κατοίκων αιχμαλωσίαν. Εν Ευρώπη δε οι Άβαροι μετά των υπ’ αυτούς Σλαυικών φυλών δεινάς εποιούντο επιδρομάς εις τας εντεύθεν του Δουναβίου χώρας απειλούντες και αυτήν την Κωνσταντινούπουλιν. Και εν Ιταλία δε μεγάλας εποιούντο προόδους οι Λαγγοβάρδοι εκτεινόμενοι από της ολοσχερώς κατακτηθείσης ήδη υπ’ αυτών Άνω Ιταλίας εις την Μέσην και Κάτω Ιταλίαν. Ο στρατός ο προ μικρού επί του Μαυρικίου τοσαύτας αράμενος νίκας ενδόξους εναντίον των Περσών εις τα ένδον της Περσίας και διαρρυθμίσας τα εσωτερικά της Περσίας πράγματα και εγκαταστήσας τον Χοσρόην εις τον θρόνον των πατέρων αυτού, διετέλει νυν εν τελεία παραλύσει, υπό μεν των Περσών πανταχού ηττώμενος εν Ασία, μη επαρκών δε εις την άμυναν των Ευρωπαϊκών χωρών, κατεχόμενος δε και άλλως υπό πνεύματος στασιαστικού. Εν μέσω της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων ο Ηράκλειος εζήτησε να συνάψη ειρήνην προς τον Χοσρόην πέμψας πρέσβεις εις τον εν Συρία ήδη ευρισκόμενον Πέρσην βασιλέα. Καθ’ όν δε χρόνον αφίκοντο οι πρέσβεις εις την Συρίαν, προ μικρού είχε πέσει εις τας χείρας των Περσών η μεγάλη πόλις και πρωτεύουσα της Συρίας Αντιόχεια. Οι πρέσβεις του Ηρακλείου αναγγείλαντες την εις τον θρόνον του Βυζαντίου ανάρρησιν τούτου παρέστησαν εις τον Χοσρόην ότι εκλιπόντος ήδη του κοινού πολεμίου αμφοτέρων των κρατών και βασιλέων (του Φωκά) δεν υπήρχε λόγος προς εξακολούθησιν του πολέμου. Αλλ’ ο Χοσρόης, όστις τα του Φωκά κακουργήματα είχε μόνον ως πρόσχημα του πολέμου, νυν εν τη συναισθήσει της δυνάμεως και των μεγάλων επιτυχιών αυτού ουδεμίαν ηθέλησε να δώση ακρόασιν εις τας περί ειρήνης προτάσεις του Ηρακλείου, αφού μάλιστα έβλεπε την στρατιωτικήν αδυναμίαν του πολεμίου κράτους. Αποπεμφθέντων λοιπόν απράκτων των πρέσβεων, ο Περσικός στρατός εισέβαλεν από Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν (612), καθ’ όν χρόνον άλλος στρατός από Συρίας εισήλαυνεν εις την Παλαιστίνην, λεηλατών πάσαν την χώραν, τέλος δε καταλαμβάνων (614) και αυτήν την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ. Ενταύθα και εν πάση τη Παλαιστίνη φοβερά εγένετο σφαγή χριστιανών, προς τοις άλλοις δε ηρπάγη και το τίμιον ξύλον του Σταυρού, ηχμαλωτίσθη δε και ο Πατριάρχης της αγίας πόλεως Ζαχαρίας. Εκ Παλαιστίνης οι Πέρσαι εισέβαλον εις την Αίγυπτον (616) προχωρήσαντες προς νότον μέχρι των ορίων της Αβησσυνίας και προς δυσμάς μέχρι της Κυρηναϊκής. Η Αλεξάνδρεια ελεηλατήθη και η Αίγυπτος πολλαχού ηρημώθη υπό των βαρβάρων επιδρομέων.

