Στέφανος Σ. Δαδής: Δύση

Κανεὶς δὲν ἦταν προετοιμασμένος ὄταν ὁ Θεὸς ἔρριξε σκοτάδι.
Ὄταν ὁ ἥλιος σταμάτησε τὸν κύκλο του, κι ἄρχισε νὰ κατηφορίζει ἀργὰ πρὸς τὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα.

Γιατὶ ἡ ἀνοησία τῶν ἀνθρώπων ξεχείλιζε πέρα ἀπὸ τὰ φράγματα τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης. Ἔλεγαν, κολυμπώντας ἀμέριμνα μέσα στὴν ἀσφάλειά τους:

-Τὶ τὸν θέλουμε τὸν ἥλιο; Δὲς τὰ φῶτα τὰ δικά μας
νέον, ἠλεκτρικά, σὲ φανούς, λαμπτῆρες καὶ ὀθόνες
Δὲς πόσο γρήγορα πάνε τὰ μηνύματά μας
Δὲς τὰ μαγικὰ κουτιά μας, πῶς ρουφοῦν κάθε ἔγνοια καὶ φτύνουν πίσω γλυκὸ μούδιασμα
Δὲς τις ταχύτητές μας, γενναῖες, ἡρωικές, ἀκόντια πρὸς τὰ βάθη καὶ τὸ στερέωμα
Ὡς καὶ τὶ δικό μας τὸ μυαλὸ ὑποχωρεῖ πάνω στὴν αἰχμή τους, θυσία στὴν ἔξαψη τῆς στιγμῆς!

Ὁ ἥλιος ὄμως, τοῦ Θεοῦ μαντάτορας,
μικρὸς θεὸς καὶ μεγάλος ἄγγελος
μύδρος διάπυρος μὲ τὸν κόσμο στὸν κόρφο του
Ποτὲ δὲν ἔμαθε ἀπὸ ταχύτητες
Ποτὲ δὲν ἔσφιξε τὰ χαλινάρια τῶν ἀλόγων του
Καὶ τῶρα, ποὺ διατάχθηκε νὰ ὑπερβεῖ τὰ μέτρα
δὲ βρέθηκαν Ἐρινύες νὰ τὸν πιάσουνε
καὶ νὰ τὸν βάλουν, θέλοντας καὶ μὴ, ξανὰ στὴ θέση του

Ὅσο κυλοῦσαν οἱ μέρες – ὁ χρόνος δηλαδή, γιατὶ μερόνυχτα δὲν ἔφευγαν –
τόσο οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ φοβοῦνται.
Οἱ μάγοι καὶ οἱ τεχνίτες τους στέκονταν βουβοί, μὲ ὅλες τὶς γνὠσεις τους ἄχρηστες.
Λόγιοι καὶ λογαριαστὲς πάσχιζαν μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐξηγήσουν τοῦτο τὸ φαινόμενο
ὅτι ὁ ήλιος σταμάτησε τὸν κύκλο του στὸν οὐρανό, καὶ σιγὰ σιγὰ
ἴσως γιὰ πάντοτε
χανόταν.

                                                            § § §

Καθὼς ὁ οὐράνιος φωστήρας κατηφόριζε πρὸς τὸν ὑπνο του,
χάρισε στὴν σαστισμένη ἀνθρωπότητα τὸ πιὸ ὄμορφό της ἡλιοβασίλεμα.
Ποτὲ ξανὰ δὲν εἶχε βαφτεῖ, ὄχι μόνον ἡ δύση ἀλλὰ ὁ οὐρανὸς ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη
μὲ τέτοιο χρῶμα, μώβ, κόκκινο, ἄσπρο, κίτρινο.
Μὰ ὅσο ὁ οὐρανός ὁμόρφαινε τόσο οἱ ἄνθρωποι χλώμιαζαν,
Γιατὶ ἔνιωθαν πὼς αὐτό τὸ λιόγερμα θάταν γιὰ πολὺ καιρὸ τὸ τελευταῖο τους.

