Σπορές της Βίβλου στο νεοελληνικό μυθιστόρημα

Ισίδωρος Ζουργός, από το περιοδικό «Θεολογία», τεύχος 2, τόμος 87/2016

Ο τίτλος της ομιλίας είναι «Σπορές της Βίβλου στο νεοελληνικό μυθιστόρημα». Εκτιμώ ότι κάποιος άλλος τίτλος ίσως να ήταν περισσότερο δηλωτικός του περιεχομένου. Κάτι σαν «Βίβλος και μυθιστόρημα, η αναβλητικότητα μίας συνάντησης» ή «Δυσχέρειες στη σχέση Βίβλου και νεοελληνικού μυθιστορήματος». Γενικότερα θα φανταζόμουν κάποιον τίτλο που θα εξέπεμπε εξαρχής τη δυστοκία μίας συνεύρεσης. Παρ’ όλα αυτά εμφανίζονται κάποιες εξαιρέσεις, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον τίτλο μας. Σπορές υπάρχουν τελικά παρ’ όλο που τα πιο πολλά εδάφη υποδείχτηκαν πετρώδη και ο άνεμος της ιστορικής αλλαγής σκόρπισε τους σπόρους μακριά.

Ας ξεκινήσουμε όμως ενθυμούμενοι εν συντομία τον όρο μυθιστόρημα. Ένας γενικά αποδεκτός ορισμός θα όριζε ως μυθιστόρημα μία εκτενή μυθοπλαστική αφήγηση σε πεζό λόγο. Στη διάρκεια της εξέλιξής του ως γραμματειακό είδος το μυθιστόρημα ενσωμάτωσε αρκετές μορφές γραφής όπως το δοκίμιο, την επιστολή, την βιογραφία, το χρονογράφημα, τα συναξάρια και φυσικά την ποίηση. Το μυθιστόρημα στην προσπάθειά του να αναδιοργανώνει συνεχώς τον αναπαριστάμενο κόσμο και στην αγωνία του να βρίσκει καινούργιες οπτικές αντίληψης της πραγματικότητας εξέθρεψε τελικά ολοκληρωμένους κόσμους με πλασματικούς χαρακτήρες και τόπους, θα έλεγα σύμπαντα ολόκληρα.

Από την άλλη όμως και η Βίβλος δεν είναι ένας ολόκληρος κόσμος εντοπισμένος τοπογραφικά και πολιτισμικά; Θα λέγαμε καλύτερα πως είναι μία σειρά διαδοχικών κόσμων, που τους φανταζόμαστε σαν κρίκους περασμένους στο ίδιο σχοινί, που αγκιστρώνεται πολύ πίσω, εκεί στην αρχή του χρόνου.

Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει σήμερα είναι το κατά πόσο αυτοί οι δύο κόσμοι, αυτός της Βίβλου κι αυτός του ευρωπαϊκού και κατ’ επέκταση παγκόσμιου μυθιστορήματος, έχουν κάποτε συναντηθεί. Περισσότερο θα ασχοληθούμε όμως με τη δική μας περίπτωση και εννοώ το νεοελληνικό μυθιστόρημα. Όπως καταλαβαίνετε, σήμερα θα γίνουν μόνο νύξεις για ένα εκτενέστατο θέμα, που για να ερευνηθεί διεξοδικά, απαιτεί διατριβές μέσα από διαφορετικές προσεγγίσεις. Νύξεις λοιπόν μόνο και προϊδέαση για την πιθανή συνάντηση δύο κόσμων, αν έγινε, σε ποιο βαθμό και ποιοί παράγοντες την επηρέασαν. Εξαρχής, βασιζόμενοι κυρίως στην αναγνωστική μας εμπειρία διατυπώνουμε μια συγγραφική – κι όχι επιστημονική υπόθεση εργασίας: Η υπόθεση αυτή θεωρεί τη συνάντηση της Βίβλου με το νεοελληνικό μυθιστόρημα αποσπασματική και ευκαιριακή, στη δε περίπτωση της Π. Διαθήκης ουσιαστικά ως μη γενόμενη, σχεδόν ανύπαρκτη.