Αλλ’ ο μέγιστος κίνδυνος εναντίον του κράτους επήρχετο εκ της Μικράς Ασίας. Οι εις την χώραν ταύτην εισβαλόντες Πέρσαι προυχώρουν ταχέως εν μέσω καταστροφών εις την καρδίαν της μεγάλης ταύτης Ελληνικής Χερσονήσου κατατροπούντες ευχερώς τον ενιαχού αντιτασσόμενον αυτώ ασθενή και εν παραλύσει ευρισκόμενον Ελληνικόν στρατόν, κυριεύοντες πόλεις, καίοντες κώμας και αγρούς, και απάγοντες αιχμαλώτους πανταχόθεν μέγα πλήθος ανθρώπων. Τέλος δε εν μέσω τοιούτων καταστροφών αφίκοντο οι Πέρσαι (616) εις τας απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως κειμένας και διά του πορθμού του Βοσπόρου μόνον από τούτου χωριζομένας πόλεις της Μικράς Ασίας Χαλκηδόνα και Χρυσούπολιν. Και οι μεν Πέρσαι δεν είχον στόλον ίνα διαπεραιωθώσι τον Βόσπορον και προσβάλωσι την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά καταλαμβανομένων ήδη πασών σχεδόν των Ασιατικών χωρών του κράτους υπό των βαρβάρων το κράτος εξετίθετο ήδη και εν Ευρώπη εις μέγαν κίνδυνον εκ των επιδρομών των Αβάρων, αίτινες εξετείνοντο νυν μέχρι των προθύρων της πρωτευούσης. Ενώπιον της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων μάτην ο Ηράκλειος επειράθη αύθις να συνομολογήση ειρήνην προς τον Χοσρόην πέμψας προς αυτόν πρεσβείαν. Ο υπερόπτης Ασιανός βασιλεύς, ο προ μικρού διά των στρατιωτικών δυνάμεων του Έλληνος αυτοκράτορος καταλαβών τον θρόνον της Περσίας, απαντών εις την πρότασιν του Ηρακλείου εαυτόν μεν απεκάλει «βασιλέα και κύριον του κόσμου» τον δε Ηράκλειον «ευτελή και αναίσθητον δούλον» και απήτει ως όρον της ειρήνης ίνα ο βασιλεύς και ο λαός αυτού απαρνησάμενοι την πίστην του Χριστού προσέλθωσιν εις την θρησκείαν αυτού, ήτις ήτο λατρεία του ηλίου και του πυρός.

Τότε ο Ηράκλειος, όστις εν μέσω των κινδύνων και των καταστροφών των πολεμίων δεν επαύετο μελετών και διαγράφων σχέδια στρατείας κατά των Περσών, απεφάσισε να επιχειρήση εκ παντός τρόπου την εκστρατείαν ταύτην. Αλλ’ ίνα στρατεύων κατά Περσών έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα από των Αβάρων συνήψε διαπραγματεύσεις περί ειρήνης και φιλίας προς τον Χαγάνον των Αβάρων και εις προσωπικήν μάλιστα προς τούτο ήλθε συνέντευξιν προς αυτόν (619). Μεθ’ όλην δε την δολιότητα, ήν έδειξεν ο Χαγάνος, κατά την περίστασιν ταύτην πειραθείς να συλλάβη τον βασιλέα, ο Ηράκλειος, αφού εσώθη εκ της επιβουλής ταύτης, την ανάγκην ποιούμενος φιλοτιμίαν προσεποιήθη ότι ασμένως εθεώρει επαρκείς τας υπό του Χαγάνου δοθείσας περί του γεγονότος εξηγήσεις και συνωμολόγησεν ειρήνην και φιλίαν προς αυτόν επί όροις ως δυνατόν ανεκτοίς. Και τότε παρεσκευάσθη δι’ ών διέθετε πενιχροτάτων χρηματικών πόρων, δανεισάμενος χρήματα από των ιερών ναών, λαβών τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα αυτών συναινέσει κλήρου και λαού και αυτά τα αργυρά πολυκάνδηλα μεταποιήσας εις αργυρά νομίσματα. Ταύτα πάντα εποίει ο άλλως ευσεβέστατος βασιλεύς, ίνα αποδώση εν καιρώ πολλαπλάσια. Αλλά διά τοιούτων πενιχρών δυνάμεων παρασκευάζων στρατόν ο βασιλεύς ήθελεν εις τον στρατόν τούτον να εμπνεύση ως δύναμιν ηθικήν μεγίστην το αίσθημα το θρησκευτικόν δίδων εις την όλην στρατείαν χαρακτήρα, οίος ήτο και πράγματι, πολέμου υπέρ της πίστεως γινομένου. Ευτυχώς ο στρατός ήτο επιδεκτικός τοιούτων ηθικών αισθημάτων. Ο στρατός του Ελληνικού