Ποιοι ήταν οι Βογόμιλοι – Εμφάνιση, Ερμηνευτικές τάσεις (Α’ Μέρος)

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ – Δείτε εδώ όλη τη σειρά μελετών για τον Γνωστικισμό

5.3α Εισαγωγή – Ερμηνευτικές τάσεις

Ο Έλληνας ιστορικός, που θα επιχειρήσει να διαπραγματευθεί την ιστορία του Βογομιλισμού, θα βρεθεί αναγκαστικά αντιμέτωπος με τις επικρατούσες, εδώ και δεκαετίες, σχολές σκέψης, οι οποίες ερμήνευσαν το φαινόμενο, χρησιμοποιώντας έντονα ιδεολογικά κριτήρια. Ο Βογομιλισμός έχει το εξής ιδιάζων χαρακτηριστικό. Ων υπό ανάπτυξη τον Μεσαίωνα, συνδέθηκε με την ιστορία του Βουλγαρικού έθνους, σε μια ευαίσθητη καμπή της. Ταυτόχρονα, συνδέθηκε με την διάδοση των δυαρχικών κακοδοξιών στην Δύση και την εμφάνιση των Καθαρών.

Το πρώτο θέμα ήταν του άμεσου ενδιαφέροντος των σλαβόφωνων ιστορικών, οι οποίοι ακολούθησαν δύο τάσεις. Κατά την πρώτη τάση, με βάση τα κριτήρια της μαρξιστικής θεώρησης της ιστορίας (ιστορικός υλισμός), είδαν τον Βογομιλισμό ως κοινωνικό κίνημα και το ενέταξαν στην θεωρία τους περί πάλης των τάξεων[i]. Κατά την δεύτερη τάση, ο Βογομιλισμός εξακολουθεί να είναι ένα κοινωνικό κίνημα, το οποίο συσπείρωσε τις πλατιές μάζες ενάντια στην εισαγόμενη «φεουδαρχία», όπως αυτή εκπροσωπούνταν, κατά την άποψή τους, από τους Βυζαντινούς γαιοκτήμονες και την Εκκλησία. Ως αποτέλεσμα αυτής της αντίθεσης προέκυψε η Βουλγαρική εθνική συνείδηση[ii].

Αυτές οι δύο ερμηνείες, παρουσιάζουν μια βουλγαροκεντική θεώρηση, με τις εξής ασυνέπειες

  • ο Βογομιλισμός μελετάται ως κοινωνικό φαινόμενο, ενώ στην πραγματικότητα είναι θεολογικό-εκκλησιαστικό
  • χρησιμοποιούνται αναχρονιστικοί όροι (όπως πάλη των τάξεων, ταξική συνείδηση, εθνική αυτοσυνειδησία) για να περιγράψουν διαφορετικά γεγονότα, προσδίδοντας σε αυτά έτοιμο ιδεολογικό επίχρισμα
  • μεταφέρονται κοινωνικο-πολιτικές δομές (φεουδαρχία) ξένες προς τον βαλκανικό χώρο, για τους γνωστούς λόγους
  • αναπαράγεται η εθνικιστική ιδεοληψία για την ατέρμονη διαμάχη μεταξύ Βουλγάρων-Σλάβων και Βυζαντινών, η οποία εξυπηρέτησε πολιτικές σκοπιμότητες στο παρελθόν, αλλά πλέον δεν έχει λόγο να συνεχίζεται.

Το δεύτερο θέμα, σχετίζεται άμεσα με τα συμφέροντα χριστιανικών ομολογιών (Προτεσταντισμός)[iii]. Σε αυτές ο Βογομιλισμός, ως άμεσα (sic) συνδεδεμένος με το κίνημα των Καθαρών, αποτελεί αντίδραση στην κατ’ αυτούς απομάκρυνση της Εκκλησίας από τα αποστολικά πρότυπα, αντίδραση την οποία αργότερα εξέφρασε η Μεταρρύθμιση. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθούν οι ομολογίες αυτές ν’ αποκτήσουν βάθος χρόνου, οικειοποιούμενες αλλότρια κληρονομιά. Κύρια τακτική των ιστορικών αυτής της κατηγορίας είναι η άρνηση της αντικειμενικότητας των πηγών, επειδή αυτές θεωρούνται προκατειλημμένες, ως εκφράσεις της κυρίαρχης εκκλησιαστικής πολεμικής και της παπικής προπαγάνδας με σκοπό την πρόκληση σταυροφοριών επί χριστιανικού εδάφους.

