Πώς οδηγηθήκαμε στην επίθεση του 1921: Η Ελλάδα εγκλωβισμένη σε διπλωματικά αδιέξοδα

Γράφει ο Αντώνης Κλάψης*

Στην αυγή του 1921, η Ελλάδα αντιμετώπιζε το φάσμα της διπλωματικής απομόνωσης. Είχαν περάσει λιγότεροι από έξι μήνες από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), αλλά ήδη η Γαλλία και η Ιταλία εκδήλωναν ανοιχτά τις τάσεις αποστασιοποίησής τους από τις διατάξεις της. Η αφορμή είχε δοθεί με την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ στον ελληνικό θρόνο τον Δεκέμβριο του 1920. Στην πραγματικότητα, όμως, τα αίτια ήταν βαθύτερα. Οι Ιταλοί ποτέ δεν είχαν αντιμετωπίσει θετικά τη Συνθήκη των Σεβρών και ειδικότερα τις προβλέψεις που αφορούσαν την εδαφική διεύρυνση της Ελλάδας και την προοπτική επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία: η δημιουργία της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ήταν ανέκαθεν απευκταία εξέλιξη για τη Ρώμη. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή αναθεώρηση των γαλλικών προτεραιοτήτων στον ευρύτερο χώρο της Εγγύς Ανατολής ωθούσε το Παρίσι στην απόφαση για μερική ή ακόμα και ολική επαναδιαπραγμάτευση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Η μόνη από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ που συνέχιζε να παρέχει κάποια υποστήριξη στην Ελλάδα ήταν η Βρετανία.

Το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθεί η ελληνική διπλωματία επιβεβαιώθηκε τον Φεβρουάριο του 1921, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου που συγκάλεσαν οι Δυνάμεις της Αντάντ. Θεωρητικά, σκοπός της Συνδιάσκεψης ήταν η εξεύρεση λύσης στο μικρασιατικό ζήτημα, η οποία θα βασιζόταν στη Συνθήκη των Σεβρών. Ωστόσο, η ίδια η σύνθεση της Συνδιάσκεψης παρείχε ασφαλείς ενδείξεις ότι το διεθνές σκηνικό γινόταν ολοένα αρνητικότερο για την Αθήνα. Στο Λονδίνο δεν προσκλήθηκε μόνο η επίσημη οθωμανική κυβέρνηση του σουλτάνου, αλλά και η εθνικιστική κυβέρνηση της Αγκυρας. Για πρώτη φορά οι Δυνάμεις της Αντάντ αναγνώριζαν την ύπαρξη ενός δεύτερου τουρκικού κέντρου εξουσίας, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου καμία λύση δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη Μικρά Ασία. Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι κεμαλικοί εμφανίζονταν απρόθυμοι να δεχτούν οτιδήποτε λιγότερο αφενός από την πλήρη εκκένωση των μικρασιατικών εδαφών από τον ελληνικό στρατό, αφετέρου από επιστροφή της Ανατολικής Θράκης στην τουρκική κυριαρχία.

Με αυτά τα δεδομένα, οι Σύμμαχοι πρότειναν τη σύσταση διεθνούς επιτροπής με σκοπό την επιτόπια διερεύνηση της πληθυσμιακής σύνθεσης στην περιοχή της Σμύρνης και στην Ανατολική Θράκη. Η κεμαλική αντιπροσωπεία αποδέχθηκε την έρευνα υπό όρους. Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση –με την ένθερμη υποστήριξη και της βενιζελικής αντιπολίτευσης– την απέρριψε ασυζητητί, επικαλούμενη το γεγονός ότι αυτού του είδους τα ζητήματα είχαν εξεταστεί αναλυτικά όσο και τελεσίδικα κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού το 1919-1920. Κάποια άλλη λύση έπρεπε να βρεθεί. Το τελικό –βρετανικής έμπνευσης– συμμαχικό σχέδιο ειρήνευσης προέβλεπε τον περιορισμό των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, την τήρηση της τάξης στο υπόλοιπο σαντζάκι του Αϊδινίου από χωροφυλακή στρατολογημένη κατ’ αναλογία του ντόπιου πληθυσμού και με τη συμμετοχή αξιωματικών από τα συμμαχικά κράτη, καθώς και την ανακήρυξη της αυτονομίας της περιοχής με χριστιανό (όχι απαραίτητα Ελληνα) διοικητή διορισμένο από την Κοινωνία των Εθνών. Σταθμίζοντας με ρεαλισμό τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά συγκατένευσε, αντιπροτείνοντας κάποιες επιμέρους τροποποιήσεις. Ηταν, όμως, η σειρά της Αγκυρας να φανεί αδιάλλακτη, οδηγώντας έτσι σε πλήρη αποτυχία τις διαπραγματεύσεις.

Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου είχε ναυαγήσει, αφού όμως προηγουμένως είχε αποκαλύψει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών αναφορικά με το καθεστώς των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας ήταν σχεδόν βέβαιο ότι –με τον ένα ή τον άλλον τρόπο– θα αναθεωρούνταν. Ακόμα χειρότερα για την Ελλάδα, οι ατελέσφορες συζητήσεις που διεξήχθησαν στο Λονδίνο συνέπιπταν χρονικά με τη διπλωματική ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος. Τα πρώτα σημάδια είχαν εμφανιστεί ήδη από το τέλος του 1920, όταν κεμαλικοί και μπολσεβίκοι προχώρησαν στη διάλυση του αρμενικού κράτους και στη διανομή των εδαφών του. Η πρώτη σημαντική ψηφίδα της Συνθήκης των Σεβρών είχε οριστικά αφαιρεθεί, δημιουργώντας ρήγμα στο εύθραυστο συμβατικό οικοδόμημα του παρισινού προαστίου. Τον Μάρτιο του 1921 η υπογραφή τουρκοσοβιετικού Συμφώνου Φιλίας επιβεβαίωσε τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Αγκυρα και στη Μόσχα, η οποία στο αμέσως προσεχές διάστημα έλαβε τη μορφή παροχής σημαντικής υλικής βοήθειας από τους μπολσεβίκους προς τους κεμαλικούς.

Την ίδια περίοδο, η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου έδωσε τη δυνατότητα στην κεμαλική αντιπροσωπεία να έχει απευθείας επαφές με τους Γάλλους και τους Ιταλούς, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή αντίστοιχων συμφωνιών. Σε αντάλλαγμα για την εξασφάλιση προνομιακών όρων οικονομικής συνεργασίας με την Αγκυρα, το Παρίσι και η Ρώμη όχι μόνο δεσμεύονταν να αποσυρθούν από την Κιλικία και την Αττάλεια αντίστοιχα, αλλά επιπλέον υπόσχονταν να προμηθεύσουν με όπλα την κεμαλική κυβέρνηση. Σε συνάρτηση με το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο φιλίας, οι Συμφωνίες που συνομολόγησε με τη Γαλλία και την Ιταλία υπογράμμιζαν την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Αγκυρας.

Η απόφαση

Αντίθετα, η ελληνική θέση διαρκώς επιδεινωνόταν. Τον Απρίλιο του 1921 οι Σύμμαχοι της Αντάντ διακήρυξαν την ουδετερότητά τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Οι Βρετανοί διέκοψαν την προμήθεια πολεμικού υλικού προς την Ελλάδα. Την ίδια ώρα, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί συνέχιζαν να εξοπλίζουν τους κεμαλικούς. Μέσα σε αυτό το δυσμενές διπλωματικό περιβάλλον, η ελληνική πλευρά αποφάσισε την ανάληψη μεγάλης επιθετικής επιχείρησης προς Ανατολάς. Τις παραμονές της εκδήλωσης της ελληνικής επίθεσης, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ υπέβαλαν νέο ειρηνευτικό σχέδιο, το οποίο, με κάποιες τροποποιήσεις υπέρ των τουρκικών συμφερόντων, ήταν παραλλαγή των προτάσεων που είχαν συζητηθεί στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου. Υπό το βάρος των περιστάσεων, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέρριψε ευθέως τις συμμαχικές προτάσεις και δήλωσε πρόθυμη να προσέλθει σε νέες διαπραγματεύσεις. Πρόσθεσε όμως ότι η επίθεση δεν μπορούσε πλέον να αναβληθεί.