κράτους, όστις επί του Αρκαδίου και Θεοδοσίου Β’ συνέκειτο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν από βαρβάρων μισθοφόρων, από δε του Λέοντος Α’ είχεν αρχίσει να προσλαμβάνη και εγχώρια στοιχεία, νυν επί του Ηρακλείου είχε καταστεί εντελώς στρατός Ελληνικός χριστιανικός από των πολιτών αυτών και υπηκόων του κράτους απαρτιζόμενος. Εις τον στρατόν λοιπόν τούτον ο Ηράκλειος ήθελε να εμπνεύση αίσθημα θρησκευτικόν βαθύτατον, εξεγείρων και αναρριπίζων το αίσθημα τούτο διά λόγων φλογερών εμφαινόντων ισχυράν θρησκευτικήν και ηθικήν έξαρσιν και διά πράξεων ηθικώς κατανυκτικών, φέρων εις τους πολέμους, έφιππος ων αυτός, εν τη δεξιά την εικόνα του Χριστού και εν ονόματι του εικονιζομένου Θεού εξορκίζων τους αγωνιζομένους να εκτελώσι το καθήκον αυτών. Ο μικρός αυτού στρατός ώρμησεν επί την στρατείαν (620 μ. Χ.) απ’ αυτού του ναού της του Θεού Σοφίας και ανεχώρησεν επί στόλου από της πρωτευούσης.

Ο Ηράκλειος δεν ηδύνατο να πολεμήση επερχόμενος κατά μέτωπον εναντίον των εν τη Μικρά Ασία Περσών. Το τοιούτον απήτει μέγαν και ισχυρόν στρατόν και μακρούς αγώνας. Διά τούτο απήλθε μετά του στόλου εις τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας τα μη κατεχόμενα έτι υπό των Περσών, εις τα παράλια της Κιλικίας. Και αποβάς εις τα παράλια ταύτα και ενώσας τον μικρόν αυτού στρατόν μετά των έτι σωζομένων εν τοις οχυροίς τόποις των μερών εκείνων φρουρών προσέβαλον από νότου την μακράν καθ’ άπασαν την Μικράν Ασίαν εκτεινομένην και διά τούτο πολλαχού εξ ανάγκης ασθενή Περσικήν παράταξιν. Και διά πολλών μικρών πολέμων διελθών άπασαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν κατά πλάτος και μεταβάς εις Πόντον και Αρμενίαν ηνάγκασε τους Πέρσας, τους κατέχοντας την Μικράν Ασίαν μέχρι Χαλκηδόνος, να εκκενώσωσι το πλείστον της χώρας ταύτης και να ακολουθήσωσι τω Ηρακλείω εις την Αρμενίαν. Ενταύθα δε ο Ηράκλειος παρασύρας αυτούς εκεί όπου ήθελεν αυτός, συνεκρότησε μάχην, εν ή ενίκησε λαμπρώς. Αποτέλεσμα, της νίκης ταύτης ήτο η εντελής από Περσικών στρατευμάτων εκκένωσις της Μικράς Ασίας, δι’ ής χώρας ελευθέρως επέστρεψε νυν ο Ηράκλειος (623) εις την πρωτεύουσαν. Ενταύθα δε επί μικρόν μόνον διαμείνας και μέγα θάρρος ηθικόν εμποιήσας τω λαώ επεχείρησε την δευτέραν αυτού στρατείαν το αυτό έτος (623-624) απελθών εις τον Πόντον και την Αρμενίαν. Πολλούς δε παραλαβών εκ της χριστιανικής ταύτης χώρας επικούρους, προθύμως προσερχομένους εις τον στρατόν του χριστιανού βασιλέως, εισήλασε νυν εντός των ορίων του Περσικού κράτους. Η αιφνίδιος αύτη, τολμηρά και τοσούτον απροσδόκητος εν μέσω του Περσικού κράτους εμφάνισις του προ μικρού εν τη πρωτευούση αυτού υπό των Περσών απειλουμένου Έλληνος βασιλέως τοσούτον ετάραξε τον Χοσρόην, ώστε ετράπη εις φυγήν εις τα ένδον του κράτους αυτού καταλείπων τον διαλυόμενον στρατόν αυτού και πόλεις και φρούρια εις την διάκρισιν των Ελλήνων. Ο Ελληνικός δε στρατός πολλάς εκπορθήσας πόλεις, καταστρέψας ναούς των Περσικών θεών (προς εκδίκησιν των υπό των Περσών εν ταις Ελληνικαίς χώραις καταστραφέντων ιερών ναών), πεπληρωμένος λαφύρων απεσύρθη τον χειμώνα του έτους εκείνου (623-624) εις τας ευκραείς περί τον Καύκασον χώρας, ένθα διεχείμασεν εν μέσω λαού φίλων και συμμάχων, Λαζών, Γεωργιανών, Αβασγών, απάντων Χριστιανών.