Έτσι, όμως, οι Προτεστάντες αποκτούν μυωπική οπτική, διότι επικεντρώνουν μόνο στην περίπτωση των Καθαρών και των Βάλδιων και περιορίζουν το φαινόμενο τοπικά και χρονικά. Η άρνηση των πηγών με υπερβολικές αναλύσεις στερεί την πρώτη ύλη από την έρευνα και απάδει της επιστημονικής δεοντολογίας και μεθοδολογίας. Ας ληφθεί υπόψη ότι για την μελέτη των αιρέσεων δεν υπάρχουν μόνο δυτικές πηγές, ούτε έχουν όλοι οι ιστορικοί την διάθεση να συνταχθούν με κάποια από τις δύο πλευρές στην διαμάχη Παπικών-Προτεσταντών. Αν πάλι οι Προτεστάντες επιζητούν ν’ αποδείξουν ότι η Μεταρρύθμιση έχει τις ρίζες της στα αιρετικά κινήματα του Μεσαίωνα και η προσέγγιση της αποστολικής ζωής των πρώτων χρόνων της Εκκλησίας, γίνεται από αυτούς μέσα από την προοπτική των καταδικασμένων από την ίδια Εκκλησία και τους ίδιους τους Αποστόλους αιρετικών, θα μας βρουν βοηθούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Αυτής τις κατηγορίας εργασίες είναι οι εξής

  • Topentcharov V., Les Bou-l-gres et Cathares, Paris 1971, ἐκδ. Seghers
  • Anguelov D., Le Bogomilisme en Bulgarie, Toulouse 1972, ἐκδ. Privat.
  • Loos M., Dualist Heresy in the Middle Ages, Prague, 1974
  • και η πολύ γνωστή Obolensky D., The Bogomils, A study in balkan Neo-manicheism, Cambridge, 1948, ἐκδ. Cambridge University Press. Οι δύο τελευταίες εργασίες περιέχουν και στοιχεία της επόμενης κατηγορίας.

[ii] Σ’αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι εξής εργασίες

  • Georghief. S, Les Bogomiles et le presbytère Cosmas, Fribourg 1920
  • Sharenkoff V. N. A study of Manichaeism in Bulgaria, New York 1927
  • Ivanov.J., Livres et légendes bogomiles (Aux sources du Catharisme), Paris 1976
  • Topentcharov V., Les Bou-l-gres et Cathares, Paris 1971, ἐκδ. Seghers
  • Anguelov D., Le Bogomilisme en Bulgarie, Toulouse 1972, ἐκδ. Privat

[iii] Εργασίες αυτής της τάσεις είναι οι εξής

  • Morgen R., Medioevo christiano, Bari, ἐκδ. Laterza, 1951, του ιδίου, «Problèmes sur l’origine de l’hérésie au moyen âge», Revue historique 236, (1966), p. 1-16
  • Moore R. I., The Birth of Popular Heresy, London1975, ἐκδ. Arnold, του ιδίου, The Origins of European Dissent, Oxford, 1985, éd. Blackwell, του ιδίου, «Nicétas, émissaire de Dragovitch, a-t-il traversé les Alpes ? », Annales du Midi (1973), p. 85-90. Την προσπάθεια των Προτεσταντών να συνδέσουν την Μεταρρύθμιση με τα μεσαιωνικά αιρετικά κινήματα στα
  • Guy BEDOUELLE, «Les Albigeois, témoins du véritable Évangile: l’historiographie protestante du XVIe et du début du XVIIe siècle», Cahiers de Fanjeaux, n°14, Toulouse, ἐκδ. Privat, 1979
  • Roland Poupin, «Points de repère d’une histoire des origines du basculement dualiste en Occident médiéval»
  • Michel Jas, Incertitudes, Les Cathares à Montpellier, ἐκδ. Beziers: Institut d’études Occitanes, 2007
  • Roquebert Μ., «Le déconstructionnisme et les études cathares», dans Les cathares dans l’histoire, ἐκδ. Cahors, 2005,

5.3.1 Ιστορικά

α. Εμφάνιση Βογομιλισμού.

Η χώρα νότια του Δούναβη ήταν εκχριστιανισμένη μέχρι τον Στ’ αι. Μετά τις σλαβικές μετακινήσεις και την πληθυσμιακή αλλοίωση, η εκκλησιαστική διοίκηση έχασε τα ερείσματά της στην περιοχή καθώς ο πληθυσμός των Χριστιανών Ρωμαίων μειώθηκε δραματικά, ενώ αυξήθηκε κατακόρυφα ο σλάβικος παγανισμός. Οι Βούλγαροι κατά την είσοδό τους περίπου το 681 μ.Χ. στα εδάφη της αυτοκρατορίας, δεν ενδιαφέρθηκαν να γνωρίσουν την Ορθοδοξία, μέχρι την εποχή του Χάνου Κρούμου (852-889), ο οποίος προσκάλεσε ιεραπόστολους από την Κωνσταντινούπολη και τελικά το 870 μ.Χ. αποδέχθηκε την παρουσία Ορθόδοξου επισκόπου[i], ο οποίος έφερε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου.