Οἱ πιὸ ψύχραιμοι εἶπαν πὼς δὲ χρειάζεται πιὰ ὁ ἥλιος, κι ὅτι,
βλέποντας τὶς δυνάμεις τῆς Γῆς νὰ τὸν ξεπερνοῦν,
ἀπὸ αἰσχύνη ἀποσύρεται, νὰ δώσει φῶς σὲ ἄλλους κόσμους, λιγότερο πολιτισμένους.
Ἔτσι εἶπαν, καὶ μὲ μιᾶς ἀνάψανε, ὅλο ἀπόφαση, τὰ φῶτα τῶν πόλεων.

Ἀλίμονο, οὖτε τὰ νευρικὰ δίκτυα τῆς ἐνέργειας,
οὖτε τὰ κόκκινα μάτια τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἔτοιμα γιὰ τέτοιες λάμψεις.
Σχεδὸν ὅλα τὰ φῶτα καήκανε μέσα σὲ μιὰ ἔκρηξη ἄσπρου θανάτου,
καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι τυφλώθηκαν.

Τότε σηκώθηκε μεγάλος θρῆνος στὶς πόλεις τῶν ἀνθρώπων,
καὶ τέτοιος τρόμος ποὺ δὲν εἶχε ματαφανεῖ.
Καθὼς ὁ ἥλιος ἔγερνε ὅλο καὶ γρηγορότερα πρὸς τὴν ἄβυσσο,
γεροὶ καὶ ἀόμματοι πέφτανε κατὰ τὴ δύση καὶ γονατιστοὶ φωνάζανε:
«Ἥλιε μου, ἥλιε μου, πάρε μας μαζί σου!»

Οἱ πόλεις ἄρχισαν νὰ ἀδειάζουν.
Ὅσοι πρόλαβαν πῆραν τὰ τελευταῖα φῶτα καὶ τὰ μαγικὰ κουτιά τους,
μὴ χαθοῦν καὶ τοὺς τὰ πάρουν, καὶ τὰ ἔκρυψαν βαθιὰ στὴ γή,
σὲ κάστρα ἀπάτητα, ἤ σὲ καράβια ποὺ φύγανε τυφλὰ κατὰ τὴ θάλασσα.

                                                                § § §

Ὑπῆρχαν ὄμως καὶ κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲ θρηνοῦσαν φωναχτὰ στὶς πλατεῖες,
δὲ στριμώχτηκαν σὲ καραβάνια ἀπελπισμένων
οὔτε τρέξανε κατὰ τὴ δύση μπὰς καὶ προλάβουνε τὸν ἥλιο στὸ φευγιό του.
Κι ἐκεῖνοι φοβοῦνταν. Χτυπάγανε τὰ δόντια τους ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ δάκρυζαν σιωπηλά,
γιατὶ ἤτανε τὸ ἴδιο χαζοὶ καὶ ἀπροετοίμαστοι μὲ τοὺς ὑπόλοιπους.

Ὄμως πολὺ καιρὸ τοὺς τύφλωναν τὰ φῶτα καὶ τὰ μαγικὰ κουτιά,
κι εἶχε πρὸ πολλοῦ γίνει κομμάτια τὸ λογικό τους, χτυπημένο ἀπὸ τὶς σφαῖρες
τῶν γρήγορων ρυθμῶν
τῶν ἀτελείωτων πληροφοριῶν
τῆς ὁλοήμερης ὑστερίας.
Ὄταν τὰ φῶτα κάηκαν, μόλις κατάκατσε ἡ σκόνη τῆς πρώτης τρομάρας,
ἔνιωσαν ἕνα βάρος νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὰ μηνίγγια τους.