Επιχειρώντας μία μικρή ιστορική αναδρομή ξαναθυμίζουμε ότι ο δυτικος χριστιανισμός ύστερα κυρίως από την εμφάνιση των προτεσταντικών ρευμάτων, υπογράμμισε την αξία του ιερού κειμένου ως ατομικό όχημα σωτηρίας του καθενός ανθρώπου. Οι προσπάθειες των μεταρρυθμισμένων εκκλησιών στόχευαν εξαρχής στην ενίσχυση του εγγραμματισμού των πιστών και στη δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού εν δυνάμει αναγνωστών των ιερών κειμένων. Η με την πάροδο των χρόνων αποτελεσματικότερη καταπολέμηση του αναλφαβητισμού σε συνδυασμό με την εμφάνιση της βιομηχανικής κοινωνίας και την ενίσχυση του λαϊκού σχολείου δημιούργησε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μάζες αναγνωστών, οι οποίες είχαν ως κύρια αναγνωστική εμπειρία τα βιβλικά κείμενα. Αυτές οι πρώτες γενιές των αναγνωστών ζούσαν πια στην εποχή του ολοένα πιο φτηνού τυπογραφημένου βιβλίου. Ο διαφωτισμός, η σταδιακή θεσμοθέτηση του σχολείου των λαϊκών τάξεων, ο αλφαβητισμός των κοριτσιών ύστερα από αιώνες σιωπής, απαιτούν τώρα έναν όγκο κειμένων προς ανάγνωση και σχολιασμό από εκατομμύρια υποφήφιους αναγνώστες. Η λειτουργία της ανάγνωσης έχει ξεφύγει πια από τα μοναστήρια και τις πανεπιστημιακές αίθουσες κι έχει μπει σχεδόν σε κάθε σπίτι, στην αρχή ως οικογενειακό προσευχητάριο και κατόπιν ως λαϊκό μυθιστόρημα.

Ο 19ος αιώνας θεωρείται ο κατεξοχήν αιώνας ανάπτυξης του μυθιστορήματος, αυτού που σήμερα ονομάζουμε κλασικό. Είναι η εποχή που ο Ντοστογιέφσκι καταδικασμένος στο κάτεργο της Σιβηρίας κρύβει στα κουρέλια του μία Βίβλο, την οποία και διαβάζει ανελλιπώς για τρία χρόνια. Από την στιγμή που αποφυλακίζεται, ξεκινάει και γράφει εκείνα τα μυθιστορήματά του που θα γίνουν διάσημα. Δεν ξέρουμε τι θα συνέγραφε αν δε ζούσε εκείνα τα κρίσιμα χρόνια μέσα στην αναγνωστική ανάσα της Βίβλου.

Aς αναρωτηθούμε επίσης για τους Άθλιους του Βίκτωρα Ουγκώ, τι θα ήταν αυτό το βιβλίο χωρίς τον επίσκοπο Μυριήλ, που χαρίζει τα ασημένια κηροπήγια στον Γιάννη Αγιάννη. Άλλωστε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα απέκτησε από νωρίς την προσωνυμία το κοινωνικό ευαγγέλιο.

Βλέπουμε ότι η Ευρώπη αξιώθηκε μυθιστορήματα στα οποία η επίδραση της Βίβλου είναι φανερή. Η επίδραση αυτή πότε εμφανίζεται ως έμπνευση συνέχειας και διαστολής του βιβλικού κόσμου και πότε ως ένα γόνιμο χωράφι για διαφωνίες κι αντιπαλότητες. Ανάλογη επιρροή υπάρχει και στο θέατρο, αρκεί να θυμηθούμε τη Σαλώμη του Όσκαρ Γουάιλντ.

Ο αιώνας που ακολουθεί, ο 20ος , θα επανέλθει μυθιστορηματικά έχοντας μαζί του κερδισμένο ένα νέο περιβάλλον φιλοσοφικής και πολιτικής ελευθερίας, το οποίο καλλιεργούν οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες όσο πληθαίνουν. Είναι αλήθεια πως αλλιώς μπαίνεις στον βιβλικό κόσμο για να τον αναδεύσεις, για να τον φωτίσεις και ίσως και να τον αμφισβητήσεις όταν ζεις σε μία δημοκρατία παρά αν ζεις σε ένα από εκείνα τα δεσποτικά καθεστώτα που κυριαρχούσαν στον 19ο αιώνα.

