Σαν σήμερα, την 1η Δεκεμβρίου του 1083, γεννήθηκε η βυζαντινή πριγκίπισσα και ιστορικός Άννα Κομνηνή

από τη σελίδα Αγιά Σοφιά / Hagia Sophia

Η Άννα Κομνηνή ήταν κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκαινας. Γεννήθηκε στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννιούνταν τα παιδιά των αυτοκρατόρων και έτυχε επιμελέστατης μόρφωσης και παιδείας. Σε μικρή ηλικία αρραβωνιάστηκε με τον Κωνσταντίνο Δούκα, τον οποίο ο πατέρας της Αλέξιος είχε ανακηρύξει συν-αυτοκράτορα μέχρι τη στιγμή που ο Αλέξιος απέκτησε γιο και διάδοχο, τον Ιωάννη Β’. Ο γάμος του Κωνσταντίνου με την Άννα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, καθώς ο Κωνσταντίνος πέθανε. Αργότερα, ο Αλέξιος θα παντρέψει την Άννα με τον Νικηφόρο Βρυέννιο, στον οποίο θα δώσει τον τίτλο του Καίσαρα.

Η μεγαλύτερη επιθυμία της Άννας ήταν να κατακτήσει το θρόνο της αυτοκρατορίας και για το λόγο αυτό, όταν ο πατέρας της πέθανε, προσπάθησε σε συνεργασία με τη μητέρα της Ειρήνη να οργανώσει συνομωσία εις βάρος του αδερφού της και νόμιμου διαδόχου Ιωάννη Β’ Κομνηνού. Η Άννα θέλησε να προωθήσει στο θρόνο το σύζυγό της Νικηφόρο, αλλά ο ίδιος, μένοντας πιστός στον Ιωάννη, δεν δέχτηκε να συμμετάσχει στα σχέδια της φιλόδοξης συζύγου του.

Το 1137, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου, αποσύρεται μαζί με τη μητέρα της σε απομόνωση, στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την «Αλεξιάδα», σε 15 βιβλία (κεφάλαια). Στο έργο της κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της Αλεξίου Α’ μεταξύ 1069 και 1118.
Η Αλεξιάδα, το ιστορικό αυτό έργο της Άννας Κομνηνής, αποτελεί μια σημαντική πηγή πληροφοριών για τα χρόνια της διακυβέρνησης του Αλέξιου Α’ και συνάμα ένα εξαιρετικό λογοτέχνημα, μιας και η Άννα είχε βαθιά καλλιέργεια και, όπως φαίνεται, σημαντικές συγγραφικές ικανότητες. Η γλώσσα και η μορφή του κειμένου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του αττικισμού. Το έργο της αποτελεί σημαντική πηγή για την Α’ Σταυροφορία και είναι επίσης πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.

Η Άννα Κομνηνή πέθανε μετά το 1148, αλλά άγνωστο ακριβώς πότε. Από την Αλεξιάδα φαίνεται ότι ζούσε μέχρι και το 1148, οπότε είναι πιθανό ότι πέθανε λίγο αργότερα, το 1149 ή το 1153 ή το 1154. Τάφηκε κοντά στον πατέρα της, στη Μονή Παμμακάριστου.

Σε γενικές γραμμές η Άννα Κομνηνή ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα μέσα στη δυναστεία των Κομνηνών, η οποία έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της σε όλο το φάσμα της ζωής της. Όσο διψούσε για δόξα και εξουσία, άλλο τόσο επιδίωκε την επιμόρφωσή της από μικρή ηλικία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ως γυναίκα εκείνης της εποχής, αν και πριγκίπισσα. Μπορεί να μην έγινε συμβασιλέας στο πλευρό του συζύγου της αν και ηλικιακά δικαιούνταν τον θρόνο και κατά συνέπεια το αυτοκρατορικό στέμμα που της είχε ήδη δοθεί από τη γέννησή της, παρά τη μηχανορραφία που οργάνωσε σε συνεργασία με τη μητέρα της για να εκτοπίσει τον αδελφό της, Ιωάννη Β’, αλλά διακρίθηκε στα γράμματα. Εξορισμένη σε μια μονή της Κωνσταντινούπολης, διέπρεψε με το πλούσιο ιστορικό της έργο, την «Αλεξιάδα». Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί ένα εγκώμιο για την πολεμική δράση του πατέρα της, Αλέξιου Α’ Κομνηνού. Ο τρόπος γραφής της αποδίδει τους διευρυμένους γνωριστικούς της ορίζοντες, το συγγραφικό της ταλέντο, το πείσμα και την επιμονή της στη λεπτομέρεια ως προς την καταγραφή των πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και την υποκειμενικότητά της, αφού όλο το έργο αποτελεί έναν ύμνο αφιερωμένο στον πατέρα της. Ήταν από τις ελάχιστες Βυζαντινές που μετά το θάνατό τους σώζεται πλούσιο συγγραφικό έργο και η μοναδική, η οποία επεξεργάστηκε με τέτοιο ζήλο την ιστοριογραφία. Γι’ αυτό, άλλωστε, επηρέασε βαθιά διάφορους συγγραφείς, όπως ο Γεώργιος Τορνίκης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης* κ.ά.

