Σκέψεις για τη Μικρά Ασία σήμερα

Νικόλας Ζώης

Είναι µερικά χρόνια τώρα που η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα πραγματοποιεί αρκετές εκδηλώσεις ιστορικού κυρίως ενδιαφέροντος. Μετά τη διακοπή της πανδημίας, σχεδόν επόμενο ήταν να διοργανώσει, εν μέσω του επετειακού 2022, μια εκδήλωση για τον έναν αιώνα από τη Μικρασιατική Καταστροφή: πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 17 Μαΐου, στη βρετανική πρεσβευτική κατοικία στο Κολωνάκι, η οποία κάποτε στέγαζε την οικία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

«100 χρόνια μετά: Σκέψεις για τη Μικρά Ασία» ήταν ο τίτλος της εκδήλωσης, ο υπεύθυνος πολιτικών θεμάτων της πρεσβείας Χρήστος Ψάλτης ήταν ο συντονιστής της, ενώ το πάνελ παρουσιάστηκε από τον Βρετανό πρέσβη Μάθιου Λοτζ: κεντρικός ομιλητής ήταν ο διπλωμάτης και ιστορικός σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ, πρώην πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα, ο οποίος έχει γράψει μεταξύ άλλων τον πρώτο τόμο μιας βιογραφίας του Βενιζέλου (αναμένεται στα ελληνικά από τις εκδόσεις της Εστίας).

Ο ίδιος μίλησε για το πώς έβλεπαν τη Μικρασιατική Εκστρατεία οι δυτικές δυνάμεις, ενώ έπειτα πήραν τον λόγο ο Γιάννης Στεφανίδης, καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο Σπύρος Πλουμίδης, αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Σωτήρης Ριζάς, διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών και ο αρθρογράφος της «Κ» Κώστας Ιορδανίδης, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε διάφορα γεγονότα και πτυχές της περιόδου.

​​​​​​Η «Κ» παρακολούθησε την εκδήλωση και παραθέτει μερικά βασικά σημεία των ομιλιών των συμμετεχόντων.

Οι «Μεγάλοι Τρεις» και η απόφαση για την εκστρατεία

Ξεκινώντας την ομιλία του με την παραδοχή ότι αρκετοί Eλληνες φίλοι και συνάδελφοί του γνωρίζουν καλύτερα το ζήτημα (και αφού στο μεταξύ είχε εξάρει τη συμβολή της «Κ» στην πρόσφατη εκδοτική παραγωγή και αρθρογραφία για τη Μικρά Ασία), ο σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ επικεντρώθηκε στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού (1919), που οργανώθηκε από τις δυνάμεις της Αντάντ προκειμένου να θέσουν τους όρους τους στους ηττημένους του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτό το πλαίσιο, ειδικά ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ δεν είχε στις προτεραιότητές του κάποια διευθέτηση για τη Μικρά Ασία. Γνώριζε όμως καλά ότι η περιοχή περιλαμβανόταν στις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας, ενώ εκτιμούσε και τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο. Θεωρούσε μάλιστα ότι η Ελλάδα ήταν μια ανερχόμενη δύναμη στην Εγγύς Ανατολή, με τη βοήθεια της οποίας η Βρετανία θα κυριαρχούσε στην Ανατολική Μεσόγειο, προς όφελος και των δύο χωρών.

Από τη μεριά του, ο Βενιζέλος πίστευε –και θα μπορούσε να συγχωρεθεί για αυτό, σύμφωνα με τον Σμιθ– ότι η Βρετανία ήταν ο ισχυρότερος παίκτης των λεγόμενων «Μεγάλων Τεσσάρων» (ή «Συμβουλίου των Τεσσάρων») της Συνδιάσκεψης. Στους οποίους βέβαια περιλαμβάνονταν και οι Γάλλοι, με πρωθυπουργό τον Ζορζ Κλεμανσό, που πρωτίστως ήθελαν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα απειλούνταν πια από τη Γερμανία· οι Αμερικανοί, με πρόεδρο τον Γούντροου Γουίλσον, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να συστήσει την Κοινωνία των Εθνών· και οι Ιταλοί, που ήταν αντίθετοι με τις ελληνικές θέσεις, αλλά αποχώρησαν λόγω διαφωνιών με τους υπόλοιπους τρεις. 