Την εποχή αυτή έγραψε και την πραγματεία του για τους Παυλικιανούς ο Πέτρος Σικελιώτης και την αφιέρωσε στον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας[ii]. Ζώντας για κάποιο χρονικό διάστημα στην Τεφρική, γνώρισε τα σχέδια των αιρετικών, για την αποστολή δικών τους διδασκάλων στα εδάφη της Βουλγαρίας, με σκοπό την διάδοση των ιδεών τους:

«πάλιν δέ καί τῶν ἀσεβῶν ἐκείνων ἀκούσας φληναφούντων ὡς μέλλουσιν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων ἀποστέλλειν ἐν τοῖς τόποις Βουλγαρίας τοῦ ἀποστῆσαί τινας τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί προς τήν οἰκείαν καί μεμιασμένη αἵρεσιν ἐπισπάσασθαι, τῇ ἀρχῇ τοῦ θείου κηρύγματος θαρροῦντες, καί οἰόμενοι ὡς εὐκόλως δυνήσονται τῷ ἀδόλῳ καί ἀληθινῷ σίτῳ τά οἰκεία σπεῖραι ζιζάνια˙[iii]»

Η αλήθεια είναι ότι οι Παυλικιανοί μεταφέρθηκαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια επί Κωνσταντίνου Ε’ Κοπρώνυμου. Η παραπάνω πληροφορία μπορεί να σημαίνει ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ των αιρετικών κοινοτήτων των Βαλκανίων και των ομοίων της Μικράς Ασίας ή μπορεί οι πρώτες κοινότητες να περιέπεσαν σε μαρασμό και να χρειάζονταν νέους διδασκάλους για την διάδοση της αίρεσης στον νεοφώτιστο Βουλγαρικό πληθυσμό. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που παρατηρείται είναι ότι με την διάδοση της Ευαγγελικής αλήθειας στη Βουλγαρία, ξεκινά και η διάδοση της αίρεσης.

Η επιτυχής εγκαθίδρυση κοινοτήτων Παυλικιανών στην Βουλγαρία επιβεβαιώνεται από τον Ιωάννη Έξαρχο, λόγιο ιερέα της εποχής του Χάνου Συμεών (893-827), γιού του Βόρη. Αυτό που κάνει εντύπωση στην αναφορά του Ιωάννη Έξαρχου είναι η αποδοχή εκ μέρους των αιρετικών, του διαβόλου ως του μεγαλύτερου γιου του Θεού[iv]. Η δοξασία αυτή δεν ήταν παυλικιανής προέλευσης. Έχουμε, λοιπόν μια πρώτη αναφορά σε βογομιλική διδασκαλία. Στο κείμενο οι αιρετικοί ονομάζονται Μανιχαίοι, όνομα σύνηθες, όχι μόνο για τους Παυλικιανούς, αλλά και για κάθε μορφής αιρετική σέκτα, η οποία αποδέχεται την δυαρχία.

β. Η αλληλογραφία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Θεοφύλακτου και του Τσάρου Πέτρου.

Ο γιος του Συμεών, Πέτρος (927-969), αναγνωρίστηκε Τσάρος, από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α’ Λεκαπηνό (920-944) και συνδέθηκε μαζί του με αγχιστεία, καθώς νυμφεύθηκε την εγγονή του Μαρία. Όταν λοιπόν, ο Πέτρος ενημερώθηκε για την ύπαρξη αιρετικών ομάδων στην επικράτειά του απευθύνθηκε στον Πατριάρχη Κων/πόλεως Θεοφύλακτο Λεκαπηνό, γιο του Ρωμανού Α’ και συγγενή του. Η κίνηση αυτή του Πέτρου, να παρακάμψει τον αρχιεπίσκοπο της χώρας του και να στραφεί προς την Κωνσταντινούπολη είναι ενδεικτική του καλού κλίματος στις σχέσεις των δύο κρατών. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια των προκατόχων του για την εκ νέου δημιουργία ρωμαϊκού κράτους από τους Βούλγαρους και την ανεξαρτητοποίηση της Βουλγαρικής Εκκλησίας, εγκαταλείφθηκαν. Σε κίνηση καλής θέλησης απέναντι στον Τσάρο, ο Ρωμανος Λεκαπηνός αναγνώρισε τον επίσκοπο Αχρίδας, Δαμιανό, ως Πατριάρχη Βουλγαρίας, τίτλος που καταργήθηκε από τον Ιωάννη Τσιμισκή, μετά την κατάλυση του Βουλγαρικού Κράτους.

Μέσα από αυτές τις κινήσεις καλής θέλησης, η εθνικιστική Βουλγαρική θεώρηση της αίρεσης των Βογομίλων ως αντίδραση στην κεντρική Κωνσταντινοπολίτικη εξουσία, καταρρίπτονται. Οπωσδήποτε, φωνές διαμαρτυρίας για την εγκατάλειψη της πολιτικής των προηγούμενων Τσάρων, θα υπήρξαν εντός της βουλγαρικής αυλής. Δεν έχουν καταγραφεί, όμως, αντιδράσεις. Οι απόψεις, που θέλουν να προσμετρήσουν τον Βογομιλισμό ως τέτοια αντίδραση, δεν έχουν ερείσματα, είναι αυθαίρετες και η σκοπιμότητά τους είναι τόσο φανερή, που τους αφαιρεί οποιαδήποτε επιστημονικότητα. Έρχονται απλώς να στηρίξουν μια κατασκευασμένη θέση.

Ο ίδιος ο Πατριάρχης δεν φημίζονταν για την θεολογική κατάρτισή του ή για την προσωπική του ενασχόληση με τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Σώζεται μια επιστολή[v] που φέρει το όνομά του, έχει ως παραλήπτη τον Τσάρο Πέτρο και αφορά το θέμα των αιρετικών. Ενδέχεται να είναι προϊόν του πατριαρχικού περίγυρου και όχι του ίδιου του Θεοφύλακτου.

