Προκόπιος – Υπέρ των πολέμων (Προοίμιο)

Από τους διασημότερους βυζαντινούς ιστορικούς, που ιστόρησε τα πολεμικά και ειρηνικά έργα του Iουστινιανού, είναι ο Προκόπιος. Γεννήθηκε στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης και σπούδασε νομικά. Yπηρέτησε ως σύμβουλος (consiliarius) και πάρεδρος (accesor) κοντά στο στρατηγό Bελισάριο. Aκολούθησε το στρατηγό στις εκστρατείες του κατά των Περσών και των Bανδάλων και συνέλεξε έτσι το υλικό (προσωπικές παρατηρήσεις και άλλες γραπτές πηγές) για τη συγγραφή του έργου Yπέρ των πολέμων Λόγοι 8, όπου πραγματεύεται τους πολέμους που διεξήγαγε ο Iουστινιανός. Στο ίδιο έργο περιγράφει και το φοβερό λοιμό που αποδεκάτισε την Kωνσταντινούπολη το 542, ακολουθώντας έτσι το πρότυπο του Θουκυδίδη.

Tο δεύτερο μεγάλο έργο του Προκόπιου αναφέρεται στα κτίσματα που κατασκευάστηκαν την εποχή του Iουστινιανού και τις περισσότερες από 100 πόλεις που ανοικοδομήθηκαν. Tο Περί κτισμάτων, σε 6 βιβλία, αποτελεί ένα κείμενο πανηγυρικό, γραμμένο κατ’ εντολή, με σκοπό να εκθειάσει τον Iουστινιανό. Το τρίτο έργο του, τα Aνέκδοτα, είναι ένα δυσερμήνευτο σύγγραμμα, στο οποίο ο Προκόπιος καταφέρεται με βαριές κατηγορίες εναντίον του αυτοκρατορικού ζεύγους (Iουστινιανού και Θεοδώρας). Έρχεται έτσι σε έντονη αντίθεση με τα δύο άλλα εγκωμιαστικά συγγράμματα, θέτοντας έτσι πολλά ερωτηματικά γύρω από τη φύση και το σκοπό της συγγραφής αυτής.

Tο Yπέρ των πολέμων αξιολογείται ως το ακριβέστερο ιστορικά δείγμα γραφής του, ενώ τα δύο άλλα χαρακτηρίζονται από υπερβολές. Ο Προκόπιος δεν υπεισέρχεται σε θέματα θρησκείας, ενώ οι χριστιανικές του αντιλήψεις μόλις διακρίνονται. Η γλώσσα του μαρτυρεί το υψηλό επίπεδο της ελληνομάθειάς του.

(πηγή βιογραφικών στοιχείων από ime.gr)

Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων

Προοίμιο
Ο Προκόπιος από την Καισάρεια συνέγραψε τους πολέμους που ο Ιουστινιανός, ο βυζαντινός αυτοκράτορας, συνήψε με τους βαρβάρους από την Ανατολή και από τη Δύση, ποια έκβαση είχε καθένας από αυτούς, ώστε η απεραντοσύνη του χρόνου να μη ρίξει στη λήθη και αφανίσει έργα πολύ μεγάλα που θα τα βρει να μη μνημονεύονται γραπτά. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η ανάμνηση αυτών των έργων θα είναι σπουδαίο πράγμα και πάρα πολύ ωφέλιμο τόσο για τους σύγχρονους όσο και για τις επερχόμενες γενιές, αν κάποτε ο χρόνος ξαναφέρει τους ανθρώπους σε παρόμοια ανάγκη. Και για εκείνους που πρόκειται να πολεμήσουν ή με οποιοδήποτε τρόπο να αγωνιστούν, η παρουσίαση μιας παρόμοιας ιστορίας μπορεί να έχει κάποια ωφέλεια, αποκαλύπτοντας με ποιο τρόπο εξελίχθηκαν ανάλογοι αγώνες κάποτε για τους προγενέστερους και υποδηλώνοντας ποια έκβαση είναι φυσικό να έχουν τα τωρινά γι’ αυτούς που σκέφτονται σωστά. Aκόμα, ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο ίδιος είναι ο πλέον κατάλληλος να γράψει την ιστορία αυτών των γεγονότων, όχι για άλλο λόγο αλλά γιατί ήταν σύμβουλος του στρατηγού Bελισάριου και έζησε από κοντά τα γεγονότα που περιγράφει. Kαι θεωρεί ότι, όπως η ευγλωττία είναι απαραίτητη στη ρητορική και η μυθοπλασία στην ποίηση, έτσι ακριβώς χρειάζεται η αλήθεια στην ιστορική συγγραφή. Γι’ αυτό δεν απέκρυψε καθόλου τα αρνητικά σημεία ακόμα και των πιο οικείων του, αλλά ό,τι επιτέλεσε ο καθένας το έγραψε με κάθε ακρίβεια, είτε καλό είτε κακό.

