Παύλος Καρολίδης: Ισλαμική έκρηξη, Βυζαντινή Άμυνα (Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας, Γ’ Μέρος)

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΤΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
ΤΗΣ ΛΟΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ: ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ, ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΠΑΝΕΠIΣΤΗΜIΟΥ, 81
1906

Οι Άραβες. Μωάμεθ και η διδασκαλία αυτού.
Το νέον κράτος και η νέα θρησκεία ιδρύθησαν εν μέσω του έθνους των Αράβων υπό του Άραβος Μωάμεθ. Οι Άραβες ανθρωπολογικώς, ήτοι κατά την εξωτερικήν διάπλασιν του σώματος και την επί της διαφοράς της τοιαύτης διαπλάσεως στηριζομένην διαίρεσιν του ανθρωπίνου γένους, ανήκουσιν εις την Λευκήν ή Καυκασίαν φυλήν (67)· γλωσσικώς δε υπάγονται εις την Σημιτικήν γλωσσικήν διαίρεσιν της Καυκασίας φυλής, όντες συγγενείς κατά την γλώσσαν προς τους αρχαίους Βαβυλωνίους και Ασσυρίους, τους Εβραίους, Φοίνικας, Σύρους, οίτινες πάντες ως και οι Άραβες καλούνται Σημιτικοί, ως καταγόμενοι το πλείστον κατά την Π. Διαθήκην από Σημ, του υιού του Νώε. Εν τη αρχαία ιστορία ευρίσκομεν τον λαόν των Αράβων οικούντα εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν τη Αραβική καλουμένη μεγάλη χερσονήσω και εν ταις προς ανατολάς της Συρίας και Παλαιστίνης εκτεινομέναις ερήμοις. Αλλ’ οι Άραβες ούτοι, οίτινες και εις τους αρχαίους Έλληνας δεν ήσαν άγνωστοι (Αράβιοι υπό του Ηροδότου καλούμενοι), δεν εκτήσαντο πολλήν σπουδαιότητα εν τη ιστορία τη αρχαία. Η σπουδαιότης και η πραγματική εμφάνισις αυτών εν τη ιστορία ανήκουσιν εις τους χρόνους του παρ’ αυτοίς γεννηθέντος και αναπτυχθέντος Μωαμεθανισμού ή Ισλάμ. Προ της κηρύξεως του Ισλάμ ήτοι της μωαμεθανικής θρησκείας, οι Άραβες είχον θρησκεία ήτις εν τοις αρχαιοτάτοις χρόνοις μη απέχουσα πολύ της μονοθεΐας των Εβραίων, ούσα δηλονότι λατρεία ενός μόνον Θεού καλουμένου Αλλά (Αλ-ιλάχ = ο Θεός, Εβρ. Ελωχείμ), ανεμίχθη βραδύτερον μετά της αστερολατρίας των Βαβυλωνίων και Φοινίκων, εν μέρει δε και μετά κτισματολατρίας παχυλής. Ιδίως δε ελατρεύετο παρ’ αυτοίς ουρανοπετής τις λίθος Χαδζάρ καλούμενος, αποτελών το ιερώτατον σέβασμα πασών των Αραβικών φυλών, φυλαττόμενον εν Μέκκα εν τω αρχαιοτάτω ναώ τω καλουμένω οίκω του Θεού (Βεϊτουλλάχ ή Κααβά) κτισθέντι κατά τας παραδόσεις των Αράβων υπό Αβραάμ, όν και οι Άραβες τιμώσιν ως γενάρχην αυτών ως καταγόμενοι από του εξ Άγαρ υιού του Αβραάμ Ισμαήλ και διά τούτο καλούμενοι και Ισμαηλίται και Αγαρηνοί. (68) Και η πόλις Μέκκα ήτο παρ’ αυτοίς ιερά πόλις ένεκεν του ναού Κααβά και του εν αυτώ λίθου. Αλλ’ ει και η κατ’ αρχάς μονοθεϊστική θρησκεία των Αράβων παρεξετράπη κατά μικρόν εις πολυθεΐαν και κτισματολατρίαν, δεν απώλετο παντελώς ο μονοθεϊστικός αυτού χαρακτήρ· και ο εν αρχή μόνος θεός Αλλάχ ωνομάσθη είτα εν τω πολυθεϊσμώ Αλλάχ-τααλί = Ύψιστος θεός. Αφ’ ού δε χρόνου εκηρύχθη ο Χριστιανισμός εν Παλαιστίνη και Συρία, αιρέσεις χριστιανικαί, προ πάντων ιουδαΐζουσαι (θεωρούσαι δηλονότι τον Χριστόν ως Μεσσίαν και μέγαν προφήτην, ουχί θεόν και θεάνθρωπον) διεδόθησαν και εν Αραβία. Και Ιουδαϊκαί δε αποικίαι και παροικίαι ουκ ολίγαι υπήρχον εν Αραβία από των χρόνων της διασποράς των Ιουδαίων. Εκ της ποικιλίας δε ταύτης των θρησκευμάτων ζωηρός υπήρχε θρησκευτικός ανταγωνισμός εν Αραβία μεταξύ των οπαδών των διαφόρων θρησκευμάτων καθ’ ούς χρόνους εγεννήθη ο Μωάμεθ.

Ο Μωάμεθ (Μουχάμμετ) εγεννήθη εν Μέκκα τω 571 βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του Ιουστίνου Β’. Από δε νεότητος μεγάλην δεικνύων ροπήν εις τον θρησκευτικόν βίον και τας θρησκευτικάς μελέτας εις συχνήν διετέλει συνάφειαν προς τους Χριστιανούς της νοτίου Αραβίας (όπου υπήρχον τότε γνήσιοι Χριστιανοί ίδ. σελ. 80), ένθα μετέβαινε χάριν εμπορίας, και προς τους εν τη βορείω Αραβία ιουδαΐζοντας Χριστιανούς και προς Εβραίους. Γενόμενος δ’ ανήρ ωρίμου αναπτύξεως (περί το 40 έτος της ηλικίας αυτού) παρέστη εν Μέκκα (610 μ. Χ.) εν τω μέσω του Αραβικού λαού ως προφήτης κηρύττων την νέαν αυτού θρησκευτικήν διδασκαλίαν, την έχουσαν ως δόγμα θεμελιώδες και αρχήν υπερτάτην ότι «είς μόνος υπάρχει θεός και Μωάμεθ είναι ο προφήτης αυτού». Η διδασκαλία αύτη, ήν εκήρυσσεν ο Μωάμεθ ως θεόπνευστον, ως διά του Αρχαγγέλου Γαβριήλ απ’ ευθείας από του Θεού εις αυτόν αποκαλυφθείσαν, και περί ής εκτενέστερον θέλομεν διαλάβει κατωτέρω, εν αρχή δεν ηξιώθη πολλής προσοχής παρά τη Αραβική αριστοκρατία της Μέκκας. Ότε δε κατά μικρόν οι οπαδοί του νέου προφήτου ηυξήθησαν σημαντικώς, εκ των κατωτέρων τάξεων του λαού κυρίως προσερχόμενοι, ησπάσαντο δε την διδασκαλίαν του Μωάμεθ και ουκ ολίγοι των προκρίτων Μεκκανών, ήρξατο διωγμός κατά του αρχηγού και των οπαδών υπό των ισχυροτέρων Μεκκανών και ηπειλήθη θάνατος κατά του προφήτου. Τότε ούτος έφυγεν από Μέκκας και μετέβη εις την αντίζηλον ταύτη πόλιν της Αραβίας Μεδινάν, ένθα έτυχε καλής υποδοχής. Η φυγή αύτη του Μωάμεθ (η γενομένη τη 16 Ιουλίου 622) καλουμένη Αραβιστί Χίδζρα ή Χέδζρα (Εγίρα ως μετεσχηματίσθη η λέξις εν ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις) = φυγή, εθεωρήθη ύστερον ως σπουδαιότατον γεγονός εν τη αρχή και γενέσει του Μωαμεθανισμού, ως διά ταύτης σωθέντος του προφήτου και διά ταύτης θεμελιωθείσης της νέας θρησκείας αυτού. Και διά τούτο εγένετο αρχή της μέχρι σήμερον παρ’ άπασι τοις μωαμεθανικοίς λαοίς χρονολογίας (69). Εν Μεδινά ο Μωάμεθ προσεκτήσατο πολλούς οπαδούς, δι’ ών συνεκρότησεν ήδη κράτος θρησκευτικόν και περιήλθεν εις πόλεμον προς τους Μεκκανούς, οίτινες μετά πολλά έτη ηναγκάσθησαν (630) ν’ αναγνωρίσωσιν αυτόν ως προφήτην και άρχοντα. Ούτω δε πάσα η Αραβία προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και απετέλεσε μίαν κοινωνίαν θρησκευτικήν και πολιτικήν υπό την πνευματικήν και πολιτικήν αρχήν του Μωάμεθ, όστις ετελεύτησε μακρόν μετά την επίτευξιν του μεγάλου τούτου έργου (632 μ. Χ.).

