Ρωμαίοι-Ουόλσκοι: Η άλωση του Σάτρικου από τον Κάμιλλο (Β’ μέρος)

του Μανώλη Χατζημανώλη,
(Β’ μέρος)

Σύμφωνα με την ιστορία που μας παραθέτει ο Λίβιος, το 386 π.Χ και ενώ οι ρωμαϊκές αρχές ήταν απασχολημένες κυρίως με το ζήτημα των χρεών των πληβείων αγροτών και την προοπτική ενός νέου πολέμου στην Ετρουρία, πρόσφυγες προερχόμενοι πιθανότατα από την ρωμαϊκή αποικία στο Άντιον πληροφόρησαν την Σύγκλητο πως οι Ουόλσκοι κάτοικοι της πόλης είχαν εξεγερθεί κατά των Ρωμαίων απειλώντας τα συμφέροντά τους στην πεδιάδα του Ποντίνε. Ανησυχητικότερες δε ήταν οι αναφορές πως στις τάξεις τους υπήρχαν Λατίνοι και Έρνικες, λαοί που με βάση την Κασσιανή Συνθήκη του 5ου αιώνα π.Χ ήταν σύμμαχοι της Ρώμης. Έτσι, μετά την πολιορκία του 390 π.Χ από τους Γαλάτες και τις διαδοχικές συγκρούσεις του 389-388 π.Χ με τους Ουόλσκους, τους Ετρούσκους και τους Αίκουους, οι Ρωμαίοι ιθύνοντες βρέθηκαν ενώπιον νέων προκλήσεων σε μια περιοχή που θεωρούσαν δικό τους ζωτικό χώρο.

Η Ρώμη, που ήδη από τις αρχές του 5ου αιώνα μαστιζόταν από υπερπληθυσμό, φαίνεται πως ακολουθούσε μια συνεπή πολιτική επέκτασης στο Ποντίνε. Ευρισκόμενη στα νότια του Λατίου μεταξύ του όρους Λεπίνου στα βόρεια και των ελών της απέναντι τυρρηνικής ακτής και του ποταμού Αμασήνου στο νότο, η πεδιάδα αυτή ήταν μια από τις ευφορότερες της περιοχής και αποτελούσε αντικείμενο διεκδίκησης τόσο από την Ρώμη, όσο και από τις κοινότητες των σαβελλικής καταγωγής Ουόλσκων. Ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα ο βασιλιάς Ταρκύνιος ο Υπερήφανος, αφού υπέταξε τις λατινικές πόλεις, άρχισε να επεκτείνεται νοτιότερα καταλαμβάνοντας την πλούσια ουολσκική πόλη Σούεσσα Πομετία στις παρυφές της πεδιάδας του Ποντίνε και ιδρύοντας τις αποικίες Σίγνια στους βόρειους πρόποδες του Λεπίνου όρους (ελέγχοντας έτσι την κοιλάδα του ποταμού Τρέρου/Τολερού έναντι των Ερνίκων και Ουόλσκων επιδρομέων) και Κιρκαίοι στην τυρρηνική ακτή. Μετά την πτώση των Ετρούσκων βασιλέων, οι Ρωμαίοι απέκρουσαν επανειλημμένες ουολσκικές επιδρομές, ενώ συνέχισαν να προωθούνται σταθερά προς νότο καταστρέφοντας οριστικά την Σούεσσα Πομετία το 495 π.Χ και ιδρύοντας αποικίες στα Έκετρα (495 π.Χ) και στις Βελιτραίες (494 π.Χ). Το 493 π.Χ ο ύπατος Πόστουμος Κομίνιος Αουρούνκος εκστράτευσε εναντίον της ισχυρής ουολσκικής πόλης Άντιον και κατέλαβε τις κοινότητες Λονγκούλα, Πολλούσκα και Κορίολους εισερχόμενος βαθιά στην ουολσκική χώρα. Το ίδιο έτος οι Ρωμαίοι σύναψαν με τους Λατίνους την Κασσιανή Συνθήκη ισχυροποιώντας ακόμα περισσότερο την θέση τους στην περιοχή, ενώ το επόμενο έτος ίδρυσαν νέα αποικία στη Νόρβα, στην δυτική πλαγιά του όρους Λέπινον και υπέταξαν την Κόρα.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Η κατακτητική αυτή πορεία της Ρώμης όμως ανακόπηκε βίαια κατά τα έτη 491-488, όταν σύμφωνα με την παράδοση που μας διασώζει ο Λίβιος για τον Γάιο Μάρκιο Κοριολανό (βλέπε ΕΔΩ) μια ισχυρότατη ουολσκική στρατιά υπό τον οπλαρχηγό Άντιο Τύλιο εκδίωξε τους Ρωμαίους από την πεδιάδα του Ποντίνε και σάρωσε το Λάτιο καταλαμβάνοντας τις λατινικές πόλεις Λανούβιον, Κάρβιον, Βιτελλία, Τρεβία, Λάμπικον και Πέδον και φτάνοντας να πολιορκήσει ακόμα και την ίδια την Ρώμη. Η εκρηκτική αυτή ουολσκική ανάκαμψη ίσως να οφείλεται στις φυσικές καταστροφές του έτους 492 (αναφέρονται σιτοδεία στο Λάτιο και επιδημίες στην χώρα των Ουόλσκων) πράγμα που ενδεχομένως ώθησε πολλούς νεαρούς κυρίως πολεμιστές στην μετανάστευση και στην αναζήτηση της τύχης τους μακριά από τις κοινότητές τους υπό την ηγεσία κάποιου ισχυρού πολέμαρχου. Αν θεωρηθεί δε πως υπάρχουν σπέρματα αλήθειας στην ιστορία του Κοριολάνου, δεν αποκλείεται μεταξύ των Ουόλσκων πολεμιστών να βρίσκονταν και Ρωμαίοι φυγάδες ως αποτέλεσμα της οικονομικής και πολιτικής κρίσης που αντιμετώπιζε η Ρώμη μεταξύ των ετών 494-492 π.Χ (Πρώτη Αποστασία των Πληβείων). Μέχρι το 443 πάντως οι Ρωμαίοι είχαν ανακτήσει τον έλεγχο επί των Ουόλσκων του Ποντίνε, καταλαμβάνοντας και εγκαθιστώντας νέες αποικίες στο Άντιο και στην Αρδέα.

