π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Οπισθοδρόμηση ο διαχωρισμός Ελληνισμού και Ορθοδοξίας»

Τοῦ πατρὸς Γεωργίου Μεταλληνοῦ

Ὁ Ἑλληνισμός, βρῆκε τὴν ὁριστικὴ ταυτότητά του μέσα στὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ἑλληνικὴ αὐτοσυνειδησία ἔγινε ἑλληνορθόδοξη καὶ μὲ αὐτὸ τὸ περιεχόμενο ἔζησε καὶ ἐμεγαλούργησε τόσους αἰῶνες. Κάθε ἀπόπειρα συνεπῶς ἀποορθοδοξοποιήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἀποεκκλησιοποιήσεώς του, θὰ ἐπαναλαμβάνει τὸ ἀπονενοημένο διάβημα τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τοῦ Πλήθωνος. Ὁ Νέος Ἑλληνισμὸς διατηρεῖ τὴν συνάφειά του μὲ τὴν ἀρχαιότητα μέσω τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου τοῦ ἱστορικοῦ του βίου, μέσα στὴν ὁποία διαμόρφωσε τὴν ἐθνική του αὐτοσυνειδησία. Μέτρο καὶ κριτήριο καὶ τῆς πολιτιστικῆς του αὐτοσυνειδησίας εἶναι ἡ ὀρθόδοξη λατρεία καὶ ἡ πατερικὴ θεολογία. Ο Ἑλληνισμὸς δοξάζεται μέσα στὴν Ὀρθοδοξία. Ἔξω ἀπὸ αὐτὴν γίνεται ἀρχαῖος, εἰδωλολατρικός, ἀγνώριστος. Τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διαπλάσσεται μέσα στὴν Ὀρθοδοξία. Μὲ τὸ φρόνημα αὐτὸ εἶναι ὑπερήφανος γιὰ τὴν ἑλληνορθόδοξη… παράδοσή του. Ἡ ἀπώλεια ὅμως τοῦ φρονήματος αὐτοῦ ἀφαιρεῖ καὶ τὴν ἱκανότητα γιὰ ὀρθὴ ἐκτίμηση τῆς παραδόσεώς του. 


Στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι, ποὺ ἀναδύεται τὸ ἐρώτημα: ποὺ ἀνήκουμε, στὴν Ἀνατολὴ ἢ τὴν Δύση… Γιὰ τὸν Ἕλληνα ὅμως, ποὺ ἔχει πατερικὴ ἐπίγνωση τῆς ταυτότητάς του, τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι «ποὺ ἀνήκουμε”, ἀλλὰ «ποιοὶ ἀνήκουν σέ μᾶς», πέρα ἀπὸ κάθε ἐθνικιστικὴ αὐτοέξαρση. Ποιοὶ δηλ. εἶναι μέτοχοι τῆς παραδόσεώς μας. Καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι οὔτε ἡ (σημερινὴ) Ἀνατολή, οὔτε ἡ (σημερινὴ) Δύση, ἀλλ’ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. 


Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἐπιτραπεῖ μία μικρὴ τροποποίηση τῆς διακριβώσεως δύο σεβαστῶν Ἡγετῶν τοῦ Ἔθνους μας, Προέδρων τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Τὸ Ἔθνος μας δὲν εἶναι ἁπλῶς «μοναχικὸν» (1) ἢ «ἀνάδελφον» (2), ἀλλὰ λόγω τῆς ἑλληνορθόδοξης παραδόσεώς του καὶ «μοναδικὸν» σήμερα στὸν κόσμο. Ἂν ἡ Ἑλλάδα μὲ τὴν ἀρχαία μορφὴ της παρουσιάζει, φαινομενικά, κάποια συγγένεια μὲ τὴν Δύση γιατί στὸ βάθος καμμιὰ σύμπτωση δὲν εἶναι μετρητὴ ἡ Ἑλλάδα, ὅπως διαμορφώθηκε μέσα στὴν Ὀρθοδοξία, ἐνσαρκώνει ἕνα πολιτισμό, ποὺ ἔχει διαμετρικὰ διάφορη συνέχεια ἀπὸ ἐκεῖνον τῆς Εὐρώπης, τοῦ φεουδαλισμοῦ, τῆς δουλοπαροικίας καὶ ἀποικιοκρατίας καὶ ὅλων τῶν μεταγενεστέρων ὑποκατάστατών τους. Καὶ ἴσως γι’ αὐτὸ ἐπιδιώκεται ἀπὸ κάποια κέντρα στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἡ λήθη τοῦ ἐγγυτέρου παρελθόντος μας, ἢ ὅταν τοῦτο εἶναι ἀδύνατο, ἡ ἀποσύνδεσή μας ἀπὸ τὴν ὀρθοδοξοεκκλησιαστικὴ παράδοσή μας.


Γιατί τότε εὔκολα «ἀνακαλύπτεται» ἡ ταύτισή μας μὲ τὴν Δύση, πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά. Ὅταν ὅμως συνειδητοποιεῖται ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ πολιτισμοῦ μας, τότε ἁπαλλασσόμεθα ἀπὸ κάθε τάση «πνευματικῆς ξενηλασίας» καὶ «πατροκτονίας». Βέβαια αὐτὸ δὲν σημαίνει καθόλου ἄρνηση τοῦ διαλόγου τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ὁ διάλογος, οὐσιῶδες γνώρισμα τοῦ προχριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἔπαυσε νὰ συνεχίζεται καὶ ὑπὸ τὴ νέα ταυτότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς Ἑλληνοορθοδοξίας, ὡς διάλογος ὅμως πάντοτε «ἐν ἀληθεία»! Ἡ προσληπτικὴ καὶ ἀφομοιωτικὴ δύναμη τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ, στὰ ὅρια τοῦ κτιστοῦ, τοῦ πολιτισμοῦ δηλ. καὶ τῆς ἱστορίας, λειτουργεῖ ἀκατάπαυστα. 