Από τα αναθέματα που περιέχονται στην επιστολή, γίνεται φανερό ότι οι αναφερόμενοι αιρετικοί, αν και αποκαλούνται επίσης Μανιχαίοι, διαφέρουν από τους Παυλικιανούς. Στο δεύτερο ανάθεμα φαίνονται ως μετριοπαθείς δυαρχικοί, αποδίδοντας την δημιουργία μόνο του υλικού κόσμου στον Διάβολο, ενώ οι Παυλικιανοί ήταν απόλυτα δυαρχικοί. Στο τέταρτο ανάθεμα φαίνεται ότι αποδέχονται τον μοναχισμό, σε αντίθεση με τους Παυλικιανούς. Οι δεύτεροι είχαν κάθετα αρνητική στάση στο ζήτημα. Με την αποδοχή του μοναχισμού οι Βογομίλοι προσιδίαζαν με τους Μεσσαλιανούς, γι’ αυτό και σε μεταγενέστερους χρόνους χρησιμοποιούνται και τα δύο ονόματα γι’ αυτούς.

Ο D. Obolensky δεν κατάφερε να αναγνωρίσει την διαφορά της μετριοπαθούς δυαρχίας των Βογομίλων, με την αυστηρή δυαρχία των Παυλικιανών[vi]. Γι’ αυτό και θεωρεί ότι από το σύνολο των αναθεμάτων – πρόκειται για 14 αναθέματα, εκ των οποίων 9 αφορούν αιρετικές πεποιθήσεις και τα υπόλοιπα αναθεματίζουν τους αιρεσιάρχες-αρχηγούς[vii] -, μόνο ένα δεν αντιστοιχεί σε ανάλογη καταγραφή στην Ιστορία του Πέτρου Σικελιώτη. Πρόκειται για το τέταρτο ανάθεμα:

«Τοῖς τόν εὔνομον γάμον ἀθετοῦσι καί τοῦ δαίμονος εἶναι νομοθεσίαν τήν αὔξησιν τοῦ γένους ἡμῶν καί διαμονήν δυσφημοῦσιν, ἀνάθεμα[viii]»

Η προσφυγή στο έργο του Πέτρου Σικελιώτη από όσους ήθελαν να χειριστούν κάποιο θέμα σχετικό με τους Παυλικιανούς, είναι αναγκαία. Αυτό που ενδιέφερε τον Obolensky δεν ήταν το ν’ αποδείξει την σχέση της Ιστορίας και της Επιστολής, αλλά η άρνηση της αιτιώδους σχέσης των Παυλικιανών και των Βογομίλων, άρνηση στην οποία προχώρησαν οι δύο κατηγορίες των ιστορικών, όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή. Το θέμα αυτής της σχέσης θα συζητηθεί εδώ, με την εξέταση της διδασκαλίας των Βογομίλων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι στην δεύτερη επιστολή του ο πατριάρχης Θεοφύλακτος, όπως και ο Τσάρος Πέτρος, δεν ενδιαφέρονταν να ταυτοποιήσουν τους αιρετικούς. Αυτό ήδη είχε γίνει και προφανώς είχε απασχολήσει τις δύο πρώτες επιστολές που δεν σώθηκαν. Επίσης είναι πολύ πιθανό και οι δύο να ήταν εξοικειωμένοι με το έργο του Πέτρου Σικελιώτη, ειδικά ο Τσάρος, εφόσον η Ιστορία απευθύνονταν στον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας. Το αντικείμενο της Επιστολής του Θεοφύλακτου ήταν η αντιμετώπιση των αιρετικών, γι’ αυτό και έστειλε στον Τσάρο μια φόρμουλα αναθεμάτων για την επιστροφή τους στην Εκκλησία. Η ταυτοποίηση μέσω της Επιστολής αφορά εμάς, αρκετούς αιώνες μετά και γι’ αυτό αποτελεί πηγή.

Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής η σχέση Παυλικιανών και Βογομίλων, όπως και η σύνδεση, τουλάχιστον ιδεολογική, όλων των δυαρχικών συστημάτων με τον Μανιχαϊσμο, ήταν δεδομένη. Παρ’ όλα αυτά γνώριζαν ότι οι Βογομίλοι δεν ταυτίζονταν με τους Παυλικιανούς. Ο πατριάρχης Θεοφύλακτος αναφέρει στην αρχή της Επιστολής:

«Ἐπεί δέ σοι καί ἤδη περί τῆς νεοφανοῦς ἀντεγράφη κατά τά ἐρωτηθέντα αἱρέσηος, καί νῦν τρανότερόν τε καί διεξοδικώτερον γράφομεν πάλιν, ὡς ἐπεζήτησας[ix]»

Αφενός, λοιπόν, την αναγνωρίζει ως νεοφανή, αφετέρου και λίγο παρακάτω, την αναφέρει ως «παλαιάν[x]». Αναγνωρίζει ότι «Μανιχαϊσμός …ἐστι, παυλιανισμῷ συμμιγής, ἡ τοῦτων δυσσέβεια». Γι’ αυτό και στα αναθέματα, εκτός των αιρετικών πεποιθήσεων, αναθεματίζονται και οι αιρεσιάρχες-αρχηγοί των Μανιχαίων και των Παυλικίανων.

