Ποιος χρειάζεται αρχαία ιστορία σήμερα;

Η σημασία των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών είναι πολύ ευρύτερη από τις ανάγκες που καλύπτουν στην αγορά εργασίας.

Αγγ. Χανιώτης, LiFO

Πριν από μερικά χρόνια συνάντησα σε μια εκδήλωση τον πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης και πολυεκατομμυριούχο Μάικ Μπλούμπεργκ. Όταν του συστήθηκα, με ρώτησε με τι ασχολούμαι. Διαμείφθηκε περίπου ο εξής διάλογος: «Είμαι καθηγητής αρχαίας ιστορίας»«Και γιατί χρειαζόμαστε αρχαία ιστορία σήμερα;»«Σας αρέσει η μουσική του Μπαχ;»«Βέβαια»«Όπως ένα μουσικό κομμάτι δεν χάνει την αξία του λόγω της χρονικής απόστασης ανάμεσα στο σήμερα και την εποχή της σύνθεσής του, έτσι και η σημασία των ανθρώπινων εμπειριών στο παρελθόν δεν μειώνεται όσο μεγαλώνει η χρονική απόστασή τους από την εποχή μας». Ο συνομιλητής μου ήταν αρκετά ευγενικός να δεχθεί αυτή την εξήγηση, που για μένα δεν είναι δικαιολογία αλλά πεποίθηση. Και οι αρχαιογνωστικές επιστήμες που εκπροσωπώ αλλά και γενικότερα οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες βρίσκονται σε διάλογο με τις αναζητήσεις και τις προκλήσεις της εποχής μας: πανδημίες, μεταναστευτικά κύματα, δημαγωγία, λαϊκισμό, κλιματική αλλαγή, δημιουργία ταυτοτήτων… Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες δεν δίνουν πρότυπα για μίμηση – ή σπάνια το κάνουν· δίνουν κυρίως ερεθίσματα για προβληματισμό.

Τι σημασία έχει αυτό για τα πανεπιστήμια του μέλλοντος, αν θέλουν να μείνουν συνδεδεμένα με τις ανάγκες της κοινωνίας; Σε μελέτη για τα επαγγέλματα του μέλλοντος, το World Economic Forum διαπιστώνει ότι η επιτάχυνση της υιοθέτησης τεχνολογικών λύσεων σε διάφορους τομείς θα έχει σημαντικές επιπτώσεις σε θέσεις εργασίας και δεξιότητες. Το 2025 οι 15 κορυφαίες δεξιότητες θα είναι η αναλυτική σκέψη και η καινοτομία· η ηγεσία και η κοινωνική επιρροή· η συναισθηματική νοημοσύνη· ο σχεδιασμός στρατηγικών μάθησης· η χρήση της τεχνολογίας· η διάγνωση συμπτωμάτων ελαττωματικών προϊόντων· η επίλυση πολύπλοκων προβλημάτων· ο σχεδιασμός και προγραμματισμός τεχνολογίας· ο προσανατολισμός στην εξυπηρέτηση· η κριτική σκέψη και ανάλυση· ανθεκτικότητα, ανοχή στο άγχος και ευελιξία· ανάλυση συστημάτων και αξιολόγηση· δημιουργικότητα, πρωτοτυπία και πρωτοβουλία· λογική, επίλυση προβλημάτων και ιδεασμός· πειθώς και τεχνική διαπραγματεύσεων. 

Σε μια πρώτη ματιά αυτές οι τάσεις φαίνεται να υπονομεύουν τον ρόλο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Ωστόσο, σημαντικές δεξιότητες με αυξημένο ρόλο στο μέλλον είναι ακριβώς οι δεξιότητες που καλλιεργούν άμεσα ή έμμεσα οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Αναφέρω ενδεικτικά την πειθώ και την τεχνική των διαπραγματεύσεων, την κοινωνική επιρροή, τον σχεδιασμό στρατηγικών μάθησης, την κριτική σκέψη και τη συναισθηματική νοημοσύνη. Ιδίως η τελευταία –ακρογωνιαίος λίθος διαπροσωπικών σχέσεων, κοινωνικών δραστηριοτήτων και πολιτικής συμπεριφοράς– δεν είναι μόνον αντικείμενο της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής και της φιλοσοφίας, αλλά σχετίζεται και με την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία, την ιστορία και τη φιλολογία, την ιστορία της τέχνης και τη μουσικολογία, τη γλωσσολογία και την ιστορία της θρησκείας…