Η διδασκαλία του Μωάμεθ.
Αι θεμελιώδεις αρχαί της διδασκαλίας του Μωάμεθ, ήτοι της υπ’ αυτού ιδρυθείσης θρησκείας, ήν ωνόμασεν Ισλάμ ήτοι αφοσίωσιν εις τον Θεόν (οι οπαδοί του Ισλάμ καλούνται μουσλίμ ή μουσουλμάν = αφωσιωμένοι εις το θείον) είναι α’) η πίστις εις την ενότητα του Θεού, εις το ενιαίον δηλονότι και αδιαίρετον της υποστάσεως αυτού· την αρχήν ταύτην, το δόγμα ότι είς μόνος υπάρχει θεός, ετόνισεν ο Μωάμεθ προ πάντων εναντίον του παρά Χριστιανοίς δόγματος της τρισυποστάτου θεότητος· β’) η πίστις ότι ο Μωάμεθ είναι προφήτης του Θεού αποκαλυφθέντος εις αυτόν και εμπνεύσαντος αυτώ την διδασκαλίαν αυτού. Αλλά το διπλούν τούτο θεμελιώδες δόγμα της διδασκαλίας αυτού («Είς Θεός υπάρχει και Μωάμεθ είναι ο προφήτης αυτού») συνέδεσεν ο Μωάμεθ μετά των ιστορικών παραδόσεων της Χριστιανικής και της Ιουδαϊκής θρησκείας. Ο Θεός ο αποκαλυφθείς εις αυτόν είναι αυτός ο Θεός ο αποκαλυπτόμενος εν τη Παλαιά Διαθήκη διά των προφητών και εν τω Ευαγγελίω διά του Iησού Χριστού. Έπεμψε δε αυτόν ο Θεός ούτος ως νέον, ως έσχατον των προφητών, διότι, ως έλεγεν, οι τε Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί διέστρεψαν την διά των προφητών και του Χριστού, της Παλαιάς Διαθήκης και του Ευαγγελίου, γενομένην αυτοίς διδασκαλίαν της θεογνωσίας και της αληθούς πίστεως. Κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ ο Θεός, ο κατά τας Γραφάς δημιουργήσας τον κόσμον και τον Αδάμ, απεκαλύφθη εις το δημιουργηθέν υπ’ αυτού ανθρώπινον γένος διά των προφητών και εδίδαξεν αυτό διά τούτων την μόνην αληθή εις Θεόν πίστιν, το Ισλάμ την πρώτην και αιώνιον θρησκείαν, ής οπαδοί ήσαν πάντες οι προφήται και ο Χριστός, όντες πάντες ούτοι μουσλίμ. Προφήται εισι πάντες οι υπό του Θεού εμπνεόμενοι εκλεκτοί άνθρωποι, οι διδάσκοντες την θεογνωσίαν και εμπεδούντες αυτήν διά θαυμάτων αλλά μέγιστοι των προφητών είναι έξ, ο Αδάμ ο πρωτόπλαστος, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Μωυσής, ο Iησούς (όν και ο Μωάμεθ καλεί Χριστόν· μεσίχ = μεσσίας) ως μέγαν προφήτην και εκλεκτόν του Θεού) και ο έσχατος πάντων, ο παραλαβών εν τη διδασκαλία αυτού πάσας τας των άλλων διδασκαλίας και καθάρας αυτάς από των πλανών και των διαστροφών των Ιουδαίων και των Χριστιανών, ο Μωάμεθ. Ως μεγίστην της αληθούς θεογνωσίας, ήτοι του Ισλάμ, παρά τοις Χριστιανοίς διαστροφήν θεωρεί ο Μωάμεθ ακριβώς τα δύο κυριώτατα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας: το τρισυπόστατον της θεότητος (κηρύττων αυτός την ενότητα της θεότητος) και το της ενανθρωπήσεως του Θεού εν Χριστώ Iησού. Ο Iησούς Χριστός κατά τον Μωάμεθ είναι προφήτης μέγιστος, έχων την εξαιρετικήν ταύτην εν άπασι τοις ανθρώποις υπεροχήν, ότι εγεννήθη ασπόρως. Τούτο όμως ουδαμώς μαρτυρεί θεότητα, αλλά θαύμα υπερφυές του Θεού εν τω προφήτη αυτού. Ο Iησούς προς τούτοις εν τη ιδιότητι αυτού ως μεγάλου προφήτου είναι, και Λόγος (ουχί υιός) ενσαρκωθείς του Θεού· αλλ’ είναι πάντοτε άνθρωπος. Ο Μωάμεθ θεωρεί προς τούτοις ψευδή τα λεγόμενα περί της σταυρώσεως και του θανάτου του Χριστού. Κατ’ αυτόν ο Χριστός ούτε εσταυρώθη (70) ούτε απέθανε. Τούτο ψευδώς υπέλαβον οι Εβραίοι, τυφλωθέντες υπό του Θεού εν τη ανομία αυτών και νομίσαντες ότι εσταύρουν τον Χριστόν, ενώ ο σταυρωθείς υπ’ αυτών ήτο τις Εβραίος. Ο δε Χριστός, ανελήφθη εις Ουρανούς εν σώματι, όπως και άλλοι προ αυτού προφήται (Ενώχ και Ηλίας), μέλλει δε αυτός να κρίνη τους ανθρώπους εν τη εσχάτη κρίσει, του Μωάμεθ συνηγορούντος τότε απλώς υπέρ των Μουσλίμ.

Και τοιαύτη μεν εν κεφαλαίω είναι η δογματική και η ιστορική του Μωάμεθ διδασκαλία περί του Ισλάμ, όπερ από καταβολής κόσμου και από της δημιουργίας του ανθρώπου ην κατ’ αυτόν η μόνη αληθής θρησκεία, διαστραφέν δε έπειτα υπό των Ιουδαίων και των Χριστιανών ανεφάνη εν τω κόσμω εν τη καθαρότητι αυτού, μετά νέας λαμπηδόνος, διά του Μωάμεθ.