Eτσι λοιπόν, εξήγησε ο σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ, «ήταν οι ίδιοι οι “Μεγάλοι Τρεις”, ο Λόιντ Τζορτζ, ο Κλεμανσό και ο Γουίλσον, που αποφάσισαν να στείλουν τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919. Δεν θα το είχαν κάνει αν είχαν δώσει μεγαλύτερη προσοχή στις παραινέσεις των διπλωματικών και στρατιωτικών συμβούλων τους. Στη βρετανική πλευρά υπήρχαν προειδοποιήσεις από τους “ειδικούς” Αρνολντ Τόινμπι και Χάρολντ Νίκολσον, καθώς και μια στιβαρή αρνητική στάση από τον επικεφαλής των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, τον στρατάρχη Χένρι Γουίλσον –που δολοφονήθηκε αργότερα από τον ΙRΑ–, ο οποίος προσπάθησε να μεταπείσει τον Βενιζέλο. 

»Ο Λόιντ Τζορτζ πρωτοστάτησε. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που πρόσφερε η απουσία των Ιταλών, έπειτα από μια διαφωνία γύρω από το Φιούμε και την Αδριατική που τους έκανε να αποχωρήσουν από τη Συνδιάσκεψη, και έτσι το “Συμβούλιο των Τεσσάρων” έγινε “Συμβούλιο των Τριών”. Οι Ιταλοί ήταν αντίθετοι με τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Σμύρνη και είχαν να προωθήσουν τις δικές τους. Ο πρόεδρος Γουίλσον συμφώνησε με τον Λόιντ Τζορτζ γιατί είχε θυμώσει με τους Ιταλούς. Ο Κλεμανσό μπορεί και να έβλεπε την απόβαση σαν ρίσκο –σύντομα θα είχε ενδοιασμούς για το εγχείρημα–, όμως ο Βενιζέλος είχε εξασφαλίσει τη στήριξή του στην απόφαση στέλνοντας Ελληνες στρατιώτες στη γαλλική εκστρατεία στην Ουκρανία. Εκείνη η εκστρατεία σύντομα αποδείχθηκε φιάσκο. 

»Γιατί λοιπόν πήραν –ειδικά ο Λόιντ Τζορτζ– μια τέτοια απόφαση; Hθελε να βοηθήσει τον Βενιζέλο και ήξερε ότι ο Βενιζέλος ήθελε πάνω από όλα να εξασφαλίσει τη Μικρά Ασία για λογαριασμό της Ελλάδας. Ο κρίσιμος λόγος ήταν ότι το να έχει την Ελλάδα σαν σύμμαχο θα βοηθούσε τη Βρετανία να διασφαλίσει την επίτευξη των στόχων της στην Εγγύς Ανατολή, να αστυνομεύει το Αιγαίο και να ελέγχει τα Στενά των Δαρδανελίων, κάτι που οι Βρετανοί θεωρούσαν ως ουσιώδες εθνικό συμφέρον». 

Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919, οι συσχετισμοί μεταξύ όλων των φιλικών ή εχθρικών στην Ελλάδα δυνάμεων –των «ξένων», όπως τους έλεγε χαρακτηριστικά ο Σμιθ– θα συνέχιζαν να αλλάζουν προς το χειρότερο. Ο Λόιντ Τζορτζ είχε αποδυναμωθεί πολιτικά στην πατρίδα του, με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ να τον αντιπολιτεύεται και στο θέμα της Μικράς Ασίας. Η διεθνής επιρροή των ΗΠΑ είχε επίσης μειωθεί, ενώ ο Κλεμανσό είχε αποκοπεί εντελώς από τα ελληνικά συμφέροντα, μέχρι που η Γαλλία, όπως και η Ιταλία, ήρθε σε συμφωνία με την Τουρκία. Υπήρχε εξάλλου και ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ, ένας άνδρας «τεραστίων ικανοτήτων», σύμφωνα με τον σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ. 
Συμπερασματικά, αξιολογώντας όσα γνωστά ακολούθησαν, ο Bρετανός Σμιθ παρατήρησε ότι «το λάθος του Βενιζέλου ήταν οι ασυνήθιστα εσφαλμένοι υπολογισμοί του σχετικά αφενός με την ανθεκτικότητα της Τουρκίας και αφετέρου με τη συνέπεια και την υποστήριξη των συμμάχων της Ελλάδας, καθώς και με την οικονομική και πολιτική ισχύ της χώρας του. Iσως έπρεπε να είχε δώσει μεγαλύτερη προσοχή στις απόψεις του Μεταξά το 1915. Τι είχε κατά νου ο Λόιντ Τζορτζ; Πίστευε στα αλήθεια στις προοπτικές της Ελλάδας σαν μιας ευεργετικής δύναμης, που θα εξυπηρετούσε τα βρετανικά όπως και τα ελληνικά συμφέροντα και θα εξασφάλιζε την ελεύθερη διέλευση των Στενών. Το αναπάντητο ερώτημα είναι τι θα είχαν απογίνει οι ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας αν δεν είχε υπάρξει η ελληνική κατοχή το 1919. Κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει και δεν θέλω να ασχοληθώ με υποθέσεις και με “θα μπορούσε να”. Δύσκολα πάντως η μοίρα τους θα μπορούσε να είναι χειρότερη από ό,τι αποδείχθηκε στην πραγματικότητα το 1922-23. Και ίσως σε αυτό το εναλλακτικό σενάριο να είχε σωθεί και η Ανατολική Θράκη. Οι ξένοι επέστρεψαν με πλήρη ισχύ για να διαπραγματευτούν τη Συνθήκη της Λωζάννης – και διαδραμάτισαν θετικό ρόλο στο έργο της αποκατάστασης των προσφύγων. Η Λωζάννη ήταν μια επιτυχία της διπλωματίας και, αν και επώδυνη εμπειρία, ήταν επίσης επιτυχία για τον Βενιζέλο, τον Κέρζον (σ.σ. επικεφαλής της βρετανικής αντιπροσωπείας) και τον Ισμέτ Ινονού. Οι ξένοι μπόρεσαν να θέσουν τα θεμέλια μιας νέας διευθέτησης στην Εγγύς Ανατολή. Παρόλο που ενίοτε δοκιμάζεται από την Τουρκία, έχει επιβιώσει για 100 χρόνια μετά την καταστροφή».

Η πολυκύμαντη σχέση Ελευθερίου Βενιζέλου και Γεωργίου Βλάχου

Ο σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ κάλυψε περίπου όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για τα σχέδια των δυτικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία. Eστω κι έτσι, οι παρατηρήσεις σχετικά με την επίδραση του ιταλικού παράγοντα, που πρόσφερε στη συνέχεια ο Γιάννης Στεφανίδης, καθηγητής διπλωματικής ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ήταν πολύτιμες: η ιταλική στάση στον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τόνισε ο κ. Στεφανίδης, χαρακτηριζόταν κυρίως από έλλειψη προτεραιοτήτων και πολλές παράλληλες αξιώσεις, που περιλάμβαναν και τη Μικρά Ασία· ο Βενιζέλος επιχείρησε επανειλημμένως να συνδιαλλαγεί με τους Ιταλούς, οι οποίοι ωστόσο, με προεξάρχοντα τον υπουργό Εξωτερικών Σονίνο, απέρριπταν τα ελληνικά ανοίγματα, μέχρι που η στάση τους ενόχλησε τους «Τρεις Μεγάλους» στο Παρίσι το 1919. 