Ο Τόμας Μαν συγγράφει στον Μεσοπόλεμο την τετραλογία Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού. Στα 1943 ο Ιταλός Κάρλο Λέβι το Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι, ενώ το 1991 ο νομπελίστας Πορτογάλος Ζόζε Σαραμάγκου το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο. Αυτά τα μυθιστορήματα αλλά και πολλά άλλα χρησιμοποιούν με αλληγορικό τρόπο τον βιβλικό κόσμο για να μιλήσουν για συγκαιρινά τους πάθη, κυρίως για τον πόλεμο, τη φτώχεια και την εξουσία.

Στην περίπτωση τού ελληνικού μυθιστορήματος ζούμε την παρουσία του βιβλικού κόσμου σε σμίκρυνση ή ως υποψία. Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι το νεοελληνικό μυθιστόρημα έρχεται στα γράμματα έτσι κι αλλιώς με μία αξιοσημείωτη χρονική καθυστέρηση. Αυτό έχει να κάνει με τις ιδιαίτερες οικονομικές και κοινωνικές δομές μίας αγροτικής βαλκανικής χώρας, όπως ήταν τότε η Ελλάδα. Έχει να κάνει με την κυριαρχία του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού, με την ουσιαστική μονοκρατορία της ποίησης. Δεν είναι τυχαίο νομίζω πως από νωρίς έχουμε εξαιρετικές ποιητικές δημιουργίες, όπως τα δημοτικά τραγούδια για παράδειγμα, αλλά έλλειψη ουσταστικής παρουσίας στην πεζογραφία. Άλλωστε ακόμη και σήμερα ως ελληνική λογοτεχνία θεωρείται από τον υπόλοιπο κόσμο περισσότερο η ποίηση παρά η πεζογραφία. Ειδικότερα η περίπτωση του μυθιστορήματος φαίνεται πώς διαχρονικά είναι δύσκολο να συγκινήσει το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Μοναδική εξαίρεση στη μεταφραστική και εκδοτική πορεία αποτελεί ο Νίκος Καζαντζάκης. Το γιατί ακόμη και σήμερα το νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν μπορεί να υπερπηδήσει τον ψηλό φράχτη της πολιτισμικής μας ιδιαιτερότητας -αλλά και καχεξίας- είναι ένα ερώτημα, που απαιτεί ενδελεχή έρευνα και ανάλυση για να απαντηθεί.

Για να επιστρέψουμε στην αρχή του συλλογισμού μας, στην καθυστέρηση της εμφάνισης του μυθιστορήματος στη χώρα μας, υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο που προσπαθεί να εξηγήσει το γεγονός: το μυθιστόρημα αναπτύχθηκε στην Ευρώπη παράλληλα με τη γιγάντωση της αστικής τάξης. Η Ελλάδα δεν είχε επί της ουσίας ποτέ της συγκροτημένη αστική τάξη εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων στην Αθήνα, στην Πάτρα και στη Θεσσαλονίκη, στην τελευταία χάρις στον κοσμοπολιτισμό της ισραηλιτικής κοινότητας. Εν κατακλείδι το ελληνικό μυθιστόρημα εμφανίζεται στην ιστορική του πορεία μέσα στη νεοελληνική γραμματεία να παρουσιάζει υστέρηση. Στην προσπάθεια ανίχνευσης βιβλικών επιρροών τα ευρήματα είναι λιγοστά. Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να αναφερθούμε σε κάποια από αυτά αλλά και να ψυχανεμιστούμε και κάποιες πρώτες απαντήσεις.

Οι ειδικοί μελετητές συμφωνούν πώς το πρώτο ολοκληρωμένο νεοελληνικό μυθιστόρημα είναι Ο Πολυπαθής του Γρηγορίου Παλαιολόγου στα 1839. Οι προηγούμενες απόπειρες του Νικολάου Μαυροκορδάτου με το Φιλοθέου πάρεργα ή με Το σχολείο των Ντελικάτων εραστών του Ρήγα ή με τον Παπατρέχα του Κοραή διαθέτουν μυθιστορηματικά στοιχεία, αλλά δεν είναι μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημα λοιπόν εγκαινιάζεται με τον Πολυπαθή, ο συγγραφέας του οποίου δεν είναι γεννημένος στα όρια της ελληνικής επικράτειας αλλά στην Κωνσταντινούπολη, στις ακμάζουσες ελληνικές, αστικές κοινότητες.