Οι νέες τάσεις δεν είναι επομένως εμπόδιο στη συνέχιση και ανάπτυξη των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών στην ανώτατη εκπαίδευση. Είναι όμως πρόκληση για αναθεώρηση της θέσης τους και του τρόπου με τον οποίο προσφέρουν και παράγουν γνώση. Στη σημερινή δομή των ΑΕΙ υπάρχει συνήθως μια μονοσήμαντη σχέση ανάμεσα σε «τμήματα» και «προπτυχιακά προγράμματα σπουδών». Π.χ. το Τμήμα Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Επιστήμης παρέχει προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών σε αυτό το αντικείμενο, το ίδιο και τα Τμήματα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού των Παρευξείνιων Χωρών, Γλωσσολογίας, Μεσογειακών Σπουδών, Θεολογίας κ.ο.κ. Βεβαίως, υπάρχει μερικές φορές κάποια διαφοροποίηση στην πορεία των σπουδών, με ιδιαίτερες κατευθύνσεις και μαθήματα επιλογής. 

Αυτή η μονοσήμαντη σχέση έχει αρνητικές συνέπειες, όχι μόνο επειδή πολλά προπτυχιακά προγράμματα σπουδών δεν λαμβάνουν υπόψη τις περιορισμένες προοπτικές επαγγελματικής απασχόλησης των πτυχιούχων τους, αλλά και –και αυτό είναι το σημαντικότερο– επειδή δεν καλύπτουν τις ανάγκες φοιτητών σε άλλα τμήματα του ίδιου ή γειτονικού ΑΕΙ για διδασκαλία στα αντίστοιχα γνωστικά αντικείμενα. Για να δώσω ένα παράδειγμα, αυτό που δικαιολογεί την ύπαρξη ενός Τμήματος Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Επιστήμης δεν είναι πρώτιστα το προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που παρέχει σε 132 φοιτητές, αλλά η διδασκαλία που θα μπορούσε να παρέχει σε φοιτητές πολύ διαφορετικών επιστημών (μαθηματικών, φυσικών επιστημών, ιατρικής κ.λπ.). Ένα συγκροτημένο και πολύπλευρο Τμήμα Γλωσσολογίας θα επιτελούσε πολύ σημαντικότερη αποστολή αν δεν παρήγε μόνο πτυχιούχους γλωσσολόγους, αλλά πρόσφερε μαθήματα και σε φοιτητές π.χ. κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, ανθρωπολογίας, θεολογίας, φιλολογιών κ.λπ. Τέτοια «εξαγωγή» μαθημάτων γίνεται μέχρι κάποιον βαθμό, αλλά όχι αρκετά. 

Μια αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών για να ικανοποιούν τις ανάγκες ευρύτερων ομάδων φοιτητών, με ένα πνεύμα διεπιστημονικών συνεργειών, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί αναδόμηση των τμημάτων και του τρόπου λειτουργίας τους, σχεδιασμό μαθημάτων για μη ειδικευόμενους φοιτητές και ενίσχυση του διδακτικού προσωπικού είτε με προσλήψεις είτε με μετατάξεις. Ωστόσο, αν οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες δεν αντιμετωπίσουν έγκαιρα τις νέες τάσεις, θα βρεθούν σε δύσκολη θέση και αυτό θα είναι επιζήμιο όχι μόνο για τις ίδιες, αλλά για το σύνολο της επιστήμης και της κοινωνίας. Αν από μια εφημερίδα κόψουμε τα άρθρα που δεν θα μπορούσαν να είχαν γραφεί αν δεν υπήρχαν οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, λίγα πράγματα θα περίσσευαν: ο καιρός, οι αθλητικές ειδήσεις, το χρηματιστήριο και ίσως κάποιες ειδήσεις της επικαιρότητας. Η σημασία των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών είναι πολύ ευρύτερη από τις ανάγκες που καλύπτουν στην αγορά εργασίας. Αλλά για να διεκδικήσουν δυναμικά αυτήν τη θέση που δικαιούνται στον ακαδημαϊκό χάρτη, θα πρέπει να είναι ανοικτές σε καινοτομίες.

Ανασκαφή

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.