Πας μουσλίμ ή μουσουλμάνος πρέπει κατά τον Μωάμεθ να εργάζηται διηνεκώς υπέρ του θριάμβου του Ισλάμ, ουχί μόνον διά του λόγου, αλλά και δι’ έργου, ήτοι διά του ξίφους. Τούτο απαιτεί αυτή η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και η προς αυτό ευσπλαγχνία. Πας μη ων μουσλίμ, ήτοι μη πιστεύων εις το Ισλάμ, είναι καταδεδικασμένος εν τη μελλούση ζωή εις αιώνιον κόλασιν. Και επειδή η απιστία αύτη προέρχεται από διανοητικής και ηθικής τυφλώσεως, είναι ανάγκη οι λαοί και τα έθνη τα διατελούντα εν τω σκότει της απιστίας, και διά του ξίφους έτι, προς ίδιον μέγα όφελος, να προσέλθωσι διά του Ισλάμ εις την οδόν της σωτηρίας. {101} Αλλά μεταξύ των λαών των μη πιστευόντων εις το Ισλάμ, και κυρίως εις την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, πρέπει να διακρίνωνται από των κυρίως απίστων (Καφίρ (71)) οι λεγόμενοι λαοί της Βίβλου (εχλ-ελ-κιτάπ), οίτινες είναι οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι. Ούτοι, καίπερ μη πιστεύοντες εις την διά του Μωάμεθ γενομένην αποκάλυψιν του Ισλάμ, ουχ ήττον δεν είναι παντελώς ξένοι προς το Ισλάμ, αφού πιστεύουσιν εις την Βίβλον, εις τον Θεόν της Βίβλου και εις τους προφήτας (πλην του Iησού οι Ιουδαίοι, και πλην του Μωάμεθ Ιουδαίοι και Χριστιανοί). Οι τοιούτοι λοιπόν πρέπει να προσάγωνται εις το Ισλάμ ουχί διά του ξίφους, αλλά διά του λόγου. Διά τούτο ο Μωαμεθανισμός πανταχού, όπου ήρξεν, εξωλόθρευσε πάσαν άλλην θρησκείαν πλην της Χριστιανικής και της Ιουδαϊκής, εις άς αμφοτέρας επέτρεψεν ανεκτήν τινα ύπαρξιν.

Εκ των ειρημένων νοείται ότι η διδασκαλία του Μωάμεθ περιλαμβάνει και την εις την μέλλουσαν ζωήν πίστιν, ήτις και εν τω Μωαμεθανισμώ, ως εν τω Χριστιανισμώ, συνδέεται μετά της πίστεως εις ανάστασιν νεκρών και την εσχάτην κρίσιν και ανταπόδοσιν. Εν τη εσχάτη κρίσει πάντες οι μουσλίμ κριθήσονται μόνον κατά τας πράξεις αυτών και κολασθήσονται πάντοτε διά τας αμαρτίας αυτών εν τη γεέννη (δζεχεννέγκ) του πυρός, αλλά προσωρινώς μόνον, δικαιούμενοι εν τη αιωνιότητι διά της πίστεως αυτών. Αιώνιος κόλασις αναμένει μόνον τους απίστους, και αυτούς έτι τους Χριστιανούς και Ιουδαίους, τους μη δικαιουμένους εκ της πίστεως αυτών. Ούτοι, και αγαθοί αν ώσιν εν ταις πράξεσιν αυτών, κολασθήσονται αιωνίως διά την απιστίαν. Οι δίκαιοι και προ της κρίσεως της εσχάτης και μετά ταύτην μεταβαίνουσιν εις τον Παράδεισον (δζεννέτ) προς απόλαυσιν αιωνίου ζωής εν ευδαιμονία. Αι ηδοναί του Παραδείσου και αι τιμωρίαι της Κολάσεώς εισιν εν τω μωαμεθανισμώ υλικής φύσεως. Αλλ’ υπάρχουσι και πνευματικωτέρας φύσεως ηδοναί, οία είναι το οράν το πρόσωπον του Θεού εν τω αιωνίω φωτί, ως και πνευματικωτέρας φύσεως τιμωρίαι, οία είναι το στερείσθαι της όψεως του Θεού.

Μετά της εις τον Θεόν και την αιώνιον ζωήν πίστεως συνδέεται και το ηθικόν μέρος της διδασκαλίας του Μωάμεθ.

Το πρώτιστον ηθικόν καθήκον παντός μουσλίμ είναι το εργάζεσθαι υπέρ της εν τω κόσμω διαδόσεως και επικρατήσεως του Ισλάμ, ού το κράτος εν τω κόσμω είναι αυτή η εν τω κόσμω βασιλεία του Θεού. {102} Επειδή δε το κράτος τούτο δεν διαδίδεται εν τω κόσμω μόνον διά του λόγου, αλλά προ πάντων διά του ξίφους, καθήκον παντός μουσλίμ είναι το πολεμείν υπέρ πίστεως. Πας εν τω πολέμω τούτω αποθνήσκων είναι μάρτυς της πίστεως (σεχίτ) και μεταβαίνει απ’ ευθείας εις τον Παράδεισον, πας δε μαχόμενος γενναίως και επιζών τω πολέμω είναι νικητής ή θριαμβευτής της πίστεως (γαζή). Υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων είναι η πύλη του Παραδείσου, κατά το ιερόν βιβλίον του Ισλάμ, ήτοι πας όστις μαχόμενος προχωρεί τολμηρώς μέχρι της σκιάς του ξίφους του πολεμίου, είναι ήδη εν τω Παραδείσω.

Πρώτιστον ηθικόν καθήκον του ανθρώπου είναι ωσαύτως το λατρεύειν τον Θεόν εν καθαρά καρδία. Σπουδαιότατον δε μέρος της λατρείας είναι η προσευχή. Αύτη συνίσταται το μεν εις το διηνεκώς εν πάση στιγμή μνημονεύειν του ονόματος του θεού και ευλογείν αυτό, το δε εις πέντε κατά τας πέντε επί τούτω τεταγμένας ώρας του ημερονυκτίου γενομένας προσευχάς (72). Η προσευχή άλλως είναι πράξις όλως ιδιωτική, εν οιωδήποτε τόπω υπό του ανθρώπου τελουμένη, μετά συμβολικήν τινα κάθαρσιν χειρών και ποδών, ενδεικτικήν της καθάρσεως της ψυχής. Οι ναοί υπάρχουσι μόνον ίνα προσεύχωνται ομού πολλοί εν τω αυτώ τόπω, αλλ’ έκαστος πάλιν και ενταύθα προσεύχεται κατ’ ιδίαν, πλην ολίγων κοινών ευχών απαγγελλομένων υπό του Ιμάμη, ήτοι του επιστάτου του ναού· χρησιμεύουσι δε οι ναοί και προς διδασκαλίαν του λαού θρησκευτικήν και ηθικήν. Απαγορεύεται δε αυστηρώς πάσα εσωτερική δι’ αγαλμάτων ή εικονογραφιών διακόσμησις αυτών, ως απαγορεύεται αυστηρώς πάσα εικονική παράστασις της θεότητος και πάσα εις εικόνας τιμή. Άλλως ούτε θυσιαστήριον υπάρχει παρά τοις Μωαμεθανοίς, ούτε θυσίαι και τελεταί, ούτε ιερείς και ιερωσύνη και κλήρος (73). Η θυσία η άπαξ του έτους γινομένη παρά τοις Μωαμεθανοίς διά σφαγής αρνός ή προβάτου είναι απλή αναμνηστική πράξις της θυσίας του υιού του Αβραάμ, γίνεται δε υπό παντός Μωαμεθανού έμπροσθεν του οίκου ή προ του ναού. Και εορταί δε παρά τοις Μωαμεθανοίς είναι δύο μόνον, η της αποκαλύψεως του Θεού εις τον προφήτην (το μέγα Βαϊράμ) γενομένη μετά το τέλος του ιερού μηνός της νηστείας Ραμαζάν και εν αρχή του μηνός Σεβάλ, και 70 ημέρας μετά τούτο το μικρόν Βαϊράμ, λεγόμενον και Βαϊράμ της θυσίας (κουρβάν-βαϊράμ) προς ανάμνησιν της θυσίας του Αβραάμ.

Νηστείαν διατάσσει ο νόμος του Μωάμεθ μόνον κατά μήνα Ραμαζάν. Αλλ’ η νηστεία συνίσταται απλώς εις το απέχεσθαι βρωμάτων καθ’ άπασαν την ημέραν, επιτρεπομένου παντός είδους τροφής μετά την ώραν της καταλύσεως της νηστείας (74), ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου.