Δὲν περίμεναν πολύ. Ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ κοίταξαν κατά τὴ δύση.
Ὁ ἥλιος εἶχε πιὰ ἐντελῶς χαθεῖ καὶ μιὰ κόκκινη ταινία, λαμπρὴ σὰν λιωμένος χαλκός,
καθόταν ἀκίνητη στὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα.
Πήραν τοὺς φίλους τους καὶ τράβηξαν γιὰ τὶς φωλιές τους:
βουνοπλαγιές καὶ σπήλαια, μικρὰ νησιὰ χαμένα καὶ δάση πυκνά,
ξεχασμένα καμαράκια καὶ σοφίτες στὸν ἀστικό λαβύρινθο –
μέρη ποὺ εἴχαν πρὸ πολλοῦ σκοτεινιάσει.

                                                                § § §

Ἐνῶ καὶ τὸ τελευταῖο φῶς ἔσβηνε,
κι ὁ Θεὸς σήκωνε τὰ τελευταῖα προστατευτικά του πέπλα ἀπὸ τὸν κόσμο,
ἕνας μεγάλος ἀρχάγγελος, ἄσπρος καὶ διάφανος,
στάθηκε στὴν ἄκρη τῆς τελευταίας θάλασσας
ἀπέναντι ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς τελευταίας μητρόπολης.

«Ἀλίμονο», ψιθύρισε,
«Ἀλὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ εἴδανε τὸν ἥλιο νὰ τοὺς φεύγει
Ἀλίμονο γιατὶ καιρὸ θὰ κάνει νὰ γυρίσει
Σὲ φόβο καὶ παράνοια, μὲ σαλεμένες γλῶσσες
Θε’ νὰ χαθοῦν οἱ άνθρωποι, πνιγμένοι στὸ σκοτάδι.

Ζωὴ θα πάρουν καὶ μιλιὰ τὰ μαγικὰ παιχνίδια
καὶ μερικά τους θὰ ριχτοῦν πάνω στὰ γονικά τους.
’πὸ σήραγγες καὶ σπήλαια, ὑπόγεια καὶ χαράδρες
ἀναρριχῶνται τὰ στοιχειὰ – οἱ δράκοντες κι οἱ μόρες
πού ’χαν ξορκίσει ὁ Ἅη Λιὰς κι ὁ Ἀλέξης ἀντρειωμένος.

Κι ὅσοι ἀπ’ τὰ φῶτα ἀπόκαμαν, στὸ σκότος κουρνιασμένοι
σὰν τὰ πουλάκια κάτω ἀπὸ τὸ φτέρωμα τῆς κότας,
ἂς κάτσουνε ν’ ἀναπαυθοῦν, ἀλλὰ γιὰ λίγο ἀκόμη.
Θὰ τοὺς καλύψει ὁ Θεός, ὅσο νὰ συνηθίσουν,
γιὰ θέλει πόδια κοφτερὰ ὁ αἰώνας δίχως ἥλιο.

Καὶ ὅσοι μείνουν ὄρθιοι μέσα στὴν καταιγίδα
τὰ μάτια τους νὰ μάθουνε νὰ βλέπουν στὸ σκοτάδι
μὲ μοναχὰ τῶν ἀστεριῶν τὸ φῶς καὶ μὲ τ’ αὐτιά τους
ν’ ἀκοῦν καὶ ν’ ἀφουγκράζονται τὸ χάος που βρυχᾶται.

Το πεῖσμα και ὑπομονὴ να γίνουν συντροφιά τους
παντοτινὴ σὰν θὰ φυλοῦν τὶς ἄγρυπνες κανδῆλες
κι ἀνάβουν τὰ κεράκια τους τὰ κάρκαρα τοῦ Ἄδη
τῶν μαυρισμένων τῶν βουνών τὶς πιὸ ψηλὲς κορφές τους.

Ὡς νὰ ξανάρθει ὁ βασιλιάς, ὁ Ἥλιος ὁ ἀδερφός μου
κρατώντας μές τα χέρια του τῆς φοινικιᾶς τοὺς κλώνους
ξωπίσω τὸ φουσάτο του, καβάλα στ’ ἄλογά τους!»

THE MERMAID TAVERN

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.