Υπό των συμμάχων τούτων ενισχυθείς ο Ηράκλειος στρατιωτικώς εισέβαλεν αύθις το έαρ του 624 εις τας Περσικάς χώρας μεθ’ ής και το προηγούμενον έτος τόλμης και ενεργείας. Κατά την εισβολήν ταύτην τρεις Περσικοί στρατοί νεωστί υπό του Χοσρόη συγκεκροτημένοι επήρχοντο εκ διαφόρων διευθύνσεων, ίνα κυκλώσωσι τον στρατόν του Ηρακλείου ή τουλάχιστον κωλύσωσι την εις την Περσίαν προέλασιν. Αλλ’ ο Ηράκλειος κατώρθωσε να χωρίση τους τρεις στρατούς και επιτεθέμενος καθ’ εκάστου ιδιαιτέρως να καταστρέψη ένα έκαστον κατ’ ιδίαν. Η μεγάλη και καταστρεπτική εις τους Πέρσας αποβάσα εν Σαλβανώ της Αρμενίας μάχη έθηκε τέρμα εις την στρατείαν του έτους τούτου.

Ο Ηράκλειος δεν ηδυνήθη επωφελούμενος την νίκην αυτού να εξακολουθήση τον επιθετικόν εν Περσία πόλεμον, ένεκα του επελθόντος χειμώνος, κυρίως δε διότι ο Χοσρόης εν τω μεταξύ ποιούμενος χρήσιν της τακτικής του Ηρακλείου έπεμψεν άλλον στρατόν εις την Μικράν Ασίαν ίνα ενεργήση κατά τα νώτα του αυτοκράτορος. Τούτο υπεχρέωσε τον βασιλέα Ηράκλειον να επιστρέψη εξ Αρμενίας και Μεσοποταμίας εις την Μικράν Ασίαν παρακολουθών τον Περσικόν στρατόν. Η μεταξύ των δύο πολεμίων στρατών μάχη συνήφθη ακριβώς εν τη χώρα εκείνη, εν ή προ 958 ετών ο μέγας Έλλην βασιλεύς της Μακεδονίας είχε κατασυντρίψει τον μέγαν στρατόν του βασιλέως της Περσίας. Παρά τον Σάρον καλούμενον ποταμόν της Κιλικίας ήρατο ο Ηράκλειος την λαμπροτάτην καθ’ όλον τον πόλεμον τούτον εναντίον των Περσών νίκην, αυτός ούτος δείξας θαύματα ανδρείας κατά την μάχην και θάμβος και έκπληξιν εμποιήσας μεγάλην τοις πολεμίοις διά του μεγαλείου του ηρωισμού αυτού.