Η σειρά των αναθεματισμών των αιρεσιαρχών-αρχηγών Μανιχαίων και Παυλικιανών δεν αποδεικνύει, ότι το μόνο που έκανε ο Πατριάρχης ήταν ν’ αντιγράψει την Ιστορία του Πέτρου Σικελιώτη. Η σειρά που ακολουθείται είναι χρονική, από τους πρώτους προς τους τελευταίους. Σκυθιανός, Τερέβυνθος, Μάνης, Παύλος και Ιωάννης οι γιοι της Καλλινίκης, Κωνσταντίνος, Συμεών, Παύλος, Θεόδωρος, Γεγναίσιος, Ιωσήφ, Ζαχαρίας, Βαάνης και Σέργιος. Είναι λογική και αναμενόμενη. Μέχρι στιγμής δεν αναφέρθηκε αρχηγός των Βογομίλων. Επιφυλάσσεται να γίνει στην επόμενη ιστορική καταγραφή.

Η φόρμουλα των αναθεματισμών αφορούσε τους μετανοούντες αιρετικούς, οι οποίοι ήθελαν να επιστρέψουν στην εκκλησία. Γι’ αυτούς που επέμεναν στην κακοδοξία, αναγνωρίζει ότι έπρεπε να εφαρμόζονται «οἱ πολιτικοί τῶν Χριστιανῶν νόμοι», αλλά παροτρύνει να νουθετούνται μετ’ επιμονής, «ἔτι καί ἔτι[xi]», με χρήση της δύναμης της πειθούς, χωρίς να χάνεται η ελπίδα της μετάνοιάς τους. Αν παρ’ όλα αυτά εμμένουν στην αμετανοησία, ας είναι αυτοκατάκριτοι, κατά τον Απόστολο. Ουσιαστικά, ο πατριάρχης Θεοφύλακτος συνιστά ν’ αποφεύγεται η εκτέλεσή τους, πάγια θέση της Εκκλησίας, όπως είδαμε και στο κεφάλαιο των Παυλικιανών.

γ. Η Ομιλία του πρεσβύτερου Κοσμά.

Η επόμενη αναφορά στους Βογομίλους γίνεται μέσα από μια ομιλία του Βούλγαρου πρεσβύτερου Κοσμά[xii]. Η χρονολόγησή της είναι σχετική. Το παλαιότερο κείμενο είναι ένα χειρόγραφο του ΙΔ’ αι. Υπάρχουν ακαδημαϊκοί, οι οποίοι δέχονται ότι γράφτηκε στις αρχές το ΙΓ’ αι., ενώ άλλοι δέχονται ως περίοδο συγγραφής τον ύστερο Ι’ αι[xiii]. Η μόνη σχετική ένδειξη για τον χρόνο γραφής είναι η αναφορά στον θάνατο του Τσάρου Πέτρου, το 969 μ.Χ. Είναι γραμμένο στην παλαιοσλαβονική. Οι Emile Georgief και Marcel Dando θεωρούν ότι το έργο γράφτηκε το 1211 και ήταν ομιλία εισήγηση στη Σύνοδο του Τύρνοβου. Στην συγκεκριμένη Σύνοδο δικάστηκαν και καταδικάστηκαν οι Βογομίλοι.

Σύμφωνα με αυτή την πηγή, ιδρυτής της αίρεσης ήταν κάποιος ιερέας Βογόμιλος. Το όνομα μεταφράζεται ως Θεόφιλος[xiv].

«Στην διάρκεια της βασιλείας του Ορθόδοξου βασιλιά Πέτρου, εμφανίστηκε στην βουλγαρική γη ένας παπάς με το όνομα Βογομίλος (αγαπημένος του Θεού), που θα ήταν σωστότερο να ονομάζεται Βογονέμιλ (μισητός από το Θεό). Αυτός ήταν ο πρώτος που δίδαξε μια αίρεση στη Βουλγαρία[xv]»

Εκτός του ονόματος «Βογομίλος», το οποίο είναι η μόνη ένδειξη για την αυτόχθονη γέννηση της αίρεσης και γι’ αυτό προωθήθηκε η νεώτερη χρονολόγηση του κειμένου, υπάρχουν και άλλα, ελληνικής προέλευσης, τα οποία κατ’ αναλογία θέτουν σε αμφισβήτηση την βουλγαρική ρίζα. Η προσωπικότητα του παπα-Βογόμιλου αγνοείται από την ελληνικές πηγές. Σ’ αυτές αναφέρονται «Φουνδαγιαγίτες[xvi]», «Χριστοπολίτες[xvii]», «Ευχίτες[xviii]», «Κουδούγεροι[xix]» κ.α.