Η εγκατάσταση των αποικιών δημιουργούσε σαφέστατα μια κατάσταση δυσμενή για τους γηγενείς. Έχοντας ένα καθεστώς ανάλογο με αυτό των Αθηναίων κληρούχων οι Ρωμαίοι έποικοι (συνήθως μέχρι 300 οικογένειες, συνοδευόμενες από ανάλογο αριθμό Λατίνων συμμάχων) εισέρχονταν με θριαμβευτική τελετή στην κατακτημένη κοινότητα και οικειοποιούνταν το ένα τρίτο της καλλιεργήσιμης γης. Αν και μάλλον διατηρούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα στη Ρώμη, εξέλεγαν δική τους Σύγκλητο και αξιωματούχους και συνέτασσαν σύνταγμα αντίγραφο αυτού της Ρώμης στο οποίο έπρεπε να πειθαρχούν και οι ντόπιοι Ουόλσκοι. Ενώ οι γηγενείς ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν τον ρωμαϊκό στρατό ως σύμμαχοι, οι Ρωμαίοι έποικοι δεν εντάσσονταν στις λεγεώνες, αλλά έμεναν πίσω εκτελώντας χρέη φρουράς. Έχοντας αυτά υπόψη, η κατάσταση διαρκούς αναβρασμού στην περιοχή από το έτος 389 και μετά που μας διασώζεται από τις πηγές φαντάζει μάλλον λογική.

Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και νερό
Η κοιλάδα του ποταμού Λίρη θεωρείται γενικά η κοιτίδα των Ουόλσκων από όπου εισήλθαν στο νότιο Λάτιο.

Οι εξεγερθέντες Ουόλσκοι του Αντίου συνάσπισαν γύρω τους και άλλους ομοεθνείς τους καθώς και πολεμικές ομάδες Λατίνων και Ερνίκων και συγκεντρώθηκαν κοντά στην πόλη Σάτρικον. Καθώς η πόλη είχε στρατηγική σημασία, αφού έλεγχε την οδό ανάμεσα στο Λάτιο και την ουολσκική χώρα, ήταν βέβαιο πως θα αποτελούσε άμεσο στόχο των μισητών Ρωμαίων. Πράγματι ισχυρός ρωμαϊκός στρατός υπό τους τρίβουνους του έτους Π. Βαλέριο και Μάρκιο Φούριο Καμίλλο έφτασε σύντομα στην περιοχή. Αναγνωρίζοντας την εμπειρία του ήρωα του βηιεντικού(1) και του γαλατικού πολέμου(2), οι υπόλοιποι πέντε τρίβουνοι είχαν ουσιαστικά αναθέσει την αρχιστρατηγία στον Καμίλλο, ο οποίος συντόνιζε τους συναδέλφους του «ωσάν να ήταν δικτάτωρ». Ενώ ο ίδιος και ο Βαλέριος εκστράτευαν, ένας στρατός υπό τον Κ. Σερβίλιο θα παρέμενε κοντά στην Ρώμη ως εφεδρεία για τυχόν επιθέσεις από τους Ετρούσκους ή τους Λατίνους και τους Έρνικες, ο Λ. Κουίνκτιος Κινκινάτος θα επάνδρωνε τις οχυρώσεις της Αιώνιας Πόλης με τους γηραιότερους και τους ακατάλληλους για στράτευση στις λεγεώνες, ενώ ο Λ. Οράτιος θα συντόνιζε τις αστικές συντεχνίες για να παρέχουν στον στρατό οπλισμό και εφόδια. Ο Σ. Κορνήλιος Μαλουγκινένσις θα αναλάμβανε την τέλεση του κυβερνητικού και θρησκευτικού έργου.