Ως ηθικόν καθήκον εις τους Μουσλίμ συνιστάται υπό της μωαμεθανικής θρησκείας η φιλανθρωπία, η ευποιία προς τους πάσχοντας και η ελεημοσύνη προς τους απόρους. Τα καθήκοντα δε της φιλανθρωπίας εν τω μωαμεθανισμώ συνδέονται προς την γενικωτέραν ηθικήν αρχήν ότι πάντες οι ανθρώποι εισιν ίσοι ενώπιον του Θεού και ότι ο πανοικτίρμων και πανελεήμων Θεός αποστρέφεται τους υπερηφάνους και αγαπά τους ταπεινόφρονας. Αι φιλανθρωπικαί δε αύται αρχαί της μωαμεθανικής ηθικής συνετέλεσαν ώστε και ο θεσμός της δουλείας, όν δεν κατώρθωσε να καταργήση ο μωαμεθανισμός, να κατασταθή ηπιώτερος και οι δούλοι να τυγχάνωσι φιλανθρώπου εκ μέρους των κυρίων αυτών περιθάλψεως.

Η ηθική του Μωάμεθ, η μη καταργήσασα την δουλείαν, και άλλην τινά μάστιγα ηθικήν του Ασιατικού βίου δεν κατώρθωσε να καταργήση, την πολυγαμίαν, την δηλητηριάζουσαν ηθικώς τον οικογενειακόν βίον και διά τούτου τον κοινωνικόν, την βάσιν ταύτην πάσης υγιούς πολιτείας και υγιούς εθνικού βίου.

Καθήκον ηθικόν παντός Μωαμεθανού, κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, είναι και η ιερά αποδημία, ήν πας Μωαμεθανός οφείλει άπαξ τουλάχιστον εν τη ζωή αυτού να ποιήσηται εις την ιεράν πόλιν Μέκκαν, ίνα προσκυνήση τον ενταύθα ιερόν ναόν και τον εν αυτώ ιερόν λίθον. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο Μωάμεθ ουδέ διενοήθη καν να καταργήση την λατρείαν ή την προσκύνησιν του μετεωρολίθου τούτου, το λείψανον αυτό της Αραβικής κτισματολατρίας (75). Τουναντίον μάλιστα αυτός διέταξεν ίνα οι μουσλίμ προσευχόμενοι στρέφονται πάντοτε προς την διεύθυνσιν του Κααβά.

Το Κοράνιον.
Το ιερόν βιβλίον το περιέχον την διδασκαλίαν του Μωάμεθ λέγεται Κοράνιον (Κοράν = ανάγνωσμα). Το βιβλίον τούτο, το περιεχόμενον δηλαδή αυτού, πεμφθέν, καθώς λέγει ο Μωάμεθ, ουρανόθεν απεκαλύφθη διά του αρχαγγέλου Γαβριήλ εις τον Μωάμεθ, καίπερ μη ειδότα αναγινώσκειν, εννοήσαντα δε τα λεγόμενα εν αυτή υπό του Θεού διά της θείας, ως ενόμιζεν, εμπνεύσεως. Εν τω Κορανίω απ’ αρχής μέχρι τέλους παρίσταται λέγων ο Θεός και αποκαλύπτων εις τον Μωάμεθ την σοφίαν και πάσαν την βουλήν αυτού. Είναι δε το Κοράνιον κατά τον Μωάμεθ αντίγραφον του εν ουρανοίς από καταβολής κόσμου δι’ ακτίνων του φωτός γεγραμμένου βιβλίου περιέχον πάσαν την αλήθειαν και αληθή θεογνωσίαν. Η Παλαιά Γραφή και το Ευαγγέλιον είναι αντίγραφα ατελή του βιβλίου τούτου. Τέλειον αντίγραφον είναι το Κοράνιον, το συμπληρούν πάσας τας εν τοις άλλοις ιεροίς βιβλίοις κηρυχθείσας αληθείας.

Το Κοράνιον διαιρείται εις 114 κεφάλαια (Σουρά), άτινα εγράφοντο απαγγελλόμενα προφορικώς υπό του Μωάμεθ, είτα δε συναχθέντα επί των διαδόχων αυτού απετέλεσαν έν βιβλίον, όπερ έκτοτε έμεινεν αναλλοίωτον κατά το περιεχόμενον αυτού ιερόν βιβλίον του μωαμεθανικού κόσμου.

Κατακτήσεις Αραβικαί. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ.
Το κράτος των Χαλιφών.

Ο Μωάμεθ διά της υπ’ αυτού κηρυχθείσης νέας θρησκείας, ήν επέβαλεν εις τους ομοφύλους Άραβας ου μόνον απλώς διά του λόγου αλλά και διά του ξίφους, ίδρυσεν ου μόνον θρησκείαν, ου μόνον Εκκλησίαν, ούτως ειπείν, αλλά και πολιτείαν και κράτος. Διότι κατά την τότε ανάπτυξιν την κοινωνικήν και πνευματικήν του Αραβικού έθνους δεν ήτο δυνατόν να διακριθή η θρησκευτική πολιτεία από της κυρίως πολιτείας, και ο ιδρυτής θρησκείας και θρησκευτικής πολιτείας ήτο εξ ανάγκης ιδρυτής και κράτους πολιτικού. Ο δε Μωάμεθ αποθνήσκων κατέλιπεν εις το έθνος αυτού κράτος θρησκευτικώς άμα και πολιτικώς συγκεκροτημένον, όπερ μετά τον θάνατον αυτού έπρεπε να έχη τους άρχοντας αυτού. Οι άρχοντες ούτοι εκλήθησαν Χαλίφαι, ήτοι Διάδοχοι, ως διαδεξάμενοι τον Μωάμεθ ουχί εν τη προφητική τούτου ιδιότητι, διότι ο Μωάμεθ, ως ο έσχατος των προφητών, κατά την πίστιν των Μωαμεθανών, δεν ηδύνατο να έχη διάδοχον, αλλ’ εν τη ιδιότητι μόνον αυτού ως άρχοντος του νεωστί διά της θρησκείας συσταθέντος Αραβικού κράτους. Οι τοιούτοι μετά τον Μωάμεθ άρχοντες του Αραβικού κράτους είτε εκλεγόμενοι προς το αξίωμα τούτο, είτε ως εγίνετο εν αρχή, είτε κληρονομικώς λαμβάνοντες αυτό, ως εγίνετο βραδύτερον, εκαλούντο Χαλίφαι (Χαλίφ), ήτοι Διάδοχοι. Και τοιούτος διάδοχος εγένετο μετά τον θάνατον του Μωάμεθ ο Αβού Βεκίρ, ο από της δευτέρας γυναικός του Μωάμεθ πενθερός αυτού, εκλεγείς εις το αξίωμα υπό των αρχηγών των Αραβικών φυλών (76).

Επί του Χαλίφου Αβού Βεκίρ, όστις ήρξε δύο μόνον έτη, εξηκολούθησεν ο από του Μωάμεθ ήδη αρξάμενος εναντίον των απίστων πόλεμος. Ο Μωάμεθ, γενόμενος κύριος απάσης της Αραβίας, είχε συλλάβει την ιδέαν να υποτάξη όλον τον κόσμον εις το κράτος αυτού, τουτέστι να διαδώση το Ισλάμ εις όλον τον κόσμον, όστις ούτως έμελλε ν’ αναγνωρίση αυτόν ως προφήτην και ως υπέρτατον επί γης άρχοντα. Και προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει πρέσβεις προς τους ηγεμόνας των δύο ομόρων τη Αραβία μεγάλων κρατών, τον Ηράκλειον και τον Χοσρόην Β’. Και ο μεν Ηράκλειος εδέξατο οπωσούν φιλοφρόνως τους πρέσβεις του νέου Προφήτου, απορρίψας απλώς τας προτάσεις αυτών, αλλ’ ο Χοσρόης εθανάτωσεν αυτούς.