Τὸ βασικό του ὅμως προτέρημα, ποὺ ἂν χαθεῖ, ὁδηγεῖ ἀναπόδραστα στὴν ἀλλοτρίωσή του, εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἑλληνισμὸς προσλαμβάνει καὶ ἀφομοιώνει. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ δύναμή του νὰ διακρίνει τὸ ὁμοιογενὲς καὶ ὁμοούσιό του ἀπὸ τὸ ἀλλότριο καὶ ἀναιρετικό τῆς οὐσίας του. Ὅσο γνησιότερος, συνεπῶς, μένει ὁ Ἑλληνισμός, τόσο περισσότερο βοηθεῖ τοὺς διαλεγομένους μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀξιωματικὴ ἀρχὴ θὰ διαφοροποιεῖ ριζικὰ τὸν Ἑλληνισμό, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιλέγει, ἀπὸ τὸν Γραικυλισμό, ποὺ δέχεται ἀνεξέλεγκτα τὰ πάντα, χωρὶς ἐπίγνωση τῆς οὐσίας του, λόγω τῆς μειονεξίας του (3).


Κάθε δίλλημα σήμερα τοῦ τύπου «Ὀρθοδοξία ἢ Ἑλληνισμὸς» εἶναι ὄχι μόνο πλαστό, ἀλλὰ καὶ ἐθνοκτόνο. Γιατί σημαίνει τάση ἐπιστροφῆς στὴν ἀτέλειά μας, στὴν παλαιὰ ἀγωνιώδη ἀναζήτησή μας. Ἐνῶ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ποὺ διασώζει τὴν αὐτοσυνειδησία του, τὸ ζητούμενον εὑρέθη. Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν. . . εὔρομεν πίστιν ἀληθῆ»! «Εὔρομεν τὴν ἀλήθειαν»! Κάθε ἀποδέσμευση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν συνιστᾶ μόνο τραγικὸ διαμελισμὸ τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλὰ καὶ καθαρὸ παραλογισμό, ἀφοῦ ἡ τυχὸν ἐπιστροφὴ στὸν αὐθεντικὸ κλασσικὸ Ἑλληνισμό, θὰ καταλήξει ὁπωσδήποτε στὴν γνήσια ἐκείνη ἀναζήτηση, ποὺ ὁδήγησε στὴν ἕνωσή του μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἔξω ἀπὸ τὴν ζήτηση αὐτὴ ἔμεινε, ὅπως ἐλέχθη, ὁ παγανισμὸς καὶ ὁ διονυσιακὸς αἰσθησιασμὸς τοῦ Γραικύλου. Γι’ αὐτό, ὅπου χάνεται ἡ Ὀρθοδοξία, χάνεται καὶ ὁ Ἑλληνισμός!
Ἰδοὺ γιατί κάθε παρόμοια ἐπιδίωξη συνιστᾶ ὀπισθοδρόμηση καὶ ὄχι πρόοδο. Γιατί μετέχει στὸν «συντηρητισμὸ” τῶν αἱρέσεων, τῶν «ἑλληνιστικῶν λήρων» κατὰ τὸν Μ. Φώτιο. Τὸ τραγικότερο ὅμως, συνιστᾶ, ἰδιαίτερα σήμερα, ἀπώλεια κάθε δυνάμεως αὐτοπροστασίας, μὲ ἀπόληξη τὸν ραγιαδισμὸ καὶ τὴν ὑποδούλωση, τὸ μόνο, ποὺ ἔχει νὰ προσφέρει ὁ σημερινὸς Ἑλληνισμὸς στὸν κόσμο, εἶναι ἡ ὀρθόδοξη παράδοσή του. 


Τόσο λίγο ὅμως γίνεται αὐτὸ συνείδηση σὲ πολλούς, ὥστε σὲ στιγμὲς αὐτοκριτικῆς νὰ ἀνακαλεῖς στὴν μνήμη σου ἕνα λόγο τοῦ μικρασιάτη Ποιητῆ Γ. Σεφέρη, ποὺ γράφθηκε μὲν στὰ 1936, ἀλλὰ παραμένει ἐπίκαιρος καὶ σήμερα: «Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα πώς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πώς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσοι σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης, μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μία πολὺ βαριὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό»… Ἡ ἐπανανακάλυψη, συνεπῶς, στὴν δύστροπη ἐποχή μας τοῦ πατερικοῦ προτύπου, ὅπως τὸ ἐνσάρκωσε καὶ διέσωσε καὶ ὁ Μ. Φώτιος, εἶναι ἀληθινὸς καταιγισμὸς ἐλπίδας.


(1) Δήλωση τοῦ τ. Προέδρου τῆς Ἑλλην. Δημοκρατίας Κων. Καραμανλὴ (1985). (2) Δήλωση τοῦ τ. Προέδρου τῆς Ἑλλην. Δημοκρατίας, κ. Χρ. Σαρτζετάκη (1985). (3) Βλ. Χρ. Γιανναρά, Ἡ μειονεξία τῶν Νεοελλήνων, στὸν τόμο: Ἡ Νεοελληνικὴ Ταυτότητα, Ἀθήνα 1978, σελ. 110118.(«ΔΙΑΛΟΓΟΣ», τ. 30, ΟΚΤ – ΔΕΚ 2002)

ΡΩΜΑΙΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.