Η νίκη αύτη εκαθάρισεν αύθις την Μικράν Ασίαν από των Περσών ο δε βασιλεύς Ηράκλειος επεχείρησε νέαν το επόμενον έτος 625 επιθετικήν στρατείαν κατά του Χοσρόου. Ούτος κατώρθωσε και μεθ’ όσας έπαθεν ήττας να συγκροτήση τρεις νέας μεγάλας στρατιάς εναντίον των Ελλήνων. Ο Χοσρόης ήρχεν αχανών εκτάσεων γης από του Ευφράτου και του Καυκάσου μέχρι των Ινδιών εκτεινομένων, ενιαχού πολυανθρωπότατα ωκημένων και πλουσιωτάτων· είχε δε απεριόριστον απολυταρχικήν εξουσίαν εν τω κράτει αυτού, ένεκα δε των μεγάλων αυτού εν αρχή του πολέμου επιτυχιών επεκλήθη και Παρβίζ, ήτοι νικητής. Ων δε και ακαταπόνητος εν ταις ενεργείαις αυτού και μη ανεχόμενος να βλέπη εισβάλλοντα εις το κράτος αυτού βασιλέα, όν προ μικρού εθεώρει και εκάλει «ευτελή δούλον», ενέτεινε νυν πάσας τας δυνάμεις αυτού ίνα συγκροτήση νέους στρατούς εκμυζών και την τελευταίαν εις ανθρώπους και χρήματα ζωτικήν ικμάδα του κράτους αυτού. Εκ των τριών μεγάλων στρατιών, άς ούτω παρεσκεύασεν ο Χοσρόης, η μία μεν ήτο προωρισμένη να μένη εν Περσία προς άμυναν της χώρας, η δευτέρα έμελλε ν’ αντιταχθή κατά του Ηρακλείου, η δε τρίτη επέμπετο αύθις εις την Μικράν Ασίαν, ίνα γενομένη κατά τα νώτα του στρατού του Ηρακλείου μη ενεργήση κατ’ αυτού, αλλά διερχομένη την Ελληνικού στρατού σπανίζουσαν Μικράν Ασίαν προελάση μέχρι Χαλκηδόνος και Χρυσουπόλεως, όπως προ 10 ετών. Θέλων δε νυν ο Χοσρόης να κατενέγκη καιριώτατον πλήγμα κατά του Ηρακλείου και του κράτους αυτού δι’ επιθέσεως κατ’ αυτής της πρωτευούσης του Ελληνικού κράτους, και μη δυνάμενος να πράξη τούτο διά του στρατού του Περσικού, εζήτησε συμμάχους εν Ευρώπη δυναμένους να ενεργήσωσι κατά ξηράν την τοιαύτην κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν. Προς τούτο δε έπεμψε πρεσβείαν προς τον Χαγάνον τον Άβαρον. Ο δ’ άπιστος ούτος βάρβαρος θεωρήσας κατάλληλον την ευκαιρίαν διέλυσε μετ’ αισχράς παρασπονδίας την προς τον Ηράκλειον ειρήνην και επήλθεν εναντίον της πρωτευούσης μετά μεγάλου στρατού βαρβαρικού, εν ώ πλην των Αβάρων υπήρχον και πολλοί Σλαύοι και Βούλγαροι, και ήρξατο πολιορκών αυτήν. Ο Χαγάνος είχε και πολιορκητικάς μηχανάς κατασκευασθείσας υπό μηχανικού στρατιώτου του Ελληνικού στρατού αιχμαλωτισθέντος ποτέ υπό των Αβάρων· συνενοείτο δε νυν προς τους εν τη απέναντι Ασιατική ακτή του Βοσπόρου εσκηνωμένους Πέρσας, ίνα επιχειρήσωσι κοινήν κατά της πόλεως έφοδον, των Περσών διαβιβαζομένων εις το στρατόπεδον των Αβάρων διά των Σλαυικών και των Βουλγαρικών πειρατικών πλοίων. Ταύτα κατέπλευσαν εις τον Βόσπορον εκ των βορειανατολικών ακτών του Ευξείνου, ένθα ώκουν οι Σλαύοι και μετ’ αυτούς οι Βούλγαροι. Συγχρόνως δε προέτεινε τοις κατοίκοις της Κωνσταντινουπόλεως να καταλίπωσι την πόλιν εις αυτόν και εις τους