Μία προσεκτική έρευνα της μυθιστορηματικής παραγωγής του 19ου αιώνα εύκολα ξεσκεπάζει τις άμεσες επιρροές, από γαλλικά κυρίως πρότυπα. Ο χριστιανικός κόσμος ανιχνεύεται στον Παναγιώτη Σουρή κυρίως στο μυθιστόρημά του Χαριτίνη ή το κάλλος της χριστιαvικήs θρησκείας, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο αντίδοτον των κατά της θεότητας του Ιησού Χριστού ληρημάτων του Ε. Ρενάνου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που εξελίσσεται στους Αγίους Τόπους με φόντο τη μοναστική ζωη γεμάτο διδακτισμούς και με σαφή πολεμική διάθεση, όπως το δηλώνει και ο τίτλος του, απέναντι στον Ερνέστο Ρενάν, ο οποίος μέσω του πολύκροτου βιβλίου του Οβίος του Ιησού αρνείται τη θεϊκή καταγωγή του.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μυθιστορήματα που διαπνέονται από μία θρησκευτικότητα δε σημαίνει απαραίτητα ότι νοηματοδοτούνται κιόλας από τα βιβλικά κείμενα. Ο κόσμος τους φαίνεται να χρωματίζεται από εκκλησιαστικά περιβάλλοντα πιο πολύ ως παραφυάδα μιας λατρευτικής και εκκλησιαστικής ζωής και όχι από την ίδια την ιερή γραφή αυτή καθαυτή. Νομίζω ότι αυτό εντοπίζεται και στον Α. Παπαδιαμάντη, όπου είτε στα μυθιστορήματά του είτε στα διηγήματά του ο κόσμος του είναι συχνά εκκλησιοκεντρικός όχι όμως πάντα βιβλικός ως θεματική επιρροή και ως σκιαγράφηση χαρακτήρων. Στο πρόσωπο βέβαια του Παπαδιαμάντη συνυπάρχει η ιδιαίτερη εγγραματοσύνη του συγγραφέα αλλά και μία καθημερινή σχέση με τη λατρευτική ζωή της εκκλησίας. Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τα ιερά κείμενα και σε αρκετές περιπτώσεις παραθέτει αποσπάσματα αλλά και προχωρά σε σημάνσεις και σκιαγραφήσεις των λογοτεχνικών χαρακτήρων με βάση τη Βίβλο. Τέτοια παραδείγματα έχουμε κυρίως στα διηγήματά του, όπως στο Όνειρο στο κύμα, όπου έχουμε αναφορά στο Άσμα Ασμάτων αλλά και μία διακριτική αλληγορία με την παραβολή του χαμένου προβάτου. Ενδιαφέρουσες αναφορές βρίσκουμε στην Φαρμακολύτρια, στον Ρεμβασμό του δεκαπενταυγούστου, Στο Χριστό στο κάστρο κ.ά.

Το ίδιο νομίζω ότι μπορούμε να ισχυριστούμε πως συμβαίνει στις περισσότερες εκφάνσεις της ηθογραφίας, εκεί που ανιχνεύονται η λαϊκή ευσέβεια, η καθημερινότητα της ενορίας στην παραδοσιακή μορφή της, η λειτουργική ζωή, τα έθιμα, ο ετήσιος εκκλησιαστικός κύκλος. Αυτό δεν πρέπει ίσως να μας προξενεί εντύπωση καθ’ ότι στην ορθόδοξη βαλκανική ενδοχώρα εκείνης της εποχής ο γραμματισμός ήταν οριακός, το αίτημα της προσωπικής ανάγνωσης της Βίβλου ως οδού ατομικής σωτηρίας ήταν ακόμη άγνωστο. Οι απλοί χωρικοί της εποχής που ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες των κειμένων, που διαβάζονται ως επί το πλείστον από κυρίες σε αθηναϊκά σαλόνια, μετέχουν της παραδόσεως μ’ έναν τρόπο σαρκικό. Οι ακολουθίες της εκκλησίας τους, τα συναξάρια των Αγίων, οι διηγήσεις για τοπικά θαύματα, οι νηστείες σε συνδυασμό με τα τελετουργικά έθιμα αλλά και οι προλήψεις, ωθούν στο περιθώριο τις αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης και σε κάποιο βαθμό ακόμη και την κειμενική αφήγηση της ζωής του Χριστού στην Καινή Διαθήκη.