Ο πρεσβύτερος Κοσμάς δίνει πολλές πληροφορίες για τα πιστεύω και τις πρακτικές των Βογομίλων. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ένα ακόμη σημείο, το οποίο δείχνει ότι τελικά οι επιδιώξεις των αιρετικών δεν ήταν προϊόντα της αφύπνισης κάποιας εθνικής συνείδησης:

«Διδάσκουν τους οπαδούς τους να μην υπακούν στους αφέντες τους˙ περιφρονούν τους πλούσιους, μισούν τον Τσάρο, κοροϊδεύουν τους ανωτέρους τους, μέμφονται τους βογιάρους, πιστεύουν ότι ο Θεός κοιτά με αποτροπιασμό σε όσους εργάζονται για τον Τσάρο και συμβουλεύουν κάθε υπηρέτη να μην δουλεύει για τον αφέντη του[xx]»

Η αντίθεση των Βογομίλων στην πολιτική εξουσία ακόμη και των Βουλγάρων δεν αφήνει περιθώρια να θεωρήσουμε την δημιουργία της αίρεσης ως εθνική αντίδραση ενάντια στο Κωνσταντινοπολίτικο κέντρο. Αλλά δεν δείχνει να εκφράζει επίσης κάποια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Αυτό που αφήνει να εννοηθεί είναι μια αντίδραση ενάντια σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικοκοινωνικής εξουσίας. Αντίθετα, η προσπάθεια τους να εμφανίζονται ως Χριστιανοί, μετερχόμενοι μεθόδους αντίθετες από την επίσημη διδασκαλία της ομάδας, όπως φαίνεται σε άλλα σημεία του έργου του Κοσμά, υπονοεί ότι αποζητούσαν την αποδοχή ή έστω την ανοχή της επίσημης Εκκλησίας για ιδιοτελείς λόγους. Αν λοιπόν, το φαινόμενο δεν είχε τόσο έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα θα μπορούσε να εμφανιστεί ως αναρχικό κίνημα.

Ο Κοσμάς παρουσιάζει τους αιρετικούς ως κοινωνικούς ριζοσπάστες. Παρόμοιες περιγραφές δεν υπάρχουν στις άλλες πηγές. Μπορεί να υποτεθεί ότι επιδίωξή του ήταν να στρέψει τις αρχές εναντίον τους, υπερβάλλοντας τις πεποιθήσεις τους περί γενικής αποστροφής του κόσμου, εξαιτίας της διαβολικής προέλευσής του, και όχι ειδικά εναντίον των αρχών. Μια τέτοια προοπτική καθιστά αδύναμη την υπόθεση της μαρξιστικής μερίδας των ιστορικών, για εκδήλωση ταξικής πάλης.

Σ’ αυτό συνηγορεί και η επόμενη μαρτυρία του Κοσμά˙ οι Βογομίλοι δεν εξέφραζαν ανοικτά τις απόψεις τους[xxi], αντίθετα κρύβονταν και ο συνδυασμός με την ακρίβεια κατά τους εξωτερικούς τύπους της καλής «χριστιανικής» ζωής καθιστούσε δυσχερές το έργο της ανακάλυψής τους[xxii]. Οπότε ο περιγραφόμενος από τον Κοσμά ριζοσπαστισμός τους, αν υπήρχε, έμενε στην θεωρία και δεν μεταφράζονταν σε ανοικτή διαμάχη, πραγματικό ταξικό αγώνα.

Δεύτερο σημαντικό στοιχείο αναφύεται μέσα από την περιγραφή του Κοσμά η μορφή της δυαρχίας των Βογομίλων. Φάνηκε ήδη από την Επιστολή του πατριάρχη Θεοφύλακτου η διαφορά της μετριοπαθούς δυαρχίας, με την αποδοχή από αυτούς του διαβόλου ως δημιουργού μόνο του υλικού κόσμου. Στον Κοσμά η μετριοπάθεια εξελίσσεται ακόμη περισσότερο. Αναφέρει ότι αποδέχονται τον διάβολο ως τον νεώτερο γιο του Θεού:

«Όταν ακούν τον Κύριο στο Ευαγγέλιο να λέει την παραβολή με τους δύο γιους (σσ εννοεί την παραβολή του ασώτου), υποστηρίζουν ότι ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος γιος και ο νεώτερος, που εξαπάτησε τον πατέρα, ο διάβολος. Οι ίδιοι τους του έδωσαν το όνομα Μαμμωνάς, και τον αποκαλούν δημιουργό και αρχιτέκτονα των υλικών[xxiii]».

Αυτή είναι μια μεταγενέστερη αντίληψη των Βογομίλων, και αν συνυπολογιστεί η μαρτυρία του Κοσμά για τις εσωτερικές διενέξεις των αιρετικών[xxiv], τότε αποδεικνύεται ότι οι απόψεις που θέλουν το κείμενο μεταγενέστερο του Ι’ αι. είναι σωστές. Οι αντιδικίες μεταξύ των οπαδών της απόλυτης και της μετριοπαθούς δυαρχίας οδήγησαν στην απόσχιση της σέκτας (ordo) Δραγόβιτσα, όπως θα δούμε παρακάτω. Παλαιότεροι ιστορικοί προσπάθησαν να δείξουν ότι το σχίσμα συνέβη τον Ι’ αι[xxv]. Οι απόψεις τους δεν έγιναν δεκτές καθώς διαφωνούν ισχυρά οι καλά πληροφορημένες επί του θέματος δυτικές πηγές[xxvi].