συμμάχους αυτού Πέρσας, εξερχόμενοι αυτής, φέρων έκαστος μεθ’ εαυτού μόνον μίαν ενδυμασίαν και μιας ημέρας τροφήν. Ενώ λοιπόν ο αυτοκράτωρ παρεσκευάζετο εις νέαν στρατείαν εναντίον του Περσικού κράτους, μετά τας λαμπράς νίκας του προηγουμένου έτους, η πόλις η βασιλεύουσα, ής την κυβέρνησιν και άμυναν είχεν αναθέσει ο αυτοκράτωρ από της πρώτης αναχωρήσεως αυτού εις τον Πατριάρχην Σέργιον και τον επίτροπον Βώνον, η καρδία αυτή του κράτους, διέτρεχε τον έσχατον των κινδύνων. Οι πολιορκούμενοι υπό την αρχηγίαν του πατριάρχου Σεργίου απέρριψαν την απαίτησιν του Χαγάνου και παρεσκευάσθησαν εις γενναιοτάτην αντίστασιν, επικαλούμενοι συγχρόνως την άνωθεν αντίληψιν. Προς τούτο δε συνετέθησαν τότε και εψάλησαν εν ταις Εκκλησίαις της Κωνσταντινουπόλεως οι Ακάθιστοι λεγόμενοι ύμνοι, οι απευθυνόμενοι ιδίως εις την Θεοτόκον, εις ήν ήτο αφιερωμένη η πόλις (62). Η μεγάλη τη 26 Ιουλίου (626) γενομένη έφοδος των Αβάρων απεκρούσθη γενναίως, διότι η γενομένη μεταξύ Περσών και Αβάρων περί της ημέρας και ώρας της εφόδου συμφωνία απεκαλύφθη τοις πολιορκουμένοις διά της υπό του Ελληνικού στόλου συλλήψεως του πλοίου του επανάγοντος τους Πέρσας εκ του στρατοπέδου του Χαγάνου εις την Χαλκηδόνα. Ο πειρατικός στόλος, ο Σλαυικός και ο Βουλγαρικός κατεβυθίσθη υπό του στόλου του Ελληνικού· και ο Χαγάνος μετά νέας απειλάς και αποτυχούσας επιθέσεις ηναγκάσθη ν’ αποχωρήση, αφού έκαυσε τας πολιορκητικάς μηχανάς. Ούτως εσώθη η Κωνσταντινούπολις και μετ’ αυτής το κράτος. Διότι αν η Κωνσταντινούπολις έπιπτε νυν, άπαν το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος έμελλε να καταλυθή υπό των βαρβάρων. Αλλ’ η τε στρατηγική θέσις και προ πάντων η ηθική και πνευματική δύναμις του Ελληνισμού, η ενοικούσα εν τη πόλει ταύτη, έσωσε το κράτος. Ούτως είχε συμβή και καθ’ όν χρόνον οι Ουστρογότθοι τω 378 και 396 επεχείρησαν τας μεγάλας εναντίον του κράτους επιδρομάς. Η Κωνσταντινούπολις σωθείσα και τότε έσωσε το κράτος. Τούτο δε πολλάκις θέλομεν ιδεί επαναλαμβανόμενον εν τη ιστορία των επομένων αιώνων. Οι κάτοικοι της βασιλευούσης των πόλεων εν τη ηθική και θρησκευτική αυτών εξάρσει επί τη νίκη, εις ήν η εξέγερσις του υπέρ της πίστεως αισθήματος τοσούτον συνετέλεσεν, απέδοσαν εικότως την νίκην εις την θείαν αντίληψιν, και ιδίως εις την προστάτιν της πόλεως Θεοτόκον, εις ήν εποιήθη και ο μετά των Ακαθίστων ύμνων ψαλλόμενος εκ μέρους της πόλεως νικητήριος παιάν (63)Και οι μεν Άβαροι απεχώρησαν της πόλεως, αλλ’ ο εν Χαλκηδόνι και τη λοιπή Ελληνική Ασία Περσικός στρατός δεν ήτο δυνατόν να εξολοθρευθή ή να εκδιωχθή εντεύθεν μη υπάρχοντος στρατού Ελληνικού επαρκούς εν τη χώρα. Η τύχη τούτου εξηρτάτο από της εκβάσεως του μεγάλου εν αυτή τη Περσία διεξαγομένου πολέμου.