Η αποτυχημένη εκστρατεία προς την Αγκυρα και η οπισθοχώρηση

Η προέλαση σε όλο το μήκος του μετώπου ξεκίνησε στις 27 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1921. Οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να καταλάβουν τους στρατηγικής σημασίας σιδηροδρομικούς κόμβους του Εσκί Σεχίρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ. Ομως στην πραγματικότητα ο στόχος είχε μόνο εν μέρει επιτευχθεί. Παρά τις προσδοκίες, ο ελληνικός στρατός δεν μπόρεσε να επιφέρει αποφασιστικό πλήγμα στις κεμαλικές δυνάμεις. Η ελληνική νίκη ήταν σημαντική, αλλά όχι τέτοιας έκτασης ώστε να αναγκάσει τον Κεμάλ να αποδεχθεί έναν διπλωματικό συμβιβασμό, έστω και οριακά βασισμένο στο πλαίσιο που έθετε η Συνθήκη των Σεβρών. Η λύση που προκρίθηκε από ελληνικής πλευράς ήταν η εκστρατεία προς την Αγκυρα με σκοπό την οριστική συντριβή των κεμαλικών. Ομως, η κατάληψη της Αγκυρας αποδείχθηκε αδύνατη. Ενα μήνα μετά την έναρξη επιχείρησης, και αφού προηγουμένως είχαν καταβάλει βαρύτατο φόρο αίματος, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν συντεταγμένα στη γραμμή Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ.

Ηταν πλέον σαφές ότι η ελληνική πλευρά αδυνατούσε να επιβάλει τους όρους ειρήνευσης στο πεδίο της μάχης. Αντιλαμβανόμενη το στρατιωτικό αδιέξοδο, η ελληνική κυβέρνηση αναζητούσε πλέον εναγωνίως διπλωματική λύση. Το φθινόπωρο του 1921 ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής πραγματοποίησαν μακρά περιοδεία στην Ευρώπη, με στόχους αφενός την εξασφάλιση δανείου, αφετέρου την άμεση σύγκληση νέας διεθνούς Συνδιάσκεψης για την επίτευξη ειρηνευτικού διακανονισμού του μικρασιατικού ζητήματος. Ωστόσο, οι προσπάθειές τους δεν καρποφόρησαν. Χρήματα δεν βρέθηκαν, ενώ η απόφαση για την πολυπόθητη Συνδιάσκεψη, η οποία αυτή τη φορά έμελλε να πραγματοποιηθεί στο Παρίσι, δεν λήφθηκε παρά μόνο μετά την πάροδο πολλών μηνών. Στο μεταξύ, η υπογραφή της γαλλοτουρκικής Συμφωνίας Φρανκλέν-Μπουγιόν στις 7/20 Οκτωβρίου 1921 ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τη διπλωματική, αλλά και τη στρατιωτική θέση της Αγκυρας. Η δέσμευση της Γαλλίας να αποσύρει τις δυνάμεις της από την περιοχή της Κιλικίας έδινε στον Μουσταφά Κεμάλ τη δυνατότητα να συγκεντρώσει σχεδόν το σύνολο του στρατού του στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Ανήμπορη να αντιδράσει στον καταιγισμό των δυσμενών για την ίδια εξελίξεων, η Αθήνα σταδιακά εξοικειωνόταν με την ιδέα της απαγκίστρωσης από τη Μικρά Ασία. Από το φθινόπωρο του 1921, στην πραγματικότητα το ερώτημα δεν ήταν εάν, αλλά πότε και με ποιους όρους η Ελλάδα θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το μικρασιατικό εγχείρημα. Εκείνο που αναζητούσε πλέον η ελληνική κυβέρνηση ήταν έναν τρόπο να περισώσει ό,τι μπορούσε να περισωθεί: την Ανατολική Θράκη (ή έστω όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα της) και εγγυήσεις για την ασφάλεια των χριστιανών κατοίκων της Ιωνίας μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Ομως, όπως θα αποδεικνυόταν, η διαπίστωση του αδιεξόδου δεν αρκούσε για την υπέρβασή του. Ο χρόνος κυλούσε εις βάρος της Ελλάδας, η οποία βρισκόταν εγκλωβισμένη σε έναν στρατιωτικό και διπλωματικό λαβύρινθο.
 
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του με τίτλο «Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.