Λόγος Πρώτος, xxiv (1-2)
Τον ίδιο καιρό ξέσπασε απροσδόκητα στην Κωνσταντινούπολη εξέγερση του δήμου, η οποία, αντίθετα απ’ ό,τι αναμενόταν, έγινε μεγάλη και σοβαρή και τελείωσε προξενώντας μεγάλα δεινά στο λαό και στη σύγκλητο, με αυτόν τον τρόπο: Οι δήμοι σε κάθε πόλη από παλιά χωρίζονταν σε Βένετους και Πράσινους . . .

Τότε οι αξιωματικοί που διοικούσαν το δήμο στην Κωνσταντινούπολη, καταδίκασαν σε θάνατο κάποιους από τους στασιαστές. Όμως τα μέλη και των δύο (δήμων), αφού ήρθαν σε συνεννόηση και έκαναν ανακωχή μεταξύ τους, άρπαξαν αυτούς [ου οδηγούνταν στην εκτέλεση και αμέσως, αφού εισέβαλαν στη φυλακή, απελευθέρωσαν όλους όσοι είχαν φυλακιστεί για εξέγερση ή για άλλο παράπτωμα. Και οι ακόλουθοι, όσοι βρίσκονταν στην υπηρεσία της κυβέρνησης, δολοφονήθηκαν χωρίς λόγο, ενώ από την άλλη οι πολίτες που ασπάζονταν τις απόψεις τους κατέφευγαν στην απέναντι ξηρά και η πόλη παραδόθηκε στη φωτιά, σα να είχε πέσει στα χέρια εχθρών. Και ο ιερός ναός της Αγίας Σοφίας και τα λουτρά του Ζευξίππου και το μέρος της αυτοκρατορικής αυλής από τα προπύλαια ως τον αποκαλούμενο οίκο του Άρεως καταστράφηκαν από τη φωτιά και εκτός από αυτά και δύο μεγάλες στοές που εκτείνονταν ως την αγορά που φέρει το όνομα του Κωνσταντίνου και επιπλέον πολλά σπίτια εύπορων ανθρώπων και μεγάλο μέρος των θησαυρών της πόλης.

Ο βασιλιάς πάλι και η σύζυγός του και ορισμένοι από τους συγκλητικούς, αφού κλείστηκαν στο παλάτι, παρέμεναν αδρανείς. Απ’ την άλλη οι δήμοι διέδιδαν μεταξύ τους ως σύνθημα τη λέξη «Νίκα» και από αυτό στο εξής έτσι ονομαζόταν εκείνη η περίσταση. . . .