Καθ’ όν χρόνον οι Άβαροι απεχώρουν άπρακτοι από Κωνσταντινουπόλεως, ο Ηράκλειος εισέβαλλεν εκ νέου εις το Περσικόν κράτος σύμμαχον έχων γενναίον Τουρκικόν έθνος, το έθνος των Χαζάρων. Οι Χάζαροι ούτοι ήσαν Τούρκοι ειδωλολάτραι, όπως πάντες οι Τούρκοι των χρόνων τούτων, είχον δε μεταναστεύσει εκ των ενδοτέρων τουρκικών χωρών εις τας μεταξύ της Κασπίας και του Ευξείνου προς βορράν του Καυκάσου κειμένας χώρας της Ανατολικής Ευρώπης, όθεν εξετάθησαν κατά μικρόν μέχρι της Κριμαϊκής Χερσονήσου και των ύπερθεν αυτής χωρών της νοτίου Ρωσίας. Ο ηγεμών ή Χαγάνος των Χαζάρων τούτων (διότι και παρά τοις Τούρκοις τούτοις τοιαύτας προσωνυμίας έφερον οι ηγεμόνες) Ζιεβήλ συμφώνως προς τας μετά του Ηρακλείου συμφωνίας εισήλασε μετά μυριάδων στρατού διά των Κασπίων πυλών εις τας Περσικάς χώρας, φοβεράν επιφέρων καταστροφήν, πυρπολών πόλεις και κώμας και αιχμαλωτίζων πλήθος ανθρώπων. Ήλθε δε έπειτα ο αυτός Χαγάνος εις συνάντησιν του αυτοκράτορος πλησίον της νυν παρά τον Καύκασον Ρωσικής πόλεως Τιφίλιδος, ένθα κατέταξεν εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν 40 χιλιάδας επιλέκτους άνδρας εκ του στρατού αυτού υπό την αρχηγίαν του ιδίου αυτού υιού (64). Αλλ’ ο αυτοκράτωρ, ούτινος ο στρατός ηυξήθη σημαντικώς διά της προσθήκης των Τούρκων, δεν εισέβαλε κατά το έτος τούτο εις την Περσίαν, έπεμψε δε μετά στρατού τον αδελφόν αυτού Θεόδωρον, όστις εισελάσας εις την Περσίαν ενίκησε τον κατ’ αυτού επελθόντα Περσικόν στρατόν. Αυτός δε ο αυτοκράτωρ, αφού κατά το έτος 626 εξεπόρθησεν όσα έτι φρούρια κατείχοντο εν Αρμενία και Μεσοποταμία υπό των Περσών, ίνα έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα, επεχείρησε το επόμενον έτος 627 την τελευταίαν αθάνατον αυτού στρατείαν και διεξήγαγεν αυτήν μόνον διά του ιδίου αυτού στρατού, των Τούρκων συμμάχων επανελθόντων εις τα ίδια
. Αλλ’ ο αυτοκράτωρ, ούτινος ο στρατός ηυξήθη σημαντικώς διά της προσθήκης των Τούρκων, δεν εισέβαλε κατά το έτος τούτο εις την Περσίαν, έπεμψε δε μετά στρατού τον αδελφόν αυτού Θεόδωρον, όστις εισελάσας εις την Περσίαν ενίκησε τον κατ’ αυτού επελθόντα Περσικόν στρατόν. Αυτός δε ο αυτοκράτωρ, αφού κατά το έτος 626 εξεπόρθησεν όσα έτι φρούρια κατείχοντο εν Αρμενία και Μεσοποταμία υπό των Περσών, ίνα έχη τα νώτα αυτού ησφαλισμένα, επεχείρησε το επόμενον έτος 627 την τελευταίαν αθάνατον αυτού στρατείαν και διεξήγαγεν αυτήν μόνον διά του ιδίου αυτού στρατού, των Τούρκων συμμάχων επανελθόντων εις τα ίδια (65). Κατά την στρατείαν ταύτην μετά πολλάς κατά μέρος νίκας και εκπόρθησιν πολλών επί του Τίγρητος φρουρίων, και ιδίως των Δασταγέρδων, ένθα ευρέθησαν θησαυροί και γυναικών τις του βασιλέως, συνεκρότησεν επί των ερειπίων της πάγκαλης και περιβοήτου πόλεως Νινευί τη 27 Ιουλίου του 627 την μάχην, ήτις έθηκε τέρμα εις τον επί πέντε και είκοσιν έτη καταστρεπτικόν πόλεμον. Ο Περσικός στρατός ηττήθη κατά κράτος, άπειρος δε λεία και αιχμαλώτων μέγα πλήθος περιήλθον εις τον Ελληνικόν στρατόν. Ο Χοσρόης έφυγεν αλλά δεν ηδυνήθη να συγκροτήση νέον στρατόν. Οι μεγιστάνες και ο λαός της Περσίας καταπεπονημένοι υπό του μακρού πολέμου επέπεσαν κατ’ αυτού, όπως είχον επαναστή κατά του πατρός αυτού εν τω προς τον Μαυρίκιον πολέμω. Αυτός ο υιός του Χοσρόου Σιρόης εγένετο αρχηγός της επαναστάσεως.