Κατάλυσις του Περσικού κράτους των Σασανιδών.
{105} Ο πόλεμος, ού ήρξατο ο Μωάμεθ εναντίον αμφοτέρων των Κρατών, διεκόπη ευθύς υπό του θανάτου αυτού. Αλλά και επί της διετούς αρχής του Αβού Βεκίρ ο πόλεμος ο εναντίον των Ελλήνων περιωρίσθη εις την υπό των Αράβων άλωσιν φρουρίων τινών του Ελληνικού Κράτους εν τη νοτίω Συρία, τη Παλαιστίνη κειμένων, ιδίως της περίφημου πάλαι Φιλισταϊκής, νυν δ’ εξηλληνισμένης Γάζης, έλαβε δε μεγάλας διαστάσεις και επί του Χαλίφου Ωμάρ (634-644) του εκλεγέντος μετά τον θάνατον του Αβού Βεκίρ. Επ’ αυτού δύο στρατιαί Αραβικαί επέμφθησαν κατά δύο διευθύνσεις, η μεν υπό τον Καλίδ εναντίον του Ελληνικού, η δε υπό τον Σαΐδ εναντίον του Περσικού κράτους των Σασσανιδών.

Εν Περσία από του τέλους του μεγάλου προς τον Ηράκλειον πολέμου, ότε ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Χοσρόου Β’ υιός Καβάδης, Β’ Σιρόης, μέχρι του έτους, καθ’ ό οι Άραβες επί του Αβού Βεκίρ εστράτευσαν κατά του κράτους τούτου, εν διαστήματι 4 ετών δέκα περίπου ηγεμόνες ανήλθαν εις τον Περσικόν θρόνον, εν ελαχίστοις χρονικοίς διαστήμασι διαδεχόμενοι αλλήλους καθαιρουμένους ή φονευομένους. Τέλος τω 632 ο υπό των Αράβων επικείμενος κίνδυνος επήνεγκέ τινα ομόνοιαν μεταξύ των αρχόντων και τω 632 ανεγνώρισαν ούτοι τον 15ετή παίδα Ισδέγερδον Β’ (έγγονον του Χοσρόου) και έσπευδον προθύμως εις τον εναντίον των Αράβων πόλεμον. Αλλ’ ο Περσικός στρατός ο υπό τον στρατηλάτην Ρουστάν εναντίον των υπό τον Σαΐδ Αράβων πεμφθείς συνεκρούσθη μετά τούτου εν Καδησία της Βαβυλωνίας (636). Η μάχη αύτη, καθ’ ήν οι Άραβες έμειναν νικηταί, δεν έκρινε μόνον μεταξύ των δύο Ασιατικών κρατών, του παλαιού Περσικού και του νεαρού Αραβικού, ή μεταξύ δύο φυλών, αλλά και μεταξύ δύο θρησκευμάτων, της αρχαιοτάτης θρησκείας του Ζωροάστρου, της θρησκείας του φωτός και του πυρός, εκπροσωπουμένης εν τω υψίστω πνεύματι του Κόσμου, τω θεώ Ωρομάσδη, και της νεωτάτης θρησκείας της υπό του Μωάμεθ κηρυχθείσης, της θρησκείας του Ισλάμ. Η δε ήττα των Περσών επήνεγκε και τον όλεθρον του τε Περσικού κράτους και της αρχαίας Περσικής θρησκείας. Διότι οι νικηταί Άραβες, δι’ ούς είπομεν λόγους, διά του ξίφους κατέστρεψαν νυν την θρησκείαν του Ζωροάστρου και επέβαλον τον Ισλαμισμόν εις απάσας τας υπ’ αυτών καταλαμβανομένας Περσικάς χώρας. Ο Ισδέγερδος μετά την ήτταν της Καδησίας επειράθη ν’ αναχαιτίση την ορμήν του εις τας Περσικάς χώρας εισβαλόντος Αραβικού χειμάρρου, αλλ’ ουδέν κατώρθωσε. Διότι ηττηθείς υπό των πολεμίων εγκατελείφθη και υπ’ αυτών των Περσών και εφονεύθη υπό των ιδίων αυτού υπηκόων (631). Ούτω δε το κράτος των Σασσανιδών κατελύθη διά παντός μετά της θρησκείας της Ζωροαστρικής. Πάσα η Περσία εγένετο μωαμεθανική, οι δε μείναντες πιστοί εις το πάτριον θρήσκευμα Πέρσαι κατέφυγον εις τας Ινδίας φέροντες μεθ’ εαυτών το άσβεστον ιερόν πυρ, διατηρούντες δε μέχρι σήμερον την πάτριον λατρείαν εν πολλαίς πόλεσι της Ινδικής και καλούμενοι Πάρσοι (υπό των ομοφύλων δε Μωαμεθανών Περσών Γουέβροι (Γκιαούρ) = άπιστοι).

Διά της καταλύσεως του Περσικού κράτους η δύναμις του Ισλάμ διεδόθη ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ασίας τας εκτεινομένας μεταξύ του Τίγρητος και του Ώξου, του Καυκάσου, της Κασπίας και του Ινδικού Ωκεανού και ηλλοιώθη ηθικώς και πολιτικώς η όψις της Δυτικής Ασίας πριν ή παρέλθωσιν 20 έτη από του θανάτου του Μωάμεθ.

Οι πόλεμοι των Αράβων κατά του Ελληνικού κράτους.
Καθ’ όν χρόνον ο Αραβικός Μωαμεθανικός χείμαρρος κατέκλυζε τας ιστορικωτάτας χώρας της Δυτικής και της Μέσης Ασίας, αι μεγάλαι και κάλλισται εν Ασία και Αφρική και ιστορικώταται χώραι του Ελληνικού κράτους κατελαμβάνοντο αλλεπαλλήλως υπό των ακαθέκτων στρατιών του Ισλάμ. Εκ των δύο στρατιών, αίτινες υπό του Χαλίφου Ωμάρ εξεπέμφθησαν εναντίον των Ελλήνων και των Περσών, η υπό τον στρατηλάτην Καλίδ, διελάσασα άνευ αντιστάσεως πάσαν την Παλαιστίνην, επήλθε κατά της εν τη Κοίλη Συρία μεγάλης και ονομαστοτάτης Ελληνικής πόλεως Δαμασκού, ήν και επολιόρκησεν. Ο Ηράκλειος, όστις ευρίσκετο έτι εν Συρία, έπεμψε στρατόν εναντίον του Καλίδ υπό τον γνωστόν ημίν εκ της ιστορίας του Περσικού πολέμου αδελφόν αυτού Θεόδωρον· αλλ’ ο στρατός ούτος ηττήθη εγγύς της Δαμασκού υπό των Αράβων (634). Δεύτερος στρατός υπό του βασιλέως πεμφθείς προς ελευθέρωσιν της Δαμασκού ηττήθη αύθις, και τότε η μεγάλη και αρχαιοτάτη πόλις, ο «οφθαλμός της Ανατολής», μετά εξάμηνον πολιορκίαν περιήλθεν εις τας χείρας των Αράβων. Ο βασιλεύς Ηράκλειος, όστις έσπευσε να επανέλθη εις την πρωτεύουσαν, ίνα φροντίση περί αποστολής νέου στρατού, έπεμψε πράγματι νέον στρατόν υπό τον υιόν αυτού Κωνσταντίνον και τον στρατηγόν Μανουήλ. Αλλ’ εν τη παρά τον Ιερομίακα ποταμόν μάχη ηττήθησαν και αύθις οι Χριστιανοί (696) και οι Άραβες ταχέως μετά την αναχώρησιν του βασιλέως εγένοντο κύριοι της Συρίας απάσης. Πάσαι αι μεγάλαι και περίφημοι ενταύθα πόλεις Αντιόχεια, Βηρυτός, Έμεσα, Ιερουσαλήμ, Καισάρεια η εν Παλαιστίνη εκυριεύθησαν μέχρι του 639 υπό των μαχητών του Ισλάμ.