Ως αιτιολόγηση της διαφοράς, οι υποστηρικτές της πρώιμης χρονολόγησης θεωρούν ότι ο Κοσμάς ήταν καλύτερα πληροφορημένος από τον Θεοφύλακτο[xxvii]. Αλλά αυτό είναι ένα αδύναμο επιχείρημα, διότι προκύπτει χρονική διαφορά μεταξύ των εξελικτικών σταδίων της μετριοπαθούς δυαρχίας και όχι διάσταση απόψεων Κοσμά και Θεοφύλακτου. Αυτό που επιχειρείται από τους υποστηρικτές της πρώιμης χρονολόγησης είναι αναχρονισμός, όπως επίσης αναφέρθηκε στην εισαγωγή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] John Fine, The Early Medieval Balkans, Michigan Press, 94-131 & Ι. Ταρνανίδη, Ιστορία των Σλαβικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, Α. Ιστορία τηςς Βουλγαρικής Εκκλησίας, Αφοί Κυριακίδη 1996, σελ. 21-25.

[ii] Δεν αναφέρεται το όνομά του σε ελληνικές πηγές Βλ. σχετ. κεφ. 5.2. Στο Συνοδικό του Τσάρου Βορίλου (για την έκδ. παρακάτω) και σε Συναξάριο (βλ. V. Zlatarski, Bălgarski archiepiskopi-patriarsi prez părvoto carstvo, Izvestija na Istoričeskoto Družestvo v Sofia 6 (1924), σελ. 51 , αναφέρεται το όνομα Ιωσήφ.

[iii] PG 1241C.

[iv] D. Obolensky, The Bogomils, p. 89.

[v] εκδ. I. Dujčef, L’ epistola sui Bogomili del patriarca constantinopolitano Teofillato, Mélanges Eugène Tisserant II, Cita del Vaticano 1969, 63-91. Από το προοίμιο της επιστολής προκύπτει ότι είχε προηγηθεί αλληλογραφία, η οποία δεν διασώθηκε. Αυτή ήταν η δεύτερη επιστολή του πατριάρχη προς τον Τσάρο και φέρει ως συντάκτη της τον Ιωάννη Χαρτοφύλακα.

[vi] D. Obolensky, The Bogomils, p. 113

[vii] Bernard Hamilton, Christian Dualist Heresies, pp. 99-100.

[viii] ed. N. M. Petrovsky, Pismo Patriarha Konstantinopolskog Teofialka carju Bolgaii Petra (Επιστολή Πατριάρχου Κων/πόλεως Πέτρου προς τον Τσάρο των Βουλγάρων Πέτρο), εν Izvestiya otdeleniya russkogo yaξyka I slovesnosti Imperatoskoy Akademii Nauk, Πετρούπολη 1914, vol. XVIII tom. 3 p.364. (ρώσικα).

[ix] ed. N. M. Petrovsky, p. 362.

[x] ed. N. M. Petrovsky, p. 363.

[xi] ed. N. M. Petrovsky, p. 364 & Bernard Hamilton, Christian Dualist Heresies, pp. 101-102.

[xii] Εκδόσεις του κειμένου και μεταφράσεις

  • M. G. Popruzhenko, Cosmas the Priest, Against Bogomils, Sofia 1936
  • H. C. Puech-A. Vailant, Le Traité contre Bogomiles de Cosmas le Prêtre, Travaux publiés par l’ Institut d’ Études Slaves, Paris 1945
  • J. K. Begunov, Kosmapresviter v slavjanski literaturach, Sofia 1973.

[xiii] Παρουσίαση των απόψεων στο M. Dando, Peut-on advancer de 240 ans la date de composition du Traité de Cosmas le prêtre contre le Bogomile ‘s,Cahiers d’ etudes cathares 34 (ΙΙ e série, no 100, 1983), p.3-25. O Steven Runciman θεωρεί πιθανότερη ημερομηνία το 990 μ.Χ, The Medieval Manichee, p.68.

[xiv] Bog=Θεός & Milui= ελέησον ή mili=αγαπητός. Βλ. Ι. Ταρνανίδη ο.π. σελ. 35. Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία τίτλος ΚΖ’ (PG 131.1289A). Για την ετυμολογία του ονόματος κατά τον Ευθύμιο Ζιγαβηνό θα γίνει συζήτηση στον οικείο τόπο.

[xv] Νικολάι Τοντόρωφ, Σύντομη Ιστορία της Βουλγαρίας, Αθήνα 1983, σελ. 25

[xvi] Ευθύμιου Μοναχού της Μονής Περιβλέπτου, Συγγραφή στηλιτευτική των λεγομένων Φουνδαγατών (PG 131.47). Συναντώνται και οι τύποι «Φουνδαΐτες», «Φουνδαδίτες», Φουδαίτες. Κατά την άποψη των Milan Loos (Dualist heresy, p 73) & C. Puech (Le traité, p. 281 n.3) το όνομα προέρχεται από τον Φουνδά, μαθητή του Μάνη. Επικρατέστερη η άποψη της ετυμολογίας από τη Φούνδα (=σάκος), οπότε η λέξη σημαίνει σακκοφόροι. Ομώνυμη αίρεση υπήρξε τον δεύτερο αιώνα.