Ο Χοσρόης συνελήφθη υπό τούτου και ερρίφθη εις τας φυλακάς και αφού είδε 18 αυτού υιούς φονευθέντας υπό του αδελφού αυτών, εφονεύθη και αυτός. Ο Ηράκλειος γενναίος και μεγάθυμος εν τη συνομολογήσει της ειρήνης (8 Απριλίου 628), ως εφάνη και ανδρείος εν τω πολέμω, έδωκε την ειρήνην εις τον εξαιτούμενον αυτήν Σιρόην επί επιεικεστάτοις όροις. Διά των όρων τούτων ο αρχηγός των Περσών υπεχρεούτο ν’ αποδώση εις το κράτος το Ελληνικόν τα εν τω πολέμω καταληφθέντα και τα έτι κατεχόμενα μέρη, αποκατασταμένων των προ του πολέμου ορίων, ν’ αποδώση πάντας τους αιχμαλώτους, έτι δε το τίμιον ξύλον του Σταυρού το αρπαγέν εξ Ιεροσολύμων. Την μεγάλην νίκην και την συνομολόγησιν της ειρήνης ανήγγειλεν ο Ηράκλειος εις την Κωνσταντινούπολιν δι’ αγγελιαφόρων και διά αγγέλματος μακρού αναγνωσθέντος από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, αρχομένου από της ρήσεως της ψαλμικής: «Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη δουλεύσατε τω Κυρίω, εν ευφροσύνη κτλ. ».

Μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης ο Ηράκλειος επέστρεψεν εκ της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, ής οι κάτοικοι, κλήρος και λαός προϋπήντησαν αυτώ επί της Ασιατικής όχθης του Βοσπόρου και ήγον αυτόν εν θριάμβω εις την βασιλεύουσαν. Το επόμενον έτος ο Ηράκλειος απήλθεν από της πρωτευούσης εις την αγίαν πόλιν φέρων μεθ’ εαυτού το τίμιον ξύλον του Σταυρού. Εν Ιερουσαλήμ δε, επί του πατριάρχου Σωφρονίου, αυτός ο αυτοκράτωρ φέρων επί των ώμων το ιερόν ξύλον έστησεν αυτό εν Γολγοθά, ένθα ίστατο και πρότερον φερθείς ενταύθα υπό της μητρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Ελένης (66).

Ούτως επερατώθη ο 25 έτη διαρκέσας καταστρεπτικός πόλεμος, πολλήν μεν δόξαν και αίγλην ηθικήν περιποιήσας εις το Ελληνικόν κράτος, πολλήν δε ταπείνωσιν εις το κράτος το αντίπαλον, καταπόνησιν δε δεινήν εις αμφότερα τα κράτη επενεγκών και καταστήσας αμφότερα ανίκανα εις αντιμετώπισιν του νέου φοβερού αμφοτέρων αντιπάλου. Ούτος ορμητικός νυν επήρχετο και απροσδόκητος από νότου εναντίον αμφοτέρων, και διά της εντελούς καταστροφής του ηττημένου και του ακρωτηριασμού του νικητού έμελλε να ιδρύση νέον κράτος παγκόσμιον, κράτος ουχί απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν κατ’ εξοχήν, υπό νέας θρησκείας παραχθέν και διά της θρησκείας ταύτης κραταιωθέν και δεσπόσαν του πλείστου μέρους του κόσμου.

GUTENBERG

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.