Ιστορικώς αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ’ όν η Ιερουσαλήμ περιήλθεν εις την εξουσίαν των Αράβων. Η αγία πόλις πολιορκηθείσα τω 636 μετά την ατυχή τοις Έλλησι μάχην του Ιερομίακος αντέταξεν αντίστασιν γενναίαν προς τους πολιορκητάς, καίπερ ούσα εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και μόνον αρχηγόν και προστάτην έχουσα τον περίφημον Πατριάρχην Σωφρόνιον. Τέλος δε αναγκασθείσα να παραδοθή διά συνθήκης απήτησε να συνομολογήση την συνθήκην της παραδόσεως προς αυτόν τον Χαλίφην, ουχί δε προς τον αρχηγόν του πολιορκητικού στρατού Αβού Οβεϊδά, τον προ μικρού αντικαταστήσαντα εν τη αρχιστρατηγία τον Καλίδ. Και τότε ο χαλίφης Ωμάρ απήλθεν από Μέκκας και διανύσας μακροτάτην οδόν διά της ερήμου εν πάση απλότητι των τότε Χαλιφών (77) αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών (78). Κατά την συνθήκην ταύτην του Ωμάρ εις πάντας τους Χριστιανούς ασφαλίζεται η ζωή και η περιουσία και η ελευθέρα τέλεσις της θρησκευτικής λατρείας αυτών επί ετησία αποτίσει του κεφαλικού λεγομένου φόρου (χαράτζ), δι’ ού ο Χριστιανός εξαγοράζει ούτως ειπείν το δικαίωμα της υπάρξεως· απηγορεύετο εις τους Χριστιανούς να ιδρύωσι σταυρούς έξωθεν επί των ναών αυτών ή να κρούωσι σήμαντρα ή κώδωνας αγγέλλοντας την ώραν της προσευχής· έτι δε επεβάλλετο να διακρίνωνται κατά την ενδυμασίαν από των Μωαμεθανών, απαγορευομένης ιδίως αυστηρώς της χρήσεως του πρασίνου χρώματος (79) Και ούτω μεν η Συρία μετ’ αυτής δε και η Μεσοποταμία, δύο δηλονότι χώραι, αίτινες από των χρόνων των διαδόχων του Αλεξάνδρου επί 950 περίπου έτη υπήρξαν εστία ελληνικού πολιτισμού, ελληνικής παιδείας, ελληνικής φιλολογίας, κοιτίς του Χριστιανισμού και του Χριστιανικού Ελληνισμού και της χριστιανικής φιλολογίας και ρητορικής, κατελήφθησαν εντός 9 μόνον ετών υπό νέου έθνους, νέου κράτους, νέας θρησκείας και νέου βίου Ασιατικού επενεγκόντος κατά μικρόν την εξαφάνισιν του Ασιατικού Ελληνισμού εν τη λαμπροτάτη κοιτίδι και τη φωτεινοτάτη εστία αυτού. Μόνη η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία έσωσαν και σώζουσιν έτι τα ελάχιστα λείψανα, του πάλαι πνευματικού μεγαλείου του Ελληνισμού των χωρών τούτων. (80)

Κατάληψις της Αιγύπτου υπό των Μωαμεθανών.
Ευθύς δ’ ως συνεπληρώθη η κατάκτησις της Συρίας, περιήλθεν υπό το κράτος του Ισλάμ και άλλη ιστορικωτάτη χώρα και επί αιώνα και αυτή φαεινοτάτη διατελέσασα εστία του Ελληνικού πολιτισμού και των Ελληνικών γραμμάτων. Ο χαλίφης Ωμάρ έπεμψεν από Συρίας τω 640 νέον στρατόν προς κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό τον αυτόν εκείνον Άραβα στρατηλάτην, όστις επί του χαλίφου Αβού Βεκίρ είχεν εισβάλει εις την νότιον Συρίαν καταλαβών προς τοις άλλοις την ισχυράν Γάζαν (σ. 105). Ο Αμρού κατώρθωσε μετά μικρού στρατού εν διαστήματι ολίγων μηνών να καταλάβη πάσαν σχεδόν την Αίγυπτον νικήσας εν πολλαίς μάχαις τα Ελληνικά στρατεύματα και καταλαβών εξ εφόδου την ακρόπολιν της Μέμφιδος, πρωτευούσης της Μέσης Αιγύπτου (81). είτα δε και πάσαν την Αίγυπτον, πλην της Αλεξανδρείας. Αύτη υπερησπίζετο από θαλάσσης ισχυρώς υπό του Ελληνικού στόλου, ενόσω έζη ο Ηράκλειος. Αλλά τω 641 αποθανόντος του Ηρακλείου κατελήφθη υπό των Αράβων και η ελληνικωτάτη αυτή μεγαλόπολις, παυσαμένη έκτοτε ούσα εστία Ελληνικών γραμμάτων και Ελληνικού Χριστιανικού πολιτισμού. Ούτω δε μετά της καταλύσεως της εν Αιγύπτω Ελληνορωμαϊκής αρχής απώλετο και το εν Αιγύπτω επί 960 έτη περίπου ανθήσαν πνευματικόν κράτος του Ελληνικού, είτα δε και του Ελληνικού Χριστιανικού βίου και πολιτισμού. (82).

Εις την τοσούτο ταχείαν και ευχερή κατάλυσιν της εν Αιγύπτω Ελληνικής εξουσίας συνετέλεσαν πολύ οι Κόπται ήτοι οι Χριστιανοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων, οίτινες δεν είχον αφομοιωθή προς τους Έλληνας της χώρας. Οι Κόπται ούτοι, αποτελούντες τότε τον πολυπληθέστατον λαόν της Αιγύπτου, εμίσουν πολύ τους Έλληνας, διότι και θρησκευτικώς τότε ήσαν κεχωρισμένοι απ’ αυτών ως όντες Μονοφυσίται και τους Έλληνας θεωρούντες Νεστοριανούς (διότι οι Μονοφυσίται τους οπαδούς της εν Χαλκηδόνι Συνόδου συνέχεον προς τους Νεστοριανούς). Ένεκα λοιπόν του μίσους τούτου προσεχώρησαν ούτοι αθρόοι εις τους επιδρομείς Άραβας και παρείχον αυτοίς πάσαν συνδρομήν συντελούντες ισχυρώς εις την επιτυχίαν αυτών· εξ άλλου και οι Άραβες παρεχώρησαν εις τους Κόπτας εν ευρυτάτω μέτρω τας εις τους Χριστιανούς υπό του Κορανίου επιτρεπομένας ελευθερίας, και αυτόν τον κεφαλικόν φόρον καθορίσαντες μετριώτατον. Μεθ’ όλα ταύτα πολλοί των Χριστιανών Αιγυπτίων ή Κοπτών προσήλθον εκουσίως εις το Ισλάμ, και τούτων των αρνησιθρήσκων απόγονοι εισιν οι νυν Φελλάχοι της Αιγύπτου, ενώ οι εμμείναντες εν τη πατρίω πίστει καλούνται μέχρι νυν Κόπται.