Τα στοιχεία του χαρακτήρα της σκιαγραφούν μια δυναμική, τολμηρή, άκρως μορφωμένη και φιλόδοξη γυναίκα σε αντίθεση με τη μέση Βυζαντινή γυναίκα. Μόνο η μητέρα έχαιρε της εκτίμησης και του σεβασμού της οικογένειας. Γενικά, οι συνθήκες ζωής αποδεικνύουν πόσο εγκλωβισμένη στο σπίτι ήταν η γυναίκα, καθώς καθημερινά βίωνε τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη στέρηση κάθε είδους ελευθερίας, καθώς οποιαδήποτε έξοδος από την οικία της έπρεπε να έχει σαφή λόγο και αφορμή και δεν γινόταν ποτέ χωρίς τη συνοδεία κάποιου δούλου, ο οποίος φυσικά θα ήταν ευνούχος για την αποφυγή πειρασμών. Ο συντηρητικός τρόπος ζωής, αλλά και οι αναχρονιστικές αντιλήψεις της κοινωνίας έχουν άμεσο αντίκτυπο στην εξωτερική εμφάνιση της γυναίκας, η οποία πάντα πρέπει να φορά κάποιο μαντίλι στο πρόσωπο, για να είναι προφυλαγμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των αντρών. Αν και προστατευόταν από τον νόμο γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα, η καταπίεση και η περιθωριοποίησή της είναι έκδηλες σε όλον τον Μεσαίωνα!

*Τη μοναδική περιγραφή της Άννας Κομνηνής, τη δίνει ο Γεώργιος Τορνικίος στο Εγκώμιόν του:
«Τα μάτια της ήταν καλοσχηματισμένα και έλαμπαν χαρωπά· δεν κινούνταν ασταμάτητα, σημείο ταραγμένης ψυχής, ούτε ήταν στάσιμα και νωχελικά πέραν του συνηθισμένου, δείγμα νωθρότητας, αλλά ζωντανά και εύστροφα καθώς ερευνούσε το χώρο και συνήθως σταθερά και συγκεντρωμένα. Τα φρύδια της ήταν κυρτωμένα σαν το ουράνιο τόξο· η μύτη ευθεία, ελαφρά λυγίζουσα προς τα χείλη, μικρά στο πρόσωπο και αρμονική· τα χείλη της σαν κλειστά μπουμπούκια ρόδου, θύμιζαν το βαθυκόκκινο σειρίτι του Άσματος Ασμάτων. Ολόλευκη σαν το μαλλί· καθώς τα μάγουλά της σκίαζε ελαφρό ερύθημα ως τη μεγάλη ηλικία. Το πρόσωπό της καθ’ ολοκληρίαν σχημάτιζε τέλειο κύκλο ως χαραγμένο από διαβήτη.Το κεφάλι της ατένιζε στον εύμηκη λαιμό, οι ώμοι ήταν αρμονικοί, τα πόδια και τα χέρια ελαφρά· η όψη αρμονική ώς προς τα ίδια και τα μέρη. «Ὡς λύρα τις ἦν αὐτῇ τό σῶμα ἤ ὡς κιθάρα συνηρμοσμένη, ψυχῆς ἀγαθῆς ἀγαθόν τεκτονηθέν ὄργανον» δηλ. Το σώμα της ήταν σαν λύρα ή καλοκουρδισμένη κιθάρα, ένα καλό όργανο για μία αγαθή ψυχή.

**Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είχε αφιερώσει στην Άννα Κομνηνή το ομώνυμο ποίημα, δημοσιευμένο το 1920, το οποίο και παραθέτουμε:
Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της.
«Και ρείθροις δακρύων», μας λέγει,
«περιτέγγω τους οφθαλμούς…..
Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων».
Την καίει η οδύνη «μέχρις οστέων και μυελών
και μερισμού ψυχής».
Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα˙
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει˙ μα την πήρε
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Στη φωτογραφία:
Αριστερά η Άννα Κομνηνή, δεξιά υπαγορεύουσα την “Αλεξιάδα” και στο κέντρο ψηφιδωτό με τη μορφή της.

Πηγή: Αγιά Σοφιά / Hagia Sophia

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.