Τον λόγο στη συνέχεια πήρε ο Σπύρος Πλουμίδης, αναπληρωτής καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος αναφέρθηκε στους ανθελληνικούς διωγμούς που εξαπέλυσε η Τουρκία το πρώτο μισό του 1914 στη δυτική Μικρά Ασία, ως γενεσιουργό αίτιο της Μικρασιατικής υπόθεσης για την Ελλάδα. Η αγριότητα της τουρκικής πολιτικής ήταν τόση (με τη Σφαγή της Φώκαιας ειδικά να συγκινεί τον Γάλλο αρχαιολόγο Φελίξ Σαρτιό και τον Αμερικανό πρόξενο στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον), που ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέφρασε στην ελληνική Βουλή την ανησυχία του για την «ολοκληρωτική καταστροφή του ελληνισμού της Μικράς Ασίας». Στην πραγματικότητα, εξήγησε ο κ. Πλουμίδης, «το Μικρασιατικό ζήτημα ήταν η βασική κινητήριος δύναμη πίσω από την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». 

Για τα επιχειρήματα των αντιβενιζελικών και την καιροσκοπική στάση τους κατά της Μικρασιατικής Εκστρατείας μίλησε ο Σωτήρης Ριζάς, διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Αναφερόμενος στον Νικόλαο Στράτο, τον Νικόλαο Καλογερόπουλο, τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, τον Ιωνα Δραγούμη και βέβαια τον Δημήτριο Γούναρη (του οποίου η αντίθεση στη Μικρασιατική Εκστρατεία οφειλόταν σε λόγους τακτικισμού, αν όχι οπορτουνισμού), ο κ. Ριζάς έδειξε πώς τα προβλήματα που προέκυψαν για τους αντιβενιζελικούς λόγω της μεταστροφής τους στο ζήτημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας εντάθηκαν μετά τη νίκη τους στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, όταν πια έπρεπε να ξεπεράσουν και την απροθυμία του εκλογικού σώματος για παράταση του πολέμου. 

Τον κύκλο των ομιλιών έκλεισε ο αρθρογράφος της «Καθημερινής» Κώστας Ιορδανίδης, που αφηγήθηκε την τεταμένη σχέση μεταξύ του ιδρυτή της εφημερίδας, του αντιβενιζελικού δημοσιογράφου Γεωργίου Βλάχου, και του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η ιστορία της οικογένειας του πρώτου ήταν συνδεδεμένη με την ιστορία του ελληνικού κράτους· ο δεύτερος ήταν γιος εμπόρου. Οταν μάλιστα ο Βενιζέλος ανήλθε στην εξουσία το 1917, ο Βλάχος θέλησε να εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία και να επιστρέψει στην παλιά του δουλειά, στην Εθνική Τράπεζα. Η αίτησή του, πληροφορήθηκε, απορρίφθηκε από τον πρωθυπουργό και έτσι αποφάσισε να ιδρύσει μια εφημερίδα. «Οταν το 1932», κατέληξε ο κ. Ιορδανίδης, «οι δύο άνδρες συναντήθηκαν για πρώτη και τελευταία φορά, στο Παρίσι, στο Hotel de Crillon, ο Βενιζέλος ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν ενημερώθηκε πως ο Βλάχος επιθυμούσε να επιστρέψει στην τράπεζα. Η συνάντηση των δύο ορκισμένων πολιτικών εχθρών εξελίχθηκε πολύ ομαλά, σύμφωνα με την κόρη του Βλάχου, Ελένη. Ο Βενιζέλος του πρότεινε και να δειπνήσουν μαζί, αλλά ο Βλάχος αρνήθηκε την προσφορά. Ηταν πολύ αργά για να ξεκινήσει μια νέα φιλία».

kathimerini.gr

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.