Εμφύλιος πόλεμος εν τω Αραβικώ κράτει.
Σουννίται και Σεΐται.
Μετά την κατάληψιν της Αιγύπτου οι Άραβες εξέτειναν τας κατακτήσεις αυτών προς νότον μεν μέχρι των ορίων της Αιθιοπίας, προς δυσμάς δε κατέλαβον την Κυρηναϊκήν και εκείθεν τας λοιπάς Ρωμαϊκάς χώρας της Βορείου Αφρικής. Αλλά τούτο εγένετο μετά τον θάνατον του Ηρακλείου. Τα μεγάλα γεγονότα, ών αφηγήθημεν την ιστορίαν, συνέβησαν επί του χαλίφου Ωμάρ. Αλλά και επί του διαδόχου αυτού Οσμάν (654-655) όντος επί Μωάμεθ γραμματέως αυτού, γενομένου δε νυν χαλίφου δι’ εκλογής, αι Αραβικαί κατακτήσεις ηκολούθησαν την νικηφόρον αυτών πορείαν προς τε την Μέσην Ασίαν και προς τα βόρεια παράλια της Αφρικής. Συγχρόνως δε οι Άραβες, οι κατέχοντες νυν την Συρίαν, εκ των περιφήμων κέδρων του Λιβάνου κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλλον τας παραλίους πόλεις της Μικράς Ασίας και την Κύπρον και παρά την Ρόδον συνεκρότουν ναυμαχίας νικηφόρους προς τον ελληνικόν στόλον. Αλλά κατά τα τελευταία έτη της χαλιφείας του Ωμάρ εσωτερικαί ταραχαί εκραγείσαι εν τω Αραβικώ κράτει ανέκοψαν επί μακρόν την ορμητικήν κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Ο διαδεξάμενος τω 655 τον κατά το έτος τούτο φονευθέντα εν Μέκκα χαλίφην Οσμάν Αλής, ο εξάδελφος και επί θυγατρί γαμβρός του Μωάμεθ, περιεπλάκη ευθύς εξ αρχής της χαλιφείας αυτού εις εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους. Κατά του Αλή τούτου, όστις ένεκα της διπλής στενωτάτης προς τον Μωάμεθ συγγενείας είχε μείζονα δικαιώματα φυσικά επί της χαλιφείας ή οι προκάτοχοι αυτού, επανέστη ο της Δαμασκού διοικητής Μωαβίας εκ του γένους Ουμμέια, ουδεμίαν έχων συγγένειαν προς τον οίκον του προφήτου, αλλ’ απλώς πεποιθώς επί τας ιδίας δυνάμεις. Ο εμφύλιος ούτος πόλεμος διαρκέσας επί έτη έληξε διά του φόνου του Αλή και της υπό του Μωαβία καταλήψεως της Χαλιφείας.

Αλλά τότε μεγάλη επήλθε μεταβολή εις τον χαρακτήρα της Χαλιφείας. Ενώ οι μέχρι τούδε Χαλίφαι ελάμβαναν το αξίωμα δι’ εκλογής, και ήρχον την αρχήν ταύτην ως πατριαρχικοί αιρετοί άρχοντες λαού κατά βάθος δημοκρατουμένου, νυν ο Μωαβίας κατέστησε την αρχήν κληρονομικήν και μετέθηκε το κέντρον και την πρωτεύουσαν του κράτους και την έδραν της Κυβερνήσεως από της Αραβίας εις την Δαμασκόν της Συρίας. Νυν ο απλούς και λιτός βίος των δημοκρατικών αρχόντων των Αράβων μετεβλήθη εις πολυτελή και αβροδίαιτον αυλήν κληρονομικού ηγεμόνος απολυταρχικού, όστις την ιεράν ιδιότητα της Χαλιφείας εχρησιμοποίει απλώς προς ηθικήν εμπέδωσιν του δεσποτισμού. Η τέως δημοκρατική θεοκρατία παρά τοις Άραψι μετεβλήθη εις θεοκρατίαν μοναρχικήν και ο Αραβικός λαός από ελευθέρου τέκνου της έρημου κατά μικρόν κατέστη αγέλη δούλων του δεσπότου Χαλίφου. Αλλά θρησκευτικός φανατισμός και ηθική ζωτικότης συνετήρησαν έτι επί μακρόν την κατακτητικήν ορμήν του Αραβικού κράτους.

{112} Επί του Μωαβία αι ταραχαί επανελήφθησαν εν τω Αραβικώ κράτει και αφού ο Μωαβίας κατέστη χαλίφης και απόλυτος κύριος του κράτους (660 μ. Χ.) και ίδρυσε δυναστείαν κληρονομικήν καλουμένην δυναστείαν Ουμμεϊαδών (από του πάππου του Μωαβία Ουμμέια). Επί του υιού και διαδόχου του Μωαβία Ιεζίτ, οι οπαδοί του Αλή, πολυπληθείς όντες καθ’ άπαν το Χαλιφικόν κράτος, επανέστησαν (683) υπέρ του οίκου του Αλή και των δύο υιών αυτού Χασάν και Χουσεΐν. Αλλ’ εν τω αύθις εκραγέντι εμφυλίω πολέμω απώλοντο αμφότεροι οι υιοί του Αλή, οίτινες ήσαν και εγγονοί του Προφήτου εκ της θυγατρός αυτού Φατιμάς. Αλλ’ ο όλεθρος των δύο τούτων εγγόνων του Προφήτου και η ήττα της μερίδος, καίπερ εξωτερικώς εμπεδώσαντα το κράτος των Ουμμεϊαδών επί τινα χρόνον, εσωτερικώς διήρεσαν το Αραβικόν κράτος και σύμπαντα τον Μωαμεθανικόν κόσμον εις δύο μέχρι σήμερον αδιαλλάκτους προς αλλήλας διατελούσας μερίδας.

Οι οπαδοί του οίκου του Αλή ή των Φατιμιδών (ούτω καλουμένων από της θυγατρός του Προφήτου) μετά συμπαθούς λατρείας περιέβαλον την μνήμην του Αλή και των δύο υιών αυτού· τουναντίον δε εθεώρησαν ούτοι τους Ουμμεϊάδας ως ασεβείς σφετεριστάς της Χαλιφείας και διώκτας του οίκου του Προφήτου και παθητικώς μόνον υπετάσσοντο εις το κράτος αυτών. Αλλ’ εις το εξ ιστορικών και δυναστικών λόγων προκύψαν τούτο σχίσμα προσετέθησαν μετ’ ολίγον και λόγοι θρησκευτικοί δογματικοί. Οι οπαδοί των οίκων του Αλή, κάτοικοι ως επί το πολύ των Περσικών χωρών, εθεώρησαν ως μόνους νομίμους χαλίφας τον Αλήν και τους δύο υιούς αυτού, απεκήρυξαν δε τους τρεις πρώτους χαλίφας Αβού Βεκίρ, Ωμάρ, Οσμάν, ως παρανόμως καταλαβόντας την Χαλιφείαν, και ανεθεμάτισαν την μνήμην αυτών. Πλην της θρησκευτικής ταύτης διαφοράς επήλθον και δογματικαί. Μέρος των Μωαμεθανών (και τοιούτοι ήσαν οι τιμώντες την μνήμην και των 6 προ του Μωαβία χαλιφών) προς τω Κορανίω εδέξαντο και την ιεράν παράδοσιν ήτοι τους λόγους, τα αποφθέγματα και τας ρήτρας τας αποδιδομένας εις τον Προφήτην κατά παράδοσιν, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σουννίται (εκ του σουννά = παράδοσις)· εν ώ η ετέρα μερίς {113} (και εις ταύτην ανήκουσι το πλείστον οι οπαδοί των Φατιμιδών) ουδέν εκτός του Κορανίου παραδέχονται ως προερχόμενον εκ του Προφήτου, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σεΐται = οπαδοί (του Αλή εννοείται) κατά την ονομασίαν των οπαδών του Αλή (83).