[xvii] Ευθύμιου Μοναχού της Μονής Περιβλέπτου, Συγγραφή στηλιτευτική των λεγομένων Φουνδαγατών (PG 131.48A): « Ἐστιν ἡ αἵρεσις τῶν ἀθέων Φουνδαγιτῶν τῶν ἑαυτούς ἀποκαλούντων Χριστοπολίτας, ἐν δέ τῇ Δύσει καλουμένων Βογομίλων αὕτη»

[xviii] Ως Ευχίτες καλούνταν κατά βάση οι Μεσσαλιανοί. Πολλές φορές στις μεταγενέστερες πηγές καλούνται και οι Βογομίλοι. J. Duvernoy, Le catharisme :L’histoire des Cathares, Toulouse, 1979, σελ. 35.

[xix] Συμεών Θεσσαλονίκης, Διάλογος κατά αιρέσεων (PG 155.65C). O Steven Runciman ετυμολογεί την λέξη από το χωριό Κουτούγερι το σημερινό Καισαριανά Πέλλης. Βλ. The Medieval Manichee, Cambridge University Press 1947, p. 184.

[xx] Bernard Hamilton, Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, Manchester University Press , p. 132

[xxi] Bernard Hamilton, Christian Dualist Heresies, p. 131: «Αν κάποιος τους ρωτήσει, Αυτά πιστεύετε και λέτε; τότε τα αρνούνται και ορκίζονται, Δεν είμαστε τέτοιοι, που νομίζετε. Αρνούνται τις πράξεις τους και τις προσευχές τους με ένταση, ώστε κάποιος θα νόμιζε ότι δεν υπάρχει φαυλότητα σ’ αυτούς. “ Πας γαρ ο φαύλα πράσσων μισεί το φως και ουκ έρχεται προς το φως, ίνα μη ελεγχθεί τα έργα αυτού (Ιωαν. 3.20). Είναι κόλπο, το οποίο διδάσκουν στους οπαδούς τους, εξηγώντας τους, Αν οι προσευχές μας και οι πράξεις μας γίνουν γνωστά στους ανθρώπους, τότε όλο το έργο μας θα πάει χαμένο. Προσπαθούν να κρύφτούν πίσω από τις Γραφές, στις οποίες ο Κύριος λέει˙ Καί ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὥσπερ οἱ ὑποκριταί, ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καί ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἄν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις˙ σύ δέ ὅταν προσεύχῃ εἴσελθε εἰς τό ταμεῖον σου καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι. Προσευχόμενοι δέ μη βαττολογήσητε, αλλά Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς (Ματθ. 6.5-7). Οι αιρετικοί διαστρέφουν ότι διαβάζουν˙ λένε ότι οι γωνίες των δρόμων είναι οι εκκλησίες, οι βαττολογίες είναι οι προσευχές και οι ακολουθίες που γίνονται στις εκκλησίες».

[xxii] Bernard Hamilton, Christian Dualist Heresies, p. 116: «Πράγματι, εξωτερικά οι αιρετικοί εμφανίζονται ως πρόβατα˙ είναι ευγενικοί και ταπεινοί και ήσυχοι. Εμφανίζονται χλωμοί από τις υποκριτικές νηστείες τους, δεν εκστομίζουν μάταια λόγια, δεν γελούν δυνατά, δεν είναι περίεργοι, φροντίζουν να μην δίνουν στόχο και κάνουν τα πάντα εξωτερικά, για να μην διαφέρουν από τους Ορθοδόξους. Εσωτερικά είναι λύκοι πεινασμένοι όπως είπε ο Κύριος. Οι άνθρωποι που βλέπουν αυτήν την μεγάλη ταπείνωσή τους, που νομίζουν ότι είναι καλοί Χριστιανοί, και μπορούν να τους οδηγήσουν στην σωτηρία, τους πλησιάζουν και ζητούν την συμβουλή τους για την σωτηρία της ψυχής τους».

[xxiii] Bernard Hamilton, Christian Dualist Heresies, p. 128.

[xxiv] D. Obolensky, The Bogomils, p. 126: «Τα λόγια τους είναι γελοία σε όσους κατέχουν λογική, διότι δεν συμφωνούν μεταξύ τους, και καταρρίπτονται ως κομμάτι σάπιου υφάσματος»

[xxv] F. Rački, Bogomili I Patarini, εν Rad. Jugoslav. Akademje, Zagreb 1869-1970 & K. J. Jireček, Geschichte der Bulgaren, Prague 1876.

[xxvi] Steven Runciman, The Medieval Manichee, p. 69 n.1

[xxvii] D. Obolensky, ο.π.

, , , , , , ,

1 thought on “Ποιοι ήταν οι Βογόμιλοι – Εμφάνιση, Ερμηνευτικές τάσεις (Α’ Μέρος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.