Καθώς ο εικοστός αιώνας προχωρά και προστίθενται κι άλλοι τίτλοι στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, η θεματική εξακολουθεί να βρίσκεται σε στενή σχέση με τις εθνικές περιπέτειες όπως ή Μικρασιατική Καταστροφή, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος που ακολουθεί. Στην θεματολογία αυτή ενσωματώνονται οι κοινωνικοί αγώνες, η μετανάστευση και η ανθρώπινη συνθήκη ύπαρξης στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα οποία στα μεταπολεμικά χρόνια έχουν γιγαντωθεί. Τα βιβλικά θέματα εξακολουθούν να μένουν στο περιθώριο ακόμη και από συγγραφείς που είναι φανερά επηρεασμένοι από την παράδοση και από ύστερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως ο Φώτης Κόντογλου και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Κάποιες φορές εμφανίζονται προμετωπίδες που αντιγράφουν βιβλικούς στίχους. Τέτοιες αναφορές βρίσκουμε στον Διονύσιο Ρώμα, στον Τάσο Αθανασιάδη κ.α. Μία ιδιαίτερη σχέση εντοπίζουμε σε αυτό το βιβλίο, το οποίο είναι και από τα πρώτα που εγκαινιάζουν την παρουσία της μικρασιατικής τραγωδίας. Το 1931 ο νεαρός ακόμη Ηλίας Βενέζης δημοσιεύει το νούμερο 31328, το μυθιστόρημα που τον καθιερώνει στα ελληνικά γράμματα. Εδώ αποτυπώνονται οι εμπειρίες του συγγραφέα από τα τάγματα εργασίας της Ανατολίας στα οποία θανατώθηκαν χιλιάδες Έλληνες. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με ένα μότο από τους ψαλμούς του Δαβίδ σε μία προσπάθεια συνομιλίας των παθών του ελληνισμού με αυτά των ηρώων της Διαθήκης, μία προσπάθεια διαστολής και ανύψωσης της εθνικής τραγωδίας σε μία ευρύτερη θέαση.

Στά 1955 ο κόσμος της Βίβλου και συγκεκριμένα η ζωή του Ιησού έρχεται για πρώτη φορά στην επιφάνεια και μάλιστα μέσα από θορυβώδη δημοσιότητα με τον Νίκο Καζαντζάκη και το πολύκροτο μυθιστόρημά του Ο τελευταίος πειρασμός, βιβλίο που γέννησε μία σειρά αντιδράσεων από το πολιτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο της εποχής. Νομίζω ότι ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας δε μας επιτρέπει να επεκταθούμε στο ίδιο το μυθιστόρημα, θεωρώ όμως απαραίτητο να αντιγράψουμε εδώ τις πρώτες γραμμές από τον πρόλογο του ίδιου του συγγραφέα:

Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο• ή λαχτάρα ή τόσο ανθρώπινη ή τόσο υπεράνθρωπη να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό – ή πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτιστεί μαζί του• η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πηγές μεγάλες.

Είναι νομίζω η πρώτη φορά που ένα έλληνικό μυθιστόρημα στέκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον βιβλικό κόσμο, γεννιέται από αυτόν, τον προεκτείνει, τον μεταλλάσσει και προβάλλει ένα διαφορετικό κοσμοείδωλο και μία προσωπική του συγγραφέα εκδοχή της θεότητας.

Ο Παντελής Πρεβελάκης, επιστήθιος φίλος του Ν. Καζαντζάκη, με τον οποίο τον συνδέει επιπλέον και μία σχέση μαθητείας δημοσιεύει στα 1970 το Ο άγγελος στο πηγάδι. Μία Μεγαλοβδομάδα. Επειδή το έργο αυτό δεν είναι αρκετά γνωστό, θα μου επιτρέψετε να κάνω μία σύντομη αναφορά: Ένας στρατιώτης επιστρέφοντας από το μικρασιατικό μέτωπο αντιμετωπίζει στο σπίτι του μία ιστορία μοιχείας και προδοσίας. Αηδιασμένος καταφεύγει σ’ ένα μοναστήρι και ως δόκιμος μοναχός προσπαθεί να ξεπεράσει το μίσος του και τις πληγές από τη βία του πολέμου. Σε έναν ιδιόμορφο λάκκο, όπου συνήθιζαν να απομονώνονται ασκητές, προσπαθεί να βρει τον δικό του δρόμο για τον Θεό μέσα από τη λατρεία του για ένα άσπρο πανέμορφο πουλάρι. Ο περίγυρός του όμως έχει άλλη γνώμη. Το άσπρο πουλάρι, σύμβολο αθωότητας, μία άλλη εκδοχή του αμνού, θα πάρει τον δρόμο της θυσίας. Όλο το μυθιστόρημα είναι γεμάτο αναφορές και συμβολισμούς από τη Βίβλο, όμως και πέρα από αυτό πραγματεύεται επί της ουσίας το θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου.