Όσοι βρίσκονταν μαζί με τον βασιλιά, πάλι, συσκέπτονταν για το ποιο από τα δύο θα ήταν καλύτερο, να παραμείνουν ή να τραπούν σε φυγή με τα καράβια, Και διατυπώθηκαν πολλές απόψεις που στήριζαν κάθε μια από τις δύο προτάσεις. Και η Θεοδώρα η βασίλισσα είπε τα εξής: «Όσον αφορά ότι η γυναίκα δεν πρέπει να τολμά μεταξύ ανδρών ή να φέρεται με θράσος ανάμεσα σε ανθρώπους άτολμους, θεωρώ ότι η παρούσα κατάσταση δε μας επιτρέπει να εξετάζουμε αν η υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί έτσι ή αλλιώς. Γιατί για όσους τα πράγματα έχουν φτάσει στον έσχατο κίνδυνο, τίποτε άλλο δε φαίνεται να είναι το καλύτερο από το να τακτοποιηθούν όσο το δυνατόν καλύτερα αυτά που έχουν μπροστά τους. Θεωρώ βέβαια στην παρούσα συγκυρία, πάνω απ’ όλα ότι η φυγή, αν και φέρνει ασφάλεια, είναι ασύμφορη. Γιατί όπως για έναν άνθρωπο που έχει έρθει στο φως το να μην πεθάνει είναι αδύνατο, γι’ αυτόν που έχει βασιλεύσει η φυγή δεν είναι ανεκτή. Μακάρι να μην αποχωριστώ αυτή την πορφύρα και μακάρι να μη ζήσω ποτέ τη μέρα εκείνη κατά την οποία εκείνοι που θα με συναντήσουν δεν θα με προσφωνήσουν κυρία. Εάν, λοιπόν, επιθυμείς να σωθείς, βασιλιά μου, αυτό δεν είναι δύσκολο. Γιατί έχουμε πολλά χρήματα και εκεί υπάρχει η θάλασσα και αυτά εδώ τα πλοία. Σκέψου όμως μήπως, αν σωθείς, σου συμβεί με μεγάλη ευχαρίστηση να αντάλλασσες τη σωτηρία με το θάνατο. Γιατί εμένα μου αρέσει και ένα παλιό ρητό ότι δηλαδή η βασιλεία είναι ένα ωραίο σάβανο. Αφού η βασίλισσα είπε αυτά, όλοι αναθάρρησαν και αφού έστρεψαν το νου τους στην ανδρεία, συσκέπτονταν πώς θα τα κατάφερναν να αμυνθούν, εάν κάποιος τους έκανε επίθεση. Οι στρατιώτες, τώρα, σύσσωμοι, και οι άλλοι και όσοι έτυχε να βρίσκονται στην αυλή του βασιλιά, ούτε είχαν ευνοϊκή διάθεση προς το βασιλιά ούτε πρόθυμοι ήταν να εμπλακούν ενεργά, αλλά περίμεναν τι θα φέρει ο χρόνος. Όλες τις ελπίδες του ο βασιλιάς τις είχε εναποθέσει στον Βελισάριο και στον Μούνδο.

Λόγος Δεύτερος, xxii, 1-10 και 15-17.
Εκείνα τα χρόνια συνέβη λοιμός, από τον οποίο κινδύνευσε να εξαφανιστεί όλο το ανθρώπινο γένος. Για όλα αυτά που πέφτουν από τον ουρανό ίσως θα μπορούσε να δοθεί μια λογική εξήγηση από κάποιος τολμηρούς, όπως συνηθίζουν εκείνοι που είναι ικανοί σε τέτοια πράγματα δίνουν κάποιες εξηγήσεις, που δε είναι κατανοητές από τους ανθρώπους, και αναπτύσσουν θεωρίες έξω από την πραγματικότητα, αν και γνωρίζουν απ’ τη μια ότι τα λεγόμενά τους δεν έχουν τίποτα το υγιές, και από την άλλη θεωρώντας αρκετό για τους ίδιους το να τους πείσουν για όσα υποστηρίζουν, αφού εξαπατήσουν με τα επιχειρήματά τους μερικούς από αυτούς που συναντούν. Αλλά γι’ αυτή τη συμφορά είναι εντελώς αδύνατο να βρει κανείς κάποια δικαιολογία ή να κάνει οποιαδήποτε σκέψη για εξήγηση, εκτός από την αναφορά στο Θεό. Γιατί δεν έπληξε ένα συγκεκριμένο μέρος του κόσμου ούτε σε συγκεκριμένους ανθρώπους εκδηλώθηκε ούτε σε συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, οπότε θα μπορούσε κανείς να βρει μια ικανοποιητική εξήγηση της αιτίας, αλλά απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και χτύπησε αδιακρίτως όλους τους ανθρώπους, παρόλο που οι τρόποι της ζωής τους ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι πολλές φορές, χωρίς να λυπηθεί ούτε τη φύση κάποιου ούτε την ηλικία. Γιατί είτε διαφέρουν μεταξύ τους οι άνθρωποι από τους άλλους ανθρώπους ως προς τον τόπο και τον τρόπο που ζουν, είτε ως προς τις συνήθειες, είτε τις ασχολίες τους ή και σε οτιδήποτε άλλο, καθόλου δεν ωφέλησε η διαφορετικότητα σ΄ αυτήν και μόνη την ασθένεια. Μερικούς προσέβαλε το καλοκαίρι, άλλους το χειμώνα και άλλους σε άλλες εποχές. Ας πει, λοιπόν, ο καθένας τη δική του γνώμη σχετικά με αυτό το θέμα, είτε σοφιστής είναι είτε αστρολόγος, κι εγώ θα προσπαθήσω να πω από που ξεκίνησε αυτή η αρρώστια και με ποιο τρόπο εξολόθρευσε τους ανθρώπους.