Η σύγκρουση ανάμεσα στον ρωμαϊκό στρατό και στους συμμάχους ήταν σφοδρότατη. Βλέποντας τους στρατιώτες του να δειλιάζουν μπροστά στο πλήθος των εχθρών, ο Καμίλλος έσπευσε να ερεθίσει το φιλότιμο και το πολεμικό πνεύμα τους αρπάζοντας το λάβαρο από τον κοντινότερο λαβαροφόρο και εξακοντίζοντάς το στις τάξεις των απέναντι Ουόλσκων. Μπροστά στο ενδεχόμενο να χαθεί το λάβαρο της μονάδας τους, πράγμα που αποτελούσε μεγάλο όνειδος για τα πολεμικά ήθη της εποχής, οι άνδρες του ρωμαϊκού δεξιού όρμησαν εναντίον των αντιπάλων τους προκειμένου να το ανακτήσουν και τους συνέτριψαν. Την ίδια ώρα όμως το ρωμαϊκό αριστερό (προφανώς υπό τον έτερο τρίβουνο Βαλέριο) πιεζόταν πολύ και ήταν στα πρόθυρα της υποχώρησης. Τότε ο Καμίλλος κάλπασε προς τα εκεί και άρχισε να εμψυχώνει τους άντρες δείχνοντάς τους την επιτυχία των συναδέλφων τους του δεξιού κέρατος και καλώντας τους να τους μιμηθούν. Με το αριστερό τους να υποχωρεί άτακτα και τους απέναντί τους Ρωμαίους να αντιστέκονται σθεναρά, σύντομα και οι Ουόλσκοι του δεξιού άρχισαν να υποχωρούν καταδιωκόμενοι προς το Σάτρικον. Μια ξαφνική καταιγίδα όμως σύμφωνα με τον Λίβιο ανάγκασε τους Ρωμαίους να σταματήσουν την καταδίωξη και να επιστρέψουν στο στρατόπεδό τους. Αν και ο Ρωμαίος χρονικογράφος μιλάει για μεγάλη σφαγή των Ουόλσκων, τα γεγονότα που ακολούθησαν δείχνουν πως μάλλον ο συμμαχικός στρατός νικήθηκε, αλλά δεν συνετρίβη. Παρόλα αυτά μετά την ήττα του ο συμμαχικός στρατός διαλύθηκε, με τους Έρνικες και Λατίνους συμμάχους να επιστρέφουν στις χώρες τους και τους Ουόλσκους να καταφεύγουν στις επιμέρους κοινότητές τους, αφήνοντας τους κατοίκους του Σάτρικου στο έλεος των Ρωμαίων. Η ουολσκική πόλη αλώθηκε με έφοδο, με τους κατοίκους πιθανότατα να εξανδραποδίζονται και μια ισχυρή αποικία 2.000 Ρωμαίων να εγκαθίσταται εκεί τον επόμενο χρόνο (385 π.Χ).

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, σύννεφο, δέντρο, φυτό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση
Ερείπια των οχυρώσεων της Νόρβας στην δυτική πλαγιά του όρους Λέπινον. Οι Ρωμαίοι ίδρυσαν πολλές αποικίες στην περιοχή του Ποντίνε, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν φρουρές και οδούς για τα στρατεύματά τους, αλλά και για την εγκατάσταση ακτημόνων ώστε βα αποσυμφορήσουν κοινωνικά την πόλη τους.

Θέλοντας να κεφαλαιοποιήσει την ρωμαϊκή επιτυχία και διαγιγνώσκοντας σωστά πως το Άντιο θα αποτελούσε πηγή νέων προβλημάτων στο μέλλον, ο Καμίλλος έσπευσε να θέσει την ουολσκική πόλη υπό πολιορκία. Το Άντιο όμως, χτισμένο πάνω σε ακρωτήριο στην τυρρηνική ακτή και ισχυρά οχυρωμένο, δεν αποτελούσε εύκολο στόχο. Έτσι αφήνοντας τον στρατό του να πολιορκεί την πόλη, ο Καμίλλος έσπευσε στην Ρώμη για να εξασφαλίσει την κατασκευή και παροχή πολιορκητικού εξοπλισμού. Εκεί ενημερώθηκε από την Σύγκλητο πως οι Ετρούσκοι άρχισαν νέες επιδρομές στην ρωμαϊκή επικράτεια και πως του είχε ανατεθεί η ηγεσία των ρωμαϊκών δυνάμεων που θα αναλάμβαναν την εκδίωξή τους. Την ίδια περίοδο, νέες πολιτικές ταραχές θα ξέσπαγαν στην ίδια την Ρώμη, με έναν ήρωα του γαλατικού πολέμου του 390 π.Χ να συσπειρώνει γύρω του τους δυσαρεστημένους από την μη λύση του καυτού ζητήματος των ιδιωτικών χρεών πληβείους…

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις

  1. https://cognoscoteam.gr/%ce%b7-%ce%ac%ce%bb%cf%89%cf%83%ce…/

2. https://cognoscoteam.gr/%ce%b7-%ce%ac%ce%bb%cf%89%cf%83%ce…/

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.