Τελειώνοντας αυτήν την περιδιάβαση στον κόσμο του νεοελληνικού μυθιστορήματος εκτιμούμε ότι πιθανότατα δε θα έχουμε εντοπίσει αρκετά στοιχεία και αναφορές, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μία πραγματική εκδοτική υπερπαραγωγή. Κάποια όμως στέρεη σχέση με τον κόσμο της Αγίας Γραφής δε φαίνεται να έχει εμφανιστεί. Οι σύγχρονοι συγγραφείς εξακολουθούν να κρατούν τον βιβλικό κόσμο σε απόσταση κι αποφεύγουν συσχετισμούς, θεματικές συνάφειες και συμβολισμούς. Υπάρχουν ανάμεσά τους κάποιες λίγες εξαιρέσεις κυρίως ως αιρετικές γραφές, λοξά βιαστικά κοιτάγματα, όπως αυτή του Νίκου Παναγτωτόπουλου στην Αγιογραφία, του Θωμά Ψύρρα στο Μαράν Αθά, του Θανάση Τρταρίδη στα Μελένια λεμόνια κ.ά.

Κλείνοντας ίσως ήρθε η στιγμή να μιλήσω για λίγο και ως «απολογούμενος» καθότι μυθιστορηματογράφος. Προσωπικά δε θα απέκλεια στο μέλλον μία συγγραφική απόπειρα εμπνεόμενη από τον κόσμο της Βίβλου, ο Σαραμάγκου μας έχει δείξει τον δρόμο. Λίγες δεκαετίες πριν ο Καζαντζάκης μίλησε για μυστήριο και λαχτάρα που δε σβήνει. Με οδηγό αυτές τις δύο λέξεις βάζει κανείς αγκωνάρια και χτίζει μυθιστόρημα.

Ως προς τη σχέση Βίβλου – μυθιστορήματος διαβλέπω -και αυτό είναι μόνο προσωπική εκτίμηση- ότι πιθανώς θα συμβούν συναντήσεις στο μέλλον. Η Βίβλος σήμερα μπρος στα μάτια ενός μεγάλου αριθμού αναγνωστών δεν είναι τελικά παρά ένα δισχιλιετές οδοιπορικό των ανθρώπων της ερήμου, καθώς κτίζουν σιγά σιγά έναν καινούριο πολιτισμό, αυτόν στον οποίο εν πολλοίς ζούμε ακόμη και τώρα. Η ζωή όμως σήμερα είναι κι αυτή μία έρημος, καθότι η μεταπολεμική αισιοδοξία έχει πια υποχωρήσει και οι κάθε λογής Φιλισταίοι επιβουλεύονται όλα αυτά πού θεωρούσαμε ως τώρα στον δυτικό κόσμο εξασφαλισμένα. Η φιλοσοφία και η πρακτική της ακατάσχετης κατανάλωσης, αυτό το λατρεμένο μοσχάρι με τα χρυσά κέρατα, κάποια στιγμή θα τελειώσει. Στά κατοπινά χρόνια, σε κάποια περιβαλλοντική έρημο, θα ακούγεται μόνο ο άνεμος και οι άνθρωποι θα ξανασηκώσουν το κεφάλι τους προς τα άστρα και θα προσπαθήσουν να αφουγκραστούν κάποια ρωμαλέα φωνή μέσα από τα σύννεφα. Η λογοτεχνία θα προσπαθήσει και πάλι να επαναδιατυπώσει τα σημαντικά κι άλυτα αυτού του κόσμου. Το μυθιστόρημα, νεοελληνικό και παγκόσμιο, θα είναι εκεί για να γράψει για τη νοσταλγία της χαμένης ενότητας και ολότητας, για μία ακόμη περίοδο υπαρξιακής ερημιάς, αγωνιώντας πάντα για τη γλώσσα και την αλήθεια της.

Σας ευχαριστώ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.