Ξεκίνησε, λοιπόν, από τους Αιγυπτίους που κατοικούν στο Πηλούσιο. Και κινήθηκε τόσο προς την Αλεξάνδρεια και την υπόλοιπη Αίγυπτο, από τη μια, όσο και στους Παλαιστίνιους που συνόρευαν με τους Αιγυπτίους, από την άλλη και από εκεί η αρρώστια απλώθηκε σε όλη τη γη και επεκτεινόταν διαρκώς κατά τις εποχές που την ευνοούσαν. Γιατί φαινόταν να κινείται με καθορισμένο ρυθμό και να ενδημεί για ένα διάστημα σε κάθε χώρα, χτυπώντας αδιάκριτα κάθε άνθρωπο και εξαπλούμενη προς κάθε κατεύθυνση ως την άκρη του κόσμου, θαρρείς και φοβόταν μήπως της ξεφύγει καμιά γωνιά της γης. Και δεν άφησε ούτε νησί, ούτε σπηλιά και βουνοκορφή όπου να ζούσε κάποιος άνθρωπος· [ …]

Στο δεύτερο χρόνο, στα μέσα της άνοιξης, έφτασε στο Βυζάντιο, όπου έτυχε να βρίσκομαι κι εγώ εκείνο τον καιρό. Και εκδηλώθηκε κατά τον εξής τρόπο. Παρουσιάστηκαν σε πολλούς φαντάσματα δαιμόνων με ανθρώπινη μορφή και όσοι τα έβλεπαν είχαν την εντύπωση πως τους χτύπησε σε κάποιο σημείο του σώματός τους ο άνθρωπος που συνάντησαν, και σχεδόν ταυτόχρονα έβλεπαν το φάντασμα και τους χτυπούσε και η αρρώστια. [ … ]

Τους κυρίευε δε με τον εξής τρόπο. Τους έπιανε ξαφνικά πυρετός, άλλους όταν ξυπνούσαν, άλλους ενώ περπατούσαν και άλλους ενώ έκαναν κάτι άλλο. Και τότε τον σώμα τους δεν άλλαζε χρώμα, ούτε γινόταν πιο θερμό, παρόλο που είχαν πυρετό, ούτε και φλόγωση παρουσιαζόταν, αλλά ο πυρετός ήταν τόσο χαμηλός από την αρχή ως το βράδυ, ώστε δεν έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι επικίνδυνο ούτε στους πάσχοντες, ούτε στο γιατρό που τους εξέταζε. Και κατά φυσικό τρόπο κανένας από εκείνους που προσβλήθηκαν δεν πίστευε ότι θα πεθάνει. Αλλά την ίδια μέρα, σε μερικούς ασθενείς, σε άλλους την επομένη και στους υπόλοιπους ύστερα από λίγες μέρες, παρουσιαζόταν πρήξιμο, όχι μόνο εκεί, όπου υπάρχει και το μόριο του σώματος, που βρίσκεται κάτω από το υπογάστριο και ονομάζεται βουβωνική χώρα, αλλά ύστερα επεκτεινόταν στη μασχάλη, σε ορισμένους, μάλιστα, και στο πίσω μέρος των αφτιών και διάφορα σημεία των μηρών.

Πηγή νεοελληνικής απόδοσης

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.