Εξακολούθησις των Αραβικών κατακτήσεων.
Αλλ’ αι διαιρέσεις αύται αι διαιωνισθείσαι έκτοτε εν τω μωαμεθανικώ κόσμω δεν ανέκοψαν διαρκώς την προς τα πρόσω κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Αφού περί τα τέλη του 7ου αιώνος κατέπαυσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, η εκ των πολέμων τούτων αναρριπισθείσα πολεμική ορμή των Αράβων νέον εύρε στάδιον ενεργείας εις νέους κατά των απίστων υπέρ του Ισλάμ πολέμους. Ήδη επί του Μωαβία οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν σχέδιον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος δι’ ενός καιρίου πλήγματος κατά της Κωνσταντινουπόλεως και ούτω καταστώσι κύριοι απάσης της Ευρώπης· προς τούτο δε επί 7 έτη επολιόρκησαν, αλλ’ άνευ επιτυχίας, την Κωνσταντινούπολιν.

Επί των Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδ-αλ-μαλέκ (685-705) και Αλ-Βαλίδ (705-713) οι Άραβες συνεπλήρωσαν την κατάκτησιν συμπάσης της Βορείας Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού, είτα δε διαπεραιωθέντες τον Ηράκλειον πορθμόν (84) εισήλασαν εις την Ισπανίαν (711 μ. Χ.) και κατέλυσαν το ενταύθα χριστιανικόν κράτος των Βησιγότθων το από της νοτίου Γαλατίας εκταθέν πέραν των Πυρηναίων (ίδ. κατωτέρω).

Αφού δ’ ούτω περί τας αρχάς του 8 μ. Χ. αιώνος το Αραβικόν κράτος προς δυσμάς μεν εξετάθη μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού και των Πυρηναίων, προς ανατολάς δε μέχρι του Ινδού και του Ώξου, προς νότον μέχρι του Ινδικού Ωκεανού και προς βορράν μέχρι του Καυκάσου και των οχθών της Κασπίας, οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν κατά της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνικού κράτους σχέδιον, προσβάλλοντες εκ νέου την βασιλεύουσαν πόλιν του Ελληνικού κράτους κατά γην και κατά θάλασσαν επί ολόκληρον έτος (717-718), εισβαλόντες συγχρόνως και εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ’ εις τα τείχη του Χριστιανικού Βυζαντίου εθραύσθησαν τα κύματα του Αραβικού και μωαμεθανικού κατακλυσμού.

Μικρόν μετά την εν Ανατολή αποτυχίαν ταύτην, εν τη Δύσει υπερέβησαν τα Πυρηναία και εισελάσαντες εις την Γαλλίαν προυχώρησαν μέχρι της καρδίας της χώρας ταύτης απειλούντες ενταύθα την ύπαρξιν της μόλις κατά το ήμισυ Χριστιανικής τότε γενομένης Ευρώπης. Αλλ’ όπως οι Έλληνες εν Ανατολή, ούτω και εν τη Δύσει οι χριστιανοί Φράγκοι ανέκοψαν την ορμήν των Αράβων και απέκρουσαν τους επιδρομείς πέραν των Πυρηναίων. Έκτοτε το Αραβικόν κράτος απέβαλε την οξύτητα και το τοις χριστιανοίς κινδυνώδες της κατακτητικής αυτού ορμής.

Η αιτία της τοιαύτης ορμητικότητος και της ταχείας προόδου του Αραβικού κράτους έγκειται κυρίως εν τούτω, ότι το κράτος τούτο δεν ήτο απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν, και δη θρησκευτικόν άμα δε και στρατιωτικόν. Οι στρατιώται του Ισλάμ ήσαν εν ταύτω μαχηταί και απόστολοι της νέας θρησκείας· και εντεύθεν όλος εκείνος ο νεαρός έτι και ακμαιότατος θρησκευτικός ενθουσιασμός και φανατισμός, μεθ’ ού ο φυσικώς βάρβαρος, αλλ’ εύρωστος και αδιάφθορος Αραβικός λαός εκ της αφανείας της ερήμου εισήρχετο εις την σκηνήν της ιστορίας του κόσμου, καθίστατο δύναμις ακατάσχετος ηθική άμα και φυσική. Πας στρατιώτης του Ισλάμ τον πόλεμον τον υπέρ πίστεως εθεώρει ως το ύψιστον θρησκευτικόν αυτού καθήκον· εν τω θανάτω τω εν τοιούτω πολέμω έβλεπεν ανοιγομένας αυτώ τας πύλας του παραδείσου, επιζών δε τω πολέμω επέστρεφε μετά δόξης άμα δε και μετά λείας, ήν επορίζετο εκ του πολέμου. Προς τούτοις παρά τοις Μωαμεθανοίς από των χρόνων ήδη τούτων ανεπτύχθη τις ιδέα ηθική και θρησκευτική πείθουσα τον μαχητήν του Ισλάμ να περιφρονή απολύτως τον θάνατον. Η ιδέα αύτη είναι η του πεπρωμένου (καδέρ), ότι δηλαδή παντός ανθρώπου η ζωή ή ο θάνατος, η ημέρα αυτή του θανάτου και ο τρόπος, καθ’ όν μέλλει τις να αποθάνη, εισίν εκ των προτέρων καθωρισμένα υπό του Θεού και ουδεμία ανθρωπίνη δύναμις και ενέργεια δύναται να μεταβάλη το τοιούτον πεπρωμένον ή ειμαρμένον. Το Κοράνιον δεν έχει τοιαύτην διδασκαλίαν· αλλ’ η εν αυτώ τοσούτον εντόνως εξαιρομένη ιδέα, ότι άνευ της θελήσεως του Θεού ουδέν γίνεται εν τω κόσμω και εν τοις ανθρώποις, συνδεομένη μετά της παρ’ άπασι τοις έθνεσι (και παρ’ αυτοίς τοις αρχαίοις Έλλησι) μάλλον ή ήττον επικρατούσης πίστεως εις το πεπρωμένον, συνετέλεσεν εις την εν τω Ισλάμ ερρίζωσιν της ιδέας του πεπρωμένου. Της ιδέας λοιπόν ταύτης εμφορούμενοι οι μαχηταί του Ισλάμ ατρόμητοι ερρίπτοντο εις τους κινδύνους του πολέμου και της μαχαίρας των πολεμίων φρονούντες ότι, ει μεν ήτο πεπρωμένον να αποθάνωσι την ημέραν ή την ώραν εκείνην, και φεύγοντες έμελλον να αποθάνωσιν, ει δε μη ήτο πεπρωμένον, πάντως έμελλον να σωθώσι και εις τον μέγιστον εκθέτοντες εαυτούς κίνδυνον. Πλην τούτου ο θάνατος εν τω πολέμω ημείβετο εν τη ιδέα του Μουσλίμ, ως είπομεν, διά του Παραδείσου, ενώ η εν πολέμω φυγή ήτο μεγίστη προς τον Θεόν αμαρτία πέμπουσα εις κόλασιν τον ρίψασπιν. Διό και εν ταις μάχαις ανεφώνουν οι αρχηγοί προς τους μαχητάς· «εμπρός υμών ο παράδεισος, οπίσω η κόλασις». Είπομεν δε ότι κατά το Κοράνιον η πύλη του παραδείσου είναι υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων πολεμίων (ίδ. σελ. 102). Εάν δε προσθέσωμεν εις πάντα ταύτα ότι ο Άραψ ήτο τότε φυσικώς αδιάφθορος, όπως οι βάρβαροι Γερμανοί κατά τον 3 και 4 μ. Χ. αιώνα, και φύσει ορμητικός και οξύς τον χαρακτήρα και θερμουργός, και ότι οι λαοί, καθ’ ών επολέμει, Έλληνες και Πέρσαι, είχον εν μέρει περιπέσει εις φυσικήν και ηθικήν αδράνειαν, ιδίως ένεκα του τελευταίου μεταξύ αυτών φοβερού πολέμου, εννοούμεν τα αίτια της των Αράβων τοσούτο καταπληκτικώς νικηφόρου και ταχείας πορείας.

GUTENBERG

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.